Γεώργιος Κατσίμπαλης

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Γεώργιος Κατσίμπαλης, Έλληνας εθνικιστής [1] διανοούμενος, εκδότης και συγγραφέας, εμψυχωτής της «γενιάς του '30» και ο «πατριάρχης» της βιβλιογραφίας της νεώτερης ελληνικής λογοτεχνίας, γνωστός ως ο «Κολοσσός του Μαρουσιού», από το ομώνυμο έργο του Χένρι Μίλερ, γεννήθηκε το 1899 στην Αθήνα, όπου και πέθανε στις 25 Ιουνίου 1978. Τάφηκε στο Α' νεκροταφείο Αθηνών.

Το 1939 παντρεύτηκε με την Ασπασία Σακορράφου, κόρη του Μενέλαου Σακορράφου, καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών, όμως δεν απέκτησε παιδιά κι είχε ένα θετό γιο, το Γιώργο Κατσίμπαλη.

Γιώργος Κατσίμπαλης

Βιογραφία

Η οικογένεια του ήταν οικονομικά ευκατάστατη κι είχε καταγωγή από το χωριό Κατσίμπαλι της Γορτυνίας στο νομό Αρκαδίας. Ο παππούς του Γεώργιος Κατσίμπαλης, αγόρασε έκταση 400 στρεμμάτων στην περιοχή της Μαγκουφάνας στο Μαρούσι, στο σημερινή συνοικία του Αγίου Νικολάου της Πεύκης, όπου έχτισε την θερινή του κατοικία του, την οποία ο Κωστής Παλαμάς ή σύμφωνα με άλλη πηγή ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, ονόμασε «Τριανέμι». Διακόσια ογδόντα στρέμματα από το σύνολο της περιουσία του, απαλλοτριώθηκαν το 1928 από το Ελληνικό κράτος, προκειμένου να διατεθούν για την τακτοποίηση προσφύγων της Μικρασιατικής καταστροφής, σύμφωνα με δημοσιεύματα εφημερίδων της εποχής.

Οικογενειακή κατάσταση

Πατέρας του ήταν ο λόγιος Κωνσταντίνος Κατσίμπαλης, με σπουδές στο Παρίσι, και η μητέρα του ήταν Ελληνίδα που γεννήθηκε στη Ρουμανία, το γένος Γουσίου. Αδελφές του πατέρα του ήταν, η Μαρίκα ή Μαρία Κατσίμπαλη σύζυγος του δικηγόρου Πατρών Ανδρέα Μιχαλακόπουλου, πολιτικού που διατέλεσε υπουργός και πρωθυπουργός και η Σοφία ή Φιφή Κατσίμπαλη σύζυγος του γιατρού Μορέλα, η οποία το 1945, δώρισε τριάντα πέντε στρέμματα δάσους που ήταν ιδιοκτησία της, αρχικά στο Δήμο Αμαρουσίου και από το 1952 στην Κοινότητα Πεύκης. Η θερινή κατοικία της οικογένειας Κατσίμπαλη, πουλήθηκε στη διάρκεια της κατοχής της Ελλάδος από τα στρατεύματα του Άξονα, σε μαυραγορίτη της εποχής και στο χώρο όπου ήταν κατασκευασμένη, στη σημερινή οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου στον αριθμό 40, έχει αναγερθεί πολυκατοικία. Η κύρια κατοικία της οικογένειας Κατσίμπαλη βρίσκονταν σε ακίνητο της οδού Όθωνος στον αριθμό τέσσερα στην πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα και κατεδαφίστηκε το 1965, προκειμένου να ανεγερθεί πολυκατοικία. Ο πατέρας του Κωνσταντίνος Κατσίμπαλης με τη σύζυγο και τα δυο του παιδιά εγκατέλειψαν την Ελλάδα το 1916 κι εγκαταστάθηκαν στο Παρίσι. Ο Γιώργος Κατσίμπαλης είχε μια αδελφή τη Σωσώ, που αυτοκτόνησε πέφτοντας από το παράθυρο ξενοδοχείου στο Παρίσι, τα χρόνια που η οικογένεια του πατέρα της ήταν εγκαταστημένη στη Γαλλία, ενώ ήταν εξάδελφος του λογοτέχνη Ζήσιμου Λορεντζάτου.

Στρατιωτική δράση

Σε ηλικία δεκαεπτά ετών εγκατέλειψε την οικογένεια του και μέσω Μασσαλίας, βρέθηκε αρχικά στην Αίγυπτο, καθώς το πλοίο που τους μετέφερε στην Ελλάδα βυθίστηκε από Γερμανικό υποβρύχιο και στη συνέχεια στη Θεσσαλονίκη, όπου κατατάχθηκε ως εθελοντής με το βαθμό του ανθυπολοχαγού, στην Εθνική Άμυνα του Ελευθέριου Βενιζέλου, στο 2ο Τάγμα υπό τη διοίκηση του ταγματάρχη Χαβίνη. Πολέμησε στο Μακεδονικό μέτωπο κι επέστρεψε στη Γαλλία, όπου παρακολούθησε μαθήματα στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Σορβόνης, από την οποία δεν αποφοίτησε. Στη συνέχεια πήρε μέρος και πολέμησε στη Μικρασιατική εκστρατεία, ενώ το 1924 η οικογένεια επέστρεψε στην Ελλάδα για οριστική εγκατάσταση. Συμμετείχε στο Β' παγκόσμιο πόλεμο με το βαθμό του εφέδρου υπολοχαγού του Πυροβολικού.

Πολιτικές θέσεις

Γιώργος Κατσίμπαλης

Ο Γεώργιος Θεοτοκάς, φίλος και αλληλογράφος του από τη δεκαετία του '30, γράφει για τον Κατσίμπαλη το 1964, «...πρόσωπο σημαντικό, παλαιός πολεμιστής του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, και πρωτοπαλίκαρο με μαγκούρα του βενιζελισμού και του παλαμισμού...». Σύμφωνα με το Ρόντρικ Μπήτον, βιογράφο του Γιώργου Σεφέρη με τον οποίο ήταν προσωπικός φίλος από τα χρόνια που κατοικούσαν και οι δύο στο Παρίσι, ο Κατσίμπαλης υπήρξε, «...αμετανόητος εθνικόφρων» με κύριο χαρακτηριστικό του τον «...εθνικιστικό αταβισμό...». Παρέμεινε για μεγάλο διάστημα στο Παρίσι και την περίοδο από τον Ιούλιο του 1936 μέχρι το θάνατο του πατέρα του στα τέλη Μαρτίου 1937, ενώ το 1954 ταξίδεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Επηρεάστηκε ιδιαίτερα από την προσωπικότητα του Κωστή Παλαμά, ο οποίος συνδεόταν με στενή φιλία με την οικογένειά του, ενώ ήταν ο θεμελιωτής και πρώτος ισόβιος Πρόεδρος του Ιδρύματος «Κωστή Παλαμά». [2] Στην κηδεία του Κωστή Παλαμά, διαρκούσης της κατοχής της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονα, τη στιγμή που ο εκπρόσωπος της Γερμανικής Πρεσβείας προχώρησε να καταθέσει στεφάνι, πρώτος και μόνος του ο Κατσίμπαλης [3] ξεκίνησε να ψάλλει τον Ελληνικό εθνικό ύμνο και το πλήθος τον ακολούθησε.

Εργογραφία

Δημοσίευσε συνολικά 43 βιβλιογραφικές εργασίες, 19 Ελλήνων και 14 ξένων λογοτεχνών, ενώ ήδη το 1925, παρουσίασε στο Λονδίνο, έμμετρη μετάφραση των ποιημάτων του Κωστή Παλαμά και το 1926 ανθολογία συγχρόνων Ελλήνων ποιητών. Δημοσίευσε επίσης, και ελάχιστες κριτικές λογοτεχνικών έργων, χρησιμοποιώντας το λογοτεχνικό ψευδώνυμο «Γιώρ­γος Βου­γάς» [4], με το οποίο υπέγραψε κριτική [5] για τον Πέτρο Πικρό και τον κατηγόρησε για λο­γο­κλο­πή α­πό γαλ­λι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα της ε­πο­χής, ενώ κριτικές του έχουν εντοπιστεί και στα έντυπα της εποχής «Πα­ρα­σκήνια» και «Ελλη­νι­κά Γράμμτα». Σύμφωνα με το βιογράφο του Δημήτρη Δασκαλόπουλο, ο Κατσίμπαλης, «...περνάει πια στην Ιστορία σαν το τελευταίο μυθικό πρόσωπο των γραμμάτων μας, σ’ αυτόν τον ανάπηρο αιώνα...». Κατά το Γεώργιο Θεοτοκά, υπήρξε, «...πρόσωπο σημαντικό, παλαιός πολεμιστής του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, και πρωτοπαλίκαρο με μαγκούρα του βενιζελισμού και του παλαμισμού...», ενώ ο Κωνσταντίνος Τσάτσος έλεγε ότι, «...ήταν ένας αρχηγός, ένας οδηγητής, ένας παρορμητής, ένας καπετάνιος...».

Μελέτες

Δημοσίευσε μεταφράσεις και μελέτες για Ευρωπαίους συγγραφείς, άγνωστους στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό και πρόβαλε τη λογοτεχνική παραγωγή της λεγόμενης Γενιάς του 1930, από τον Ιανουάριο του 1935 έως το 1940 και το 1944, μέσα από τις σελίδες των περιοδικών, «Νέα Γράμματα» του οποίου υπήρξε ο ιδρυτής, συνδιευθυντής από κοινού με τον Καραντώνη, όμως ήταν ο κύριος χρηματοδότης, και από την Άνοιξη του 1945 έως την Άνοιξη του 1952 στην «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση» [6], στην οποία υπήρξε διευθυντής. Στις 20 Οκτώβριου 1932 είχε αναλάβει την επιμέλεια της εκδόσεως, καθώς ο Γιώργος Σεφέρης υπηρετούσε στο Λονδίνο [7], και την κυκλοφορία σε 50 αριθμημένα εκτός εμπορίου αντίτυπα, της συλλογής «Στέρνα».

Ασχολήθηκε με τη συστηματική μελέτη του έργου του Κωστή Παλαμά, εξέφραζε το θαυμασμό του [8] για τον Ελληνολάτρη Περικλή Γιαννόπουλο, που ήταν προσωπικός φίλος των γονέων του [9] και στον οποίο αφιέρωσε το 1938, ένα ειδικό τεύχος του περιοδικού «Τα Νέα Γράμματα», κι αυτός προέτρεψε τον Οδυσσέα Ελύτη να δημοσιεύσει τους στίχους του και αξιολογούσε ως σημαντικό το ποιητικό έργο του Κώστα Καρυωτάκη. Παράλληλα εξέδωσε μια ανθολογία σύγχρονης ελληνικής ποίησης και, κυρίως, βιβλιογραφικές μελέτες για λογοτέχνες όπως οι Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Κώστας Κρυστάλλης, Άγγελος Σικελιανός, Κώστας Καβάφης, Έντγκαρ Άλλαν Πόε, Αρθούρος Ρεμπώ και άλλοι.

Η προτομή του [10] που υπάρχει στον προαύλιο χώρο του Πολιτισμικού Οργανισμού του Δήμου Αθηναίων, στην οδό Ακαδημίας 50, είναι έργο του γλύπτη Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, και τα αποκαλυπτήρια της έγιναν στις 28 Φεβρουαρίου 2007, από τον Απόστολο Κακλαμάνη, τότε δήμαρχο Αθηναίων. Ο διάσημος λογοτέχνης Χένρι Μίλερ το 1941, τον απαθανάτισε ως τον «Κολοσσό του Μαρουσιού» [11] στο ομώνυμο βιβλίο του.

  • «Το παιδί στην ποίηση του Παλαμά», το 1929, εκδόσεις «Τυπογραφείο της Εστίας,
  • «Ο Παλαμάς και το σπίτι», το 1929.

Βιβλιογραφίες

  • «Παλαμική βιβλιογραφία 1926-1931», το 1932, εκδόσεις «Τυπογραφείο της Εστίας»,
    Ο Κατσίμπαλης (καθιστός στο κέντρο) με λογοτεχνική παρέα
  • «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Πρώτες κρίσεις και πληροφορίες», το 1934,εκδόσεις «Τυπογραφείο της Εστίας»,
  • «Συμπλήρωμα βιβλιογραφίας Α. Παπαδιαμάντης», το 1938, εκδόσεις «Τυπογραφείο της Εστίας»,
  • «Βιβλιογραφία Κωστή Παλαμά», το 1942, εκδόσεις «Σεργιάδης»,
  • «Βιβλιογραφία Κ. Π. Καβάφη», το 1943 εκδόσεις «Σεργιάδης». Ο Κατσίμπαλης έκανε λόγο περί «Καβαφομαστούρας» [12], όταν αναφέρονταν στη διεθνή καταξίωση που είχε γνωρίσει το έργο του ποιητή.
  • «Βιβλιογραφία Ά. Σικελιανού», το 1946, εκδόσεις «Ελληνική Εκδοτική Εταιρεία»,
  • «Ελληνική βιβλιογραφία Ουώλτ Ουίτμαν», [Walt Whitman], το 1956,
  • «Ελληνική βιβλιογραφία Κ. Μπωντλαίρ», [Charles Baudelaire], το 1956 εκδόσεις «Σεργιάδης»,
  • «Βιβλιογραφία Ν. Καζαντζάκη», το 1958,
  • «Βιβλιογραφία Γιώργου Σεφέρη», το 1961,
  • «Βιβλιογραφία Κωστή Παλαμά (1959-1963)», το 1964,
  • «Βιβλιογραφία Κωστή Παλαμά (1964-1969)», το 1970, εκδόσεις «Φ. Κωνσταντινίδης & Κ. Μιχαλάς».

Βιβλιογραφία

  • «Γ. Κ. Κατσίμπαλης-Βιβλιογραφία και 12 κριτικά κείμενα», Δημήτριος Δασκαλόπουλος, Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, Αθήνα 1980.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Ο Κατσίμπαλης, σύμφωνα με όσα γράφει ο Ρόντρικ Μπήτον, βιογράφος του Γιώργου Σεφέρη με τον οποίο ο Κατσίμπαλης ήταν προσωπικός φίλος από τα χρόνια που κατοικούσαν και οι δύο στο Παρίσι, υπήρξε (ο Κατσίμπαλης), «...αμετανόητος εθνικόφρων» με κύριο χαρακτηριστικό του τον «...εθνικιστικό αταβισμό...»]
  2. [Το αρχείο και η βιβλιοθήκη του ποιητή διατηρούνταν απείραχτα ως τον Ιούλιο 1935 που μετακόμισε ο Παλαμάς από την Ασκληπιού 3 της Νεάπολης στην Περιάνδρου 5 της Πλάκας. Ότι διασώθηκε από την μετακόμιση οφείλεται στη φροντίδα της Ναυσικάς - κόρης του Παλαμά. Μετά τον θάνατο της Ναυσικάς το 1956 και του Λέανδρου –γιός του Παλαμά- το 1958 παρέλαβε σε τραγική κατάσταση, σκόρπια και στοιβαγμένα σε σάκους ο Γιώργος Κατσίμπαλης]
  3. [«Φύλλα Κατοχής», Ιωάννα Τσάτσου]
  4. [«Βί­βλος», Κυ­ριά­κος Ντε­λό­που­λος]
  5. [ Mη­νιαίο πε­ριο­δι­κό «Νε­ο­ελ­λη­νι­κά Γράμ­μα­τα», Ιανουάριος 1928, Ηράκλειο Κρήτης]
  6. [Το περιοδικό «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση», αρχικά εκδιδόταν από την Αγγλοελληνική Υπηρεσία Πληροφοριών, γνωστή ως A.G.I.S. και, μετά τη συμπλήρωση του πρώτου τόμου, από το Βρετανικό Συμβούλιο. Εκδόθηκε ως δεκαπενθήμερο και δίγλωσσο, αργότερα όμως διατήρησε δίγλωσσο μόνο τον πίνακα των περιεχομένων κάθε τεύχους. Η εκδοτική παρουσία του περιοδικού χωρίζεται σε δυο περιόδους, των χρόνων από το 1945 έως το 1952, περίοδο κατά την οποία αφανής διευθυντής του ήταν ο Κατσίμπαλης, και από το 1953 έως το 1955, όταν διευθυντής του ήταν ο Γεώργιος Σαββίδης. Τακτικοί συνεργάτες του περιοδικού, υπήρξαν, μεταξύ άλλων και οι Οδυσσέας Ελύτης, Άλκης Θρύλος, Ανδρέας Καραντώνης, Φάνης Μιχαλόπουλος, Απόστολος Σαχίνης, Γιώργος Σεφέρης, Άγγελος Σικελιανός, Σοφία Σπανούδη και Άγγελος Τερζάκης.]
  7. [Ο Κατσίμπαλης το 1960, όταν έμαθε ότι ο Σεφέρης, πρεσβευτής της Ελλάδος στο Λονδίνο παρέθεσε γεύμα στη Μελίνα Μερκούρη του έστειλε επιστολή στην οποία του έγραφε, «...Θα σκίρτησε από χαρά η ψυχή του Γιαννόπουλου βλέποντας πως έβγαλε επιτέλους η Ελλάδα μια διεθνή κοκότα. Όσο για τον μουσικοσυνθέτη (ένα-δυο-τρία-τέσσερα παιδιά -και τράβα κορδέλα) θα πρέπει να είσαι περήφανος που σε καθιστά συνυπεύθυνο για τη διαμόρφωση της μεγαλοφυΐας του…..»]
  8. [...Μου είπε ο Γιώργος.Κατσίμπαλης, γυιός του στενού φίλου του Γιαννόπουλου: «... Ναι, ήταv τρελλός, σαv όλους τους µεγάλους Έλληvες. Ερωτεύτηκε τηv ίδια του τηv πατρίδα – αστείο, ε; Ναι, µέθυσε τόσο µε τηv ελληvική γλώσσα, τηv ελληvική φιλοσοφία, τοv ελληvικό ουραvό, τα ελληvικά βουvά, τηv ελληvική θάλασσα, τα ελληvικά vησιά, ως και τα ελληvικά χορταρικά, που στο τέλος αυτοκτόvησε...»] Χένρυ Μίλερ «Ο Κολοσσός του Μαρουσιού»
  9. [Ο Κωνσταντίνος Κατσίμπαλης, σύμφωνα με τη μαρτυρία του αστυνόμου Ελευσίνος, ήταν μεταξύ εκείνων που πήγαν και παρέλαβαν, φροντίζοντας για την ταφή της μετά την αυτοκτονία, τη σορό του Περικλή Γιαννόπουλου, μαζί με τον συγγενή του νεκρού επίλαρχο Κίμωνα Κρίτσα.]
  10. Γιώργος Κ. Κατσίμπαλης-George K. Katsibalis Γλυπτά της Αθήνας
  11. [«....Ο φίλος μου ο Κατσίμπαλης για τον οποίο έγραψα αυτό το βιβλίο, θέλοντας να δείξω την ευγνωμοσύνη μου σ' αυτόν και τους συμπατριώτες του, ελπίζω να με συγχωρέσει που υπερέβαλα συγκρίνοντας τις αναλογίες του με εκείνες του Κολοσσού.…. Όταν σκέφτομαι τον Κατσίμπαλη να σκύβει για να κόψει ένα λουλούδι από το άγονο έδαφος της Αττικής, αναδύεται μπροστά μου ολόκληρος ο ελληνικός κόσμος, παρελθών, παρών και μέλλων....»]
  12. [Περιοδικό «Η Λέξη», τεύχος 330, 7 Μαΐου 1984, σελίδα 330]