Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β'

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Κυρός Χρυσόστομος Β, [κατά κόσμον Θεμιστοκλής Χατζησταύρου ή Χατζηδήμου], Έλληνας εθνικιστής θεολόγος, εθνικός αγωνιστής που υπήρξε φίλος και στενός συνεργάτης του πατέρα του Ελληνικού Εθνικισμού Ίωνα Δραγούμη, που εκλέχθηκε και διατέλεσε Επίσκοπος Τράλλεων, Μητροπολίτης Φιλαδελφείας, Μητροπολίτης Εφέσου, Μητροπολίτης Ρόδου, Μητροπολίτης Βέροιας & Ναούσης, Μητροπολίτης Καβάλας την οποία μετονόμασε σε Νεαπόλεως & Θάσου και στη συνέχεια 16ος στη σειρά Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος [1] [2], μετά την ανακήρυξη του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος, Προκαθήμενος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος, Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Ελλάδος, του ανώτατου θεσμικού οργάνου διοικήσεως, καθώς και της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, γεννήθηκε το 1880 στο Αϊδίνιο της Μικράς Ασίας και πέθανε το απόγευμα της Κυριακής της Πεντηκοστής, 9 Ιουνίου 1968, σε νοσοκομείο των Αθηνών, από γαστρορραγία, έπειτα από ολιγοήμερη ασθένεια.

Η νεκρώσιμη ακολουθία του τελέστηκε στις 10:30 το πρωί της 12ης Ιουνίου στον Μητροπολιτικό ναό Αθηνών και του αποδόθηκαν τιμές Αρχιεπισκόπου εν ενεργεία. Στην τελετή που έγινε με δημόσια δαπάνη παραβρέθηκε ο Γεώργιος Ζωιτάκης. Ο κυρός Χρυσόστομος Χατζησταύρου τάφηκε στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών.

Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος
Συνοπτικές πληροφορίες
Γέννηση: 1880
Τόπος: Αϊδίνιο (Μικρά Ασία)
Θάνατος: 9 Ιουνίου 1968
Τόπος: Αθήνα
Υπηκοότητα: Ελληνική
Συνοπτικές πληροφορίες αξιώματος
* 17ος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών *
Έναρξη Θητείας : 13 Ιανουαρίου 1962
Λήξη θητείας : 13 Μαΐου 1967
Προκάτοχος
Διάδοχος

Βιογραφία

Πατέρας του Θεμιστοκλή ήταν ο Σταύρος Χατζησταύρου και μητέρα του η Κυριακή Πέτρου, απόγονος της οικογενείας του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, άνθρωποι θεοσεβείς και ενάρετοι. Παρακολούθησε τα μαθήματα της Βασικής εκπαιδεύσεως στη γενέτειρα του και στη συνέχεια παρακολούθησε μαθήματα στο Λύκειο «Χ. και Ν. Αρώνη» στη Σμύρνη. Στη συνέχεια μετακόμισε στη Σάμο και παρακολούθησε μαθήματα στο Πυθαγόρειο Γυμνάσιο. Στη διάρκεια της φοιτήσεως του, μαζί με άλλους συμμαθητές του, ταξίδεψε στην Ελλάδα προκειμένου να καταταγεί ως εθελοντής στον Ελληνικό στρατό κατά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, όμως δεν έγινε δεκτός λόγω του νεαρού της ηλικίας του.

Στην Αθήνα ο Θεμιστοκλής συνάντησε τον τότε Μητροπολίτη Αθηνών Θεόκλητο Μηνόπουλο, τον οποίο εντυπωσίασε με την προσωπικότητα του. Στη συνέχεια επέστρεψε στη Σάμο και ολοκλήρωσε τα μαθήματα του στο Πυθαγόρειο Γυμνάσιο από το οποίο αποφοίτησε με βαθμό άριστα. Μετά το Γυμνάσιο, και ύστερα από επιτυχείς εισαγωγικές εξετάσεις, ο Θεμιστοκλής φοίτησε και το 1902 αποφοίτησε από την Ιερατική Σχολή της Χάλκης ως αριστούχος. Η πτυχιακή του διατριβή με τίτλο «Αι ησυχαστικαί έριδες του ΙΔ' αιώνος» είναι η πρώτη μελέτη Έλληνα Ορθοδόξου Θεολόγου για τη θεολογία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.

Εθνική & Εκκλησιαστική δράση

Στα τέλη Ιουλίου του 1902, αμέσως μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στην Θεολογική σχολή της Χάλκης, ο Θεμιστοκλής Χατζησταύρου προσλήφθηκε στην υπηρεσία του Μητροπολίτη Δράμας, του μετέπειτα Εθνομάρτυρα Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο Καλαφάτη, με τον οποίο διατηρούσε προσωπική φιλία και από τον οποίο χειροτονήθηκε Διάκονος. Ταυτόχρονα ανέλαβε καθήκοντα γενικού Αρχιερατικού επιτρόπου, ιεροκήρυκα και γραμματέα του Εκκλησιαστικού δικαστηρίου της Δράμας. Ως αρχιδιάκονος διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στον Μακεδονικό Αγώνα στην περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας. Μετά το θάνατο του εθνομάρτυρα Παύλου Μελά, γαμπρού από αδελφή του εθνικιστή πρόξενου της Ελλάδος στη Μακεδονία Ίωνα Δραγούμη, μαζί με τον οποίο έθαψε στο Κάτω Νευροκόπι τους Έλληνες που δολοφόνησαν οι Βούλγαροι κομιτατζήδες, ο διάκονος Θεμιστοκλής Χατζησταύρου προχώρησε σε μυστικές επαφές με την Ελληνική κυβέρνηση στην Αθήνα, με στόχο τη δημιουργία Επιτροπής Άμυνας καθώς και την ανάληψη ενόπλου δράσεως.

Στο πλαίσιο της εθνικής του δράσεως στην περιοχή της Μακεδονίας ασχολήθηκε με αρχαιολογικές έρευνες και διέσωσε ανέκδοτες Ελληνικές και Λατινικές επιγραφές, πράξη για την οποία τιμήθηκε με την απονομή του διπλώματος του μέλους της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας. Μετά το 1904 με το ψευδώνυμο «Φλέγων» έστελνε ανταποκρίσεις με τον τίτλο «Επιστολαί έκ Καβάλας» που δημοσιεύονταν στην εφημερίδα «Νέα Ημέρα» της Τεργέστης, η οποία κυκλοφορούσε μυστικά σ’ όλη τη Μακεδονία και γενικότερα στην υπόλοιπη Ελλάδα. Ο διάκονος Θεμιστοκλής Χατζησταύρου φρόντισε για τα ορφανά παιδιά, ιδρύοντας οικοτροφείο με εσωτερικό σχολείο, όπου μάθαιναν την ελληνική γλώσσα και ιστορία. Με προτροπή του Χρυσοστόμου, ανέλαβε την ηγεσία οργανώσεως για τη στήριξη των Ελλήνων της περιοχής. Πρόκειται για τη «Νέα Φιλική Εταιρεία», στην οποία μύησε αγωνιστές, τους οποίους όρκιζε στην οικία του Βασιλείου Γρηγοριάδη, στη συμβολή τω ν οδών Βενιζέλου & Παύλου Μελά. Είχε επιφορτιστεί μάλιστα και με το χρέος να προμηθεύει όπλα στους μυούμενους και γι' αυτή του τη δράση παραπέμφθηκε στο έκτακτο δικαστήριο της Θεσσαλονίκης δίχως να καταδικαστεί, σύμφωνα με τον Μητροπολίτη Δράμας Χρυσόστομο Καλαφάτη, διότι οι μάρτυρες δεν τον αναγνώρισαν [3]

Το 1905 ταξίδεψε στην Αθήνα όπου στρατολόγησε Έλληνες αξιωματικούς για να τεθούν επικεφαλής ανταρτικών ομάδων στη Μακεδονία και το Πάσχα του 1906 αναπλήρωσε στα καθήκοντα του Μητροπολίτη Δράμας τον Εθνομάρτυρα Χρυσόστομο, όταν εκείνος πραγματοποίησε προσκυνηματική εκδρομή στους Αγίους Τόπους. Τον ίδιο χρόνο κατηγορήθηκε από τους Τούρκους για τη συγκρότηση ανταρτικών ομάδων στη Μακεδονία, διατάχθηκε η προσωποκράτηση του ύστερα από προδοσία Τουρκαλβανών, οι οποίοι συνελήφθησαν από τον τουρκικό στρατό κατά τη συμπλοκή τους κοντά στην Προσοτσάνη με ομάδα Ελλήνων ανταρτών, της οποίας ηγείτο ο αξιωματικός του ιππικού Βαρδής με το ψευδώνυμο «Βαρδάρης». Ο Θεμιστοκλής Χατζησταύρου καταδικάστηκε, ερήμην, σε φυλάκιση 4 ετών με την κατηγορία ότι είχε οργανώσει ανταρτικές ομάδες για την κατάλυση της Τουρκικής εξουσίας, από το Στρατοδικείο της Θεσσαλονίκης. Μπροστά στον κίνδυνο να εγκλεισθεί στις τουρκικές φυλακές, με την παρότρυνση του Μητροπολίτη Δράμας κατέφυγε στο Ελληνικό Προξενείο της Καβάλας. Η παρουσία του έγινε αντιληπτή και εξαναγκάστηκε να κρυφτεί στο σπίτι του Ανδρέα Τζίφα, που βρισκόταν κοντά στο Προξενείο, όμως τελικά φυγαδεύτηκε στην Κωνσταντινούπολη.

Στην Πόλη για λόγους ασφαλείας άλλαξε το όνομα του στο εκκλησιαστικό Χρυσόστομος και άρχισε να προσφέρει υπηρεσίες σε άμισθη θέση στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Στις αρχές του 1907 και καθώς κατέστη αδύνατη η επιστροφή του κοντά στο Μητροπολίτη Δράμας, ο οποίος εξορίστηκε με απόφαση των Τουρκικών αρχών της Μακεδονίας, αποφάσισε να πραγματοποιήσει παιδαγωγικές σπουδές στη Λοζάνη της Ελβετίας, με έξοδα του οικουμενικού Πατριαρχείου. Το 1908, μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων και την παροχή γενικής αμνηστίας, τέθηκε εκ νέου στη διάθεση του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.

Επίσκοπος Τράλλεων

Μετά από πρόσκληση του Μητροπολίτη Δράμας Χρυσόστομου Καλαφάτη, ο οποίος είχε χειροτονηθεί Μητροπολίτης Σμύρνης στη Μικρά Ασία, ο διάκονος Θεμιστοκλής Χατζησταύρου εγκαταστάθηκε κοντά του στη Μητρόπολη της Σμύρνης. Εκεί ο διάκονος Χατζησταύρου εκάρη ιερομόναχος και στις 4 Δεκεμβρίου 1910 χειροτονήθηκε βοηθός επίσκοπος του Μητροπολίτη Σμύρνης, ως Τιτουλάριος -δίχως ποίμνιο- της παλαιάς επισκοπής Τράλλεων και ανέπτυξε σημαντική ποιμαντική και φιλανθρωπική δράση. Διατέλεσε αρχισυντάκτης, διευθυντής και εκδότης στο περιοδικό «Ιερός Πολύκαρπος» της Ιεράς Μητροπόλεως Σμύρνης, σημείο αναφοράς στην ιστορία του Εκκλησιαστικού τύπου, το οποίο υπήρξε δημοσιογραφικό όργανο της θρησκευτικής αδελφότητος «Ευσέβεια». Στο περιοδικό ο Χρυσόστομος δημοσίευσε σειρά από άρθρα με ιδιαίτερα εποικοδομητικό περιεχόμενο. Το 1911 εκροσώπησε την Μητρόπολη Σμύρνης στο συνέδριο της «Παγκόσμιας Χριστιανικής Φοιτητικής Ομοσπονδίας» στο Βεβέκ της Κωνσταντινουπόλεως και στις 15 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου εκφώνησε τον επιμνημόσυνο λόγο στο μνημόσυνο του δολοφονηθέντος από όργανα του τουρκικού κομιτάτου, μητροπολίτη Γρεβενών Αιμιλιανού Λαζαρίδη.

Μητροπολίτης Φιλαδέλφειας

Στις 16 Μαρτίου του 1913, ο Χρυσόστομος εκλέχθηκε στη θέση του Μητροπολίτη Φιλαδέλφειας, μιας από τις επτά Εκκλησίες της Αποκαλύψεως, σε επαρχία επικίνδυνη, όπου το τουρκικό στοιχείο υπερτερούσε του ελληνικού. Ο Μητροπολίτης υπήρξε μέλος της μυστικής «Εθνικής Οργανώσεως» του Ίωνα Δραγούμη, η οποία είχε σκοπό να πετύχει την εξουδετέρωση των αιματηρών διωγμών των Ελλήνων ομογενών από τους Τούρκους, μυστικός απεσταλμένος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στους Άγγλους προκειμένου να πληροφορηθεί τα της αποβάσεως στην Κωνσταντινούπολη, ενώ ορίστηκε πρόεδρος της Ελληνοαρμενικής επιτροπής συνεργασίας και αλληλεγγύης. Ο Μητροπολίτης Φιλαδέλφειας διατηρούσε άριστες προσωπικές σχέσεις με τους ανώτερους στρατιωτικούς και δικαστικούς άρχοντες της περιοχής του. Ίδρυσε σχολεία και οικοτροφεία όπου διδάσκονταν η ελληνική γλώσσα και ιστορία και η χριστιανική αγωγή. Το 1914 παραβρέθηκε στην αναχώρηση του Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομου για την Κωνσταντινούπολη, όπου εξορίστηκε από τον Γενικό Διοικητή της Σμύρνης τον Ραχμή Βέη, ο οποίος έθεσε και τον Μητροπολίτη Φιλαδέλφειας σε κατ' οίκον περιορισμό, μετά από καταγγελία ότι έκρυβε οπλισμό στο σπίτι του και στις εκκλησίες της Μητροπόλεως του. Ίδρυσε το Εθνικό Οικοτροφείο Φιλαδελφείας, για Έλληνες μαθητές όλων των βαθμίδων για το οποίο κατάρτισε, σε συνεργασία με τους δασκάλους, αναλυτικά προγράμματα εκπαιδεύσεως και την 1η Μαρτίου του 1914 εξέδωσε το περιοδικό «Ο Άγγελος της Φιλαδέλφειας». Με την έναρξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, εκλήθη συνοδικός στην Κωνσταντινούπολη από τον Πατριάρχη Γερμανό Ε' και ως πρόεδρος της Επιτροπής Αποκαταστάσεως, περιόδευσε στη Θράκη και τη Μικρά Ασία, κατέγραψε την έκταση των διωγμών κι έκανε διαβήματα προς την Ελληνική κυβέρνηση.

Προσπάθησε να εμποδίσει τη μετανάστευση των Μουσουλμανικών πληθυσμών της Μακεδονίας και της Θράκης στη Μικρά Ασία, με σκοπό την πληθυσμιακή αλλοίωση της περιοχής, καθώς ταυτόχρονα οι Τούρκοι μετέφεραν Έλληνες των παραλίων της Μικράς Ασίας στην Τουρκική ενδοχώρα. Ο Μητροπολίτης κατήγγειλε τις πρακτικές της Τουρκίας και απείλησε ότι θα τις γνωστοποιήσει στις διεθνείς αρχές. Καταδικάστηκε από τους Τούρκους ερήμην εις θάνατον, με κατασκευασμένες κατηγορίες, όμως η εκτέλεση της ποινής του αποτράπηκε με παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων. Την ίδια εποχή εξέδωσε το επιστημονικό θεολογικό περιοδικό «Νέος Ποιμήν». Ο Μητροπολίτης Φιλαδέλφειας ήταν από τους συντάκτες της επιστολής που έγραψαν κι έστειλαν στο Τσάρο της Ρωσίας Νικόλαο Β' οι Ορθόδοξοι ιεράρχες, με την οποία ζητούσαν χρηματική βοήθεια για την ενίσχυση των Ορθόδοξων πληθυσμών της Μικράς Ασίας. Τοποθετήθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως ως τοποτηρητής της Μητροπόλεως Ηλιουπόλεως και Θείρων, που είχε έδρα το Αϊδίνιο και που τότε ήταν χηρεύουσα. Το 1919, στη διάρκεια της προελάσεως των Ελληνικών στρατευμάτων, μεσολάβησε στον Έλληνα Ύπατο Αρμοστή Αριστείδη Στεργιάδη υπέρ των αμάχων Τούρκων αλλά και των εμπλεκομένων στους διωγμούς πασάδων, παρά τις σφαγές των Ελλήνων του Αϊδινίου, μεταξύ των οποίων και η οικογένειά του. Μετά την ανακατάληψη του Αϊδινίου από τα Ελληνικά στρατεύματα, ως τοποτηρητής της εκεί Μητροπόλεως, αγωνίστηκε για την ανασυγκρότηση της πόλεως και οργάνωσε τους αμάχους που απέκρουσαν επί τρία εικοσιτετράωρα επίθεση Τσετών και για αυτή του τη δράση του απονεμήθηκε ο Πολεμικός Σταυρός Γ' τάξεως, με πρόταση της Ι' Μεραρχίας.

Μητροπολίτης Εφέσου

Στις 19 Φεβρουαρίου 1919 μετατέθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τοποθετήθηκε στη, δεύτερη κατά σειρά μετά την Κωνσταντινούπολη, Μητρόπολη Εφέσου. Εκεί διαβλέποντας την επερχόμενη στρατιωτική ήττα προσπάθησε, με κάθε τρόπο και μέσο, να οργανώσει και να εξοπλίσει τους αμάχους για να αντιμετωπίσουν αυτό το ενδεχόμενο, όμως τον πρόλαβαν οι εξελίξεις στα πεδία των μαχών. Μετά την υποχώρηση του Ελληνικού Στρατού, συνεργάστηκε με τον Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο σε μια προσπάθεια να ανακουφίσουν τους Έλληνες πρόσφυγες που συνέρρεαν στη Σμύρνη και βρισκόταν μαζί του όταν τον παρέλαβε η άμαξα του Νουρεντίν που τον οδήγησε στο μαρτύριο του.

Ενώ η Σμύρνη είχε παραδοθεί στις φλόγες, ο Μητροπολίτης Εφέσου έφθασε κυνηγημένος στο σπίτι του Άγγλου Ναυάρχου, τον οποίο έπεισε να διαθέσει πλοία για την απομάκρυνση των Ελλήνων αμάχων, παρά τις αντίθετες εντολές που είχε ο ναύαρχος από τους ανωτέρους του. Στα πλοία ο Μητροπολίτης Εφέσου επιβίβασε και τους μισούς από τους ιερείς της Μητροπόλεως, όμως όταν τα πλοία επέστρεψαν για να παραλάβουν και τους υπόλοιπους αυτοί είχαν δολοφονηθεί, οι περισσότεροι με φρικτό τρόπο. Ο Μητροπολίτης μετά την Μικρασιατική καταστροφή, έφτασε στον Πειραιά με Αγγλικό πλοίο.

Στην Ελλάδα

Αποκρισάριος

Ο πατριάρχης Μελέτιος Δ' συνέστησε με πατριαρχική και συνοδική απόφαση τον Δεκέμβριο του 1922, «…Την πρώτη Διαρκή και μόνιμον Αντιπροσωπείαν του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Αθήνα προς διευκόλυνση και επιτάχυνση της διεξαγωγής των εκκλησιαστικών υποθέσεων του όλου κλίματος του Θρόνου στην ελεύθερη χώρα» [4] και με σχετικό πιττάκιο ανακοίνωσε στον μητροπολίτη Εφέσου Χρυσόστομο Χατζησταύρου τον διορισμό του σε Αποκρισάριο του στην Ελλάδα. Πρώτη εντολή του Πατριάρχου προς τον Χρυσόστομο ήταν: «….να επικοινωνήσει μετά των εκλεγέντων αρχιερέων απροκριμάτιστα, ως απόλυτα κανονικών ιεραρχών της Αυτοκεφάλου Διοικήσεως», παρά τη δημοσιευθείσα ιεροκανονική γνωμοδότηση του μητροπολίτη Κυζίκου Καλλινίκου Δεληκάνη στο περιοδικό του Πατριαρχείου «Εκκλησιαστική Αλήθεια», που υπερασπιζόταν την ακρίβεια της εντολής του Τόμου του 1850 για την κανονική συγκρότηση της Συνόδου ως Αρχής στην Ελλάδα». Τότε όλοι στο Οικουμενικό Πατριαρχείο υποδείκνυαν ως πλέον κατάλληλο για τον θρόνο των Αθηνών την υποψηφιότητα του Μητροπολίτη Ιωαννίνων Γερμανού Καραβαγγέλη.

Ο Μητροπολίτης Εφέσου Χρυσόστομος παραστάθηκε ως Αποκρισάριος του Οικουμενικού Θρόνου, στη χειροτονία και την ενθρόνιση ως μητροπολίτη Αθηνών του αρχιμανδρίτη Χρυσόστομου Παπαδόπουλου. Το ελληνικό κράτος τίμησε τον Μητροπολίτη Εφέσου ως πρεσβευτή Α' τάξεως, κατά το διεθνές διπλωματικό πρωτόκολλο, για την εκπροσώπηση του Οικουμενικού Πατριάρχη, ως «Αρχηγού» Θεσμού, ισοδύναμου με κράτος. Ο Χρυσόστομος ανέλαβε δράση και αγωνίστηκε για την περίθαλψη των προσφύγων που έφταναν κατά εκατοντάδες χιλιάδες στην Ελλάδα. Με εντολή της Ελληνικής Κυβερνήσεως ανέλαβε να συντάξει έκθεση για τις τουρκικές βαρβαρότητες, την οποία χρησιμοποίησε ο Ελευθέριος Βενιζέλος προκειμένου να ανατρέψει τους ισχυρισμούς των Τούρκων ότι δε βιαιοπράγησαν σε βάρος των Χριστιανικών πληθυσμών.

Ο Μητροπολίτης Εφέσου επιδίωξε τη σύσφιξη των διαταραγμένων σχέσεων με την διχασμένη ελλαδική Αυτοκεφαλία και διαβίβασε στο Φανάρι το αίτημα της Συνόδου των Αθηνών να διορθωθούν οι εκκλησιαστικοί τίτλοι που αυθαίρετα υποβάθμισε η Βαυαροκρατία από το 1833. Στις 2/19 Ιούλιου του 1923 ο Πατριάρχης αποδέχθηκε το αίτημα των Ελλαδιτών αρχιερέων και με πιττάκιο του αναγνώρισε ότι: «...Ο μεν Πανιερώτατος και Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αθηνών και Πρόεδρος της Ιερός Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος θα τιτλοφορείται εφεξής Μακαριώτατος Μητροπολίτης Αθηνών, Υπέρτιμος και Έξαρχος πάσης Ελλάδος, πάσαι δε αι επίσκοποί εν τω κράτει ονομάζονται Μητροπόλεις, και οι εναυταίς αρχιερατεύοντες τιτλοφορούνται μητροπολίται».

Μητροπόλεις Ρόδου, Βέροιας & Ναούσης

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον εξέλεξε Μητροπολίτη Ρόδου στις 5 Φεβρουαρίου 1924, για λόγους «υψίστου εθνικού συμφέροντος» στα υπό Ιταλική κατοχή Δωδεκάνησα, την εποχή που οι μητροπολίτες εξορίστηκαν κι έμειναν αβοήθητοι οι χριστιανοί των νησιών. Αρχικά οι Ιταλοί αποδέχθηκαν την εκλογή του, όμως αργότερα πρόβαλαν απαράδεκτους έως ταπεινωτικούς όρους, καθώς επιθυμούσαν εκλογή Μητροπολίτη που θα ήταν πειθήνιο όργανο της προπαγάνδας τους. Έτσι ο Χρυσόστομος αρνήθηκε την εκλογή του, δεν μετέβη στη Ρόδο και παραιτήθηκε στις 30 Απριλίου του ίδιου χρόνου, ενώ την ίδια μέρα μετατέθηκε στη Μητρόπολη Βέροιας & Ναούσης «...ἅτε δὴ πρὸς διαποίμανσιν αὐτῆς προκριθέντος κ. Ἀποστόλου (Τρύφωνος πρώην Ρόδου) μὴ ἀποδεξαμένου τὴν ἐκλογὴν».

Ο Χρυσόστομος, σύμφωνα με τα Πρακτικά της Δημογεροντίας Βεροίας, παρέστη σε μία συνεδρία της Δημογεροντίας, στις 5 Αυγούστου 1924, που αφορούσε γενική συνέλευση του ιερού κλήρου της Βεροίας, ενώ εξελέγη επίτιμος πρόεδρος της Φιλοπτώχου Αδελφότητος Κυριών της πόλεως. Τακτοποίησε τα οικονομικά της μητροπόλεως, διέσωσε τα κειμήλια και τα αρχεία της Βέροιας αλλά και της επαρχίας, αναστήλωσε και ξαναλειτούργησε τις μονές Τιμίου Προδρόμου (Σκήτης Βεροίας) και αγίου Αθανασίου (Σφηνίτσης) 31, οργάνωσε το κατηχητικό και προνοιακό έργο της μητροπόλεως, δημιούργησε τα πρώτα συσσίτια για απόρους μαθητές και έβαλε τις βάσεις για τα οικοτροφεία της μητροπόλεως.

Μητροπολίτης Φιλίππων & Νεαπόλεως

Στις 7 Οκτωβρίου 1924 μετατέθηκε στη Μητρόπολη Καβάλας, που μόλις είχε συσταθεί με έδρα την πόλη της Καβάλας, Μητρόπολη που το 1930 μετονόμασε σε Φιλίππων & Νεαπόλεως [5]. Στην Καβάλα την ημέρα της ενθρονίσεως του τον υποδέχθηκαν δεκάδες χιλιάδες λαού, μεταξύ τους και παλιοί του συναγωνιστές του Μακεδονικού αγώνος. Ο Χρυσόστομος για την περίθαλψη των 45.000 Ελλήνων προσφύγων που βρίσκονταν στην πόλη, κινητοποίησε όλους τους μηχανισμούς του αδύναμου Ελληνικού κράτους. Ίδρυσε την «Χριστιανική Εστία» όπου οργάνωσε ένα ενεργό μορφωτικό κέντρο, με αίθουσες διαλέξεων, βιβλιοθήκη, σύγχρονα εποπτικά μέσα, και σχολή ιεροψαλτών. Πραγματοποίησε ομιλίες και προσκάλεσε κορυφαίους επιστήμονες για διαλέξεις. Πολλά τζαμιά τα μετέτρεψε σε εκκλησίες, έκτισε ναούς, σχολεία, οικοτροφεία γηροκομεία ενώ ασχολήθηκε με τη συγγραφή επιστημονικών έργων κι εξέδωσε το περιοδικό «Ο Απόστολος Παύλος».

Με την κήρυξη του Β' Παγκοσμίου πολέμου βοήθησε στην ενίσχυση του μετώπου και οργάνωσε τάγματα εθελοντών για τη βοήθεια και την προστασία των αμάχων, ενώ δημιούργησε το «Παράρτημα Πληροφοριών και Διευκολύνσεων» που βοήθησε οικογένειες στρατευμένων. Ως πρόεδρος του Ερυθρού Σταυρού στο νομό Καβάλας, φρόντισε για την εκπαίδευση εθελοντριών που πλαισίωσαν πολεμικά νοσοκομεία. Μετά την κατάρρευση του Μετώπου και την κατοχή της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονα στη Μακεδονία βρέθηκαν και παλαιοί κομιτατζήδες που υπό καθεστώς τρομοκρατίας υπήγαγαν τις περιοχές σε Βουλγαρικές Μητροπόλεις, ενώ στην Καβάλα τοποθετήθηκε Βούλγαρος αρχιερατικός επίτροπος. Η εκδίωξη του Μητροπολίτη Καβάλας επιτεύχθηκε με απειλή κατά της ζωής του και έτσι εξορίστηκε στην Αθήνα. Ο Χρυσόστομος διετέλεσε πρόεδρος της «Εθνικής Οργανώσεως Χριστιανικής Αλληλεγγύης», [«Ε.Ο.Χ.Α.»], με 2.000 εθελοντές στην Αθήνα, η οποία βοήθησε πεινασμένους, απόρους και φυλακισμένους. Ήταν μέλος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος η οποία επανέφερε στον θρόνο τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό. Συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση και μόλις που πρόφθασε να κρύψει ενοχοποιητικά στοιχεία, στη διάρκεια μιας έρευνας από την Γκεστάπο, όμως τέθηκε υπό διαρκή παρακολούθηση από τους Γερμανούς.

Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος και τη λήξη του 2ου Παγκοσμίου πολέμου, ο Χρυσόστομος φρόντισε να καλυφθούν οι ανάγκες της Μητροπόλεως σε ιερείς και ανήγειρε κατοικίες για τους εφημέριους δίπλα στους ναούς. Έκτισε το μοναστήρι του Αγίου Σίλα και οργάνωσε Αδελφότητες στις ενορίες. Ανήγειρε το παρεκκλήσι στις φυλακές Καβάλας και οργάνωσε φροντίδα για τους αποφυλακιζόμενους. Η Μητρόπολη κάλυπτε τα έξοδα της γέννας των απόρων επιτόκων γυναικών, ενώ αδελφές του Ερυθρού Σταυρού περιέθαλπαν ανήμπορους υπερήλικες. Την περίοδο του αγώνα της ΕΟΚΑ –υπό την ηγεσία του Γεωργίου Γρίβα, ο Χρυσόστομος οργάνωσε συλλαλητήριο στην πόλη της Καβάλας, και εκφώνησε λόγο. Στην ΙΓ' σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος έκανε εισήγηση για την Οικουμενική Κίνηση και για τους Ρόταρυ. Ο Χρυσόστομος ήταν πρόεδρος στην Α' Πανορθόδοξη Συνάντηση της Ρόδου για τον καθορισμό των θεμάτων της Μεγάλης Συνόδου της Εκκλησίας. Το 1960, με την ευκαιρία του εορτασμού των 50 χρόνων Αρχιεροσύνης, του απονεμήθηκαν μετάλλια και παράσημα, ενώ ο Δήμος Καβάλας μετονόμασε μία κεντρική οδό της πόλεως σε Λεωφόρο «Μητροπολίτου Χρυσοστόμου».

Αρχιεπίσκοπος Αθηνών & Πάσης Ελλάδος

Μετά τον θάνατο του Αρχιεπισκόπου Θεοκλήτου και την παραίτηση του διαδόχου του, του Αρχιεπισκόπου Ιακώβου Βαβανάτσου, διενεργήθηκε ψηφοφορία στις 13 Ιανουαρίου 1962, για το σχηματισμό του τριπροσώπου, για την εκλογή Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος. Στην ψηφοφορία τις τρεις πρώτες θέσεις κατέλαβαν οι Μητροπολίτες Φιλίππων (Καβάλας) Χρυσόστομος με 39 ψήφους, Κίτρους Βαρνάβας με 19 ψήφους και ο Αλεξανδρουπόλεως Ιωακείμ με 18 ψήφους, οι οποίοι ανακηρύχθηκαν υποψήφιοι. Ο Χρυσόστομος εκλέχθηκε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος από την πρώτη ψηφοφορία εξασφαλίζοντας 54 ψήφους σε σύνολο 57 παρόντων μελών της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Στις 17 Φεβρουαρίου μετέβη στα Ανάκτορα όπου έδωσε τη διαβεβαίωση του στον τότε διάδοχο-Αντιβασιλέα Κωνσταντίνο Β' και στη συνέχεια μετέβη στο Μητροπολιτικό ναό Αθηνών για την τελετή ενθρονίσεως του.

Στη διάρκεια της Αρχιεπισκοπίας του, συγκεκριμένα στις 16 Νοεμβρίου του 1964 έληξαν οι εργασίες της Γ' Πανορθοδόξου Διασκέψεως που έγινε στη Ρόδο, στην οποία συμμετείχαν δεκατέσσερις Ορθόδοξες Εκκλησίες. Τρεις μέρες πριν, η διάσκεψη έλαβε απόφαση η οποί αφορούσε το διάλογο των Ορθοδόξων Εκκλησιών με την Καθολική Εκκλησία. Στην απόφαση τους οι εκπρόσωποι των Εκκλησιών επανέλαβαν την επιθυμία τους για διάλογο, όμως επισήμαναν ότι χρειάζεται προπαρασκευή και δημιουργία κατάλληλων συνθηκών. Δήλωσαν επίσης ότι κάθε Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ελεύθερη να συνεχίσει, όχι όμως εξ ονόματος και των άλλων, τις σχέσεις της με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Ο Χρυσόστομος χοροστατούσε ανελλιπώς τις Κυριακές και τις μεγάλες εορτές στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών ενώ κατά τις γιορτές των Χριστουγέννων, της Ανάστασης και της Πεντηκοστής τελούσε μεγαλοπρεπώς στον ίδιο ναό τη Θεία Λειτουργία.

Στις 14 Νοεμβρίου ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος σε δήλωση του τόνισε μεταξύ άλλων: «.... Αναμένομεν ένδειξιν καλής διαθέσεως εκ μέρους του Βατικανού, η οποία μέχρι στιγμής δεν εφάνη. Ο αρχηγός της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας εμμένει εις τα προνόμιά του περί "αλαθήτου" και "πρωτείων". Εις πρόσφατον εγκύκλιόν του τονίζει ότι "απατώνται όσοι πιστεύουν ότι ημείς θα αποστώμεν των προνομίων μας τα οποία Θεόθεν εδόθησαν δια του Αποστόλου Πέτρου". Υπό τοιαύτας συνθήκας, δεν είναι εύκολος ο διάλογος εν ίσοις όροις...». Ως Αρχιεπίσκοπος φρόντισε για τη Διοίκηση της Εκκλησίας, με τη θέσπιση Νέου Καταστατικού Χάρτη λειτουργίας, την Ποιμαντική Μέριμνα, το Φιλανθρωπικό έργο, που εκδηλώθηκε με επισκέψεις σε φυλακές και ιδρύματα. Παράλληλα αγωνίστηκε σθεναρά για την Ορθοδοξία και διαφώνησε δημόσια με τον Πατριάρχη Αθηναγόρα, που βιαστικά και χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με την Ελληνική Εκκλησία απέστειλε παρατηρητές στην Β' Σύνοδο του Βατικανού.

Η απομάκρυνση του

Ανήμερα της Μεγάλης Παρασκευής, 28 Απριλίου 1967, κατά την περιφορά του Επιταφίου, ο Χρυσόστομος φέρεται ότι υπέστη λιποθυμικό ή σύμφωνα με άλλη πληροφορία, καρδιακό επεισόδιο μπροστά στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. Παρόντες άνθρωποι του τον επιβίβασαν σε αυτοκίνητο και τον μετέφεραν για ξεκούραση στο σπίτι του στο Βύρωνα Αττικής. Εκεί τον επισκέφθηκε γιατρός, τον οποίο συνόδευαν νοσοκόμες και αστυνομικοί, που του ζήτησε να ετοιμαστεί για εισαγωγή στο νοσοκομείο. Παρά τη δική του άρνηση του και τη διαβεβαίωση του Δημητρίου Καπνιά, προσωπικού γιατρού του και συζύγου της αδελφής του Αρχιεπισκόπου, ότι δεν αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας, λίγο πριν τα μεσάνυχτα της ίδιας μέρας ώρες τον μετέφεραν στο νοσοκομείο «Ερυθρός Σταυρός». Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδος «Μακεδονία» [6] της Θεσσαλονίκης, «Ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών κ. Χρυσόστομος, κατά την διάρκειαν της περιφοράς του Επιταφίου, ησθάνθη αδιαθεσίαν και μετεφέρθη εις την οικίαν του, όπου αργότερον υπέστη καρδιακήν προσβολήν και διεκομίσθη εσπευσμένως εις το νοσοκομείον του Ερυθρού Σταυρού, εις το οποίον και νοσηλεύεται. Υπό του Γραμματέως της αρχιεπισκοπής ανεκοινώθη το εξής Ιατρικόν δελτίον: «Ο μακαριώτατος αρχιεπίσκοπος Αθηνών κ. Χρυσόστομος εισήχθη περί ώραν 23ην εις το νοσοκομείον του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού συνεπεία υπερβολικής κοπώσεως και ελαφράς κυκλοφοριακής διαταραχής. Η κατάστασίς του είναι απολύτως ικανοποιητική, διατηρεί δε πλήρως την διάθεσίν του. Οι θεράποντες Ιατροί Φ, Κωστίας, Δ. Καπνιάς».

Αν και του ζητήθηκε να υποβάλλει την παραίτηση του ο Αρχιεπίσκοπος αρνήθηκε να παραιτηθεί και παρέμεινε στο νοσοκομείο περισσότερο από ένα μήνα. Σε επιστολή του προς τον τότε βασιλιά Κωνσταντίνο Β', ο αρχιεπίσκοπος δήλωσε «...αρνούμαι διαρρήδην να γίνω παραβάτης θείων προσταγμάτων διότι θα είμαι ρίψασπις και προδότης και επίορκος, και υπό τοιαύτας συνθήκας δε θα θελήσω ποτέ [...] να καλύψω εξ αισχύνης το πρόσωπό μου. Αν η εκκλησία και η πολιτεία θελήσει ούτως ή άλλως, είτε κανονικώς είτε νομίμως να επιβάλει μίαν λύσιν, αντίθετον προς τας πεποιθήσεις μου, εγώ ου δύναμαι εμποδίσαι αυτήν και θα έχω να δικαιολογηθώ ενώπιον του δικαίου Κριτού ότι βία και δυναστεία υπέκυψα, αλλά και μετά διαμαρτυριών ενώπιον θεού και ανθρώπων».

Το τέλος του

Στις 13 Μαΐου 1967 Αρχιμανδρίτης Ιερώνυμος Κοτσώνης εκλέχθηκε από «Αριστίνδην Σύνοδο» ως νέος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών. Ο Χρυσόστομος μετά την αντικατάσταση του ιδιώτευσε με τον τίτλο του «πρώην Αθηνών και Πάσης Ελλάδος». Η υγεία του επιδεινώθηκε και την Τρίτη 28 Μαΐου 1968 εισήχθη με γαστρορραγία στο νοσοκομείο «Ερυθρός Σταυρός» στην Αθήνα, όπου απεβίωσε στις 9 Ιουνίου του ίδιου έτους, μετά από ολιγοήμερη νοσηλεία. Την ίδια ημέρα η σορός του μεταφέρθηκε στο Μητροπολιτικό ναό Αθηνών, όπου ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Β' τέλεσε τρισάγιο στο σκήνωμα του, το οποίο εκτέθηκε σε τριήμερο λαϊκό προσκύνημα.

Συγγραφικό έργο

Μετέφρασε και δημοσίευσε τα έργα Γάλλων συγγραφέων

  • «Γονείς και Τέκνα»,
  • «Ρήματα ζωής».

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. Αρχιεπίσκοποι Αθηνών-Πρόεδροι Ιεράς Συνόδου. Εκκλησία της Ελλάδος.
  2. [Ιστορικά ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Α' (ο Παπαδόπουλος) είναι ο ο πρώτος «Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος», καθώς όλοι οι προγενέστεροι απ' αυτόν ήταν Μητροπολίτες Αθηνών που απλώς έφεραν τον τίτλο και «Πάσης Ελλάδος» και συγκαλούσαν μεν την Ιεραρχία, αλλά δεν είχαν ακόμη τον τίτλο του Αρχιεπισκόπου.]
  3. [Σύμφωνα με όσα γράφει ο Εθνομάρτυρας Άγιος Μητροπολίτης Χρυσόστομος ο Τούρκος μάρτυρας κατηγορίας κατέθετε στο δικαστήριο ότι είδε κάτω από το κωδωνοστάσιο εκκλησίας της Δράμας κάποιον ιερέα να παραλαμβάνει όπλα. Σε ερώτηση του Προέδρου αν μπορεί να αναγνωρίσει τον ιερέα αν τον φέρουν μπροστά του, απάντησε αρνητικά κι έτσι ο Θεμιστοκλής Χατζησταύρου απέφυγε την καταδίκη.]
  4. [Αριθμός Πρωτοκόλλου 382.]
  5. [H Μητρόπολη Καβάλας μετονομάστηκε σε Φιλίππων & Νεαπόλεως από το μητροπολίτη Χρυσόστομο, ενώ από το 1952, μετά την προσάρτηση και της Θάσου, φέρει την ονομασία Μητρόπολη Φιλίππων, Νεαπόλεως & Θάσου.]
  6. [Εφημερίδα «Μακεδονία», 29 Απριλίου 1967, σελίδα 1η.]



Αρχιεπίσκοποι Αθηνών & Πάσης Ελλάδος
Αρχιεπίσκοπος Νεόφυτος (ο Μεταξάς) | Αρχιεπίσκοπος Μισαήλ (ο Αποστολίδης) | Αρχιεπίσκοπος Θεόφιλος (ο Βλαχοπαπαδόπουλος) | Αρχιεπίσκοπος Προκόπιος Α' (ο Γεωργιάδης) | Αρχιεπίσκοπος Γερμανός (ο Καλλιγάς) | Αρχιεπίσκοπος Προκόπιος Β' (ο Οικονομίδης) | Αρχιεπίσκοπος Θεόκλητος Α' (ο Μηνόπουλος) | Αρχιεπίσκοπος Μελέτιος (ο Μεταξάκης) | Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Α' (ο Παπαδόπουλος) | Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος (ο Φιλιππίδης) | Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός (ο Παπανδρέου) | Αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων (ο Βλάχος) | Αρχιεπίσκοπος Δωρόθεος (ο Κοτταράς) | Αρχιεπίσκοπος Θεόκλητος Β' (ο Παναγιωτόπουλος) | Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος (ο Βαβανάτσος) | Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β' (ο Χατζησταύρου) | Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Α' (ο Κοτσώνης) | Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ (ο Τίκας) | Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος (ο Παρασκευαΐδης) | Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Β' (ο Λιάπης)