Αγγελική Χατζημιχάλη

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η Αγγελική Κολυβά-Χατζημιχάλη Ελληνίδα εθνικίστρια Εθνογράφος-λαογράφος, η οποία αποκλήθηκε μητέρα της Ελληνικής Λαογραφίας και ιέρεια των Σαρακατσαναίων, ζωγράφος, συγγραφέας και πρόεδρος πολλών εταιρειών και ιδρυμάτων, ένα από τα πρωτοπόρα μέλη του κινήματος επανελληνίσεως του πρώτου μισού του 20ου αιώνα [1], γεννήθηκε το 1895 στην Αθήνα όπου και πέθανε την Πέμπτη 4 Μαρτίου 1965 μετά από μακρόχρονη και βασανιστική ασθένεια [2]. Η κηδεία της έγινε το απόγευμα της Παρασκευής 5 Μαρτίου 1965, από τον Ιερό Ναό στο Α' νεκροταφείο Αθηνών όπου και τάφηκε.

Παντρεύτηκε δύο φορές, την πρώτη με τον μηχανικό Γλητσό, γάμος που δεν κράτησε πολύ, με τον οποίο απέκτησε το 1921 μια κόρη, την Έρση-Αλεξία μετέπειτα σύζυγο Αλέκου Σεφεριάδη και σε δεύτερο γάμο με τον Πλάτωνα Χατζημιχάλη, με τον οποίο απέκτησε έναν γιο, τον αρχιτέκτονα Νίκο Χατζημιχάλη, ενώ εγγονοί τους είναι ο διπλωμάτης Πλάτωνας-Αλέξης Χατζημιχάλης, ο Νικήτας Χατζημιχάλης και ο Σωκράτης Σεφεριάδης. Ο σύζυγός της προπολεμικά ήταν αντιπρόσωπος στην Ελλάδα των γερμανικών εταιριών «Σένκερ» στις μεταφορές και της εταιρείας ελαστικών «Κοντινένταλ» και διατηρούσε εμπορικούς δεσμούς με τη Γερμανία, ενώ διατέλεσε Υπουργός Οικονομικών από τις 30 Απριλίου έως τις 26 Μαΐου 1941 και Εθνικής Οικονομίας από τις 30 Απριλίου 1941 έως τις 23 Μαρτίου 1942, στην κυβέρνηση του στρατηγού Γεωργίου Τσολάκογλου.

Αγγελική Χατζημιχάλη

Βιογραφία

Πατέρας της ήταν ο φιλόλογος καθηγητής Αλέξιος Κολυβάς, που είχε διατελέσει Βασιλικός Επίτροπος, κατάγονταν από τη Ζάκυνθο και ήταν εκδότης της εφημερίδος «Πρωία», ενώ μητέρα της ήταν η Σοφία, κόρη του Γεωργίου Μπουρνιά συμβολαιογράφου των Αθηνών και νομισματολόγου με καταγωγή από τη Χίο. Ο Γεώργιος Μπουρνιάς κατοικούσε στην οδό Ανδριανού, σ' ένα σπίτι κατάφορτο από επιλεγμένα έργα τέχνης, αρχαιοελληνικά, βυζαντινά, ανατολικά, στο οποίο ήταν τακτικοί επισκέπτες -μεταξύ άλλων- ο Ζώτος Μολοττός, ο Γιάννης Αποστολάκης, ο Σβορώνος, ο Σπύρος Λάμπρου και ο Δημήτρης Καμπούλογλου.

Συγγενική της, από την πλευρά της γιαγιάς της που κατάγονταν από την οικογένεια των αδελφών Τζάνου, ήταν η οικογένεια του εθνικιστή διανοούμενου Κώστα Φαλτάιτς. Η Αγγελική Κολυβά-Χατζημιχάλη μεγάλωσε στην Πλάκα, σε ένα σπίτι γεμάτο βιβλία, χειρόγραφα, κεντήματα και βυζαντινές εικόνες κρεμασμένες ως το ταβάνι. Επηρεάσθηκε από την αγάπη των δικών της για την τέχνη και τα γράμματα, ενώ ήταν γνωστή η συλλογή Βυζαντινών εικόνων, την οποία διατηρούσε ο πατέρας της, μέρος της οποίας εκτίθεται στο Βυζαντινό Μουσείο ως «Συλλογή Λοβέρδου». Ο πατέρας της διατέλεσε Γραμματέας του Ελληνικού τμήματος της Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων.

Σπουδές

Παρακολούθησε μαθήματα στο Παρθεναγωγείο Χιλλ, όπου άρχισε να ζωγραφίζει. Μετά το τέλος της Βασικής εκπαιδεύσεως παρακολούθησε Γυμνασιακά μαθήματα κατ’ οίκον, όμως δεν της επιτράπηκε –παρά την επιμονή της- από την οικογένεια της να παρακολουθήσει μαθήματα στο Πολυτεχνείο, γιατί φοιτούσαν αγόρια και κορίτσια μαζί. Με πρωτοβουλία του πατέρα της ένα δωμάτιο του πατρικού της σπιτιού μεταβλήθηκε σε σπουδαστήριο, όπου παρακολουθούσε ιδιαίτερα μαθήματα που της παράδιδε ο καθηγητής Γεώργιος Ροϊλός. Αργότερα ο πατέρας της –με την ιδιότητα του Γραμματέα της Ολυμπιακής Επιτροπής, παραχώρησε στο ζωγράφο Ευάγγελο Ιωαννίδη μία αίθουσα στο Ζάππειο Μέγαρο με τον όρο να δημιουργήσει ατελιέ μόνο για κορίτσια, όπου θήτευσε για τρία χρόνια κάθε απόγευμα.

Παράλληλα εργάστηκε ως γραμματέας του πατέρα της ο οποίος της υπαγόρευε άρθρα του που δημοσιεύονταν σε εφημερίδες της εποχής καθώς και στη «Νέα Εφημερίδα» που έγινε ιδιοκτήτης και διευθυντής της ύστερα από τον Ιωάννη Καμπούρογλου. Έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το θέατρο και την απαγγελία, ενώ ο πατέρας της υποχώρησε στην επιμονή της και της επέτρεψε να συμμετάσχει στις εξετάσεις του Ωδείου, στις οποίες πέτυχε και παρακολούθησε μαθήματα για ένα χρόνο. Στο τέλος της πρώτης χρονιάς οι γονείς της δεν της επέτρεψαν να πάρει μέρος στο έργο «Μαρία Στιούαρτ», που επρόκειτο να παρασταθεί από μικτό θίασο

Λαογραφία

Το 1927 δημοσίευσε το πρώτο της βιβλίο για την Σκύρο και παράλληλα άρχισε τις έρευνές της για τα υπό Ιταλική κατοχή Δωδεκάνησα και την Ανάφη, ενώ επισκέπτονταν τη Mακεδονία και την Ήπειρο, με σκοπό τη συλλογή λαογραφικού υλικού, όπως ελληνικά υφαντά, λαϊκά κεντήματα, ξυλόγλυπτα αντικείμενα, δηλαδή ρόκες, χτένια, σκαφίδια και άλλα, ασημικά, χαλκώματα και διάφορα άλλα είδη λαϊκής τέχνης. Φίλος και στενός συνεργάτης της, ο οποίος εκτελούσε αμισθί χρέη γραμματέως τα τελευταία χρόνια της ζωής της, ήταν ο Δημήτριος Λαζογιώργος-Ελληνικός που έγραψε, «...η διορατικότητά της την είχε οδηγήσει στο θεμελιώδες συμπέρασμα ότι από την μελέτη των αντικειμένων που ένας λαός κατασκεύασε σε μια συγκεκριμένη εποχή, μπορούμε να διακρίνουμε την ιδιοφυΐα του και το βαθμό του πολιτισμού του (ιδιαίτερα από τον τρόπο με τον οποίο τα διακόσμησε), όπως μπορούμε και να τον τοποθετήσουμε ιστορικά...».

Στα πλαίσια των ερευνών και των μελετών της πάντρεψε ζευγάρια, βάφτισε μωρά, συνόδευσε κηδείες, συμμετείχε σε πανηγύρια και λύπες και όπως έγραψε ο Δημήτριος Λαζογιώργος-Ελληνικός, «....της γίνονται βίωμα το ίδιο τα τραγούδια της χαράς του λαού μας όπως και τα μοιρολόγια του. Η έμφυτη ερευνητική της ικανότητα της επιτρέπει να εμβαθύνει στην ουσία των λαϊκών μας ηθών και εθίμων και βρίσκοντας τα ξεχασμένα νήματα της ιστορικής συνέχειάς τους, να αξιολογήσει κάθε λαϊκή έκφραση και να γίνει σιγά-σιγά ο μοναδικός παντογνώστης αυτού του υπέροχου θαύματος, του άγνωστου στους άλλους, που φέρει το όνομα "Ελληνικός Λαϊκός Πολιτισμός"».

Βοήθησε τους πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής του 1922, εξασφαλίζοντας τους εργασία, ενώ από το 1921 έως το 1926 είχε την ευθύνη της οργανώσεως των «Βιοτεχνικών Εκθέσεων» του Λυκείου Ελληνίδων. Μοιράστηκε το όραμα της πνευματικής και πολιτιστικής αναγέννησης της Ελλάδος με τον Νίκο Καζαντζάκη και τον Κωστή Παλαμά, ενώ συνεργάστηκε το 1927 και το 1930 με τον Άγγελο Σικελιανό και την Εύα Σικελιανού για την αναβίωση των Δελφικών Γιορτών και διοργάνωσε έκθεση λαϊκής τέχνης στους Δελφούς. Ως χώρο χρησιμοποίησε σπίτια των Δελφών, τα οποία μετέτρεψε σε Ηπειρώτικα, Μακεδονικά, Σκυριανά, Θεσσαλικά, Ζακυνθινά και άλλα, μέσα στα οποία εξέθεσε δημιουργήματα της λαϊκής τέχνης από ολόκληρη την Ελλάδα, σε συνεργασία με την Αθηνά Ταρσούλη και τον Γιάννη Τσαρούχη. Το 1928 οργάνωσε το περίπτερο της Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, ενώ διοργάνωσε μεμονωμένες εκθέσεις με σκοπό τη διάδοση και τη διάσωση της Ελληνικής λαϊκής τέχνης και το 1930, στη διάρκεια του Βαλκανικού Συνεδρίου, διοργάνωσε στην Αθήνα, στο Μέγαρο Αθανασούλα, τη μεγάλη Βαλκανική Έκθεση, κατά τη διάρκεια της οποίας απέδειξε στο Ρουμάνο πρωθυπουργό Γκιόρκα, που ήταν λαογράφος, ότι οι ρίζες της ρουμανικής λαϊκής τέχνης είναι ελληνικές και τον ίδιο χρόνο πρωτοστάτησε στην ίδρυση Πρατηρίου ειδών λαϊκής τέχνης στην Αθήνα.

Ίδρυσε σχολεία, ιδρύματα και επαγγελματικές σχολές και συλλόγους σε ολόκληρη την Ελλάδα. Συνέβαλε στη διάσωση και διάδοση της μικρασιατικής ταπητουργίας, όταν το 1923 ίδρυσε στην Αθήνα το «Σπίτι του Κοριτσιού» με σκοπό την προστασία των ορφανών κοριτσιών της Μικρασιατικής Καταστροφής. Επρόκειτο ουσιαστικά για ένα οικοτροφείο, που φιλοξενούσε τα ορφανά κορίτσια που προέρχονταν από την επαρχία, παρέχοντας πενταετή εκπαίδευση η οποία περιελάμβανε μαθήματα υφαντικής, κεντητικής, κεραμικής, ζωγραφικής, ασημουργίας, μεταλλοτεχνίας και λαογραφίας, άμεση χρηστική εφαρμογή, έρευνα και ανάδειξη του λαϊκού πολιτισμού. Ακόμη ίδρυσε τη Βιοτεχνική Σχολή της Σάμου το 1932, τη Λαμπριάδειο Βιοτεχνική Σχολή στο Ζαγόρι της Ηπείρου, τον Σύλλογο Ελληνικής Χειροτεχνίας, απ’ τον οποίο ξεπήδησε αργότερα ο Εθνικός Οργανισμός Ελληνικής Χειροτεχνίας και το 1937 τη Βιοτεχνική Σχολή Μετσόβου. Το 1937 ίδρυσε το Σύνδεσμο Ελληνικής Χειροτεχνίας, ο οποίος το 1957 μετονομάστηκε σε Κρατικό Οργανισμό Χειροτεχνίας. Τον επόμενο χρόνο χάρη στις προσπάθειές της άρχισε να λειτουργεί στην Αθήνα η Οικοκυρική και Βιοτεχνική Σχολή «Ελληνικό Σπίτι», στην οποία φοιτούσαν κορίτσια απ’ όλη την Ελλάδα, κι εκτός από τη γυμνασιακή μόρφωση, διδάσκονταν όλες τις μορφές της λαϊκής τέχνης όλα μαζί τα παιδιά, κατά τρόπο που να μην υπάρχει ειδίκευση.

Η προσφορά της στη Ζάκυνθο

Τιμώντας την καταγωγή της οικογένειας της [3], πρόβαλλε ιδιαίτερα τη Ζακυνθινή λαϊκή τέχνη στην Αθήνα, στη Βαλκανική Έκθεση, στις εκθέσεις των Δελφών, στις Διεθνείς της Θεσσαλονίκης και των Παρισίων του 1937, όπου τα ζακυνθινά υφαντά της Μαρίας Κολυβά, προκάλεσαν εντύπωση και σχολιάστηκαν από τους ειδικούς και τον Τύπο. Το 1931, απαντώντας στο ερώτημα «Τί πρέπει να γίνει για να ξαναγεννηθεί η Ζάκυνθος», που υπέβαλλε σε επιφανείς Ζακυνθινούς, όπως η Χατζημιχάλη αλλά και ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο Μάργαρης, ο Καλογερόπουλος και ο Κώστας Καιροφύλας, η εφημερίδα «Επτάνησος» έγραφε,

«Αγαπητή Επτάνησος,

Στο ερώτημά σας το « τί πρέπει να γίνει στη Ζάκυνθο για να ξαναγεννηθεί» μου γράφετε και το γνωστό ορθότατο ότι η Ζάκυνθος υπήρξε ο πιο πολιτισμένο μέρος της Ελλάδος.Ο πολιτισμός όμως αυτός μαράθηκε, όπως λέτε, και όπως είναι πια αξακριβωμένο. Δεν είναι όμως δυνατόν, και αν ακόμη παραδεκτούμε πως χάθηκαν εντελώς, να μην έχει αφήσει ίχνη της διαβάσεώς του.
Και είναι αναμφισβήτητο ότι άφησε στις ψυχές όλων των κατοίκων της Ζακύνθου, όπως θα είναι αναμφισβήτο ότι υπάρχει ζωντανώτερος στις εκδηλώσεις της ζωής των χωρικών της. Αναζητήσατε ποτέ αυτά τα ίχνη; Ζητήσατε να τα αναζωογονήσετε, να τα συστηματοποιήσετε και να τα συγχρονίσετε στις σημερινές τοπικές ανάγκες; Εξετάσατε ποτέ τις κλίσεις και τις διαθέσεις του ζακυνθινού ανάλογα προς τις κλιματολογικές του συνθήκες, τους όρους ζωής και την πραγματική του φύση; Η ζωή γυρεύει εξακολουθητική ανανέωση. Αν τίποτε απ’ αυτά δεν έγινε, δίκαια μαράθηκε ο ιδιαίτερος πολιτισμός σας. Ίσως μαράθηκε ακόμη γιατί έλειψε η αυτοπεποίθηση στις δικές σας δυνάμεις και η εθνική περηφάνεια. Η ύπαρξη των φημισμένων χρυσικών σας, των σπουδαιοτάτων βιοτεχνικών εργαστηρίων σας, ήσαν εκδηλώσεις βγαλμένες από ανθρώπους που είχαν άμεση επαφή μ’ αυτήν, που στηρίζονταν σταθερά στα δικά της θεμέλια και που παίρνοντας τα στοιχεία που τους έφερναν οι ξένοι πολιτισμοί είχαν τη δύναμη άλλα ν’ απορίψουν και άλλα να συγκρατήσουν και να αφομοιώσουν ανάλογα προς τις φυσικοπνευματικές τους ανάγκες...Και αφήσατε να φυτοζωούν και σιγά-σιγά να χαθούν όλοι οι τόσο αξιόλογοι βιοτέχνες σας και τις τέχνες τους, όπως και την ψυχική μόρφωση και παρηγοριά που αντλούσαν απ’ αυτές τόσες υπάρξεις, με τί τ’ αντικαταστήσατε; Έπαθε δηλαδή και η Ζάκυνθος, όπως ολόκληρη η Ελλάδα μια γενική μεταβολή του πνεύματος με την τάση να περιφρονούμε κάθε ντόπιο, δικό μας. Γιατί δεν είχατε καταλάβει πως εύκολα μπορεί κανένας να χάσει τον πολιτισμό του, που διαμορφώθηκε και διατηρήθηκε στον τόπο του αιώνες, αλλά δεν μπορεί να μεταφυτέψει, χωρίς να έχει προετοιμάσει το έδαφος, ξένο πολιτισμό πολύ ανώτερον από τις ψυχοπνευματικές δυνάμεις του Έθνους Δεν καταλάβαμε τέλος, πως δεν είναι πολιτισμένος ο λαός που συντρίβει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του δικού του πολιτισμού, μα ο λαός που αναπτύσσει το δικό του πολιτισμόν. Στον κόσμο δεν μπορεί ν’ αναπτυχθεί τίποτε όταν δεν έχει χωμένες τις ρίζες του στο παρελθόν. Είναι αυτό αλήθεια που την επιβεβαίωσαν τα παραδείγματα όλων των ξένων λαών, στους οποίους όχι μόνο η καλλιτεχνική τους βιοτεχνία, αλλά και η τέχνη των μεγάλων δημιουργών βλάστησε από τη λαϊκή ψυχή που έχει τις ρίζες της στο χώμα του τόπου της.

Συγκεντρώστε όσα γερά στοιχεία υπάρχουν στον τόπο σας, ανανεώστε τη λαϊκή ψυχή και δώστε τη σημασία που της ταιριάζει στην ανάπτυξη της χειροτεχίας σας. Για τη δουλειά αυτή βέβαια χρειάζεται και ο ειδικός, αλλά χρειάζεται επίσης και η αποδοχή από το αίσθημα του συνόλου, της τοπικής αγάπης. Ο καθένας δηλαδή πρέπει ν’ αποκτήσει την αίσθηση και την επίγνωση πως η ανάπτυξη της χειροτεχνίας π.χ. είναι κληρονομιά ζωντανή, χρήσιμη στη ζωή και πως από την καλλιτεχνική συμβολική της δύναμη εξαρτάται κατά μέγα μέρος η κοινωνική και οικονομική προκοπή του τόπου. Απ’ όσο ξέρω δεν υποστηρίζονται στον τόπο σας και τόπο μου, τα μικρά βιοτεχνικά εργαστήρια που για να ιδρυθούν χρειάστηκε να ξεπεραστούν τόσες δυσκολίες... Αν αύξαιναν εκείνοι που έχουν την αίσθηση της ωφέλειας που βγαίνει από τη χρησιμοποίηση της χειροτεχνίας και που προάγει μ’ αυτό τον τρόπο το συνολικό πνεύμα της κοινότητας, και δεν ενδιαφέρονται γι αυτή μόνο σαν καλλιτεχνικοί ερασιτέχνες του παράξενου, τότε όχι μόνο τα υπάρχοντα θα άκμαζαν, αλλά πολύ σύντομα θα δημιουργώνταν ή θα αναπτύσσονταν και άλλα...

Θα μου επιτρέψετε να μην επεκταθώ περισσότερο. Πιστεύω βαθειά στην αναγέννησή της, αλλά πιστεύω επίσης πως χρειάζεται γι αυτό η συνολική προσπάθεια, η πραγματική αγάπη στον τόπο, η βαθειά επίγνωση για την αξία των δημιουργημάτων του -έστω κι αν δεν είναι πάντοτε εξαιρετικά- και η περηφάνεια γι αυτά που θα είναι δικά του και όχι ξένα, όπως επίσης και οι ορισμένες και απαραίτητες θυσίες που χρειάζονται σε κάθε ανάλογη δημιουργία και αναδημιουργία. Όχι λόγια, έργα, έργα και εφαρμογή. Είναι ευκολώτατη, φτάνει, επαναλαμβάνω, το σύνολο να νοιώσει πόσο είναι αναγκαία η συμβολή του στη δημιουργία της εσωτερικής ενότητας. Γιατί μονάχα απάνου σ’ αυτήν μπορούν να στηριχθούν γερά θεμέλια για την ανάπτυξη και καλλιτέρευση τόσο την πνευματική, όσο και την εθνική, καλλιτεχνική, κοινωνική και οικονομική, του τόπου. ,
Εύχομαι συντομώτατα ν’ ανατείλει αυτή η μέρα.
Με εξαιρετική εκτίμηση,
Αγγελική (Κολυβά) Χατζημιχάλη».

Το 1953 όταν οι σεισμοί έπληξαν τα Ιόνια νησιά και κατέστρεψαν τη Ζάκυνθο, φρόντισε για την παροχή βοήθειας, ενώ συγκέντρωσε εφόδια και χρήματα. Εκλέχθηκε πρόεδρος της «Οργανωτικής Επιτροπής Αγοράς Βιβλίου και Τέχνης υπέρ της ανασυγκροτήσεως των Ιονίων Νήσων» και κατέβαλλε προσπάθειες για την ανοικοδόμηση της Βιβλιοθήκης. Με δική της έκκληση και με τη συμπαράσταση της βυζαντινολόγου Σοφίας Αντωνιάδου, διεξήχθη έρανος στην Ολλανδία όπου συγκεντρώθηκε αξιόλογο ποσό χρημάτων για τη δημιουργία της Βιβλιοθήκης Ζακύνθου [4].

Εθνικές υπηρεσίες

Στον πόλεμο του 1940-41 συμμετείχε στο πλάι του Ελληνικού στρατού στα βουνά της Βορείου Ηπείρου και η πτώση του Μετώπου τη βρήκε στην Ήπειρο, απ’ όπου επέστρεψε στην Αθήνα. Σύμφωνα με την κόρη της Έρση σύζυγο του Αλέκου Σεφεριάδη [5], εξέφρασε τις αντιρρήσεις της στην απόφαση του συζύγου της Πλάτωνα Χατζημιχάλη, ο οποίο ανέλαβε Υπουργικό χαρτοφυλάκιο στην κυβέρνηση του στρατηγού Γεωργίου Τσολάκογλου και περιόρισε τις δημόσιες εμφανίσεις της καθώς και τον κύκλο των κοινωνικών συναναστροφών της [6]. Στην περίοδο της κατοχής που ακολούθησε διέσωσε πολλούς στρατιώτες από την αιχμαλωσία, ενώ πήρε μέρος στην αντίσταση κατά των κατακτητών και εφοδίαζε με όπλα τις Εθνικές οργανώσεις και υπήρξε συνεργάτης της Λέλας Καραγιάννη βοηθώντας συνεργάτες της που κινδύνευαν, κρύβοντας σαμποτέρ ή αντάρτες στα επί της οδού Όθωνος 4 ή 6 γραφεία μιας χριστιανικής οργανώσεως, στην οποία ήταν επικεφαλής.

Την ίδια περίοδο μετέβαλλε το σπίτι της σε αποθήκη όπου καθαρίζονταν και συσκευάζονταν όπλα για τα βουνά και σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ιερώνυμου [Κοτσώνη], μετέπειτα Αρχιεπισκόπου Αθηνών τουλάχιστον 15.000 Έλληνες στρατιώτες της οφείλουν το ότι γλύτωσαν την αιχμαλωσία από τους Γερμανούς, οι οποίοι είχαν εκδώσει διαταγή ότι θα θεωρούνταν αιχμάλωτοι πολέμου όσοι συνελλαμβάνοντο να φορούν την ελληνική στολή. Η Χατζημιχάλη με τη βοήθεια μιας μεγάλης ομάδος γυναικών, έπαιρναν ότι ρούχο και ύφασμα έβρισκαν και έντυσαν τους στρατιώτες. Την περίοδο του Εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ συνεργάστηκε με το Γεώργιο Γρίβα για την ελευθερία της Κύπρου.

Μουσείο Αγγελικής Χατζημιχάλη

Το κτίσμα το οποίο αποτελούσε την κατοικία της οικογένειας του Πλάτωνα Χατζημιχάλη σχεδιάστηκε το 1924 από τον Μακεδόνα αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχο, χτίστηκε στην τότε οδό Υπερείδου και είναι το μόνο από τα έργα του αρχιτέκτονα που σώζεται στην πόλη των Αθηνών. Αποτελεί έξοχο δείγμα εκλεκτιστικής αρχιτεκτονικής του Μεσοπολέμου και η κατασκευή του ενσωματώνει παραδοσιακά, νεοβυζαντινά και σύγχρονα μορφολογικά αρχιτεκτονικά στοιχεία. Το εσωτερικό του είναι διακοσμημένο με ξυλόγλυπτα, που σχεδίασε η Αγγελική Χατζημιχάλη, βασισμένα σε λαϊκά μοτίβα. Η ιδιαίτερη αρχιτεκτονική διαμόρφωση των χώρων, με έντονες επιρροές από την παραδοσιακή λαϊκή αρχιτεκτονική του ελληνικού χώρου, προσδίδει στο οίκημα ξεχωριστή γοητεία. Στην εσωτερική αυλή έχει τοποθετηθεί, με πρωτοβουλία του Ροταριανού Ομίλου Αθηνών, μαρμάρινη προτομή της Αγγελικής Χατζημιχάλη, έργο του γλύπτη Νικόλα, τα αποκαλυπτήρια της οποίας έγιναν στις 3 Ιουνίου 1971, ενώ στην πρόσοψη του υπάρχει εντοιχισμένη πλάκα, στην οποία αναγράφεται, «Εδώ έζησε, δούλεψε και πέθανε η μεγάλη μας λαογράφος Αγγελική Χατζημιχάλη».

Στο παραδοσιακό τριώροφο κτίριο που βρίσκεται στο δρόμο που φέρει τιμητικά το όνομά της, στην Οδό Χατζημιχάλη αριθμός 6 στη συνοικία της Πλάκας στην Αθήνα, στεγάζεται σήμερα το «Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και Παράδοσης του Δήμου Αθηναίων» [αγγλικά «Municipal Museum of Folk Culture - Angeliki Hatzimichali»] [7]. Το κέντρο δημιουργήθηκε το 1980 από τον Πολιτισμικό Οργανισμό του Δήμου Αθηναίων και στηρίζεται στην τεράστια λαογραφική συλλογή της Χατζημιχάλη, καθώς και σ' ένα μέρος από τα αντιπροσωπευτικά παραδοσιακά αντικείμενα που παραχώρησε με δανεισμό η Ελληνική Λαογραφική Εταιρεία. Σκοπός του είναι η διαφύλαξη και η συντήρηση της λαϊκής τέχνης, η έρευνα της ελληνικής παραδόσεως, η γνωριμία με την ελληνική λαϊκή παράδοση και η συνεργασία με άλλους αντίστοιχους φορείς. Περιλαμβάνει πλούσιο υλικό από κεντήματα, υφαντά, κεραμικά, αγροτικά εργαλεία, αργαλειούς, εικόνες και πίνακες ζωγραφικής της ίδιας. Η λαογραφική βιβλιοθήκη του περιέχει βιβλία και περιοδικά σχετικά με την εθνογραφία, τη λαϊκή τέχνη και την παράδοση του ελληνικού, αλλά και του ευρύτερου βαλκανικού χώρου, καθώς και για τη λαϊκή γλώσσα και λογοτεχνία.

Το αρχοντικό είναι διακοσμημένο από τον γλύπτη Θωμόπουλο σε σχέδια της Χατζημιχάλη με βάση λαϊκά μοτίβα, με ελληνικότατη επίπλωση και στεγάζει σπάνιες συλλογές αντικειμένων της Ελληνικής λαϊκής τέχνης, μαζί με αρχεία φωτογραφιών, επιστολών, εγγράφων και άλλων πολύτιμων τεκμηρίων που φωτίζουν μια σημαντική περίοδο της εθνικής και πνευματικής μας ζωής. Επιπλέον, εκεί φυλάσσεται το προσωπικό αρχείο της Εύας Σικελιανού καθώς και σπουδαία έγγραφα αποκαλυπτικά του ρόλου των γυναικείων οργανώσεων κατά την Κατοχή και τον αγώνα για την ανεξαρτησία των Κυπρίων.

Διακρίσεις

Για το έργο της τιμήθηκε με βραβεία, παράσημα και μετάλλια, μεταξύ των οποίων

  • το παράσημο του Λεοπόλδου Β΄ του Βελγίου, το 1936 για τη συμβολή της στη Διεθνή Έκθεση των Βρυξελλών,
  • το Γαλλικό βραβειο Τεοντόρ Ραϊνάκ, το 1958,
  • το Χρυσούν Μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών, το 1959,
  • το «Βραβείο Πουρφίνα» [8], το 1959 με ομοφωνία από την ομάδα των «Δώδεκα», για το βιβλίο της «Σαρακατσάνοι»,
  • τον Ταξιάρχη της Ευποιίας και με άλλα βραβεία και διακρίσεις.

Η προτομή της που είναι έργο του γλύπτη Νικόλαο Παυλόπουλο, είναι τοποθετημένη στην αυλή του Κέντρου Λαϊκής Τέχνης και Παράδοσης.

Η Θεώνη Δρακοπούλου, η Μυρτιώτισσα, Ελληνίδα ποιήτρια, έγραψε γι’ αυτήν και της αφιέρωσε το ποίημα «Το κυπαρίσσι της Πλάκας».

«Το κυπαρίσσι που άγγιζε τον ουρανό
και που κρυφοκουβέντιαζε με τ’ άστρα,
της Πλάκας το το πανάρχαιο το θεριό
τό ρίχνει η εποχή μας η χαλάστρα.

...Τριγύρω το χαζεύουν τα παιδιά,
ξεφεύγουν απ’ τα κλώνια του πουλιά
τρεμάμενα με χλαλοή μεγάλη,
και σύ, μέσ’ απ’ τη βίγλα σου γροικάς
τον υστερνό του βόγγο και πονάς
και κλαις, Αγγελική Χατζημιχάλη.

Προστάτισσα του ωραίου και του παλιού,
τον χτύπο τον ξερό του τσεκουριού
τον δέχτηκες και συ στα σωθικά σου.
...Σέρνεται τώρα μέσ’ τον κουρνιαχτό
και κάποιος παζαρεύει το σφαχτό...
Κλείσε τ’ αυτιά και σφίξε την καρδιά σου.

Αυτή ’ναι η μοίρα, τίποτα μη λες,
τα ξέρεις και τα ξέρω, μη το κλαις,
μα βόηθησε να ξεπλυθεί το κρίμα.
Τετράψηλο της Πλάκας το θεριό
ξεσήκωσέ το για τον αργαλειό
να ξήσει στο πανί το θείο του σχήμα.

Και να το τραγουδάνε στις αυλές
πετώντας τη σαϊτα οι λυγερές,
να μοίρωνται τον άδικο χαμό του,
που κείνο είχ’ εντολή απ’ το Θεό
να δείχνει αιώνια ασάλευτο στητό
στα πλάσματα της γης τον ουρανό του.»

Εργογραφία

Ίδρυσε το Λύκειο Ελληνίδων Σμύρνης και το 1920 άρχισε την έρευνά της για τους Σαρακατσάνους. Μελέτησε τη βυζαντινή και τη νεότερη ελληνική λαϊκή τέχνη και στόχος της ήταν η συλλογή και η διάσωση όσο το δυνατόν περισσοτέρων στοιχείων του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού. Ασχολήθηκε με το σχέδιο και τη συλλογή υφασμάτων, κεντημάτων και άλλων έργων λαϊκής τέχνης. Υπήρξε πρωτοπόρος στον τομέα της αξιοποιήσεως των θησαυρών της ελληνικής λαϊκής τέχνης και ανέπτυξε πλούσια και αξιόλογη δράση για την προβολή της.

Έγραψε και κυκλοφόρησε βιβλία,μελέτες και άρθρα, ενώ δημοσίευσε σε περιοδικά και συλλογικούς τόμους κι έχει εκδώσει θαυμάσια λευκώματα με εθνικές ενδυμασίες από διάφορα μέρη της Ελλάδος. Τα συγγράμματά της καλύπτουν όλους σχεδόν τους τομείς της Ελληνικής λαϊκής τέχνης κι ορισμένα από αυτά είναι μοναδικά στην Ελληνική βιβλιογραφία όπως το έργο οι

  • «Σαρακατσάνοι» [9], σε πέντε τόμους από τους οποίους κυκλοφόρησε μόνο ένας, που την καταξίωσε και την κατέστησε γνωστή διεθνώς.

Στο έργο παρουσίασε στοιχεία ότι πρόκειται για έναν πληθυσμό που από κοινωνική οργάνωση δείχνει ορισμένα πρωτότυπα στοιχεία του Ελληνικού πολιτισμού και υποστηρίζει την καταγωγή τους από νομαδικά φύλα της αρχαίας Ελλάδας, ενώ μελέτησε κάθε πτυχή του βίου και της τέχνης του κτηνοτροφικού πληθυσμού των βουνών της Ελλάδος. Ο πρώτος τόμος του έργου περιλαμβάνει λεπτομερή ονομαστική καταγραφή 10.604 οικογενειών Σαρακατσάνων με 2.890 τσελιγκάτα και 1.729.141 γιδοπρόβατα. Η Χατζημιχάλη γράφει ότι «...Οι Σαρακατσάνοι απλοί και πρωτόγονοι, σπαρμένοι σ' όλο τον κορμό της ελληνικής χερσονήσου, αμόλυντοι από αλλόφυλοι επιμιξίες, με οδηγό τους το ένστιχτο της αυτοσυντήρησης, διαγράφουν χιλιάδες τώρα χρόνια στον ίδιο χώρο την ιδιότυπη και ανεξάρτητη σταδιοδρομία τους».

Έγραψε ακόμη τα

  • «Ελληνική λαϊκή τέχνη, Σκύρος», το 1925, έργο πρωτοποριακό, με σκοπό «..να συντελέσει στη μελέτη και το διαφωτισμό της εφηρμοσμένης λαϊκής τέχνης», υψηλή έκφραση της οποίας αποτελούσε η σκυριανή, όπως έγραψε η ίδια.

Στο έργο μελετά τη λαϊκή αρχιτεκτονική στο χώρο της ανατολικής Μεσογείου και τονίζει ότι «…το λαϊκό σπίτι είναι για την αρχιτεκτονική μιας χώρας ότι ο θρύλος για τη λογοτεχνία ή το λαϊκό τραγούδι για τη μουσική». Παράλληλα υποστηρίζει πως για να συνεχιστεί η ελληνική αρχιτεκτονική είναι ανάγκη να πάρουμε διδάγματα από τη λαϊκή αρχιτεκτονική, όπως είχαν υποστηρίξει ο Περικλής Γιαννόπουλος και ο Ίων Δραγούμης, άποψη που υλοποίησε ο Δημήτριος Πικιώνης. Σύμφωνα με τον Στίλπωνα Κυριακίδη, το έργο είναι «...η πρώτη συστηματική πραγματεία δια την νεοελληνικήν λαϊκήν τέχνην εν τω συνόλω της..».

  • «Υποδείγματα Ελληνικής διακοσμητικής» το 1929, που περιλαμβάνει 274 αντιπροσωπευτικά σχέδια και εικόνες.
  • «Ραπτάδες, χρυσοράπτες και καποτάδες»,
  • «Ελληνική λαϊκή τέχνη, Ρουμλούκι, Τρίκερι, Ικαρία», το 1931, έργο αφιερωμένο στη μνήμη του πατέρα της Αλέξιου Κολυβά.
  • «Η ελληνική λαϊκή φορεσιά» σε δύο τόμους,
  • «Η λαϊκή ελληνική τέχνη» το 1937,
  • «Μεσογειακά κεντήματα»,
  • «Χρυσοκλαβαρικά Κεντήματα»,
  • «Το «Μέτσοβο»,
  • «Ελληνικαί εθνικαί ενδυμασίαι» το 1948, στο οποίο έχει καταγράψει όλες σχεδόν τις τοπικές Ελληνικές φορεσιές.
  • «Το ελληνικό σπίτι» το 1949,
  • «Η ξυλογλυπτική» το 1950,
  • «Τα κεντήματα του Τρίκερι» το 1951.

Βιβλιογραφία

Παραπομπές

  1. [«Beyond Dress Codes»: Όταν η Χατζημιχάλη συνάντησε τον Γκωτιέ] Γιώργος Πισσαλίδης, Ηλεκτρονική εφημερίδα «Ελληνικές Γραμμές», 4 Οκτωβρίου 2010
  2. Απέθανε χθες η Αγγελική Χατζημιχάλη Εφημερίδα «Ελευθερία», Παρασκευή 5 Μαρτίου 1965, σελίδα 2
  3. [Πηγή: Διάλεξη του Σαράντη Αντίοχου, που πραγματοποιήθηκε στη Δημόσια Βιβλιοθήκη Ζακύνθου και επαναλήφθηκε στη Στέγη Γραμμάτων στην Αθήνα τον Μάρτιο του 1966, υπό την αιγίδα του Δήμου Ζακυνθίων και της Ζακυνθινής Εστίας]
  4. [Εφημερίδα «Αλήθεια» Ζακύνθου, 28 Σεπτεμβρίου 1955]
  5. [ Έρση Χατζημιχάλη, «Περίπατος με την Αγγελική», Εκδόσεις «Κάκτος», Αθήνα 1999, σελίδες 221-225]
  6. [«....Το υπουργικό συμβούλιο περιλαμβάνει στη θέση του υπουργού Οικονομικών έναν από τους πιο γνωστούς φιλελευθέρους, τον Χατζημιχάλη, που πείστηκε να συμπράξει με το σκεπτικό ότι είναι απαραίτητο να αρχίσει και πάλι να γυρίζει ο τροχός της δημόσιας διοίκησης, για να αποφευχθούν χειρότερα δεινά. Ωστόσο, η ίδια η οικογένειά του διαφωνεί μ’ αυτό, και η σύζυγός του, που είναι ιδιαίτερα δραστήρια στην πολεμική μας περίθαλψη, μιλά φανερά εναντίον του...»] Απόσπασμα από το ημερολόγιο του Αμερικανού Λαιρντ Άρτσερ, εγγραφή 30ης Απριλίου 1941
  7. Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και Παράδοσης
  8. Η απονομή του «Βραβείου Πουρφίνα» Περιοδικό Νέα Εστία, τεύχος 756, σελίδες 47-49
  9. Οι Σαρακατσαναίοι Περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχος 1, σελίδες 28-33