Παιδομάζωμα

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Το παιδομάζωμα ή παιδολόγι ή γενιτσαριά [Τουρκικά devşirme, ντεβσιρμέ] ήταν πρακτική απαγωγής νέων αγοριών από τους Οθωμανούς, κυρίως από Χριστιανικές οικογένειες των Βαλκανίων, με σκοπό την ανατροφή τους με Τουρκική συνείδηση προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως στρατιώτες στα Τάγματα των γενιτσάρων ή για τη στελέχωση υπηρεσιών του Σουλτάνου. Ήταν διαδικασία με κεντρική οργάνωση και εμπνευστής της υπήρξε ο Καρά Χαλίλ Πασάς, μεγάλος βεζίρης επί σουλτάνου Μουράτ Α'. Αναλόγου είδους τακτική ακολούθησαν οι κομμουνιστοσυμμορίες στην Ελλάδα από το 1948 και έως λίγο πριν το τέλος και τη συντριβή της ένοπλης ανταρσίας των μελών του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, όταν μετά από απόφαση της κομμουνιστικής ηγεσίας και προσωπικά του Νίκου Ζαχαριάδη, παιδιά και των δύο φύλων αρπάχτηκαν με βάση οργανωμένο σχέδιο, αποχωρίστηκαν με τη βία τις οικογένειες τους και μετακινήθηκαν στις λεγόμενες «Λαϊκές Δημοκρατίες» της κομμουνιστικής Ανατολικής Ευρώπης, που βρίσκονταν υπό την επιρροή της Σοβιετικής Ενώσεως. Η ηγεσία των κομμουνιστών της Ελλάδος για να δικαιολογήσει την αρπαγή τους, το Παιδομάζωμα, και για να μην ευθύνονται οι αποκαλούμενες «σοσιαλιστικές χώρες», είχε φροντίσει μετά από προσυνεννόηση, και στα σημεία εισόδου στην Αλβανία, τη Γιουγκοσλαβία και τη Βουλγαρία, δεν υπήρχαν στρατιώτες φύλακες. Έτσι δεν υπάρχει επίσημη καταγραφή των παιδιών που εισέρχονταν μαζικά και κατά χιλιάδες στις γειτονικές με την Ελλάδα χώρες.

Παιδομάζωμα (Τουρκοκρατία)
Συνοπτικές πληροφορίες
Έναρξη: 31 Μαρτίου 1946
Τόπος: Λιτόχωρο Πιερίας (Ελλάδα)
Λήξη: 29η/30η Αυγούστου 1949
Τόπος: Ύψωμα Κάμενικ
Όρος Γράμμος (Ελλάδα)
Εμπλεκόμενοι: Ελληνικός στρατός
Συμμορίες Κ.Κ.Ε.
Κομμουνιστικό παιδομάζωμα (1946-49)

Απαρχή

Το παιδομάζωμα αναφέρονταν αρχικά στη βίαιη στρατολογία παιδιών των χριστιανών υπηκόων της τουρκικής αυτοκρατορίας, η οποία είχε ως σκοπό να επανδρώσει τα σώματα των γενιτσάρων ή να την τοποθέτηση τους στις υπηρεσίες των σουλτανικών ανακτόρων και ήταν ο σκληρότερος φόρος αίματος στον κατακτητή. Οι Τούρκοι διάλεγαν τα πιο δυνατά, όμορφα κι έξυπνα παιδιά, ηλικίας 14-18 ή 15-20 χρονών, διαδικασία από την οποία εξαιρούνταν οι μοναχογιοί, οι ορφανοί κι οι παντρεμένοι, γι' αυτό και πολλοί γονείς πάντρευαν τα παιδιά τους από μικρή ηλικία. Τα παιδιά προσηλύτιζαν στο μωαμεθανισμό και σε ηλικία 25 ετών κατατάσσονταν στα σώματα των γενιτσάρων, ενώ όσα προόριζαν για τ' ανάκτορα, τα μάθαιναν γράμματα και ξένες γλώσσες και τα χρησιμοποιούσαν ως ανώτερους αξιωματούχους του κράτους.

Γενικά στοιχεία

Σύμφωνα με τον Απόστολο Βακαλόπουλο, ιστορικό συγγραφέα και Πανεπιστημιακό καθηγητή, η συστηματική εφαρμογή του Παιδομαζώματος άρχισε λίγο πριν το 1430, ενώ νωρίτερα εφαρμοζόταν σποραδικά. Αφορούσε τη στρατολόγηση νεαρών αγοριών, τα οποία κατάγονταν από χριστιανικές οικογένειες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τα παιδιά εξισλαμίζονταν και εκπαιδεύονταν προκειμένου να στελεχώσουν διάφορες κρατικές υπηρεσίες, όμως η πλειονότητα τους προοριζόταν για τα τάγματα του καπίκουλου, κυρίως για τους γενίτσαρους, ενώ άλλοι κατέληγαν να υπηρετούν στο παλάτι του σουλτάνου. Το παιδομάζωμα αναφέρεται και ως «φόρος αίματος».

Τα όρια ηλικίας των αγοριών ποικίλλουν, καθώς ως κατώτατη ηλικία αναφέρεται αυτή των οκτώ ετών και ως ανώτατη η των είκοσι χρόνων. Το παιδομάζωμα επαναλαμβάνονταν σε τακτά χρονικά διαστήματα, ετησίως, κάθε πέντε χρόνια ή ανάλογα με τις ανάγκες του Τουρκικού στρατού. Στρατολογούταν μία αναλογία παιδιών, συνήθως από ένα ανά πέντε αγόρια, έως ένα ανά τρία, ενώ σύμφωνα με φιρμάνι των αρχών του 16ου αιώνα, ο αριθμός των παιδιών καθοριζόταν εκ των προτέρων και υπολογιζόταν να είναι ένα αγόρι 14-18 ετών ανά 40 οικογένειες.

Τουρκοκρατία

Σύμφωνα με το Κοράνι, οι μουσουλμάνοι όταν κατακτούν μια χώρα μπορούν να διαχειριστούν το ένα πέμπτο της λείας, έμψυχης και άψυχης, του πολέμου. Οι αιχμάλωτοι αποτελούσαν μέρος αυτής της λείας, κι έτσι ο Σουλτάνος είχε τη δυνατότητα να διαθέσει τη ζωή τους κατά τη βούλησή του. Το παιδομάζωμα καθιερώθηκε για να προμηθεύεται η αυλή των Οσμανλήδων τους αναγκαίους δούλους, ενώ εξυπηρετούσε και το μουσουλμανικό καθήκον του προσηλυτισμού. Οι δούλοι αποτελούσαν τα στρατιωτικά τάγματα των γενιτσάρων, όπως τα ονόμασε ο Χατζή Βελή Μπεκτάς, ιδρυτής του τάγματος των Μπεκτασήδων δερβίσηδων. Το τάγμα αυτό δημιουργήθηκε περί το 1357, με πρώτη έδρα το χωριό Σουλουτζά, στην περιοχή της Αμάσειας. Ο ιδρυτής του πέθανε επί Μουράτ Α’ και τάφηκε στο χωριό Κιρ Σεχρή της Σεβάστειας, ενώ ο νέος στρατός [=γενί τσαρ] έφερε τη σημαία αυτού του τάγματος, ως το 1826, οπότε ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’ διέλυσε τους Μπεκτασήδες.

Η στρατολογία των γενιτσάρων γινόταν κάθε 3 ή 5 χρόνια, ανάλογα με τις υπάρχουσες ανάγκες, με φιρμάνι του σουλτάνου προς τους ιεροδικαστές, μουτεσελίμηδες και κεχαγιάδες. Εξαιρούνταν οι οικογένειες που είχαν ένα αρσενικό παιδί. Τα παιδιά στέλνονταν αρχικά κοντά σε σπαχήδες, για να εθιστούν στο βίο των μουσουλμάνων και να διδαχτούν τις λεπτομέρειες του ιερού νόμου, ενώ η πρόοδος τους ελέγχονταν από ειδικούς υπαλλήλους. Στον Πόντο το παιδομάζωμα εφαρμόστηκε από νωρίς, καθώς οι περιοχές της Κασταμονής, της Σεβάστειας, της Τοκάτης και της Αμάσειας που υποτάχθηκαν στους Τούρκους νωρίτερα από το κράτος των Κομνηνών, ήταν γειτονικές με την έδρα των Μπεκτασήδων. Από την Τραπεζούντα οι Οθωμανοί αμέσως μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως απήγαγαν περί τα 800 αγόρια, τα οποία εξισλάμισαν βίαια. Εξαιρέσεις γίνονταν για τους Εβραίους και τους Αρμενίους, για τις οικογένειες των μεταλλωρύχων της Χαλδίας, λόγω των προνομίων που παραχωρήθηκαν σ’ αυτούς από το Σουλτάνο, καθώς και για όσους Σινωπίτες ασχολούνταν με τη ναυπηγική, ειδικότερα όσους ασχολούνταν με τη ναυπήγηση πολεμικών πλοίων.

Συνοπτικά, το παιδομάζωμα άρχισε την περίοδο της Τουρκοκρατίας περί το 1320, επί ημερών του Σουλτάνου Ορχάν που ήταν γιος του Οσμάν, του ιδρυτή του Τουρκικού κράτους και τελείωσε περί το 1632, επί των ημερών του Σουλτάνου Μουράτ του Δ', που κατάργησε τα τάγματα των γενιτσάρων τα οποία διαδραμάτιζαν ρόλο πραιτωριανών στην Τουρκική αυτοκρατορία, αν και όπως αναφέρεται σε ιστορικές πηγές το 1705 στη Νάουσα, προκλήθηκε εξ αιτίας του παιδομαζώματος εξέγερση των κατοίκων. Ο ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος υπολογίζει ότι τα Ελληνόπουλα που απήχθησαν και εξισλαμίστηκαν με τη βία, ανήλθαν στον αριθμό του 1.000.000 παιδιών.

Παιδομάζωμα 1946-1949

Στην Ελλάδα το 1948, 316 χρόνια μετά την ανάλογη πρακτική των Τούρκων κατακτητών και λίγο πριν το τέλος και τη συντριβή της ένοπλης ανταρσίας των μελών του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος [Κ.Κ.Ε.], μετά από απόφαση της ηγεσίας του και προσωπικά του Νίκου Ζαχαριάδη, αρπάχτηκαν παιδιά και των δύο φύλων, από ένοπλους αντάρτες με βάση οργανωμένο σχέδιο, αποχωρίστηκαν με τη βία τις οικογένειες τους και μετακινήθηκαν στις αποκαλούμενες «Λαϊκές Δημοκρατίες», που βρίσκονταν υπό την επιρροή της Σοβιετικής Ενώσεως. Το παιδομάζωμα, ξεκίνησε τον Μάρτιο του 1948. Η Αλβανία και η Γιουγκοσλαβία, λόγω της γεωγραφικής τους θέσεως, επιλέχθηκαν ως ενδιάμεση σταθμοί.

1η φάση

Το παιδομάζωμα χωρίζεται σε δυο φάσεις. Αυτό που έγινε συντεταγμένα σχεδόν όλο το 1948 και αυτό που πήρε τη μορφή της αρπαγής κατά την κατάληψη της Καρδίτσας, της Νάουσας, του Καρπενησίου και άλλων μικρότερων επαρχιακών πόλεων. Στις αρχές Μαρτίου 1948 η αποκαλούμενη «Προσωρινή κυβέρνηση» των κομμουνιστών ανακοίνωσε πως έγινε δεκτό το αίτημά της στο Βαλκανικό συνέδριο νεολαίας, όλες οι «δημοκρατικές» χώρες να παράσχουν βοήθεια και να περιθάλψουν 12.000 προερχόμενα από την Ελλάδα. Αμέσως άρχισε η έξοδος των παιδιών, καθώς οι προσυγκεντρώσεις ξεκίνησαν από τα τέλη Φεβρουάριου 1948. Η διαταγή της Προσωρινής κυβέρνησης ήταν η όλη επιχείρηση να ολοκληρωθεί μέσα σε 15 ημέρες. Η επιχείρηση μεταγωγής Ελληνοπαίδων προς την αλβανική μεθόριο, άρχισε υπό την εποπτεία των δήθεν αξιωματικών του αυτοαποκαλούμενου Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, του Υπολοχαγού του Μήτσου Γκουμπίδη, του Λοχαγού Θωμά Λευτέρη, του Βασίλη Σακελλαρίδη και του Σταύρου Κωτσόπουλου, καθώς και στελεχών της πολιτοφυλακής, ενώ την ευθύνη του συντονισμού είχε ο καθηγητής Ιατρικής Πέτρος Κόκκαλης, υπουργός Υγείας της κυβερνήσεως των συμμοριτών. Σε αυτήν τη φάση τα παιδιά, που όλα ήταν κάτω των 15 ετών, στην πλειονότητά τους παραδόθησαν από τους γονείς τους οικειοθελώς. Το 50% της δυνάμεως των κομμουνιστοσυμμοριτών αποτελούσαν οι «Σλαβομακεδόνες», 12.000 περίπου, που κατοικούσαν στη Βορειοδυτική Ελλάδα. Επιπλέον οι περιοχές όπου διεξάγονταν οι μάχες κατοικούνταν από σημαντικό αριθμό «Σλαβομακεδόνων». Παράλληλα στον αποκαλούμενο Δ.Σ.Ε. σε σταθερή βάση πολεμούσαν γυναίκες σε ποσοστό που προσεγγίζει το 25%. Με βάση τα ανωτέρω δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα πόσα από τα παιδιά που απήχθησαν ή «μεταφέρθηκαν» στα κομμουνιστικά κράτη του παραπετάσματος ήταν παιδιά «Σλαβομακεδόνων» που οι γονείς τους τα παρέδωσαν για μεταφορά. Πολλοί «Σλαβομακεδόνες» γονείς, ο ένας ή και οι δύο, είχαν περάσει τα σύνορα και περίμεναν να έρθουν και τα παιδιά τους. Αρκετές από τις γυναίκες των κομμουνιστικών συμμοριών είχαν αφήσει τα παιδιά τους σε συγγενείς και στη συνέχεια ανέλαβε να τα προωθήσει στις κομμουνιστικές χώρες.

2η φάση

Στη δεύτερη φάση το παιδομάζωμα ήταν άτακτο χρονικά και γεωγραφικά. Όσο οι ανάγκες του Δ.Σ.Ε. για τις λεγόμενες εφεδρείες γίνονταν πιο επιτακτικές, τόσο το παιδομάζωμα έπαιρνε τη μορφή της στρατολογίας διά της αρπαγής. Στηριζόταν σε αιφνιδιαστικές περιπολίες και εισβολές συμμοριτών σε κατοικημένες περιοχές ή σε ενέδρες σε τόπους χωρικών. Οι συμμορίτες έμπαιναν στα σπίτια αναζητώντας άτομα που θα στελέχωναν τις γραμμές τους. Οι εντολές της κομμουνιστικής ηγεσίας ήταν σαφείς: ενδελεχής έρευνα σε κατοικίες, καμάρες, αποθήκες, αποχωρητήρια, κρυψώνες, αχυρώνες, καλύβες και καταφύγια. Να μην εξαπατώνται και να μην δωροδοκούνται, να χρησιμοποιούν ανάλογα με την περίπτωση δόλο ή και απειλές, βία. Να εξαπατούν τις ανήλικες τις οποίες θα χρησιμοποιούν ως ασπίδες προστασίας, να μην επιδίδονται σε λεηλασίες και καταχρήσεις ενώ ιδιαίτερα οι συμμορίτισσες να μην είναι ατημέλητες κατά την στρατολόγηση των θυμάτων τους. Σύμφωνα με δημοσίευμα: «Παραδοθείς εις την περιοχή της Μουργκάνας συμμορίτης καταγόμενος εκ Κουκλίων [1] περιέγραψε την νυχτερινή αρπαγή των παιδιών ηλικίας από 5-14 ετών των οποίων οι μητέρες υποχρεώθησαν με ξυλοδαρμούς και πυροβολισμούς να τα συνοδέψουν μέχρι το χωριό Κορκοβίτσα (σημ. πρόκειται μάλλον για το παραμεθόριο χωριό της Β. Ηπείρου Κοσοβίτσα) επί του αλβανικού εδάφους όπου και τα εγκατέλειψαν ακουσίως επιστρέψασαι ακολουθίας (γύρισαν με συνοδεία) εις τα ληστοκρατούμενα χωρία των» [2]. Στη φάση αυτή το παιδομάζωμα συνδέεται με τις στρατολογικές ανάγκες των κομμουνιστικών συμμοριών. Πολλά από τα παιδιά μεταφέρθηκαν στις χώρες του παραπετάσματος για να εκπαιδευθούν στα όπλα και στη συνέχεια να προωθηθούν στα πολεμικά μέτωπα. Σύμφωνα με μαρτυρίες, πολλά πτώματα ανταρτών ανήκαν σε νεαρά παιδιά, καθώς είναι γνωστό ότι όσα παιδιά ήταν άνω των 15 ετών οι γονείς τους έπρεπε να τα παραδώσουν στον ΔΣΕ για να πολεμήσουν.

Απαγωγή & Φυγάδευση

Η απομάκρυνση των παιδιών από την Ελλάδα γινόταν από τις μεθοριακές περιοχές της Κρυσταλλοπηγής, τον Γράμμου, του Πωγωνίου, της Μουργκάνας και της Σωπικής (χωριό του Πωγωνίου που ανήκει στην Αλβανία), καθώς η περιοχή βρισκόταν υπό τον απόλυτο έλεγχο των δυνάμεων των συμμοριτών και η διέλευση ήταν ελεύθερη. Οι βασικές διαδρομές ήταν τρεις: Κρυσταλλοπηγή-Ελμπασάν, Μουργκάνα-Άγιοι Σαράντα-Δυρράχιο και Σωπική-Αργυρόκαστρο-Φιέρι-Αυλώνα. Οι μεταφορές των παιδιών ως τα σύνορα γίνονταν με φορτηγά, σε ελάχιστες περιπτώσεις και στις δύσβατες περιοχές με ζώα ή κυρίως μετά από εξαντλητικές πεζοπορίες, στη διάρκρια των οποίων εκατοντάδες παιδιά άφησαν την τελευταία τους πνοή. Η ηγεσία των κομμουνιστών της Ελλάδος για να δικαιολογήσει την αρπαγή τους, το «Παιδομάζωμα» [3], και για να μην ευθύνονται οι «σοσιαλιστικές χώρες», είχε φροντίσει μετά από προσυνεννόηση και στα σημεία εισόδου στην Αλβανία, τη Γιουγκοσλαβία και τη Βουλγαρία, δεν υπήρχαν ούτε στρατιώτες φύλακες. Έτσι δεν υπάρχει καταγραφή των παιδιών-προσφύγων, που εισέρχονταν μαζικά και κατά χιλιάδες στις γειτονικές με την Ελλάδα χώρες. Τα δρομολόγια μεταφοράς τους ποίκιλλαν και συνήθως ήταν, στην πλευρά της Φλώρινας, με τόπο συγκεντρώσεως το Βατοχώρι και στη συνέχεια στο Αλβανικό έδαφος από μονοπάτια δίπλα από την Κρυσταλοπηγή. Στην πλευρά της Καστοριάς, τόπος συγκεντρώσεως ήταν το Γιαννοχώρι, χωριό που βρίσκεται σε απόσταση 16 χιλιομέτρων από το Νεστόριο, και η Ιεροπηγή, σε απόσταση 4 χιλιόμετρα από τα αλβανικά σύνορα, ενώ μέσα στην Αλβανία τα συγκέντρωναν στο χωριό Βιντέχοβα. Στα σύνορα με τη Γιουγκοσλαβία, το πέρασμα βρίσκονταν στον Άγιο Γερμανό και από εκεί τα πήγαιναν με φορτηγά, είτε στο Μοναστήρι, είτε μέσω Κάτω Ντούπενι-Λιουμπόινο στο Brailovo, και στη συνέχεια με τραίνο στα Σκόπια. Στη Βουλγαρία, από όπου πέρασαν 10.028 παιδιά από τη Μακεδονία και τη Θράκη, το πέρασμα ήταν στη Ροδόπη, στο αφύλαχτο τουρκοχώρι το Krumovgrad και από το Ivajlovgrad κοντά στην Ορεστιάδα, στον Έβρο.

Στρατιωτική εκπαίδευση

Στις κομμουνιστικές χώρες οι παιδικοί σταθμοί χαρακτηρίζονταν από πολεμικό πνεύμα και στρατιωτική αγωγή, ώστε να αναπτυχθεί ο επαναστατικός παλμός των παιδιών για να μη λησμονήσουν τον τελικό τους σκοπό, που ήταν η επικράτηση του κομμουνισμού στην Ελλάδα. Τότε, το 1948 και στις αρχές του 1949, ήταν κοινή πεποίθηση στα ηγετικά στελέχη του Κ.Κ.Ε., πως ο συμμοριτοπόλεμος θα διαρκούσε πολύ και γι’ αυτόν τον λόγο οι παιδικοί σταθμοί στις χώρες αυτές αποτελούσαν φυτώριο εφεδρειών. Οι ντόπιοι αποκόμιζαν την εικόνα πως δεν επρόκειτο για παιδικούς σταθμούς, αλλά για στρατόπεδα. Τα παιδιά κυκλοφορούσαν μέσα στις πόλεις με στρατιωπκό βήμα, τραγουδώντας κομμουνιστικά τραγούδια. Τα δε μεγαλύτερα παιδιά έφεραν δίκωχα με το σήμα του ΔΣΕ. Τα παιδιά του «παιδομαζώματος» με κέντρο τη Βουδαπέστη διαμοιράστηκαν σε όλες τις κομμουνιστικές χώρες, πλην της Ανατολικής Γερμανίας, όπου μεταφέρθηκαν, κατόπιν επιλογής, περίπου 400 παιδιά, όλα ελληνόφωνα, υψηλής ευφυΐας και με καθαρό φάκελο. Ύστερα από 8-10 μήνες σχηματίστηκαν τάγματα που προωθήθηκαν στα Ελληνικά βουνά. Στη Ρουμανία ο Πορφυρογένης φρόντισε να δημιουργηθούν τάγματα ανηλίκων που, μέσω Γιούργεβο, πέρασαν στη Βουλγαρία και από εκεί με φορτηγά, μέσω Γιουγκοσλαβίας, έφτασαν στο Βίτσι. Όταν επήλθε η ρήξη Τίτο-Στάλιν, οι Γιουγκοσλάβοι δεν επέτρεπαν να διέρχονται οι αυτοκινητοπομπές με τα παιδιά μέσα από το έδαφος τους κι έτσι οι αποστολές από τη Ρουμανία τελικά δεν πραγματοποιήθηκαν. Πολλά από τα παιδιά που βίωναν τον πόλεμο στον Γράμμο και στο Βίτσι φοβούνταν και βρίσκονταν σε κατάσταση σοκ. Αυτά μέσω Αλβανίας προωθούνταν στη Ρουμανία για επανεκπαίδευση, αλλά ο φάκελος του είχε την ένδειξη «δειλό».

Κομμουνιστικοί ισχυρισμοί

Το Κ.Κ.Ε. ισχυρίστηκε ψευδώς, ότι η μεταφορά των παιδιών ήταν οργανωμένη και από μέρους του αλλά και από τις χώρες υποδοχής. Επίσης ότι τα παιδιά καταγράφονταν και συνοδεύονταν από άνθρωπο που είχε εκλεγεί από τα συμβούλια γονέων, ενώ ανά 25 παιδιά υπήρχε κι ένας συνοδός [4]. Tον Ιούνιο του 1948, όταν επήλθε ρήξη και με τη διακοπή των σχέσεων της Γιουγκοσλαβίας με την Κόμινφορμ, άρχισε η καταγραφή των παιδιών που εισέρχονταν στην Γιουγκοσλαβία παιδιών, υπάρχουν οι καταθέσεις των συνοδών οι οποίες αποτελούν και τις κύριες αποδείξεις του τυφλού παιδομαζώματος, αφού οι «συνοδοί» δεν είχαν καταστάσεις και δεν ήξεραν ούτε στο ελάχιστο τα ονόματα των ανήλικων παιδιών. Οι Ελληνικές κυβερνήσεις που στηρίχθηκαν στις επίσημες αναφορές του Ερυθρού Σταυρού, όπως καταχωρήθηκαν στη Διεύθυνση Αναζητήσεων, έδωσε τον αριθμό των 28.010 αγνοούμενων παιδιών, από τα οποία 15.317 ήταν αγόρια και τα 12.693 κορίτσια. Αναλυτικά οι αριθμοί αφορούσαν 3.355 παιδιά από την Ήπειρο, 13.048 από Φλώρινα-Καστοριά-Κοζάνη, 6.231 από Μακεδονία, 3.797 από Θράκη, 1.159 από τη Θεσσαλία και 420 από τη Στερεά Ελλάδα. Σε αυτά τα 28.010 παιδιά, περιλαμβάνονται μόνο 420 παιδιά, από τα περίπου 1.500, που απήγαγαν οι κομμουνιστές αντάρτες τον Φεβρουάριο του 1948, από την Στερεά Ελλάδα, για να τα μεταφέρουν μέσω Πίνδου, στην Αλβανία. Περισσότερα από 1.000 πέθαναν παιδιά στον δρόμο, ενώ πολλά αγόρια και κορίτσια ηλικίας 15 και 16 χρονών, κρίθηκαν κατάλληλα για μάχιμη δράση, εντάχθηκαν στον αποκαλούμενο «Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδος» και σκοτώθηκαν στις μάχες που ακολούθησαν.

Η «Ligue des Societes de la Croix Rouge» [«Ένωση των Εθνικών Ερυθρών Σταυρών»] βρήκε και καταμέτρησε στις Κομμουνιστικές χώρες 25.295 παιδιά τον Νοέμβριο του 1948, και όπως ανακοίνωσε τα στοιχεία της την 1η Δεκεμβρίου του 1948 , τα Ελληνόπουλα που βρισκόντουσαν στις Λαϊκές Δημοκρατίες, ήtαν κατανεμημένα ως εξής: 2.000 είχαν ξεμείνει σε στρατόπεδα της Αλβανίας, και τα οποία μεταφέρθηκαν τον Νοέμβριο του 1948, με τραίνα για τη Ρουμανία, αλλά στα Σκόπια, τα κατέβασαν από το τραίνο σαν «Μακεδονόπουλα» και τα κράτησαν, 2.650 ήσαν στη Βουλγαρία, 3.000 στην Ουγγαρία, 3.801 στη Ρουμανία, 2.235 στην Τσεχοσλοβακία και 11.609 στη Γιουγκοσλαβία, δίχως να προσμετρώνται τα παιδιά που «έκρυβαν στους συγγενείς» τους, οι Γιουγκοσλάβοι κομμουνιστές. Στις 27 Νοεμβρίου του 1948, η 3η Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών που συνήλθε στο Παρίσι μετά από αίτημα της Ελληνικής κυβερνήσεως αποφάσισε να «...συστήσει τον επαναπατρισμό των εκτός των εστιών αυτών ευρισκομένων Ελληνοπαίδων, εφ΄ όσον ήθελον ζητήση τούτο τα παιδία ταύτα, οι γονείς των, ή τούτων μη υπαρχόντων, οι πλησιέστεροι συγγενείς των....». Με την επιμέλεια του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού η Σοβιετική Ένωση [Ε.Σ.Σ.Δ.], επέστρεψε 289 Ελληνόπουλα το 1951 και 268 το 1952, ενώ η 7η Γενική Συνέλευση του Ο.Η.Ε. στις 17 Δεκεμβρίου 1952, που εξέφρασε τη λύπη της για την άρνηση των κομμουνιστικών χωρών να εφαρμόσουν τις αποφάσεις της, διέλυσε την Επιτροπή πού είχε επιφορτισθεί μ' αυτό το έργο, και παρακάλεσε τον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό να συνεχίσει μόνος του τις προσπάθειες. Μέσω του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, διαβιβάστηκαν στις κομμουνιστικές χώρες κατάλογοι αιτήσεων συγγενών των παιδιών από την Ελλάδα για την επιστροφή 9.838 παιδιών, που απερρίφθησαν όλες.

Οι κομμουνιστικές «Υπηρεσίες Ερυθρού Σταυρού» απάντησαν ότι, 552 από αυτά τα παιδιά ζούσαν και με τους δύο γονείς τους στις Λαϊκές Δημοκρατίες, 1.496 ζούσαν στις Λαϊκές Δημοκρατίες με τον ένα γονέα τους, 2.223 παιδιά δεν ήσαν το 1952 πλέον παιδιά, αλλά ενήλικα άτομα που ζούσαν στις Λαϊκές Δημοκρατίες τα οποία είχαν αγωνιστεί μέσα από τις τάξεις του Δ.Σ.Ε., 2.484 παιδιά δεν βρέθηκαν και 2.650 αιτήσεις είχαν ανεπαρκή στοιχεία. Αντίθετα, 5.000 παιδιά κυρίως Σλαβομακεδόνων και λίγων Ελλήνων, απελευθερώθηκαν και στάλθηκαν στους συγγενείς τους στον Καναδά και την Αυστραλία. Επιπλέον των 25.295 παιδιών, μεταφέρθηκαν στην Πολωνία τον Οκτώβριο του 1948, και τον Μάρτιο του 1949, από το Γενικό Επιθεωρητή του Παιδομαζώματος, Γεώργιο Μανούκα, 300 παιδιά από τη Θεσσαλία, την Ήπειρο και τη Στερεά, 721 παιδιά «...που έφυγαν αργότερα μαζί με τους κομμουνιστές γονείς τους..», ενώ το καλοκαίρι του 1949, μεταφέρθηκαν στην Αλβανία 3.000 παιδιά, από τα παιδομαζώματα στην Καρδίτσα, 11-13 Δεκεμβρίου 1948, το Καρπενήσι, 19 Ιανουαρίου/9 Φεβρουαρίου του 1949 και τη Νάουσα, 11-14 Ιανουαρίου 1949. Ο Γεώργιος Μανούκας αφηγήθηκε, «...Ημέρα με την ημέρα περίμενα αεροπλάνα να μου φέρουν «φορτίο». Με είχαν διορίσει εκφορτωτή. Ξεφόρτωνα παιδάκια που είχαν αρπάξει «λάφυρα» απ' τη Ρούμελη και Θεσσαλία, απ' την Καρδίτσα και το Καρπενήσι Μόλις άνοιγε η πόρτα του αεροπλάνου ξεμυτούσε από ένα-ένα «καβουράκι». Έτσι είχαν καταντήσει απ' τις ταλαιπωρίες του δρόμου, κι απ' την «ειδική» περιποίηση που έτυχαν στην Αλβανία, ώστε δεν μπορούσε κανένα να κατέβη χωρίς βοήθεια τη σκαλίτσα του αεροπλάνου. Είχα βοηθό στο ξεφόρτωμα ένα Ρώσο ταγματάρχη. Αυτός συνόδευε την αποστολή. Σε ένα φορτίο ανακάλυψα και μια μικρή πατριώτισσά μου. Ήταν απ' το Καρπενήσι. Τη λέγανε Κυρίτση. Την είχαν αρπάξει στη μάχη του Καρπενησίου και την κουβάλησαν ως την Αλβανία....». Τον Μάιο του 1949, ο Υπουργός Παιδείας και Υγιεινής της αποκαλούμενης Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης (Π.Δ.Κ.), Πέτρος Κόκκαλης, ευχαριστούσε τις κυβερνήσεις των Ανατολικών Χωρών για την φιλοξενία των Ελληνόπουλων. Στην αλβανική κυβέρνηση, έγραφε: «Θα ήθελα να διαβεβαιώσω την Εξοχότητά σας, ότι οι απευθυνόμενες από την κυβέρνηση μας ευχαριστίες, εκφράζουν τα συναισθήματα τόσο των γονέων, που μας εμπιστεύτηκαν τα παιδιά τους, τα οποία απειλούντο από τον μοναρχοφασιστικό κίνδυνο και τους εναέριους βομβαρδισμούς, όσο κι εκ μέρους όλου του ελληνικού λαού, στρατευμένου σε έναν αγώνα αποφασιστικής σημασίας για την εξασφάλιση της εθνικής ανεξαρτησίας, τη δημοκρατία και την ειρήνη» [5]. Ο Πέτρος Κόκκαλης, ιθύνων νους του παιδομαζώματος σε τετρασέλιδη ανακοίνωσή του, διατύπωνε την άποψη πως «...τα παιδιά μας ζουν ευτυχισμένα στις Λαϊκές Δημοκρατίες» [6].

Στάση του Ελληνικού κράτους

H Ελληνική κυβέρνηση αντέδρασε έντονα στο παιδομάζωμα, ενώ καθοριστική ήταν η παρέμβαση της Βασίλισσας Φρειδερίκης, της συζύγου του Βασιλιά Παύλου Α' με την ίδρυση των παιδοπόλεων. Η Κυβέρνηση διαμαρτυρήθηκε στη Βαλκανική Επιτροπή για απαγωγή ανηλίκων. Η Διερευνητική Επιτροπή, υιοθέτησε την άποψη ότι υπήρχε προμελετημένο σχέδιο απαγωγής των ανηλίκων από τους Έλληνες κομμουνιστές με τη βοήθεια των κυβερνήσεων των Ανατολικών χωρών. Μετά από έκθεση Ειδικής Επιτροπής, στις 27 Νοεμβρίου 1948, ο Ο.Η.Ε. ενέκρινε ψήφισμα με το οποίο προειδοποιούσε με αυστηρό τρόπο την Αλβανία για την παρεχόμενη βοήθεια στους Έλληνες αντάρτες και ζητούσε από τα Τίρανα στην άμεση επιστροφή των απαχθέντων. Η Αλβανία αρχικά δήλωσε ότι δεν υπήρχαν απαχθέντα παιδιά, ενώ στη συνέχεια επικαλέστηκε ως επιχείρημα ότι η βοήθεια προς τους Ελληνόπαιδες ήταν πράξη ανθρωπισμού. Ακολούθησαν δύο ακόμα αποφάσεις της Γενικής Συνελεύσεως του Ο.Η.Ε. (το 1949 και το 1950), ενώ στις 4 Ιανουαρίου 1949, ο Γενικός Γραμματέας του Ο.Η.Ε., Νορβηγός Trygue Halvdan Lie (Λι), με επιστολές του προς τις κυβερνήσεις της Αλβανίας, της Βουλγαρίας, της Γιουγκοσλαβίας, της Ουγγαρίας, της Ρουμανίας, της Τσεχοσλοβακίας αλλά και της Ελλάδας, τις προσκαλούσε να συμβάλλουν στον επαναπατρισμό των Ελληνόπουλων. Η διεθνοποίηση του προβλήματος και η εμπλοκή του Ο.Η.Ε., ήταν σοβαρότατο πλήγμα για το Κ.Κ.Ελλάδος.

Η εφημερίδα «Η Φωνή του Αιγαίου», συνέκρινε την πολιτική του Κ.Κ.Ε. μ' εκείνη των Οθωμανών, γράφοντας ότι μόνο οι σουλτάνοι χώριζαν τα παιδιά απ’ τους γονείς τους και κατηγορούσε ως κύριο υπεύθυνο της τραγωδίας ονομαστικά τον Νίκο Ζαχαριάδη τις απόψεις του οποίου χαρακτήριζε υποκριτικές. Σύμφωνα με όσα έγραψαν οι Αθηναϊκές εφημερίδες: «Πολλά παιδιά τα οποία απήχθησαν προ τριετίας από τους κομμουνιστοσυμμορίτες προ τριετίας, βρίσκονται τώρα στη Λ.Δ. της Γερμανίας και εκπαιδεύονται για μελλοντική ανταρτική δράση κατά της Ελλάδας... Στη Βουδαπέστη υπάρχει κεντρικό γραφείο υπό την αιγίδα του πρώην καθηγητή Κόκκαλη, το οποίο συντονίζει όλα τα στρατόπεδα των Ελληνοπαίδων» [7]. Στα αρχεία του αποκαλούμενου Δ.Σ.Ε. στον Γράμμο που εγκαταλείφθηκαν μετά την επικράτηση του Ελληνικού Στρατού, βρέθηκε επιστολή κομμουνιστού ανώτατου εκπαιδευτικού στελέχους προς συναγωνιστή του. Οι εφημερίδες που δημοσίευσαν τότε την επιστολή τόνιζαν πως από μόνη της καταρρίπτει την προπαγανδιστική επιχειρηματολογία του ΚΚΕ, ότι η απαγωγή γινόταν για την προστασία των παιδιών από τους βομβαρδισμούς της αεροπορίας και του στρατού. Η επιστολή αναφέρει μεταξύ άλλων: «Μας λέγουν εδώ διάφοροι σύντροφοι ότι δεν κατορθώσατε να ξεπεράσετε τις δυσκολίες που δημιούργησαν στον αγώνα μας οι παράγοντες των ξένων ιμπεριαλιστών. Βλέπουν το κίνημα να είναι πολύ καθυστερημένο. Περίμεναν μεγαλύτερη δράση και ανάπτυξη. Κι εγώ συμφωνώ με αυτές τις απόψεις, γιατί τις βρίσκω πολύ λογικές. Θα έπρεπε να είχε σταλεί στις γειτονικές λαϊκές χώρες τριπλάσιος τουλάχιστον αριθμός παιδιών αντιδραστικών γιατί έτσι θα μπορούσαμε να ενισχύσουμε την προσπάθεια που γίνεται για την οργάνωση και ανάπτυξη του παγκόσμιου προλεταριακού στρατού. Καταλαβαίνετε σ. Τίγρη (σημ. πρόκειται για ψευδώνυμο) πόσο ακατάβλητος θα είναι ο στρατός αυτός όταν σε λίγα χρόνια θα πάρει τη θέση του μέσα στη δράση του Παγκόσμιου Προλεταριακού Κινήματος ενάντια στις καπιταλιστικές χώρες και ειδικά της μοναρχοφασιστικής Ελλάδας...» [8].

Ακόμη και προβεβλημένα στελέχη των κομμουνιστών της Ελλάδος καταδίκασαν και κατήγγειλαν την απάνθρωπη τακτική του παιδομαζώματος. Γράφει σε επιστολή του ο κομμουνιστής Μιχάλης Παρτσαλίδης: «...Η προώθηση των ανήλικων παιδιών (3-14 χρονών) στις χώρες Ανατολικής Ευρώπης που αποκλήθηκε παιδομάζωμα από τη δεξιά προπαγάνδα δεν έγινε για να σπουδάσουν αυτά τα παιδιά όπως λέγεται και γράφεται. Σκοπός του παιδομαζώματος ήταν να δημιουργήσουν ένα φυτώριο έμψυχου υλικού για το αντάρτικο. Διαφωνώ με τα λόγια κάποιου συνομιλητή της έρευνας που λέει: Δε φέραμε συνάλλαγμα αλλά φέραμε πτυχία. Τα πιστοποιητικά αγνοουμένων και σκοτωμένων παιδιών ηλικίας 15-20 χρονών είναι πολύ περισσότερα από τα πτυχία. Εμπρός στους τόσους νεκρούς Έλληνεςκαι από τις δύο πλευρές τα πτυχία που φέραμε ήταν σταγόνα στον ωκεανό. ...{...}... Πότε πια παιδομάζωμα. Όλα πρέπει να ξεχαστούν εκτός από το παιδομάζωμα για να μην επαναληφθεί...» [9]. Το παιδομάζωμα αποτέλεσε την πλέον ειδεχθή πτυχή του συμμοριτοπολέμου. Πολλά απ' αυτά τα παιδιά, έχασαν τη ζωή τους, μεταφερόμενα στις Ανατολικές χώρες, από κακουχίες και βομβαρδισμούς, ενώ άλλα βιάστηκαν, σύμφωνα με μαρτυρίες του Τύπου της εποχής. Κάποια επέστρεψαν στην Ελλάδα, πολέμησαν και σκοτώθηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν. Στα αρχεία του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, υπάρχουν αναφορές για ανήλικους έγκλειστους σε στρατόπεδα και φυλακές. Εν κατακλείδι το γενικό σύνολο των απαχθέντων παιδιών στη διάρκεια του κομμουνιστικού παιδομαζώματος έφτασε στις 32.416 παιδιά, ενώ επιπλέον 6.500 παιδιά πέθαναν ή σκοτώθηκαν ανεβάζοντας τον αριθμό τους κοντά στις 40.000. Η 29η Δεκεμβρίου ορίστηκε ως ημέρα Πανελλήνιου πένθους για τα παιδιά-θύματα του παιδομαζώματος της Αριστεράς.

Βασίλισσα Φρειδερίκη & παιδοπόλεις

Τον Απρίλιο του 1947, όταν ορκίστηκε ο Βασιλιάς Παύλος Α', η σύζυγος του Βασίλισσα Φρειδερίκη θεώρησε καθήκον της να ακολουθήσει το κοινωφελές έργο της βασίλισσας Όλγας και της βασίλισσας Σοφίας. Τον ίδιο μήνα άρχισε η επιχείρηση «Τέρμινους» του Ελληνικού Στρατού και αμέσως τέθηκε το θέμα των μικρών παιδιών που ζούσαν στις περιοχές όπου διεξάγονταν πολεμικές επιχειρήσεις. Παράλληλα, ακολούθησε εκκένωση των ορεινών περιοχών καθώς ο Ελληνικός Στρατός υποχρέωνε τους κατοίκους ν' απομακρυνθούν προκειμένου να στερήσει τρόφιμα και μαχητές από τους συμμορίτες. Περίπου 800.000 κάτοικοι της υπαίθρου συγκεντρώθηκαν στις παρυφές των αστικών κέντρων, ανάμεσα τους και χιλιάδες παιδιά. Στις 5 Ιουλίου 1947, με ραδιοφωνικό μήνυμα της η βασίλισσα Φρειδερίκη εξαγγέλλει τη διεξαγωγή «εράνου για τις Βόρειες Επαρχίες» [10]. Έτσι μεταξύ των ετών 1947-1952 ιδρύθηκαν σε όλη την επικράτεια 53 παιδοπόλεις, οι οποίες φιλοξένησαν περίπου 25.000 παιδιά, ορφανά, από άπορες οικογένειες, που δεν μπορούσαν να επιβιώσουν. Στις παιδοπόλεις τα παιδιά εξασφάλισαν τροφή, στέγη και περίθαλψη, ενώ καθιερώθηκαν μαθήματα της εγκύκλιας εκπαιδεύσεως και επαγγελματικής καταρτίσεως, βασισμένα στις αρχές του ελληνοχριστιανικού ιδεώδους. Η βασίλισσα Φρειδερίκη, που αποκλήθηκε η «μεγάλη μάνα», δημιούργησε μια ομάδα από κυρίες που ανέλαβαν την επίβλεψη των παιδοπόλεων με τακτικές επισκέψεις.

Στις παιδοπόλεις φιλοξενούνταν και παιδιά που ανήκαν σε αριστερές οικογένειες που ξεκληρίστηκαν, χάθηκαν ή αγνοούνταν οι γονείς τους [11]. H βασίλισσα Φρειδερίκη είχε τη συμπαράσταση και Πολλών διανοουμένων που εναντιώθηκαν στους κομμουνιστές, όπως ο Στράτης Μυριβήλης, ο οποίος μίλησε σε εκδήλωση στην Καλαμάτα το 1948 με θέμα «Ο κομμουνισμός και το παιδομάζωμα», την οποία εξέδωσε υπό μορφή μπροσούρας. Μετά τη λήξη του συμμοριοπολέμου, περίπου 15.000 παιδιά επέστρεψαν στα σπίτια τους, ενώ όσα παρέμειναν ήταν είτε ορφανά είτε οι γονείς τους αδυνατούσαν να τα συντηρήσουν. Σύμφωνα με απολογισμό της Βασιλικής Πρόνοιας, μεταξύ 1947 και 1964 πέρασαν από τις παιδοπόλεις 33.989 παιδιά, τα οποία απέκτησαν, κατά την εκεί παραμονή τους, τη βασική εκπαίδευση και επαγγελματική κατάρτιση. Ο θεσμός των παιδοπόλεων χρηματοδοτήθηκε κυρίως με συνεισφορές πλουσίων οικογενειών, αλλά και με τέλη και δασμούς που επιβάλλονταν σε μια σειρά από προϊόντα που αποδίδονταν στη συνέχεια στον «Έρανο Βορείων Επαρχιών».

Η κομμουνιστική προπαγάνδα έστρεψε τα βέλη της και στόχευσε με αθέμιτο τρόπο την περισυλλογή των παιδιών από τον Ελληνικό Στρατό και την προώθηση τους στις παιδοπόλεις, κάνοντας λόγο για «παιδομάζωμα». Πρόκειται περί κωμικού κομμουνιστικού ισχυρισμού καθώς στην μεταφορά παιδιών στις παιδοπόλεις δεν υπήρχε αρπαγή και οι γονείς δεν εξαναγκάσθηκαν να παραδώσουν τα παιδιά τους, φαινόμενο ποτ παρατηρήθηκε μαζικά στην περίπτωση των παιδιών που μεταφέρθηκαν στις χώρες του παραπετάσματος. Το Ελληνικό κράτος και ο Στρατός δεν συγκέντρωσε τα παιδιά για να τα εκπαιδεύσει και να τα στείλει στο μέτωπο, καθώς δεν είχε ανάγκη εφεδρειών. Οι νέοι σε ηλικία στρατεύσεως παρουσιάζονταν κανονικά στα κέντρα νεοσυλλέκτων για κατάταξη και από στις τάξεις του Ελληνικού Στρατού κατατάχθηκαν περί τις 290.000 οπλίτες κατά την περίοδο του συμμοριοπολέμου. Τέλος, το Ελληνικό κράτος διέθετε τους μηχανισμούς που αποδεικνύουν την οικειοθελή παράδοση των μικρών παιδιών από τους γονείς τους, μέσα από συγκεκριμένη γραφειοκρατική διαδικασία.

Συμμοριοπόλεμος 1946-49

O συμμοριοπόλεμος, σύνθετη λέξη, [συμμορίτης και πόλεμος], χρησιμοποιείται για την περιγραφή μιας πολεμικής αναμετρήσεως που εξελίσσεται μεταξύ των στρατευμάτων της επισήμου κυβερνήσεως μιας χώρας εναντίον ομάδων ανταρτών που ενισχύονται με έμψυχο και άψυχο δυναμικό από το εξωτερικό αυτής της χώρας. Ειδικότερα στην Ελλάδα ως συμμοριοπόλεμος αναφέρεται η πολεμική αναμέτρηση της χρονικής περιόδου από το 1945 έως και τις αρχές του Φθινοπώρου του 1949. Ο συμμοριοπόλεμος -το τέλος του οποίου σφραγίστηκε στα όρη Γράμμος και Βίτσι στα τέλη Αυγούστου 1949- αποτέλεσε οργανωμένη επιδρομή του σλαβισμού για την μετατροπή της Ελλάδος σε κομμουνιστική Σοβιετική αποικία και την απόσχιση της Μακεδονίας και της Θράκης. Ο συμμοριτοπόλεμος αποτέλεσε την πρώτη ένοπλη ψυχροπολεμικού χαρακτήρα σύγκρουση και μαζί με την δολοφονία του George Washington Polk σηματοδότησαν την αρχή της περιόδου του «Ψυχρού Πολέμου» [«Cold War»] [12].

Το τέλος του συμμοριτοπολέμου

Πέραν των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων που το έμψυχο υλικό τους υποβλήθηκε σε αιματηρές θυσίες, καθαριστική υπήρξε η βοήθεια των Η.Π.Α. στην ολοκληρωτική συντριβή των ξενοκίνητων κομμουνιστοσυμμοριτών και την επικράτηση του Ελληνικού στρατού, με τα διθέσια βομβαρδιστικά καθέτου εφορμήσεως «Χελντάιβερ» [«Helldiver»], με τα οποία είχε προμηθεύσει η Αμερικανική Αεροπορία την Ελληνική. Ίδιου τύπου αεροσκάφη είχαν αναλάβει δράση το 1945 στις μάχες του Ειρηνικού Ωκεανού και με απονηώσεις από τα αμερικανικά αεροπλανοφόρα, βομβάρδισαν με εμπρηστικές ναπάλμ τους οχυρωμένους Ιάπωνες. Στις 24 Αυγούστου του 1949, οι κάτοικοι της Μακεδονίας αντίκρισαν τα πρώτα 18 «Helldiver» της Ελληνικής Βασιλικής Αεροπορίας να κατευθύνονται προς βορρά, μετά από απόφαση του τότε αρχηγού Α.Δ.Α. Εμμανουήλ Κελαϊδή.

Γράφει [13] ο πατριώτης δημοσιογράφος Θεόδωρος Χατζηγώγος: «....Οι άνδρες της 1ης Μεραρχίας Πεζικού που βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή εκείνη την ημέρα, σταμάτησαν ό,τι έκαναν και κοίταξαν με δέος ψηλά. Απέναντί τους είχαν το ύψωμα «Τσάρνο», στον Γράμμο. Αυτός ήταν ο αντικειμενικός σκοπός των 18 «Helldiver» εκείνη την ημέρα. Το ύψωμα «Τσάρνο» αποτελούσε το κλειδί της όλης αμυντικής τοποθεσίας του Δ.Σ.Ε. με πολυβολεία, πυροβόλα, όλμους, νάρκες, παγιδεύσεις στις προσβάσεις, ορύγματα και συρματοπλέγματα. Οι κομμουνιστοσυμμορίτες είχαν εξοπλίσει τα πολυβολεία τους με τέσσερις σειρές δένδρων. Όλοι οι ιστορικοί του Συμμοριτοπολέμου συμφωνούν πως ήταν πολύ γερά οχυρά. Στον Γράμμο μόνο οι βόμβες των «Helldiver» μπορούσαν να τα ξηλώσουν, {....} Σημειωτέον ότι ο Εθνικός Στρατός είχε κάνει τρεις απόπειρες να καταλάβει το «Τσάρνο» αλλά είχε «σπάσει τα μούτρα του», με δεκάδες θυσίες νεαρών στρατευμένων Ελληνόπουλων. Στην τελική επιχείρηση, εκτός από τα 18 «Helldiver» συμμετείχαν 26 «Σπίτφαϊαρ», δύο «Ντακότα» ως βομβαρδιστικά συν το πυροβολικό. Το ύψωμα καταλήφθηκε από το ηρωικό Ελληνικό Πεζικό στις 25 Αυγούστου. Από τις 24 έως τις 30 Αυγούστου του 1949, η δράση των «Χελς», όπως αποκαλούσαν τα αμερικανικά «Helldiver» οι χειριστές τους, ήταν ασταμάτητη. Για το συμφέρον της Πατρίδος, όλες οι οχυρές τοποθεσίες των κομμουνιστοσυμμοριτών χτυπήθηκαν ανελέητα, χωρίς καμμία «χριστιανική» τύψη: Τσαγκός, Καραούλι, Παπούλι, Φλάμπουρο, Ψωριάρικο, Πόρτα Οσμάν, Βετέρνικο, ύψωμα 1825, και Κιάφα!... Σημειωτέον ότι οι τελευταίες βόμβες του Συμμοριτοπολέμου που κατατρομοκράτησαν τους κατσαπλιάδες του Ζαχαριάδη έπεσαν στις 29 Αυγούστου του 1949 στο Κάμενικ, μέσα στην Βόρειο Ήπειρο. Ήταν κι αυτό εντολή των Αμερικανών συμβούλων, διότι οι «πονόψυχοι» Έλληνες επιτελείς δεν ήθελαν να ... μακελέψουν τα αδέλφια τους που είχαν παρασυρθεί από την κομμουνιστική προπαγάνδα!.. {...}..».

Τη νύχτα της 29ης προς την 30η Αυγούστου έπεσε το ύψωμα Κάμενικ. Η μάχη του Γράμμου είχε τελειώσει και μαζί της είχε τερματιστεί και η τρίχρονη απέλπιδα προσπάθεια του αποκαλούμενου «Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας» για την καθυπόταξη της χώρας, τον ακρωτηριασμό της και την παράδοση της ως ομήρου στις διαθέσεις των Σλάβων γειτόνων της.

Διαβάστε τα λήμματα

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Βιβλιογραφία

  • «Ο Κομμουνισμός και το Παιδομάζωμα», Στράτης Μυριβήλης, Καλαμάτα 1948, εκδόσεις Τυπογραφείον «Σημαίας».
  • «Παιδομάζωμα» Περιοδικό «ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ»
  • «Έλληνες πρόσφυγες στην Αλβανία», Δρ Σταύρος Ντάγιος, Εκδόσεις «Literatus», Αθήνα 2017
  • «1944-1949. Πως η Ελλάδα παρέμεινε στον ελεύθερο κόσμο», Α' & Β' μέρος, Σάκης Μουμτζής, Αθήνα, Δεκέμβριος 2019, εκδόσεις «Φιλελεύθερος Τύπος».

Παραπομπές

  1. [Οι Κουκλιοί είναι χωριό του Δήμου Πωγωνίου του νομού Ιωαννίνων.]
  2. [Ημερήσια Αθηναϊκή εφημερίδα «Καθημερινή», φύλλο 5ης Σεπτεμβρίου 1948.]
  3. Ε.Α.Μ.-Ε.Λ.Α.Σ.-Δ.Σ.Ε./Βίαιη στρατολόγηση και Παιδομάζωμα
  4. [Δελτίο Ειδήσεων Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος, 3 Μαρτίου 1948}
  5. [AQSH, P.490, (Υπουργικό Συμβούλιο), v.1949, D.678, Επιστολή Πέτρου Κόκκαλη προς των πρωθυπουργό της Αλβανίας, 25 Ιουλίου 1949.]
  6. [A.Π. 1/4/56/511/217 φάκελος του Υπουργείου Εξωτερικών]
  7. [Αθηναϊκή εφημερίδα «Εμπρός», φύλλο της 18ης Σεπτεμβρίου 1952.]
  8. [Ημερήσια Αθηναϊκή εφημερίδα «Βήμα», φύλλο 23ης Αυγούστου 1949.]
  9. [Μιχάλης Παρτσαλίδης, επιστολή στην ημερήσια Αθηναϊκή εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», φύλλο της 13 Δεκεμβρίου 1985.]
  10. [Ο «έρανος για τις Βόρειες Επαρχίες» πήρε αμέσως νομική μορφή, με το Βασιλικό Διάταγμα της 10ης Ιουλίου 1947.]
  11. [Είναι χαρακτηριστικό δημοσίευμα αθηναϊκής εφημερίδας στις 6 Μαΐου 1948: «Απεστάλησαν εις Αθήνας 40 παιδιά συμμοριτών ηλικίας 1-10 ετών, τα οποία θα τύχουν της δεούσης περιθάλψεως».]
  12. [Πρώτος χρησιμοποίησε τον όρο «Ψυχρός Πόλεμος» («Cold War») ο Αμερικάνος επιχειρηματίας και Προεδρικός σύμβουλος Μπέρναρντ Μπαρούχ σε ομιλία του το 1947. Άλλη μία έκφραση που χαρακτήρισε την εποχή ήταν όρος «Σιδηρούν» Παραπέτασμα» [«Iron Curtain»] το αθέατο αλλά ανυπέρβλητο φράγμα που χώριζε την Ανατολική Ευρώπη από τον Δυτικό κόσμο. Την έκφραση «Σιδηρούν Παραπέτασμα» έκανε γνωστή ο Άγγλος πρωθυπουργός Winston Churchill, ο οποίος τη χρησιμοποίησε σε ομιλία του στο Fulton του Missouri στις 5 Μαρτίου 1946, παραγνωρίζοντας, λένε μερικοί ιστορικοί, ότι η πατρότητα της άνηκε στον Joseph Goebbels, υπουργό Διαφωτίσεως και Προπαγάνδας της εθνικιστικής Γερμανίας. ]
  13. [Θεόδωρος Χατζηγώγος, «Κοινός νους» Εφημερίδα «Στόχος», Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2020, φύλλο 982ο, σελίδα 6η.]