Πιέρ Ντριέ Λα Ροσέλ

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Πιέρ Ντριέ Λα Ροσέλ, [Pierre Eugène Drieu La Rochelle], Γάλλος εθνικιστής συγγραφέας που έγραψε μυθιστορήματα και διηγήματα, γεννήθηκε στις 3 Ιανουαρίου 1893 και αυτοκτόνησε τη νύχτα μεταξύ 15 και 16 Μαρτίου 1945 στο Παρίσι, με τη λήψη θανατηφόρας δόσεως δηλητηρίου. Το 1917 είχε παντρευτεί την Κολέτ Ζεραμέκ, [Colette Jéramec], αδελφή ενός Εβραίου φίλου του, όμως το 1921 χώρισαν.

Πιέρ Ντριέ Λα Ροσέλ

Βιογραφία

Ήταν απόγονος μεσοαστικής οικογένειας καθολικής στο θρήσκευμα, από τη Νορμανδία με εθνικιστικό υπόβαθρο, η οποία κατοικούσε στο στο 17ο διαμέρισμα του Παρισιού. Ο πατέρας του αποτυχημένος δικηγόρος, γυναικάς και χρεοκοπημένος επιχειρηματίας, παντρεύτηκε τη μητέρα του για την προίκα της.

Νεανικά χρόνια

Πέρασε μεγάλο μέρος της παιδικής του ηλικίας διαβάζοντας βιβλία για το μεγαλείο του Ναπολέοντα και στρατιωτικούς ηρωισμούς. Η οικογένειά του χρεοκόπησε όταν ήταν έφηβος και όπως έλεγε «...η οικογενειακή ζωή δεν μου πρόσφερε τίποτα, …[…]… έχω ζήσει ανάμεσα σε ένα πατέρα και μια μητέρα που αναλώθηκαν στη μοιχεία, τη ζήλια και τα οικονομικά προβλήματα...». Στα δεκαπέντε του χρόνια ταξίδεψε στην Αγγλία και το γεγονός τον επηρέασε καθοριστικά σε βαθμό που αγάπησε για όλη του τη ζωή, ότι είχε σχέση με τη χώρα. Πολύ ευφυής μαθητής, σπούδασε πολιτικές επιστήμες με την προοπτική να γίνει διπλωμάτης, όμως απέτυχε στις διπλωματικές του εξετάσεις στο Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών του Παρισιού.

Το διάστημα μεταξύ 1911 και 1914, ήταν μέλος του «Κύκλου του Προυντόν», [Proudhon Cercle], μιας εθνικιστικής μοναρχικής οργάνωσης νέων φοιτητών, η οποία ιδρύθηκε το 1911 και προσπάθησε να αναζωογονήσει το Γαλλικό έθνος στηριγμένη στη γαλλική παράδοση και στις ιδέες των Προυντόν, Maurras, και Σορέλ.

Μετά τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο

Πολέμησε στον Α Παγκόσμιο Πόλεμο και τραυματίστηκε τρεις φορές [1] , τη δεύτερη στις 29 Οκτωβρίου 1914 στην Καμπανία και την τρίτη στις 26 Φεβρουαρίου 1916 στο Douaumont. Διακρίθηκε στη μάχη του Βερντέν και στη μάχη του Σαρλερουά, όπου έχασε τον καλλίτερο του φίλο. Μέσα από το νεανικό του ενδιαφέρον για τον κομμουνισμό, συνδέθηκε φιλικά με εκπροσώπους από το κίνημα των σουρεαλιστών, όπως οι Λουί Αραγκόν, που εκτίμησε την πρώτη ποιητική του εργασία, η οποία αποτέλεσε την αρχή μιας σύντομης αλλά θυελλώδους φιλίας, και Ζακ Ριγκό, αλλά μετά το 1925, διέκοψε τις σχέσεις μαζί τους, όταν στράφηκαν προς ακραίες αριστερές πολιτικές απόψεις.

Στα έργα του αυτής της περιόδου, όπως

  • «mesure de la Γαλλία», το 1922,
  • «Le Jeune δ` Européen», το 1927,
  • «Geneve ou Moscou», το 1928,

εξέφραζε φιλελεύθερες και ειρηνιστικές θέσεις και απέσπασε έπαινο από την Κοινωνία των Εθνών, αλλά και στα μυθιστορήματα, όπως το

  • «L `Homme de femmes Couvert», το 1921,

έδειχνε ακόλαστη διάθεση για «τρελά χρόνια» μετά τον πόλεμο. Είχε κυριευθεί από μια φανερή παρακμιακή διάθεση διάθεση, απογοήτευση και ζούσε έκλυτο βίο με επισκέψεις σε οίκους ανοχής και χρήση παραισθησιογόνων.

Κίνημα Πατριωτικού σοσιαλισμού

Στη δεκαετία του 1930 ταξίδεψε στη Λατινική Αμερική και την Ευρώπη, το Βερολίνο και τη Μόσχα και διερεύνησε το πολιτικό κλίμα συνομιλώντας με οργανώσεις της γαλλικής αριστεράς, δεξιάς και ακροδεξιάς, όπως το «Lutte de Jeunes» του Bertrand de Jouvenel και σταδιακά στράφηκε προς τον αντιεβραϊσμό και τον εθνικισμό. Παραβρέθηκε το Σεπτέμβριο του 1935 στο συνέδριο των Ναζί του NSDAP στη Νυρεμβέργη, αργότερα ταξίδεψε στη Μόσχα και τον ίδιο χρόνο εντάχθηκε στο Γαλλικό κίνημα για έναν «πατριωτικό σοσιαλισμό» [«Sosialism fasciste»], και μια υπερεθνική ένωση της Ευρώπης, με αντιδημοκρατικές απόψεις. Πίστευε ότι η Ευρώπη μόνο ενωμένη μπορεί να αντιμετωπίσει την απειλή που αντιπροσωπεύουν εναντίον της «τα 150 εκατομμύρια των Ρώσων και τα 120 εκατομμύρια Αμερικανών».

Ήταν πριν τον πόλεμο ακόμη, στενός φίλος του Όττο Αμπέτζ, Γερμανού πρέσβη στο Παρίσι, όμως μετά το 1935 και την επίσκεψη του στη Γερμανία ασπάστηκε το ναζισμό σαν αντίδοτο στη «μετριότητα» της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Έγινε μέλος για μικρό χρονικό διάστημα, του Γαλλικού Λαϊκού Κόμματος, [Parti Populaire Français], του οποίου ηγείτο ο εθνικιστής Ζακ Ντοριό, πρώην κομμουνιστής, και το 1937 έγραψε την πολιτική μπροσούρα «Με τον Ντοριό» όπου επιχειρηματολογούσε υπέρ ενός Φασισμού με ιδιαίτερα γαλλικά χαρακτηριστικά.

Γερμανική κατοχή

Όταν η Γερμανία εισέβαλλε στην Γαλλία και έπειτα από τη συνθηκολόγηση τον Ιούνιο του 1940, παρά την περιφρόνησή του για το καθεστώς του Βισύ και την απογοήτευση του από το φασισμό, υποστήριξε σθεναρά τη συνεργασία με τους Γερμανούς και μετατράπηκε σε μια από τις κορυφαίες μορφές της φιλογερμανικής διανόησης. Στα τρία πρώτα χρόνια της γερμανικής κατοχής εργάστηκε ως διευθυντής στη «Nouvelle Revue Francaise», όπου διαδέχτηκε τον Ζαν Πωλάν, τον οποίο έσωσε δύο φορές από τη σύλληψη. Εγκατέλειψε τη θέση του, έχοντας διασώσει από τα κρεματόρια την πρώην σύζυγό του και απογοητευμένος παράλληλα, από την συμπεριφορά των Γερμανών και την ασυμφωνία του με την ιδέα τους περί Ευρώπης και έστρεψε το ενδιαφέρον του προς τον μυστικισμό της Ανατολής. Στο κείμενό του «Εθνική Επανάσταση» της 20ης Νοεμβρίου του 1943, γράφει «…εισπράξαμε τον χαρακτηρισμό του φασίστα από το στόμα των αντιπάλων μας, απ΄ όλη την ψευτοδημοκρατική κι αντιφασιστική κλίκα, και τον εκλάβαμε ως πρόκληση στην οποίαν απαντήσαμε με κατάφαση…».

Το τέλος του

Ο τάφος του

Δύο μήνες μετά την απόβαση των συμμάχων στη Νορμανδία στις 11 Αυγούστου 1944, την ώρα που τα στρατεύματα των συμμάχων έφταναν κοντά στο Παρίσι, επιχείρησε μία αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας, παίρνοντας μεγάλη δόση υπνωτικών χαπιών, ενώ όταν νοσηλεύονταν στο νοσοκομείο επανέλαβε την απόπειρα του, κόβοντας τις φλέβες των καρπών του.

Μετά την απελευθέρωση της Γαλλίας διώχθηκε και συνελήφθη παρά τις προσπάθειες του να κρυφτεί, αφού είχε προηγουμένως απορρίψει πρόταση να διαφύγει στη Λατινική Αμερική. Σημαντική αυτή την περίοδο ήταν η προστασία που του παρείχε ο Αντρέ Μαλρό, [André Malraux].

Πολιτική κριτική

Ήδη από το τέλος του 1942 εμφανίστηκε η απογοήτευση του, που συνδέονταν με την καταστροφή των γερμανικών στρατευμάτων στην εκστρατεία κατά της Ρωσίας. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ελπίδες του δεν έχουν καμία πιθανότητα να πραγματοποιηθούν και πως η Ευρώπη στο μέλλον θα καταστραφεί και θα παραμείνει διχασμένη, ενώ παράλληλα ο Αδόλφος Χίτλερ δεν εξέφραζε τη δική του ιδέα και ήταν απλά ένας Γερμανός σωβινιστής.

Προσπάθησε να δημιουργήσει μια νέα ιδεολογική σύνθεση Δεξιάς και Αριστεράς, απορρίπτοντας ότι θεωρούσε παρακμιακό στις δύο ιδεολογίες. Επιχείρησε τη σύντηξη των απόψεων του καπιταλισμού και του κομμουνισμού, καταδίκαζε την υλιστική στάση τους απέναντι στη ζωή και επιχείρησε μια πιο "πνευματική" προσέγγιση της πολιτικής. Οι μελετητές θεωρούν ότι είναι μαζί με τον επίσης Γάλλο Εθνικιστή διανοούμενο Ρομπέρ Μπραζιγιάκ, [Robert Brasillach], οι σημαντικότεροι εκπρόσωποι του ρομαντισμού στον εθνικισμό.

Εργογραφία

Έγραψε πολιτικά δοκίμια, ποιήματα, μυθιστορήματα, θεατρικά έργα και ημερολόγιο.

  • «Διερωτήσεις», [«Interrogation», ποιητικό, το 1917],

αναφέρεται στον πατριωτισμό, τον ηρωισμό αλλά και τη δυσανάλογα μεγάλη θυσία των μαχητών. Το έργο αντιμετώπισε προβλήματα με τη λογοκρισία επειδή παρουσίαζε την εικόνα του πολέμου με τρόπο που δημιουργούσε φιλειρηνικά συναισθήματα,

  • «Mesure de la France», το 1922,
  • «Γενεύη ή Μόσχα», [«Genève ou Moscou», 1928],
  • «Μια Γυναίκα στο Παράθυρο», [«Une femme à sa fenêtre», το 1929[,
  • «Η Ευρώπη Ενάντια στις Πατρίδες», [«L'Europe contre les patries», το 1931, γραμμένο με αντι-χιτλερικό ύφος],
  • «Η φλόγα που τρεμοσβήνει», [«Le Feu Foller», Νουβέλα, το 1931],

H υπόθεση του αποτέλεσε το σενάριο της ταινίας [2] του Γιοακίμ Τρίερς, ο οποίος καταγράφει ένα 24ωρο του πρώην ηρωινομανή Άντερς εκτός του ιδρύματος αποτοξίνωσης. Προβλήθηκε αρχικά το 2011 στις Κάννες και θεωρήθηκε από το διευθυντή της κριτικής επιτροπής Φεστιβάλ Στοκχόλμης, το σκηνοθέτη Γουίτ Στίλερ ως το «πορτρέτο μιας γενιάς» και βραβεύτηκε στα φεστιβάλ της Στοκχόλμης, του Ρότερνταμ και Ρεϊγιαβίκ. Αποτελεί «ριμέικ» της ταινίας [3] του 1963 του σκηνοθέτη Λουί Μαλ με πρωταγωνιστές τον Λουί Ρονέ και τη Ζαν Μορώ.

  • «Η Κωμωδία του Σαρλερουά», [«La comédie de Charleroi», το 1934],
  • «Φασιστικός Σοσιαλισμός», [«Socialisme fasciste», το 1934, στο οποίο οραματίζεται ένα φασισμό με καθαρά γαλλικά χαρακτηριστικά],
  • «Μπελούκια», [«Beloukia», το 1936],
  • «Ονειροπόλοι Αστοί», [«Rêveuse bourgeoisie», το 1937],
  • «Με τον Ντοριό», [«Avec Doriot», το 1937],
  • «Ζίλ», [Gilles, το 1939],
  • «Σημειώσεις για την Κατανόηση του Αιώνα», [«Notes pour comprendre le siècle», το 1941]

Μεταθανάτιες εκδόσεις

  • «Δυσάρεστες Ιστορίες», [«Histoires déplaisantes», το 1963],
  • «Απομνημονεύματα του Ντερκ Ρασπ», [«Mémoires de Dirk Raspe», το 1966.]

Είναι το τελευταίο του βιβλίο, το οποίο γράφηκε το 1944, λίγους μήνες πριν από την αυτοκτονία του και ο ίδιος θεωρούσε ότι ήταν το καλλίτερο. Στο έργο περιγράφει τις φυσικές του αδυναμίες, τα οράματα και τις έμμονες ιδέες του.

  • «Πολεμικό Ημερολόγιο», [«Journal de guerre», το 1992],
  • «Πολιτικό Χρονικό», [«Chronique politique», το 1943].

Εξωτερικές συνδέσεις

Βιβλιογραφία

  • «The European Revolution of Drieu La Rochelle», Michael O’Meara,
  • «Jünger and Drieu La Rochelle», Alain de Benoist,
  • «Reflections on the Aesthetic and Literary Figure of the Dandy», Robert Steuckers,
  • «Two Against Time», Didier Marc,
  • «Bardèche’s Six Postulates of Fascist Socialism», Maurice Bardèche

Παραπομπές

  1. Σαν σήμερα
  2. «Όσλο, 31η Αυγούστου» Εφημερίδα «Ελεύθερος Κόσμος»-Κριτική ταινιών
  3. «Η Φλόγα που Τρεμοσβήνει» Clickatlife.g