Γεράσιμος Μαρκοράς

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Γεράσιμος Μαρκοράς, Έλληνας ποιητής της Επτανησιακής σχολής, γεννήθηκε το 1826 στην Κεφαλλονιά και πέθανε στις 28 Αυγούστου 1911 [1] στην Κέρκυρα.

Το 1854 παντρεύτηκε με την Αικατερίνη Δούσμανη, που πέθανε από φυματίωση το 1870 κι ήταν κόρη του κόντε Αντωνίου Δούσμανη γερουσιαστή και Γενικού Γραμματέα της Ιόνιας Πολιτείας, με την οποία απέκτησαν ένα γιο, τον Ευστάθιο Μαρκορά.

Γεράσιμος Μαρκοράς

Βιογραφία

Οικογένεια Μαρκορά

Η οικογένεια Μαρκορά ήταν Ιταλικής καταγωγής, διέθετε οικόσημο και ήταν καταχωρημένη στο «Libro d’ Oro» της Κέρκυρας. Μέλη της έφτασαν στον Ελλαδικό χώρο στα μέσα του 15ου αιώνα και εγκαταστάθηκαν στο Ναύπλιο, όπου σταδιακά εξελληνίστηκαν και ασπάστηκαν το ορθόδοξο Χριστιανικό θρησκευτικό δόγμα. Οι πρόγονοι του κατείχαν τον τίτλο του Ιππότη και μεταξύ τους συγκαταλέγονταν ο Ιωαννίκιος Μαρκοράς, μεταφραστής των έργων του Αριστοτέλη, ενώ μέλη της διέπρεψαν ως επιστήμονες, λογοτέχνες και καλλιτέχνες. Γονείς του ήταν ο Γεώργιος Μαρκοράς εισαγγελέας της Ιονίου πολιτείας και η Μαρίνα Βλασοπούλου. Ο πατέρας του ήταν στενός φίλος του Διονυσίου Σολωμού και εκλέχθηκε βουλευτής το 1864, μετά την ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα και τον επόμενο χρόνο διατέλεσε αντιπρόεδρος της Ελληνικής Βουλής. Ο Γεράσιμος Μαρκοράς είχε δύο αδελφούς τον Σπύρο, που διατέλεσε πρόξενος στο Λονδίνο και πρέσβης στη Ρωσία και τον Στυλιανό Μαρκορά και μια αδελφή.

Σπουδές

Φοίτησε στο Κερκυραϊκό Γυμνάσιο, όπου είχε διευθυντή αρχικά τον Οριόλη και στη συνέχεια τον ποιητή Ανδρέα Κάλβο. Το 1849 ξεκίνησε νομικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Παβίας στην Ιταλία, μαζί με τον αδελφό του Σπύρο και ήρθε σε επαφή με τα έργα του Δάντη, του Αριόστο και άλλων Ιταλών συγγραφέων. Στις 29 Απριλίου 1851 πέθανε από φυματίωση ο μικρότερος αδελφός του ο Στυλιανός Μαρκοράς, και για το λόγο αυτό επέστρεψε το 1852 στην Κέρκυρα και συνέχισε τις νομικές του σπουδές στην Ιόνιο Ακαδημία από την οποία πήρε διδακτορικό δίπλωμα, χωρίς ποτέ να ασχοληθεί με τη Νομική επιστήμη. Αμέσως μετά την επιστροφή του στην Κέρκυρα, ανέλαβε βοηθός του Διονυσίου Σολωμού και γνωρίστηκε με τον Γεώργιο Καλοσγούρο και τον Ιάκωβο Πολυλά.

Η ζωή του

Η οικονομική του επιφάνεια του επέτρεπε να μην εργάζεται βιοποριστικά και αφοσιώθηκε στα γράμματα αλλά και σύχναζε στους φιλολογικούς κύκλους που είχαν σχηματιστεί γύρω από τον οικογενειακό του φίλο Διονύσιο Σολωμό. Το όνομα του περιλαμβάνεται σ' εκείνα των Ελλήνων σκακιστών του 19ου αιώνα [2]. Σύχναζε στα καφενεία της πλατείας «Λιστόν», με παρέα τους ποιητές Λορέντζο Μαβίλη και Ιάκωβο Πολυλά. Ήταν συχνός επισκέπτης στις περιοχές «Αχίλλειο» και «Κανόνι», όπου έφτανε με την άμαξα του, καθώς λόγω της χρόνιας κήλης που τον ταλαιπωρούσε, δεν μπορούσε να διανύσει πεζός, μεγάλες αποστάσεις. Παρακολουθούσε τις παραστάσεις όπερας στο θέατρο «San Giacomo» της Κέρκυρας και οι συνθέτες Σπυρίδων Ξύνδας, Ανδρέας Λιμπεράλης και Γεώργιος Λαμπελέτ ήταν φίλοι του.

Μετά το θάνατο της συζύγου του, έζησε απομονωμένος, είτε στο αρχοντικό του στην Πλατεία Αγίου Σπυρίδωνος στην Κέρκυρα, είτε στο εξοχικό του στο χωριό Στρογγυλή του Δήμου Μελιτείων της Κέρκυρας, μαζί με τη χήρα αδελφή του και συνήθιζε να περνά κάποιες ώρες της ημέρας στην «Καναβιά», την πιο παλιά πηγή του χωριού, ενώ συνέχισε να δημοσιεύει ποιήματα σε ημερολόγια και περιοδικά. Από κοινού με τους Ιάκωβο Πολυλά, Κάρολο Μάνεσι, Στέλιο Χρυσομάλλη, Γεώργιο Καλοσγούρο, Ανδρέα Κεφαλληνό, Νίκο Κογεβίνα και Λορέντσο Μαβίλη, είχαν ιδρύσει την «Οκτανδρία» που εξέδιδε το περιοδικό «Εθνική Γλώσσα» και είχαν ως στόχο την καθιέρωση της δημοτικής ως λογοτεχνικής και κατ’ επέκταση ως εθνικής γλώσσας. Συμμετείχε επίσης και ήταν από τα ιδρυτικά μέλη της Φιλαρμονικής της Κέρκυρας. Αγωνίστηκε για την Ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα και επισκέφθηκε την Αθήνα, αρχικά το 1866 όπως και το Μάιο του 1896, όταν οι λογοτεχνικοί κύκλοι της Ελληνικής πρωτεύουσας τον υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό. Λίγο καιρό πριν πεθάνει, αναγνωρίστηκε η προσφορά του στο Ελληνικό έθνος και τη λογοτεχνία και παρασημοφορήθηκε από την Ελληνική Πολιτεία. Το όνομα αναφέρεται μεταξύ των Ελευθεροτεκτόνων, μελών της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος Το όνομα του περιλαμβάνεται σ’ εκείνα των «Επιφανών Ελλήνων Ελευθεροτεκτόνων» [3].

Το τέλος του

Στο περιοδικό «Παναθήναια» [4] ο Ηλίας Βουτιερίδης, γράφει για το θάνατο και τη νεκρώσιμη ακολουθία του Γεράσιμου Μαρκορά, «…{…}…Απέθανεν όπως και έζησεν: ήσυχα και με την συναίσθησιν ότι ηγαπάτο αληθινά από όλους εκείνους που τον συνανεστρέφοντο και τον εσέβοντο…{…}… Η κηδεία του έγινε κατά την επιθυμίαν του σεμνή και αθόρυβος, όπως και η ζωή του …{…}…. Είχε παραγγείλει να μην του αποδοθούν οι τιμές των παρασήμων του και να μην καλέσουν τες μουσικές. Το σώμα όμως της παλαιάς Φιλαρμονικής που ήταν αυτός ένας από τους πρώτους ιδρυτές της, ηθέλησε να λάβει μέρος εις την κηδεία. Οι μουσικοί ηκολούθησαν με τη μεγάλη στολή τους και τα όργανα τους τα μουσικά πένθιμα σκεπασμένα, αλλά δεν έπαιξαν καθόλου….».

Εργογραφία

Ως ποιητής υπήρξε σεμνός και επιδίωξε να παραμείνει αφανής, μακριά από τη δημοσιότητα και η γνωριμία του με το κοινό και τους πνευματικούς κύκλους έγινε μόνο προς το τέλος της ζωής του. Υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής της δημοτικής κι ένα από τα πλέον προοδευτικά πνεύματα των Επτανήσων, με κύρια χαρακτηριστικά του έργου του τη μελωδική αφήγηση και τη γλαφυρότητα της δημοτικής γλώσσας που χρησιμοποιεί. Σημαντική ήταν η προσφορά του στην Κερκυραϊκή Σχολή και λογοτεχνικά τοποθετείται στην Επτανησιακή Σχολή, της οποίας θεωρείται ο τελευταίος εκπροσώπος. Η ποίηση του χαρακτηρίζεται λυρική, επικολυρικά είναι μόνο τα έργα του «Ο Όρκος» και «Ο Αρίονας» και κυριαρχείται από τα τρία θέματα που επεσήμανε ο Κωστής Παλαμάς, τα οποία χαρακτηρίζουν το έργο και άλλων Επτανήσιων ποιητών, την πίστη στην χριστιανική θρησκεία, τη χριστολατρία, την αγάπη προς την πατρίδα, την πατριδολατρία και τον έρωτα προς τη γυναίκα, τη γυναικολατρία.

Το 1853 μετέφρασε έργα των Σίλλερ και Ομήρου, ενώ ήταν βοηθός του Ιάκωβου Πολυλά στην έκδοση του έργου «Ευρισκόμενα».

Έγραψε το 1857, νεκρική ωδή αφιερωμένη στο θάνατο του Διονυσίου Σολωμού, με τίτλο

  • «Το πρώτο ψυχοσάββατο».

Δημοσίευσε ανώνυμα τις πολιτικές σάτιρες

  • «Ο Λέλεκας» και Σπαρτσίνης» το 1863.

Το έργο αποτελεί ένα φανταστικό διάλογο μεταξύ του Άγγλου Αρμοστή των Επτανήσων Στορξ, [«Λέλεκας»], και του Προέδρου της Γερουσίας Καρούσου, που στην Κεφαλονιά είχε το sobriquet-Σπαρτσίνης. Το ποίημα αυτό είναι πολιτική σάτιρα κατά των Άγγλων και του τρόπου με τον οποίο διοικούσαν τα Επτάνησα.

  • «Τα κάστρα μας» το 1863, που όπως και το προηγούμενο δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα «Αναγέννησις», του Ιάκωβου Πολυλά.

Το ποίημα αναφέρεται στην απόφαση των Άγγλων να παραχωρήσουν τα Επτάνησα στην Ελλάδα, επιμένοντας στην παράλογη άποψη περί κατεδαφίσεως των φρουρίων του νησιού Βίδο.

Το έργο του

  • «Ελληνικός Βασιλικός Ύμνος» που έγραψε το 1864,

μελοποιήθηκε από τον Νικόλαο Μάντζαρο.

Δημοσίευσε ακόμη το έργο

  • «Απλή και καθαρεύουσα» το 1872,

προκειμένου να υπερασπιστεί τη χρήση και την καθιέρωση της δημοτικής, καθώς πίστευε ότι «...Η γλώσσα πρέπει να απαλλαγή των τύπων της αρχαίας».

Εξέδωσε επίσης τις ποιητικές συλλογές

  • «Όρκος» το 1875, ένα τεράστιο επικό έργο, 1624 ιαμβικών δεκαπεντασύλλαβων στίχων,

το οποίο αναφέρεται στο ολοκαύτωμα της μονής Αρκαδίου και για το οποίο απέσπασε την προσοχή των λογοτεχνικών κύκλων της Αθήνας και την εκτίμηση του Κωστή Παλαμά και άλλων σημαντικών δημοτικιστών της εποχής. Το έργο τυπώθηκε στο κερκυραϊκό τυπογραφείο «Κέρκυρα», όμως κυκλοφόρησε σε ελάχιστα αντίτυπα, που μοιράστηκαν σε στενούς φίλους του. Το 1899 μεταφράστηκε στα Ιταλικά από τον Giovanni Canna καθηγητή αρχαίας ελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Παβίας, ο οποίος έγραψε και υπερασπιστικό λόγο για τους πρόσφυγες της Κρητικής Επαναστάσεως.

  • «Ποιητικά Έργα» το 1890, έργο που εκδόθηκε ύστερα από την έντονη προτροπή του Θεόδωρου Βελλιανίτη, συλλογή με την οποία έγινε γνωστός στην Αθήνα.
  • «Μικρά Ταξίδια» το 1899, που είναι η δεύτερη συγκεντρωτική ποιητική έκδοσή του.

Τελευταίο του ποίημα ήταν αυτό με τον τίτλο

  • «Βραδινή Γαλήνη», το οποίο εμπνεύστηκε ένα καλοκαιρινό δειλινό του 1911, διαβάζοντας τη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. Ο θάνατος του Μαρκορά Εφημερίδα «Εμπρός», 30 Αυγούστου 1911, σελίδα 2
  2. [Παναγής Α. Σκλαβούνος, «Έλληνες σκακιστές του 19ου αιώνα», ενότητα «Το σκάκι στον κύκλο των μαθητών του Σολωμού», σελίδα 26]
  3. Μαρκοράς Γεράσιμος Μεγάλη Στοά της Ελλάδος
  4. Περιοδικό «Παναθήναια», τεύχος Σεπτεμβρίου 1911