Φώτης Κόντογλου

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Φώτιος Κόντογλου, Έλληνας ομολογητής της Ορθοδόξου Πίστεως, λογοτέχνης, ζωγράφος και αγιογράφος, το πραγματικό του όνομα ήταν Φώτιος Αποστολλέλης, ο οποίος αναζήτησε την «ελληνικότητα», δηλαδή μία αυθεντική έκφραση, επιστρέφοντας στην ελληνική παράδοση, με σημαντική συμβολή στον χώρο της βυζαντινής εικονογραφίας, που θεωρείται ως ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της «Γενιάς του Τριάντα» και μαθητές του ήταν ο Ιωάννης Τσαρούχης, ο Νίκος Εγγονόπουλος, ο Σπύρος Βασιλείου και άλλοι, γεννήθηκε στις 8 Νοεμβρίου 1895, όπως προκύπτει από αυτόγραφο σημείωμά του, αν και το 1896 το είχε επίσης δηλώσει σε ερωτηματολόγιο της Εθνικής Πινακοθήκης, στις Κυδωνιές, το Αϊβαλί, της Μικράς Ασίας και πέθανε [1] το απόγευμα της 13ης Ιουλίου 1965 στην Αθήνα, από μετεγχειρητική μόλυνση στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός», όπου νοσηλευόταν από τις αρχές Ιουνίου.

Η νεκρώσιμη ακολουθία του πραγματοποιήθηκε στις 18:00 το απόγευμα της 14ης Ιουλίου στο Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών και η ταφή του έγινε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών ενώ τα οστά του, όπως και τα οστά της συζύγου του, μεταφέρθηκαν στην Ιερά Μονή Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στο όρος Αμώμων στην περιοχή της Νέας Μάκρης Αττικής. Στη Μονή ο Κόντογλου έχει φιλοτεχνήσει με κάρβουνο αγιογραφία του Οσίου Εφραίμ.

Στις 27 Φεβρουαρίου 1925 παντρεύτηκε [2] με τη Μαρία Χατζηκαμπούρη από το Αϊβαλί και εγκαταστάθηκαν στη Νέα Ιωνία Αττικής, όπου το 1927, γεννήθηκε η κόρη τους Δέσπω που πέθανε στις 2 Ιουνίου 2009, μετέπειτα σύζυγος του Ιωάννη Μαρτίνου, με τον οποίο απέκτησαν δύο αγόρια, τον Παναγιώτη και τον Φώτιο.

Φώτης Κόντογλου

Βιογραφία

Η οικογένεια Κόντογλου κατοικούσε στην περιοχή Κάτω Παναγιά στο Αϊβαλί. Πατέρας του ήταν ο ναυτικός Νικόλαος Αποστολλέλης και μητέρα του η Δέσπω Κόντογλου, που κατάγονταν από ευκατάσταση οικογένεια, των οποίων ήταν το τέταρτο και τελευταίο από τα παιδιά τους. Αδέλφια του ήταν ο ο Ιωάννης, η Αναστασία και ο Αντώνης. Ένα χρόνο μετά τη γέννηση του Φώτη, πέθανε ο πατέρας του και την κηδεμονία του, όπως και των αδελφών του, ανέλαβε ο θείος του ιερομόναχος αρχιμανδρίτης Στέφανος Κόντογλου, ηγούμενος [3] του οικογενειακού μονυδρίου της Αγίας Παρασκευής [4], στον ομώνυμο λόφο της χερσονήσου απέναντι από το Αΐβαλί, προς τιμή του οποίου υιοθέτησε το πατρικό επώνυμο της μητέρας του. Η καταγωγή της οικογένειας του από την πλευρά της μητέρας του ανάγεται στην Αρκαδιά, την περιοχή της σημερινής Κυπαρισσίας, όπου υπήρχε οικογέ­νεια Κόντογλου που με τα Ορλωφικά κατέφυγε στη Μικρά Ασία, αρχικά στην περιοχή της Σμύρνη, ενώ στη συνέχεια κάποια από τα μέλη της εγκαταστάθηκαν στο Αϊβαλί.

Σπουδές

Ο Φώτης έζησε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια στην Κάτω Χώρα [5], όπου παρακολούθησε τα μαθήματα της εγκύκλιας εκπαιδεύσεως. Ολοκλήρωσε τα μαθήματα του Σχολαρχείου και το Γυμνάσιο στο Αϊβαλί, στο οποίο ήταν συμμαθητής με τον λογοτέχνη και ζωγράφο Στρατή Δούκα, ήταν μέλος της ομάδας των μαθητών που εξέδιδε το περιοδικό «Μέλισσα», το οποίο διακοσμούσε με ζωγραφιές. Το 1912 αποφοίτησε από το γυμνάσιο της Σμύρνης και η οικογένεια του τον προόριζε για ναυτικό, όμως η κλίση του στη λογοτεχνία και τη ζωγραφική ήταν η αιτία που τον ίδιο χρόνο γράφτηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα, από την οποία δεν αποφοίτησε, καθώς το 1914 έχασε τη μητέρα και το θείο του στην καταστροφή του Αιβαλίου.

Τότε εγκατέλειψε την παρακολούθηση των μαθημάτων της Σχολής Καλών Τεχνών και ταξίδεψε στην Ευρώπη, αρχικά στη Μαδρίτη και εργάστηκε στο Perigueux και στη Limoges σαν τορναδόρος σ’ εργοστάσιο πυρομαχικών και σαν ανθρακωρύχος, ενώ στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου μελέτησε το έργο διαφόρων σχολών ζωγραφικής. Στο Παρίσι έγινε γνωστός στους εικαστικούς κύκλους της γαλλικής πρωτεύουσας, όταν τον πρόσεξε ο διάσημος γλύπτης Ογκίστ Ροντέν. Στη γαλλική πρωτεύουσα συνάντησε τον φίλο και συμφοιτητή του Σπύρο Παπαλουκά, μετέπειτα σπουδαίο ζωγράφο, ενώ συνεργαζόταν με το περιοδικό «Illustration» και το 1916 κέρδισε το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό του περιοδικού για την εικονογράφηση βιβλίου, για την εικονογράφηση του έργου «Πείνα» του εθνικιστή συγγραφέα Κνουτ Χάμσουν. Το 1917 ταξίδεψε στην Ισπανία και την Πορτογαλία και το 1918 επέστρεψε στην Γαλλία, όπου έγραψε το πρώτο του λογοτεχνικό βιβλίο, με θέμα την ιστορία ενός φανταστικού Ισπανού κουρσάρου και τίτλο «Pedro Cazas».

Μικρά Ασία / Ελλάδα

Επέστρεψε στη Μικρά Ασία το 1919, μετά την λήξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου κι εκεί ίδρυσε τον πνευματικό σύλλογο «Νέοι Άνθρωποι», στον οποίο συμμετείχαν και οι Ηλίας Βενέζης, Στρατής Δούκας, Ευάγγελος Δαδιώτης, Πάνος Βαλσαμάκης και άλλοι λόγιοι. Παράλληλα εξέδωσε το «Pedro Cazas» και διορίστηκε στο Παρθεναγωγείο Κυδωνίων, όπου δίδασκε ιχνογραφία, Γαλλική Γλώσσα και Ιστορία της Τέχνης. Το 1921 στρατεύτηκε και συμμετείχε στη Μικρασιατική Εκστρατεία, όμως στις 14 Αυγούστου 1922, μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, κατέφυγε ως πρόσφυγας, αρχικά στη Μυτιλήνη και στη συνέχεια στην Αθήνα, όπου με παρέμβαση της Έλλης Αλεξίου άρχισε να σχεδιάζει για τον εκδοτικό οίκο «Ελευθερουδάκης».

Στην Αθήνα γνώρισε κι αρραβωνιάστηκε με τη Σεμέλη Στρογγυλή, με την οποία χώρισαν σύντομα. Συνδέθηκε με τους κύκλους των διανοουμένων που είχαν στρέψει το ενδιαφέρον και την προσοχή τους στις ιδέες της ελληνικότητος του Περικλή Γιαννόπουλου, μεταξύ τους ο Δημήτριος Πικιώνης, η Αγγελική Χατζημιχάλη και ο Φώτος Πολίτης. Μετά την εγκατάσταση του στην Ελλάδα ταξίδεψε πολύ στο εξωτερικό, ενώ επισκέφθηκε πολλές φορές το Άγιο Όρος. Το 1924 εγκαταστάθηκε σ΄ένα προσφυγικό σπίτι επί της οδού Λαμψάκου 27 και Ταρσού στη Νέα Ιωνία, το 1926 κατοικούσε στην οδό Αγίας Λαύρας 27 στην περιοχή Κυπριάδου, ενώ το 1928 ματακόμισε στην οδό Προμηθέως 20 στην περιοχή της πλατείας Κολιάτσου και το 1929 στην οδό Ιωάννου Δροσοπούλου 26 στην Αθήνα. Το 1925 κυκλοφόρησε το λογοτεχνικό περιοδικό «Φιλική Εταιρεία» που εξέδωσε έξι τεύχη. Το 1932, με μηχανικό το φίλο του Κίμωνα Λάσκαρη, έκτισε το σπίτι του στην οδό Βιζυηνού 16 στην περιοχή της συνοικίας Κυπριάδου, τα σημερινά Άνω Πατήσια, όπου με τους Γιάννη Τσαρούχη και Νίκο Εγγονόπουλο ζωγράφισαν με νωπογραφίες ένα δωμάτιό του [6]. Το σπίτι πουλήθηκε στη διάρκεια της κατοχής διάρκεια της Κατοχής, για ένα τσουβάλι αλεύρι και ένα τενεκέ λάδι και αφού φιλοξενήθηκαν για κάποιο διάστημα σε φιλικό τους σπίτι στο Παγκράτι, μετακόμισαν με την οικογένειά του σε ένα γκαράζ, κοντά στο σπίτι τους, όπου έζησαν για τα επόμενα 12 χρόνια. Το 1933 δίδαξε ιστορία τέχνης και ζωγραφική στο Αμερικανικό Κολέγιο Αθηνών.

Ήταν καλλίφωνος και ερασιτέχνης ιεροψάλτης και ένας από τους πρωτοπόρους ιδρυτές του «Συλλόγου Φίλων Βυζαντινής Μουσικής Αθηνών» και η υπογραφή του υπάρχει στο Πρακτικό της Ιδρύσεως του Συλλόγου που συντάχθηκε στις 15 Οκτωβρίου 1948, και το υπέγραψαν τριάντα πέντε πολίτες, σχεδόν όλοι τους με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη και τη Μικρὰ Ασία, μεταξύ τους ο μητροπολίτης Σάμου Ειρηναίος και άλλοι τέσσερις μητροπολίτες, ο Στράτης Μυριβήλης, ο μουσικοδιδάσκαλος Νικόλαος Σαλτάρης, ο Ιωάννης Ναυπλιώτης, ο ποιητής Όμηρος Μπεκές και άλλοι.

Το 1953 πήρε πίσω το σπίτι του με την επιστροφή των πολεμικών αποζημιώσεων, ενώ οι κακοποιημένες τοιχογραφίες καθαρίστηκαν και αποτοιχίστηκαν το 1979 με δωρεά τής οικογένειας Γουλανδρή, επί διευθύνσεως Παπαστάμου και βρίσκονται στην Εθνική Πινακοθήκη. Στο σπίτι αυτό έζησε ολόκληρη η οικογένεια του η σύζυγός του Μαρία, η κόρη του Δέσπω, η οποία είχε αναλάβει τη φροντίδα της μητέρας της που ήταν βαριά άρρωστη, ο σύζυγός της Ιωάννης Μαρτίνος, και τα παιδιά τους, εγγόνια του Κόντογλου, Παναγιώτης και Φώτης. Στις 13 Σεπτεμβρίου 1963, σχεδόν δύο χρόνια πριν το θάνατό του, τραυματίστηκε μαζί με τη γυναίκα του, σε αυτοκινητικό δυστύχημα, στη Βούλα, από το οποίο νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός», ενώ το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, αρθρογράφησε, με ανθενωτικό πνεύμα, στην εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος», άλλοτε με το όνομά του και άλλοτε με το ψευδώνυμο «Αβέρκιος Κολυβάς». Το 1964, ένα χρόνο πριν το θάνατό του, η Εφορία του καταλόγισε πρόστιμα για μη τήρηση βιβλίου Εσόδων-Εξόδων.

Αρχείο Κόντογλου

Το αρχείο του, όσο βρέθηκε στην κατοχή της κόρης του, μετά το θάνατο της παραδόθηκε από τους εγγονούς του το Φεβρουάριο του 2014 και ανήκει στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο [7], το οποίο ο Κόντογλου υπηρέτησε στις δεκαετίας του 1930 ως συντηρητής ζωγράφος και φιλοτέχνησε σειρά αντιγράφων σημαντικών βυζαντινών και μεταβυζαντινών εικόνων και τοιχογραφιών από σημαντικά μνημεία. Το αρχείο που δωρήθηκε περιλαμβάνει δημοσιευμένα αλλά και πολλά ανέκδοτα χειρόγραφα, φωτογραφίες εποχής και μνημείων, αλληλογραφία με σημαντικές προσωπικότητες της καλλιτεχνικής και εκκλησιαστικής ζωής, ημερολογιακές σημειώσεις, συμβόλαια παραγγελιών για μεγάλα εκκλησιαστικά σύνολα, προσχέδια, δημοσιεύματα και μελέτες για τον ίδιο. Περιέχει τεκμήρια των πνευματικών του αναζητήσεων στα θέματα της ιστορίας, της τέχνης, της θεολογίας, της φιλοσοφίας και της πολιτικής, ενώ πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα σωζόμενα αρχεία Έλληνα καλλιτέχνη του περασμένου αιώνα και παραδόθηκε, από τους κληρονόμους του, ταξινομημένο και ψηφιοποιημένο, σε άριστη κατάσταση.

Τον Ιούνιο του 2015 οι αδελφοί Μαρτίνου, κληρονόμοι και εγγονοί του Κόντογλου από την κόρη του Δέσπω, με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων στράφηκαν εναντίον των εκδόσεων «Κέδρος» και του συγγραφέα Αντώνη Νικολόπουλου ή «Soloup», σκιτσογράφο του grafic novel βιβλίου «Αϊβαλί», ζητώντας την απαγόρευση της κυκλοφορίας του βιβλίου, επειδή δεν τους ζητήθηκε άδεια για χρήση έργων και λόγων του Κόντογλου. Η υπόθεση εκδικάστηκε και η απόφαση του δικαστηρίου αναμένεται τους τελευταίους μήνες του 2015.

Το τέλος του

Στις 13 Σεπτεμβρίου του 1962 αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πλοίαρχος και Δήμαρχος Σπετσών Βασίλειος Γκούμας, τον παρέσυρε μαζί με την γυναίκα του, σε διάβαση πεζών έξω από το νοσοκομείο της Βούλας και τους τραυμάτισε [8]. Ο Κόντογλου έσπασε το πόδι του, εγχειρίστηκε κι έμεινε κλινήρης για πολύ καιρό, ενώ σε όλη τη διάρκεια του 1964, βασανίστηκε από διάφορες ασθένειες και εγχειρίστηκε στα νεφρά, όπως περιγράφει σε προσωπικές επιστολές αλλά και σε δημοσιεύματα. Στις 13 Ιουλίου του ίδιου χρόνου πέθανε από μετεγχειρητική μόλυνση στο μετωπιαίο λοβό.

Σύμφωνα με τη δική του ρήση, «...Ὅσοι ἀπομείναμε πιστοί στήν παράδοση, ὅσοι δέν ἀρνηθήκαμε τό γάλα ποὺ βυζάξαμε, ἀγωνιζόμαστε, ἄλλος ἐδῶ, ἄλλος ἐκεῖ, καταπάνω στήν ψευτιά. Καταπάνω σ᾿ αὐτούς πού θέλουνε τήν Ἑλλάδα ἕνα κουφάρι χωρἰς ψυχή, ἕνα λουλούδι χωρίς μυρουδιά. Κουράγιο, ὁ καιρὀς θά δείξει ποιός ἔχει δίκιο, ἂν καί δέν χρειάζεται ὁλότελα αὐτὴ ἡ ἀπόδειξη...». Ο τότε αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος στον επικήδειο λόγο είπε, για τον Κόντογλου, ότι «...θα ηδύνατο, χωρίς υπερβολήν, να καταταγή μεταξύ των Αγίων και Ομολογητών της πίστεως..».

Διακρίσεις

Τιμήθηκε με

  • το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών, το 1961 για το βιβλίο «Έκφρασις της Ορθοδόξου Εικονογραφίας»,
  • το Βραβείο «Πουρφίνα» της Ομάδας των Δώδεκα το 1963, για το βιβλίο «Το Αϊβαλί, η πατρίδα μου»,
  • το «Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών» [9] της Ακαδημίας Αθηνών στις 24 Μαρτίου 1965, για το σύνολο του έργου του.

Εργογραφία

Πριν τον πόλεμο εισηγήθηκε στον Αναστάσιο Ορλάνδο, Διευθυντή της Υπηρεσίας αναστηλώσεως και συντηρήσεως αρχαίων και Βυζαντινών μνημείων του Υπουργείου Παιδείας, οι εκκλησίες να χτίζονται και να διακοσμούνται με τοιχογραφίες βυζαντινότροπες. Αγωνίστηκε για την επαναφορά της παραδοσιακής αγιογραφίας καθώς και την απαλλαγή της από την επιρροή των Δυτικότροπων στοιχείων της και μαζί με τον Κωστή Μπαστιά και τον Βασίλη Μουστάκη κυκλοφόρησαν το περιοδικό «Κιβωτός», όπου με άρθρα και φωτογραφικό υλικό ενίσχυαν τον αγώνα του. Από την περίοδο των σπουδών του στο Παρίσι κατακλύσθηκε από την αγάπη των Εμπρεσιονιστών για τις πρωτόγονες τέχνες και επιστρέφοντας στην Ελλάδα μελέτησε και αντέγραψε τα έργα της βυζαντινής ζωγραφικής με τα ίδια κριτήρια. Μετά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο έγραψε «....πως αποφασίζει να αφιερώσει το τάλαντό του στο Χριστό», δημιουργώντας την ποιοτική διαφορά ανάμεσα στο προπολεμικό και το μεταπολεμικό έργο του.

Πραγματοποίησε εκθέσεις ζωγραφικής στην Αθήνα και πήρε μέρος σε εκθέσεις στο Λονδίνο, το Παρίσι, τη Στοκχόλμη, τις Βρυξέλλες, την Αλεξάνδρεια, τη Νέα Υόρκη και την Αργεντινή. Εκτός από αγιογραφίες έχει ζωγραφίσει και θέματα κοσμικής ζωγραφικής, πάντοτε στο ύφος της βυζαντινής παραδόσεως, όπως οι τοιχογραφίες του Δημαρχείου Αθηνών, λουτρά με κεραμικά, τοπία από την Ελλάδα, αλλά και φανταστικά, πορτρέτα, πίνακες ναυτικών, Μικρασιατών, γυναικών «φαγιούμ» και άλλα. Υπήρξε ο σπουδαιότερος μελετητής της βυζαντινής και μεταβυζαντινής ζωγραφικής παραδόσεως, προικισμένος συγγραφέας, υπέρμαχος της Ορθοδοξίας και της ελληνικής παραδόσεως, λάτρης της ελληνικής φύσεως και μέγας Θαλασσογράφος. Αυτά τα θέματα πραγματεύεται στα βιβλία του και σε πάνω από τρεις χιλιάδες άρθρα του, δημοσιευμένα σε εφημερίδες και περιοδικά. Ασχολήθηκε με πάθος με την αγιογραφία, ενώ από το 1930-1937 εργάστηκε ως συντηρητής στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών, συνέβαλε στην αποκατάσταση των τοιχογραφιών στον Μυστρά, καθώς και στο Κοπτικό Μουσείο στο Κάιρο και ως αγιογράφος σε ναούς, όπως στην Καπνικαρέα, στην Αγία Βαρβάρα του Αιγάλεω, στον Άγιο Ανδρέα της οδού Λευκωσίας στην Αθήνα, στον Άγιο Γεώργιο Κυψέλης, στα παρεκκλήσια Ζαΐμη στο Ρίο και Πεσμαζόγλου στην Κηφισιά, στη Ζωοδόχο Πηγή στην Παιανία, στη Μητρόπολη της Ρόδου, ενώ επιμελήθηκε την εικονογράφηση του Δημαρχείου Αθηνών [10] και δημιούργησε το Βυζαντινό τμήμα του Μουσείου της Κέρκυρας. Στις φορητές εικόνες του χρησιμοποίησε τη μέθοδο της ωογραφίας.

Έγινε επίσης γνωστός για την «τρίτη διάστασή» του, καθώς διακρινόταν από βαθιά πίστη και εμβρίθεια εκκλησιαστικών-θεολογικών γνώσεων. Υπήρξε πραγματικός ομολογητής της Ορθοδόξου Πίστεως γράφοντας και μιλώντας υπέρ της Εκκλησιαστικής ακρίβειας και τάξεως, ενώ καταφέρθηκε κατά του Οικουμενισμού και του Παπισμού μην διστάζοντας να ελέγξει ευθέως με επιστολές Επισκόπους και Πατριάρχες που παρέκκλιναν εκ ορθής οδού. Μετά τον πόλεμο, τα κοσμικά έργα του λιγόστεψαν, αφοσιώθηκε στην αγιογραφία, ενώ το γράψιμο του στράφηκε σε ορθόδοξα θέματα.

Τα έργα του βρίσκονται σήμερα σε μουσεία, πινακοθήκες και ιδιωτικές συλλογές και έχουν εκτεθεί σε μεγάλες εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το σύνολο του έργου του, τόσο το ζωγραφικό όσο και το λογοτεχνικό, είναι αφιερωμένο στο χριστιανισμό και τη θρησκευτική ζωή, ενώ το παράδειγμα και η διδασκαλία υπήρξαν και συνεχίζουν να είναι πηγή εμπνεύσεως πολλών νέων καλλιτεχνών.

Βιβλιογραφία

Έγραψε τα έργα

  • «Πέντρο Κάζας»,
  • «Βασάντα»,
  • «Η τέχνη του Άθω»,
  • «Ταξίδια σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και της Ανατολής» το 1928,
  • «Έκφρασις της Ορθοδόξου Εικονογραφίας»,
  • «Ο Αστρολάβος» το 1934, με ζωγραφιές του ίδιου και του Γιάννη Τσαρούχη,
  • «Αδάμαστες ψυχές»,
  • «Πονεμένη Ρωμιοσύνη»,
  • «Το Αϊβαλί η πατρίδα μου»,
  • «Γιαβάς ο Θαλασσινός».
  • «Φημισμένοι άνδρες και λησμονημένοι» το 1942,
  • «Ο Θεός Κόνανος και το μυστήριό του το λεγόμενο Καταβύθιση» το 1943,
  • «Μυστικός Κήπος» το 1944,
  • «Η Αφρική» το 1944,
  • «Οι Έλληνες στις θάλασσες της νοτιάς» το 1944,
  • «Ιστορίες και περιστατικά» το 1944,
  • «Αρχαίοι άνθρωποι» το 1945,
  • «Ένα καράβι πάνω σε μια ξέρα» το 1945,
  • «Βίος και Πολιτεία του Οσίου Πατρός ημών Αγίου Μάρκου του Αναχωρητού του εξ Αθηνών» το 1947,
  • «Βίος και πολιτεία του Βλασίου Πασκάλ του δια Χριστόν σαλού» το 1947,
  • «Έκφρασις» το 1960, δίτομο έργο που αποτελεί ένα θησαύρισμα της αγιογραφικής πείρας του και αποτελεί το σπουδαιότερο οδηγό αγιογραφικής, για το οποίο βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών.
  • «Σημείον Μέγα, ήγουν τα θαύματα της Θερμής. Εκθαμβωτική εμφάνισης των αγίων μαρτύρων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης, μετά των συν αυτοίς μαρτυρικώς τελειωθέντων κατά το έτος 1462 μ.Χ. εν τη αρχαία μονή των Καρυών ευρισκομένη πλησίον της Θερμής εν τη νήσω Λέσβω» τον Απρίλιο του 1962.

Το 1952 μετέφρασε τα

  • «Το κατά Ματθαίον Άγιον Ευαγγέλιον εξηγούμενον το κατά δύναμιν δια του απλούστερους».
  • «Λεωνίδα Ουσπένσκη: Η εικόνα».

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. Απέθανεν ο Φώτης Κόντογλου Εφημερίδα «Ελευθερία», 14 Ιουλίου σελίδες 1 & 2.
  2. [ Ο γάμος τους τελέστηκε από τον παπα-Ιωάννη Σακκά, όπως προκύπτει από το «Πρωτόκολλον Συνοικεσίων Προσφυγικού Συνοικισμού Νέας Ιωνίας Αθηνών 1924-1929», που βρίσκεται στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών και στο οποίο έχει καταχωριστεί υπ' αριθμ. 89 και κουμπάρος στο γάμο τους ήταν ο Βασίλης Δασκαλάκης.]
  3. [«...ηγούμενος της παρά τας Κυδωνιάς Ιεράς Μονής της Αγίας Παρασκευής...»] Αυτοβιογραφικές σημειώσεις Φώτη Κόντογλου
  4. [«...την Αγία Παρασκευή τη λέγανε μοναστήρι μα στ' αληθινά, ήτανε ένα υποστατικό που το όριζε ο ηγούμενος. Δεν είχε μήτε καλόγερους, μήτε τα άλλα που έχουν τα μοναστήρια. Ο γούμενος και το σόγι του ορίζανε τα γύρω βουνά, τους ελαιώνες, τα χωράφια, τα περιβόλια, τους βοσκότοπους, τις αλυκές, τη θάλασσα, τα ζωντανά που βοσκούσανε στους μεράδες. Γούμενος χειροτονιότανε ένας από την οικογένεια, ο πιο γραμματισμένος κι ο πιο τιμημένος, κι αυτό γινότανε πάππων-προπάππων...»] Αυτοβιογραφικές σημειώσεις Φώτη Κόντογλου
  5. [«Τα «μικρά του χρόνια τα έζησε σ' ένα νησάκι που ήτανε κτήμα της οικογένειας του κ' έτσι δέθηκε στενά με τη φύση, ιδίως με τη θάλασσα. Γι' αυτό ήθελε να γίνει πλοίαρχος»] Αυτοβιογραφικές σημειώσεις Φώτη Κόντογλου
  6. [«...Τούτη η τοιχογραφία ιστορήθη από τό Φώτη Κόντογλου απ' τ’ Αϊβαλί τής Μικράς Ασίας. Τόν βοηθήσανε ο πατέρας του Αθανάσιος Χατζηκαμπούρης καί οι μαθητές Γιάννης Τσαρούχης από Πειραιά καί Νίκος Εγγονόπουλος από Κωνσταντινούπολη. Γίνηκε μέ τό παλιό σύστημα πού δουλεύανε οι μαστόροι στά μέρη τής Ανατολής πλήν σήμερα περιφρονημένο επειδή οι τωρινοί άνθρωποι χάσανε τή γέψη τής αρχαίας τέχνης. Συνδράμανε δέ τούτη τήν ιδιότροπη φαντασία μέ τή γνώμη καί μέ έργο φίλοι τού σπιτιού αγαπημένοι. Ανδρέας Ξυγγόπουλος αρχαιολόγος καί Κώστας Καραγατσίδης ζωγράφος από Γανόχωρα καί Έλλη Παπαδημητρίου από Σμύρνη. Τό σπίτι έγινε από τό τζενιέρη Κίμωνα Λάσκαρη από Λαμία. Μήνας Σεπτέμβριος 1932.»] Αυτοβιογραφικές σημειώσεις Φώτη Κόντογλου
  7. Δωρεά του αρχείου του Φώτη Κόντογλου στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο
  8. Ετραυματίσθη υπό αυτοκινήτου ο κ. Κόντογλου Εφημερίδα «Ελευθερία», 15 Σεπτεμβρίου 1963, σελίδα 16
  9. Εις τον Φώτη Κόντογλου το Αριστείον της Ακαδημίας Αθηνών Εφημερίδα «Μακεδονία», 20 Μαρτίου 1965, σελίδα 7.
  10. [«....Πλήρης τοιχογράφησις αιθούσης του Δημαρχείου Αθηνών με παραστάσεις εκ της μυθολογίας και της ελληνικής Ιστορίας από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι τις Επαναστάσεως του 1821, καθώς και τέσσερις συνθέσεις εις ετέρας δύο αίθουσας....»] Αυτοβιογραφικές σημειώσεις Φώτη Κόντογλου