Κωνσταντίνος Καβάφης

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Κώστας Φωτιάδης Καβάφης [1], Έλληνας εθνικιστής, φυλετιστής, Ελληνολάτρης και αρχαιολάτρης, κορυφαίος ποιητής που απέκτησε παγκόσμια φήμη και ανήκει πλέον στους κλασικούς της παγκόσμιας λογοτεχνίας με την ιδιότυπη και εντελώς προσωπική του γραφή, που αναφέρεται συχνά ως «ο Αλεξανδρινός», γεννήθηκε στις 17/29 Απριλίου 1863 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου όπου και πέθανε στις 29 Απριλίου 1933, την ημέρα των γενεθλίων του, από καρκίνο του λάρυγγα, στο νοσοκομείο της Ελληνικής κοινότητας. Τάφηκε στον οικογενειακό τάφο των Καβάφηδων στο Ελληνικό κοιμητήριο του Σιάτμπι.

Ο Καβάφης ήταν άγαμος και δεν άφησε απογόνους.

Κώστας Καβάφης
Συνοπτικές πληροφορίες
Γέννηση: 17/29 Απριλίου 1863
Τόπος: Αλεξάνδρεια (Αίγυπτος)
Σύζυγος: Άγαμος
Τέκνα: Άτεκνος
Υπηκοότητα: Ελληνική, Αυγυπτιακή
Ασχολία: Ποιητής, Λογοτέχνης
Θάνατος: 29 Απριλίου 1933
Τόπος: Αλεξάνδρεια (Αίγυπτος)

Βιογραφία

Ο Κωνσταντίνος κατάγονταν από ιστορική οικογένεια εγκαταστημένη στη συνοικία Φανάρι στην Κωνσταντινούπολη από την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Φαναριώτης προ-προπάππος του Κωνσταντίνου, ο Ιωάννης Kαβάφης, διετέλεσε κυβερνήτης του Ιασίου ενώ ο προπάππος του, ο Πέτρος Καβάφης, υπήρξε Γραμματέας του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ανάλογη ήταν και η καταγωγή του από την μητρική πλευρά καθώς ο προπάππος του Μιχαήλ Σκαρλάτος Πάντζος, ο αδελφός του Μελετίου Πατριάρχου Αλεξανδρείας, διετέλεσε κυβερνήτης του Ιασίου και ο προ-προ-προπάππος του Θεοδόσιος Φωτιάδης, αδελφός του Κυρίλλου Επισκόπου Kαισαρείας Φιλίππων, διετέλεσε αξιωματούχος της Οθωμανικής κυβερνήσεως.

Οικογενειακή καταγωγή

Γονείς του Κωνσταντίνου ήταν ο Πέτρος-Ιωάννης Καβάφης και η Χαρίκλεια Γεωργάκη Φωτιάδη, που παντρεύτηκαν το 1849 στην Κωνσταντινούπολη, με καταγωγή από παλιά φαναριώτικη οικογένεια μεγαλεμπόρων και κοινοτικών επιτρόπων της Κωνσταντινουπόλεως. Ο πατέρας της Χαρίκλειας, ο Γεώργιος (Γιωρίκας) Φωτιάδης, καταγόταν από την Σινώπη του Πόντου και η οικογένεια του μετοίκησε στις αρχές του 19ου αιώνα στην Πόλη, ασχολούμενη με το εμπόριο κοσμημάτων. Ο Κωνσταντίνος ήταν το ένατο στη σειρά και μικρότερο από τα παιδιά της οικογένειας.

Πέτρος-Ιωάννης Καβάφης

O πατέρας του Κωνσταντίνου, ο Πέτρος-Ιωάννης, τέταρτο από τα πέντε παιδιά της οικογένειας του με δύο αδελφούς και δύο αδελφές, ήταν εύπορος έμπορος βαμβακιού, με Ελληνική και Βρετανική υπηκοότητα, ο οποίος μετά την Κωνσταντινούπολη, το Λονδίνο και το Λίβερπουλ, επέλεξε να εγκατασταθεί στην Αλεξάνδρεια, το 1850. Η οικογένεια του Πέτρου-Ιωάννη Καβάφη εγκαταστάθηκε με ενοίκιο σε μεγάλη κατοικία που ανήκε στο Στέφανο Ζηζίνια κοντά στον Ανατολικό Λιμένα και πάνω στην Πλατεία των Προξένων κατοπινή Μωχάμετ Άλι. Στην Αίγυπτο ο Πέτρος-Ιωάννης Καβάφης δημιούργησε επιχείρηση εισαγωγής υφασμάτων από το Μάντσεστερ ενώ ίσως έκανε εξαγωγή σιτηρών, μπαμπακιού, και ακατέργαστων βουβαλοδερμάτων, ενώ υπήρξε από τους ιδρυτές της Ελληνικής Κοινότητας

Οικογένεια Πέτρου-Ιωάννη Καβάφη

Ο Πέτρος-Ιωάννης Καβάφης απέκτησε έξι αγόρια, μεγαλύτερα από τον Κωνσταντίνο, τον Πέτρο-Ιωάννη, τον Αριστείδη, τον Αλέξανδρο, ο Παύλος που πέθανε το 1860, η Ελένη που πέθανε οκτώ μηνών, ο Παύλος που πήρε το όνομα του πεθαμένου αδελφού του και ο Τζων. Το 1860 η οικογένεια μετακόμισε και εγκαταστάθηκε στην οδό Σερίφ στον αριστοκρατικό δρόμο των εμπόρων βαμβακιού, όπου ζούσαν σε απόλυτη χλιδή με Γάλλο παιδαγωγό, Αγγλίδα γκουβερνάντα, Ιταλό αμαξά, Αιγύπτιο ιπποκόμο και 4-5 Έλληνες υπηρέτες. «Εζούσεν ο Πέτρος Ιωάννου Καβάφης μεγάλα {...} Τα έπιπλά του, τ' αμάξια, τ' ασημικά, τα υαλικά ήσαν με λούσο σπάνιο τότε μεταξύ των Γραικών» γράφει ο Στρατής Τσίρκας που αναφέρει ότι ο εμπορικός οίκος Καβάφη μεταξύ 1864 και 1870 ήταν μέσα στους τέσσερις-πέντε πρώτους σε κύκλο εργασιών. Ο Πέτρος Ι. Καβάφης, που το 1869 παρασημοφορήθηκε με το Μετζιδιέ 3ης Τάξεως για τη συμβολή στην ανάπτυξη του εμπορίου και της βιομηχανίας, πέθανε στις 10 Αυγούστου 1870 σε ηλικία πενήντα έξι ετών. H οικογένεια Καβάφη μετά το θάνατο του Πέτρου-Ιωάννη εγκαταστάθηκε στη Βρετανία, το 1872, κοντά στην οικογένεια του Γεωργίου Καβάφη, αδελφού και συνεταίρου του. Στα έξι χρόνια της διαμονής του στην Αγγλία ο Κωνσταντίνος σπούδασε την Αγγλική γλώσσα. Η εταιρεία «Καβάφης & Σία» διαλύθηκε περί το 1877 λόγω της οικονομικής κρίσεως, και το 1879 η Χαρίκλεια και τα μικρότερα παιδιά επέστρεψαν στην Αλεξάνδρεια και εγκαταστάθηκαν σε διαμέρισμα της οδού Ραμλίου, στο οποίο είχαν μεταφέρει την κινητή περιουσία τους πριν αναχωρήσουν για την Αγγλία.

Σπουδές

Τα πρώτα γράμματα, καθώς και τα Αγγλικά και Γαλλικά, ο Κωνσταντίνος διδάχτηκε από οικοδιδάσκαλο. Στην Αγγλία παρακολούθησε εγκύκλια μαθήματα και παραθέριζε στο Ντόβερ, ενώ επιστρέφοντας στην Αλεξάνδρεια φοίτησε στο εμποροπρακτικό λύκειο «Ερμής», που ιδρύθηκε από τον Κωνσταντίνο Α. Παπαζή, όπου γνώρισε και έγινε φίλος με τους Mικέ Pάλλη, Ιωάννη Ροδοκανάκη και Στέφανο Σκυλίτση [2]. Για βοήθεια στα μαθήματά του χρησιμοποιούσε δημόσιες βιβλιοθήκες και ήδη στα δεκαοκτώ του χρόνια είχε αρχίσει να συντάσσει ένα ιστορικό λεξικό. Το 1882 με αφορμή ταραχές που προκάλεσαν την εξέγερση του Oράμπι στην Αλεξάνδρεια, ο αγγλικός στόλος που επενέβη βομβάρδισε την πόλη ενώ η οικία της οικογένειας Καβάφη παραδόθηκε στις φλόγες και καταστράφηκε ολοσχερώς. Το 1882 η οικογένειά Καβάφη μετακόμισε στην Κωνσταντινούπολη, όπου φιλοξενήθηκε επί τριετία από τον πατέρα της Χαρίκλειας, τον Γεωργάκη Φωτιάδη, εξαιτίας των ταραχών που καθιστούσαν επισφαλή τη θέση και την ίδια τη ζωή των Ευρωπαίων, μετακόμιση που ο ποιητής περιγράφει στο έργο του

  • «Constantinopoliad-an epic».

Ενήλικη ζωή

Σύμφωνα με την Ροδόπη (Ρίκα) Αγαλλιανού-Σεγκοπούλου στην Κωνσταντινούπολη εκδηλώθηκε για πρώτη φορά η υπαινισσόμενη ομοφυλοφιλία του Καβάφη με «συνένοχο» τον εξάδελφό του Γεώργιο Ψυλιάρη. Τον Οκτώβριο του 1885 ο Κωνσταντίνος επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια, μαζί με τη μητέρα του και τα δυο αδέλφια του, Αλέξανδρο και Παύλο, αφού εισέπραξαν αποζημίωση για τις καταστροφές του 1882. Μία από τις πρώτες αποφάσεις του είναι να αποποιηθεί την Αγγλική υπηκοότητα και να αποκτήσει την Ελληνική. Στην Αλεξάνδρεια εργάστηκε αρχικά να ως δημοσιογράφος και στη συνέχεια ως μεσίτης στο Χρηματιστήριο Βάμβακος ενώ αρχικά αρνήθηκε να εργαστεί για τη «Χωρέμης-Μπενάκης», αν και ο Αντώνης Μπενάκης υπήρξε επιστήθιος φίλος του, όπως και η αδελφή του Πηνελόπη Δέλτα. Αργότερα διορίστηκε δημόσιος υπάλληλος, στο υπουργείο Δημοσίων έργων στην υπηρεσία του Τρίτου κύκλου Αρδεύσεων ως άμισθος γραμματέας.

Ένα ανυπόγραφο γράμμα (αντιγραμμένο από τον Καβάφη), με ημερομηνία 11 Δεκεμβρίου 1890, το οποίο απευθύνεται στο Γενικό Επιθεωρητή των Αρδεύσεων, αναφέρει: «...Εφ’ όσον δεν είναι πιθανόν να χρησιμοποιηθούν οι αντλίες στο Ατφέ ξανά, δε γεννάται ανάγκη των υπηρεσιών του Σελίμ εφέντη Ιμπραήμ. .... επειγόντως ζητώ να συγκατατεθείτε στην αύξηση του προσωπικού του αγγλικού μου γραφείου. ... Ο κ. Κωνσταντίνος Καβάφης, άμισθος υπάλληλος, να λάβει μισθό 7 λίρες το μήνα ... Ο κ. Κωνσταντίνος Καβάφης (Έλληνας, πολιτογραφημένος Βρετανός υπήκοος) προέρχεται από μία εξαιρετικά αξιοπρεπή Αλεξανδρινή οικογένεια. Έχει εργαστεί στο γραφείο μου σαν άμισθος γραμματέας για ένα χρόνο, και, αν και δεν του έδωσα ελπίδες ότι θα γινόταν μισθωτός, ωστόσο τον βρίσκω τόσο χρήσιμο, έχει τέτοια οξυδέρκεια και εργάζεται τόσο ευσυνείδητα, που δεν ξέρω πώς θα διεκπεραιωνόταν η δουλειά του γραφείου χωρίς αυτόν. Ο γραφικός του χαρακτήρας είναι καλός, γνωρίζει γαλλικά, ελληνικά και ιταλικά, τις δύο πρώτες γλώσσες το ίδιο άπταιστα όπως τα αγγλικά. Έχει αντιγράψει τις περισσότερες από τις αναφορές που υποβλήθηκαν εφέτος, έκανε τους πιο πολλούς λογαριασμούς ή τον έλεγχό τους, και μετέφρασε μερικά πολύ σπουδαία έγγραφα… Μπορεί, φυσικά, να μιλήσει αραβικά, αν και δεν διαβάζει ούτε γράφει τη γλώσσα». Στις 11 Απριλίου 1892 ο Καβάφης έλαβε μία επιστολή από το γραφείο του Καϊρου: «Αν και ήρθατε στο γραφείο μου με τη σαφή προϋπόθεση ότι δε θα είχατε μισθό, ούτε άλλες προοπτικές, είχα βεβαίως την ελπίδα ότι θα μπορούσα να σας προσλάβω» κι ευχαρίστησε τον Καβάφη για τη «σπουδαία βοήθεια που προσέφερε τα τελευταία τρία χρόνια» και πρόσθετε ότι μια μόνιμη θέση που είχε κενωθεί με την αποχώρηση του Σελίμ Ιμπραήμ, δεν ήταν δυνατό να συμπληρωθεί με έναν έκτακτο υπάλληλο, όμως ο Καβάφης μπορούσε να απασχολείται με μισθό, μέχρι τον επίσημο διορισμό του μονίμου. Έτσι ο Καβάφης μετατράπηκε σε έμμισθο υπάλληλο, αποκτώντας την παλιά του οικονομική άνεση. Το 1897, αφού πρώτα διένειμε σε τετρασέλιδο μονόφυλλο, δίγλωσσο, μεταφρασμένο από τον Τζον Καβάφη, τα περίφημα «Τείχη», αναχώρησε μαζί του ακτοπλοϊκά για Μασσαλία, απ' όπου ταξίδεψαν στο Παρίσι και το Λονδίνο, όπου επισκέφθηκαν μουσεία, όπερες, θέατρα, καπνιστήρια και καμπαρέ της υψηλής κοινωνίας.

Στις 4 Φεβρουαρίου 1899, όταν πέθανε η μητέρα του, ο ποιητής έχει σχετικά ορθοποδήσει οικονομικά. Η σκανδαλώδης ζωή του ομοφυλόφιλου αδελφού του και ιδιαίτερα κοσμικού Παύλου συχνά παρεξηγείται και ταυτίζεται μ' εκείνη του Κωνσταντίνου, ο οποίος προτιμάει τα «καπηλειά και τα χαμαιτυπεία», όπου συχνάζουν Έλληνες ναύτες και εργάτες ενώ αποφεύγει τη συναναστροφή με ντόπιους. Το καλοκαίρι του 1901 ο Κωνσταντίνος επισκέφθηκε για πρώτη φορά την Ελλάδα, μαζί με τον αδερφό του Αλέξανδρο, ταξίδι για το οποίο τήρησε ημερολόγιο στην αγγλική γλώσσα, με χαρακτηριστικές λεπτομέρειες για όσα είδε, καθώς και για τα πρόσωπα που συνάντησε, όπως τον Κίμωνα Μιχαηλίδη, εκδότη του περιοδικού «Παναθήναια», τον ζωγράφο Γεώργιο Ροϊλό, τον Γρηγόριο Ξενόπουλο και τον Ιωάννη Πολέμη. Σε μια επιστολή του αναφέρει ότι στην Αθήνα αισθανόταν, όπως ένας πιστός που πηγαίνει προσκυνητής στη Μέκκα. Το 1903 επισκέφθηκε και πάλι την Αθήνα, ενώ στις 30 Νοεμβρίου του 1903 ο Ξενόπουλος γράφει στα «Παναθήναια» το άρθρο «Ένας ποιητής» [3], την πρώτη παρουσίαση του καβαφικού έργου στο κοινό της Ελλάδος. Το 1905 ο Καβάφης επισκέφθηκε για τρίτη φορά την Αθήνα προκειμένου να παραβρεθεί στην κηδεία του αδελφού του Αλέξανδρου. Τον Δεκέμβριο του 1907 εγκαταστάθηκε στο σπίτι της οδού Λέψιους 10, όπου έζησε το υπόλοιπο της ζωής του και όπου τον συνάντησαν προσωπικότητες της λογοτεχνίας από την Ελλάδα και το εξωτερικό, όπως ο φουτουριστής Ιταλός φασίστας λογοτέχνης Τομάζο Μαρινέτι, ο Αντρέ Μαλρώ, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Κώστας Ουράνης, η εθνικίστρια ποιητής Μυρτιώτισσσα και ο Έντουαρντ Φόρστερ, ο οποίος θα γίνει προσωπικός φίλος του Καβάφη και προώθησε την ποίηση του στον αγγλόφωνο λογοτεχνικό κόσμο. Την επόμενη χρονιά, ο Παύλος Καβάφης έφυγε για ταξίδι στο εξωτερικό και δεν επέστρεψε ποτέ στην Αίγυπτο, έτσι ο Κωνσταντίνος έμεινε μόνος για πρώτη φορά το 1908, σε ηλικία 45 ετών. Δεν χρησιμοποίησε ποτέ ηλεκτρικό ρεύμα στο σπίτι του και ο φωτισμός του χώρου, μετά τη δύση του ηλίου, γινόταν με κεριά.

Το 1912 απέρριψε την πρόταση του Αντώνη Μπενάκη να εκδώσει έναν πολυτελή τόμο με ποιήματά του αποδεικνύοντας την ποιότητα του χαρακτήρος και τη συνέπεια στις αρχές του. Συνδέθηκε με στενή φιλία με τον διπλωμάτη εξάδελφο του δολοφονημένου εθνικιστή διανοούμενου Ίωνα Δραγούμη, τον Φίλιππο Δραγούμη, και ο Δημήτρης Μητρόπουλος μελοποιεί ποιήματά του, ο E.M. Forster εκδίδει το «Pharos and Pharillon» με δοκίμια και μεταφράσεις, διαδίδοντας την ποίηση του στην αγγλική κοινωνία. Από τη δημόσια υπηρεσία ο Καβάφης παραιτήθηκε τον Μάρτιο του 1922 με τον βαθμό του υποτμηματάρχη.

Σύμφωνα με άρθρο που έγραψε και δημοσίευσε ο Θεόδωρος Πάγκαλος, βουλευτής και υπουργός κυβερνήσεων του ΠΑ.ΣΟ.Κ., ο Καβάφης το 1926 τιμήθηκε με το

  • Αργυρό Παράσημο Τάγματος του Φοίνικος,

που του απονεμήθηκε από τον δικτάτορα παππού του Θεόδωρο Πάγκαλο [4]. και το αποδέχθηκε υποστηρίζοντας ότι «Το παράσημο μου το απένειμε η Ελληνική Πολιτεία, την οποία σέβομαι και αγαπώ. Η επιστροφή του παρασήμου θα είναι προσβολή εκ μέρους μου προς την Ελληνικήν Πολιτείαν γι' αυτό και το κρατώ».

Τον ίδιο χρόνο εκδίδεται στην Αλεξάνδρεια το μηνιαίο λογοτεχνικό περιοδικό «Αλεξανδρινή Τέχνη» που ουσιαστικά διευθύνεται αλλά και στηρίζεται οικονομικά από τον Καβάφη, που ένα χρόνο αργότερα γνωρίζεται με τον Νίκο Καζαντζάκη και συνδέεται φιλικά με την Μαρίκα Κοτοπούλη.

Καβάφης & Εθνικισμός

Για την ελληνικότητα του Καβάφη γράφει ο Κωνσταντίνος Δημαράς: «...ὁ Καβάφης εἶναι φανατικὸς ἐθνικόφρων, ὅπως μαρτυροῦν ὅσοι τὸν ἐγνώρισαν, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴ δράση του στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ ὅπως φανερώνεται στὰ ποιήματά του» [5] αν και η Ελλαδοκεντρική συντηρητική παράταξη, με προεξάρχοντα τον Κωστή Παλαμά στάθηκε κριτικά αρνητική απέναντι στον Αλεξανδρινό ποιητή.

Η λογοτέχνιδα Καλλιόπη Α. Σφαέλλου, που έζησε και μεγάλωσε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, καταθέτει εμπεριστατωμένη άποψη για την ελληνολατρεία και τον εθνικισμό του Καβάφη, με όρους πού επεξηγεί και τεκμηριώνει, στη σχετική με τον ποιητή μελέτη της. Η συγγραφέας χρησιμοποιώντας τα κείμενα του Καβάφη αποδεικνύε­ι το πόσο εκτιμούσε και πε­ρηφανεύονταν ο ποιητής για τον εθνικισμό του. Καθόλου κραυγαλέος αλλά έμμεσος ο εθνι­κισμός του ποιητή δεν έχει την αρχαία στενή έννοια της αφοσιώσεως στο «άστυ», αλλά α­πλώνεται σ' ολόκληρη τη φυλή. Γράφει: «...ό εθνικισμός του Καβάφη δεν ήταν μιά στιγμιαία παροδική έξαρση, αλλά καλύπτει όλο τόν ελληνισμό, σ' όλες τις εκδηλώσεις καί σ' όλες τίς εποχές. Παρουσιάζεται σταθερά από τά πρώτα κιόλας βήματα του, ώς τις παραμονές τού θανάτου του, όταν τό 1931 διαλαλούσε τις νίκες τού Μεγάλου Αλεξάνδρου καί τη δημιουργία ενός καινούριου μεγάλου κόσμου, πιστεύοντας στην ενότητα τής ελληνικής φυλής....» [6]. Το 1930 ο Καβάφης δήλωσε σε Αθηναίο δημοσιογράφο: «Ἐὰν τοῦ λόγου σας μὲ πάρετε καὶ διὰ σοβινιστήν, τόσο τὸ καλύτερον. Καὶ ἂν μὲ γράψετε ὡς τοιοῦτον (δηλ. σοβινιστή), δὲν θὰ μὲ κακοφανεῖ.» [7].

Ο φυλετισμός του Καβάφη απέβλεπε στην αναβίωση ενός Ελληνικού Βυζαντίου. Σύμφωνα με όσα γράφει [8] ο Τίμος Μαλάνος, όταν πρωτογνώρισε τον Καβάφη και τον ρώτησε αν είχε γράψει πατριωτικό ποίημα, ο Καβάφης απάντησε: «Αν και έζησα όλες τες συγκινήσεις των πολέμων του ’12 και του ’13, και συχνά αργά τα βράδυα κατέβαινα απ’ το σπίτι να μάθω τίποτα νεώτερο για τα Ιωάννινα, σχετικώς δεν έγραψα ούτε ένα στίχο. Δεν είμαι ποιητής πατριώτης, αλλά φυλετικός. Και εννοώ με την λέξη φυλετικός, την πλήρη αποκατάσταση της ελληνικής φυλής. Δηλαδή να προσαρτηθεί στην σημερινήν Ελλάδα κάθε μέρος με ελληνική συνείδηση, όπως λ.χ. ο Πόντος και τα παράλια της Μικράς Ασίας». Ο ποιητής διατηρούσε άσβεστο μέσα του το όνειρο της μεγάλης Ελλάδος και δημοσίευσε [9] άρθρο με τίτλο «Το Κυπριακό ζήτημα», όπου αναφέρεται στο όνειρο «της επανόδου της ξενιτεμένης Κύπρου στους κόλπους της Ελληνίδος γης», τονίζοντας ότι δεν είναι ανάγκη να αποδείξει ότι είναι ελληνική, γιατί είναι «ως να απεδείκνυέ τις ότι οι Πελοποννήσιοι είναι Έλληνες» και σημειώνει: «...ας ελπίσωμεν, ότι μίαν ημέραν οι πόθοι των Κυπρίων, ή ορθότερον των Ελλήνων όλων, περί ενώσεως της νήσου μετά του Ελληνικού Βασιλείου, θα εκπληρωθώσιν. Εν τη Μεγάλη Βρετανία υπάρχει φιλοδίκαιος πεφωτισμένη και πανίσχυρος δημοσία γνώμη. Η Κύπρος ήτις δια την Ελλάδα είναι μέγα βήμα προς τα πρόσω, δια την Αγγλίαν είναι βάρος, δυσκολία τις, πηγή φροντίδων».

Καβάφης & Φασισμός

Η πραγματική ή υποτιθέμενη ιδεολογική σχέση του ποιητή με τον φασισμό προκλήθηκε από επιστολή που δημοσιεύθηκε σε Αθηναϊκή εφημερίδα [10] το 1928, η οποία προέρχεται από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, τον τότε τόπο διαμονής του Καβάφη. Η επιστολή έχει ως αποδέκτη τον Θεόδωρο Υψηλάντη [11], απόγονο της γνωστής οικογένειας και αρχηγό του κόμματος «Ένωσις Ελλήνων Φασιστών». Το ρεπορτάζ της εφημερίδος με τον τίτλο «Ἐκδηλώσεις ὑπὲρ τοῦ φασισμοῦ. Τηλεγραφήματα καὶ ἐπιστολαὶ πρὸς τὸν κ. Ὑψηλάντη-Ἐξ Ἀλεξανδρείας», αναφέρει:
«Ἔντιμε καὶ ἔνδοξε Ἀρχηγέ,
Πλήρεις εὐφροσύνης καὶ ἀγαλλιάσεως διὰ τὴν ὑφ᾿ ἡμῶν ἀνάληψιν τῆς ἀρχηγίας τοῦ Φασιστικοῦ ἀγῶνος διαδηλοῦμεν τὴν ἀπεριόριστον ἀφοσίωσίν μας εἰς τὰ Ἰδεώδη τοῦ Φασισμοῦ καὶ ἀπεκδεχόμεθα παρ᾿ ὑμῶν τὴν πραγμάτωσιν ἱερῶν σκοπῶν, ἀναστήλωσιν γοήτρου Ἑλληνικοῦ ὀνόματος, ἀποκατάστασιν ἱερῶν καὶ αἰωνίων θεσμῶν, ἐκρίζωσιν ψυχοφθόρων καὶ ἐθνοφθόρων τάσεων μαλλιαρισμοῦ, κομμουνισμοῦ, δημοκρατισμοῦ.
Παρακαλοῦμεν ὅπως μᾶς δεχθῆτε ὑπὸ τὴν ἀμίαντον σημαίαν σας.
Ἡ φασιστικὴ ὁμάς
Σωκ. Λαγουδάκης, Βασ. Ἀθανασόπουλος, Κ. Καβάφης, Γ. Πετρίδης, Σ. Γιαννακάκης, Ν. Καρδάρης, Μ. Ἀνταῖος, Γιάγκος Περίδης.
(Ἕπονται καὶ ἄλλαι ὑπογραφαί)».

Από την πλευρά τους, ορισμένοι υποστηρίζουν πως η επιστολή από την Αλεξάνδρεια είναι αποτέλεσμα κακού αστεϊσμού, αμφισβητώντας πως η επιστολή φέρει την υπογραφή του μεγάλου ποιητή. Οι περισσότεροι στηρίζουν την άποψη τους σε δημοσίευμα εφημερίδος της Αλεξάνδρειας [12] το οποίο αναφέρει:
«..Κατάπληκτοι εμείναμεν αναγνώσαντες εις το “Σκριπ” και εις την στήλην των εκδηλώσεων υπέρ του Φασισμού και την ακόλουθον εκδήλωσιν, διαβιβασθείσαν εξ Αλεξανδρείας προς τον Αρχηγόν της Ενώσεως των Ελλήνων Φασιστών κ. Θεόδωρον Υψηλάντην: Ιδού η επιστολή δι’ ης διηρμηνεύθη η συμμετοχή εις την “Ένωσιν” των Ελλήνων Φασιστών της Αλεξανδρείας: (σ.σ. Η εφημερίδα αναδημοσιεύει το περιεχόμενο της επιστολής που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Σκριπ»).
Το δημοσίευμα συνεχίζει:
«..Ο τελευταίος εκ των υπογραφομένων είναι ο συνεργάτης μας “Σκαραβαίος”, ο οποίος μάς διεβεβαίωσεν ότι ούτε υπέγραψεν, ούτε έλαβε γνώσιν τοιαύτης επιστολής. Και επειδή δεν είναι δυνατόν να υποπτεύσωμεν ότι πρόκειται περί πλαστουργηθείσης εις το γραφείο του “Σκριπ” επιστολής, αφού τα ονόματα των υπογραφόντων εκτός δύο ή τριών δεν είναι γνωστά εις τας Αθήνας, κλίνομεν να παραδεχθώμεν ότι η επιστολή εστάλη παρά τινός λογίου ή φίλου των γραμμάτων, επιθυμούντος να αστεϊσθεί με τους ενταύθα φίλους του και να σκώψει εν ταυτώ και την προσπάθειαν του κ. Υψηλάντου, φιλοδοξήσαντος να καταρτίσει τον Ιερόν Λόχον των Ελλήνων Φασιστών».

Το δημοσίευμα της Αλεξανδρινής εφημερίδος δεν κάνει καμία αναφορά στο όνομα του Καβάφη και περιορίζεται -αυστηρά- σε διάψευση που αφορά τον συνεργάτη της, ο οποίος δεν είναι γνωστό και διαπιστωμένο εάν προέβη κι αυτός σε ανάλογη διάψευση ή υπό πίεση -μια συνηθισμένη πρακτική επαγγελματικού εκφοβισμού πιθανόν και εκβιασμού- παραχώρησε την πρωτοβουλία στην εφημερίδα προκειμένου να μην εκτεθεί ο ίδιος, καθώς στην περίπτωση που είχε υπογράψει το αποσταλέν κείμενο η υπογραφή του ήταν στην διάθεση του Θεόδωρου Υψηλάντη και του κόμματος Ένωσις Ελλήνων Φασιστών. Επίσης, παρά την εμπλοκή του ονόματος του ο ίδιος ο ποιητής, ο Κωνσταντίνος Καβάφης, ουδέποτε διέψευσε ή έστω αρνήθηκε ότι υπέγραψε το εν λόγω κείμενο. Το 2010 γνωστός Αθηναίος blogger -κομμουνιστικών πεποιθήσεων, ενεργό μέλος του κόμματος ΣΥΡΙΖΑ, υπάλληλος του εν λόγω κόμματος στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο- με αλλεπάλληλα δημοσιεύματα του [13] [14] επιτίθεται στον φιλόλογο και ιστορικό συγγραφέα Σαράντο Καργάκο κατηγορώντας τον πως προχειρολόγησε με την ανάδειξη της επιστολής που δημοσιεύθηκε στην Αθηναϊκή εφημερίδα, δίχως όμως να παρουσιάσει στοιχεία που ανατρέπουν τα δεδομένα της επιστολής παρά καταφεύγοντας σε εικασίες και υποθέσεις.

Καβάφης & Κομμουνισμός

Η αριστερά στην Ελλάδα τάχθηκε από την αρχή, με σφοδρό και κατηγορηματικό τρόπο, εναντίον του Καβάφη που γι' αυτήν ήταν εκπρόσωπος της παρακμάζουσας αριστοκρατίας και αποικιοκρατίας, αρχαιολάτρης, εθνικιστής, φυλετιστής, καθαρευουσιάνος, λόγος για τον οποίο τον υβρίζει ο Ιωάννης Ψυχάρης, αλλά και ομοφυλόφιλος, καθώς η αριστερά της εποχής ήταν άκρως πουριτανή. Ο μαρξιστής Γιάννης Κορδάτος χαρακτηρίζει τον Καβάφη «...απόστημα της λογοτεχνίας μας, γι’ αυτό και πρέπει να αποκοπεί» [15] και συνεχίζει: «Πιστεύω πως θα’ ρθει καιρός που ο Καβάφης θα ξεχαστεί, όπως ξεχάστηκαν ο Αχ. Παράσχος και άλλοι ποιητές, που είχαν μεγάλη δημοσιότητα». Ο Κορδάτος, που υπήρξε ιδιαίτερα επικριτικός προς τον Καβάφη, γράφει ότι έγινε γνωστός κυρίως μετά το 1922 και τη μικρασιατική καταστροφή, καθώς «...απηχούσε το πνεύμα της απαισιοδοξίας και τις ιδέες της παρακμής» ενώ γράφει ότι «..ορισμένα ποιήματά του εκφράζουν την πίκρα που αισθανόταν για τον ξεπεσμό του και το μίσος ενάντια στους νεόπλουτους» και παραθέτει την φερόμενη ως άποψη της ανιψιάς του Καβάφη Ελένης Coletti, σύμφωνα με την οποία: «..Είχε το κόμπλεξ της χαμένης περιουσίας. Αισθανόμενος ξεπεσμένος στην κοινωνία του, αντιδρούσε θυμίζων στους άλλους εκείνο που ήσαν άλλοτε οι δικοί του».

Από την πλευρά του ο Κώστας Βάρναλης γράφει: «Χωρίς αμφιβολία ο Καβάφης είναι ένας μοναδικά ιδιότυπος ποιητής. Ασεβής σε όλα, από τη μορφή ίσαμε την ουσία {...} Το περιεχόμενο αυτής της ποίησης είναι σχεδόν ένα επεισόδιο ιστορικό ή προσωπικό του ποιητή -κι αυτό το τελευταίο συχνά σε δεύτερο ή τρίτο πρόσωπο, άρα απρόσωπο. Κι αυτό το επεισόδιο περιγράφεται ή σκηνοθετείται χωρίς λυρική έξαρση, χωρίς πάθος, μια χρονογραφική ξηρότητα. Δεν φαίνεται να βγαίνει από την καρδιά παρά από το μυαλό».

Εργογραφία [16]

Ο Καβάφης έγραψε 155 ποιήματα, ενώ έχουν βρεθεί δεκάδες άλλα που ποτέ δεν ολοκλήρωσε. Όταν πέθανε λίγοι γνώριζαν το έργο του κι αυτό για δύο, κυρίως, καθώς ο ίδιος αρνήθηκε να εκδώσει και επισήμως το έργο του ενώ και το στυλ της γραφής του ήταν πολύ διαφορετικό σε σύγκριση με ποιητές της εποχής του. Ο ίδιος προτιμούσε να τυπώνει τα ποιήματά του και να τα μοιράζεται με όποιον έδειχνε ενδιαφέρον. Το έργο του βασίζεται στην εκτεταμένη γνώση του για την ελληνιστική εποχή, γι’ αυτό και ο ίδιος περιέγραψε τον εαυτό του ως «ποιητή-ιστορικό». Πολλά από τα ποιήματά του είναι ψευδο-ιστορικά. Η ποίηση του ασχολείται με θέματα όπως η αβεβαιότητα για το μέλλον, η ηδονή, το ήθος και η ψυχολογία των ανθρώπων, η ομοφυλοφιλία και η νοσταλγία. Είναι χαρακτηριστικό πως η δημοσίευση της πρώτης συλλογής ποιημάτων του έγινε το 1935, όταν άρχισε να γίνεται γνωστός και να κερδίζει το σεβασμό των κριτικών.

Άρχισε να δημοσιεύει, αποσπασματικά, από το 1886, όμως αργότερα τα πρωτόλεια αυτά ποιήματα, γραμμένα σε αρχαΐζουσα καθαρεύουσα με ρομαντική και απαισιόδοξη διάθεση, τα αποκήρυξε. Από το 1900 η ποίησή του απέκτησε τον καθαρά προσωπικό του χαρακτήρα, την πρωτοτυπία, τον πλούτο των εκφράσεων της και τη βαθύτερη φιλοσοφική πνοή της. Δημοσίευε τους στίχους σε περιοδικά. Το πρώτο κείμενο που σώζεται στο αρχείο του γράφτηκε το 1882, ένα ημερολόγιο σε αγγλική γλώσσα, με τον τίτλο

  • Constantipoliad-En Epic (Κωνσταντινοπουλιάς-Ένα έπος), στο οποίο περιγράφονται οι προετοιμασίες για την αναχώρηση της οικογένειας από την Αλεξάνδρεια, το πολεμικό κλίμα των ημερών εκείνων και το ταξίδι ως την Κωνσταντινούπολη.

Το πρώτο πεζό με τίτλο

  • «Το Κοράλλιον υπό μυθολογικήν έποψιν» δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Κωνσταντινούπολις», και το ποίημα «Βακχικόν» στο περιοδικό «Έσπερος». Και τα δύο, όπως και αρκετά άλλα ποιήματα και πεζά εκείνων των χρόνων, τα υπέγραφε ως Κωνσταντίνος Φ. Καβάφης και αργότερα τα αποκήρυξε σιωπηρά.

Μεταγενέστερα υποστηρίχτηκε πως το ενδιάμεσο Φ στην υπογραφή του δήλωνε ένα δεύτερο βαπτιστικό όνομα (Φώτιος), άποψη που απορρίπτεται από την επίσημη πράξη βαπτίσεως του ποιητή, η οποία αναφέρει ένα μικρό όνομα και τελικά εικάζεται πως αποτελούσε φόρο τιμής στον παππού του Γεωργάκη Φωτιάδη, τον πατέρα της μητέρας του. Μέχρι το τέλος της ζωής του ο Καβάφης δημοσίευσε πεζά και ποιήματα σε εφημερίδες, ετήσια ημερολόγια και περιοδικά της Αλεξάνδρειας, της Λειψίας, της Κωνσταντινούπολης, του Καΐρου και της Αθήνας, χωρίς να εκδώσει ποτέ βιβλίο.

Η γλώσσα του έργου του αποτελεί κράμα δημοτικής και καθαρεύουσας, με σπάνια εκφραστική δύναμη, παρά τη φαινομενική λιτότητα και πεζολογία. Ο στίχος του είναι ομοιοκατάληκτος ή ανομοιοκατάληκτος ίαμβος. Η καλλιτεχνική του αξία άργησε να αναγνωριστεί. Θεωρείται ο εκφραστής του «υψηλού» στην ποίηση. Αυτός που δεν είχε προδρόμους αλλά ούτε και συνεχιστές -τόσο ανεπανάληπτος και μοναδικός υπήρξε. Η ποίησή του αποτέλεσε χτυπητή αντίθεση στο κλίμα της εποχής -ρητορικός στόμφος μαζί με ακατάσχετο λυρισμό. Έργα του μελοποίησαν οι Δημήτρης Μητρόπουλος, Θάνος Μικρούτσικος, Δήμος Μούτσης, Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Χατζιδάκις, Δημήτρης Παπαδημητρίου, Νίκος Μαμαγκάκης, Γιάννης Γλέζος, Λένα Πλάτωνος, Γιώργος Κουρουπός και άλλοι [17].

Υπάρχουν 155 γνωστά ποιήματα, καθώς και γύρω στα είκοσι νεανικά, σε ρομαντική καθαρεύουσα, που αργότερα αποκήρυξε [18]. Το 1904 μια μικρή συλλογή με τον τίτλο

  • «Ποιήματα», η οποία περιλάμβανε τα έργα: «Φωνές», «Επιθυμίες», «Κεριά», «Ένας γέρος», «Δέησις», «Οι ψυχές των γερόντων», «Το πρώτο σκαλί», «Διακοπή και Θερμοπύλες», «Τα παράθυρα», «Περιμένοντας τους Βάρβαρους», «Απιστία», «Τα άλογα του Αχιλλέως». Το 1910 προέβη σε επανέκδοση αυτής της συλλογής προσθέτοντας άλλα 7 ποιήματα, τα: «Τρώες», «Μονοτονία», «Η κηδεία του Σαρπηδόνα», «Η συνοδεία του Διόνυσου», «Ο Βασιλεύς Δημήτριος», «Τα βήματα», «Ούτος εκείνος».

Ένα από τα πιο γνωστά του ποιήματα είναι η

  • «Ιθάκη», την οποία έγραψε το 1911.

Το ποίημα είναι εμπνευσμένο από το ταξίδι επιστροφής του Οδυσσέα μετά τον Τρωικό Πόλεμο, όπως τον περιέγραψε ο Όμηρος στην Οδύσσεια. Το ποίημα μιλάει για την ιδέα ενός προορισμού που καθορίζει το ταξίδι της ζωής: «Πάντα στον νου σου να ‘χεις την Ιθάκη./ Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.» Συμβουλεύει τον αναγνώστη-ταξιδιώτη να είναι γεμάτος ελπίδα αλλά να μην απογοητευτεί αν στο τέλος του ταξιδιού συνειδητοποιήσει ότι η Ιθάκη δεν έχει να τους προσφέρει τόσα πολλά όσα περίμενε, καθώς η Ιθάκη του «έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι».

Τα επόμενα χρόνια εξακολούθησε να γράφει ποιήματα αλλά να τα τυπώνει σε μονόφυλλα, που τα κυκλοφορούσε μόνο ανάμεσα στους φίλους του. Όλο το έργο του συγκεντρώθηκε μετά το θάνατο του και εκδόθηκε με τον τίτλο

  • «Άπαντα» [19] το 1935, ενώ έκτοτε ακολούθησαν και άλλες εκδόσεις τους.

Αξιολόγηση

Κώστας Καβάφης

Ο ίδιος ο Καβάφης διέκρινε [20] τα ποιήματα του σε 3 κύκλους:

  • τα ιστορικά (με θέματα από την αρχαία ελληνική, ρωμαϊκή, βυζαντινή και αλεξανδρινή εποχή,
  • τα φιλοσοφικά ή τη σκέψεως και
  • τα ηδονικά ή αισθητικά (με θέμα την προσωπική σεξουαλική ζωή του ποιητή).

Τα χρόνια που ακολούθησαν το θάνατο του Καβάφη διεξήχθη επισταμένη μελέτη του έργου του. Οι μελετητές ανέδειξαν το ποιητικό του έργο του, που αποτελείται από 270 ποιήματα, τα οποία χωρίζονται σε τρεις ενότητες:

  • «Αναγνωρισμένα», συνολικά 154 ποιήματα, 153 που εξέδωσε ο ίδιος όσο ζούσε και ένα, το «Εις τα Περίχωρα της Αντιοχείας», συμπεριλήφθηκε στην πρώτη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του το 1935, σε επιμέλεια της Ροδόπης (Ρίκα) Αγαλλιανού-Σεγκοπούλου και χαρακτικά του Τάκη Καλμούχου. Το 1963, τα ποιήματα αυτά εκδόθηκαν σε δύο τόμους από τον Γ. Π. Σαββίδη, που επιμελήθηκε την έκδοση των «Ανέκδοτων» ποιημάτων του Καβάφη (νέα έκδοση το 1993 με τίτλο «Κρυμμένα Ποιήματα»), όσα διασώθηκαν στο αρχείο του Καβάφη.
  • «Αποκηρυγμένα» που κυκλοφόρησαν το 1983 και αναφέρονται σε ποιήματα που ο ίδιος τα αποκήρυξε ή τα ξανάγραψε.
  • «Κρυμμένα».

Υπάρχουν επίσης τα

  • «Ατελή» ποιήματα (30 ανέκδοτα ποιητικά σχεδιάσματα) τα οποία κυκλοφόρησαν το 1994 με τη φιλολογική επιμέλεια της Renata Lavagnini. Σπουδαιότεροι βιογράφοι του Καβάφη είναι ο Τίμος Μαλάνος και ο Στρατής Τσίρκας.

Η σταδιακή καταξίωση του Καβάφη, επήλθε από το 1920 και έπειτα. Το περιοδικό «Βωμός», το 1919, ήταν από τα πρώτα που δημοσίευσε ποιήματα του Καβάφη και ακολούθησε το 1922 το περιοδικό «Μούσα». Οι περισσότεροι θαυμαστές του ποιητή, ήταν νέοι λογοτέχνες, όπως οι Τέλλος Άγρας, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Ελένη Ουράνη (Άλκης Θρύλος) και Ναπολέων Λαπαθιώτης ενώ από τους καταξιωμένους λογοτέχνες, ο Μιλτιάδης Μαλακάσης, δεν έκρυβε τον θαυμασμό του για τον Καβάφη.

Το τέλος του

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 ο Καβάφης αισθανόταν ενοχλήσεις στον λάρυγγα. «Αυτό ήταν που τον έκανε να κόβει τα τσιγάρα στη μέση, να σωπαίνει όλο και περισσότερο στις συναναστροφές, να καταλαμβάνεται από μια ξαφνική μελαγχολία», γράφει ο Στρατής Τσίρκας. Διαγιγνώσκεται με καρκίνο του λάρυγγα και οι γιατροί του συνιστούν να πάει στην Αθήνα, όπου ταξίδεψε συνοδευόμενος από το ζεύγος των κληρονόμων του, τον Αλέκο και τη σύζυγο του την φιλόλογο Ρίκα Σεγκοπούλου. Επί τέσσερις μήνες, από τον Ιούλιο έως τον Οκτώβριο του 1932, νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο Ερυθρός Σταυρός και υποβλήθηκε σε τραχειοτομία, με αποτέλεσμα να χάσει οριστικά τη φωνή του. Με όσους τον επισκέπτονταν στο νοσοκομείο επικοινωνούσε με γραπτά σημειώματα. Οι γιατροί τον συμβούλεψαν μετά την εγχείρησή του να εγκατασταθεί στην εξοχή για να αναλάβει και ο ποιητής ανέβηκε στην Κηφισιά στο αναρρωτήριο «Αναγέννηση», όμως σύντομα μην αντέχοντας την ηρεμία στην περιοχή μετακόμισε στο κέντρο κι εγκαταστάθηκε σε ξενοδοχείο κοντά στην Πλατεία Ομονοίας. Πριν αναχωρήσει για την Αλεξάνδρεια, τον δεξιώθηκε το ζεύγος Κώστα και Ελένης Ουράνη και, κατά τη διάρκεια της βραδιάς, ο συνθέτης και μαέστρος Δημήτρης Μητρόπουλος θα εκτελέσει στο πιάνο το έργο του 10 Inventions, πάνω σε δέκα καβαφικά ποιήματα.

Στη συνέχεια επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια, όπου η κατάσταση της υγείας του χειροτέρευσε. Η σύζυγος του κληρονόμου του Αλέκου Σεγκόπουλου, Ρίκα, του ετοιμάζει μια βαλιτσούλα με τα χρειώδη για την εισαγωγή του στο Ελληνικό Νοσοκομείο της Αλεξάνδρειας, που βρίσκεται απέναντι από το σπίτι του. Ο Καβάφης δαισθάνεται ότι δεν πρόκειται να επιστρέψει και ξεσπά σε λυγμούς. Καθώς του είναι αδύνατον να μιλήσει, γράφει ένα σημείωμα: «Αυτήν τη βαλίτσα την αγόρασα πριν από 30 χρόνια, ένα βράδι, βιαστικά για να πάω στο Κάιρο για διασκέδαση. Τότες ήμουν υγιής, νέος και όχι άσχημος». Στις 29 Απριλίου, ξημέρωμα των γενεθλίων του, ο ποιητής άφησε την τελευταία του πνοή. Το τελευταίο του ποίημα «Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας» είναι το μόνο που δεν πρόλαβε να δει δημοσιευμένο. Τάφηκε στον οικογενειακό τάφο των Καβάφηδων στο Ελληνικό κοιμητήριο του Σιάτμπι, αφήνοντας πίσω του τη φήμη μεγάλου ποιητή με ανερχόμενη δόξα. Στην απέριττη επιτύμβια πλάκα αναγράφεται: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΚΑΒΑΦΗΣ / ΠΟΙΗΤΗΣ / ΘΑΝΩΝ ΕΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ ΤΗΝ 29ην / ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1933.

Αρχείο & Μουσείο Καβάφη [21]

Το αρχειακό υλικό του διατήρησε και ταξινόμησε ο ποιητής που το κληροδότησε το 1933, την χρονιά του θανάτου του, στον Αλέκο Σεγκόπουλο [22]. Ο κληρονόμος το διαχειρίστηκε με τη βοήθεια της πρώτης συζύγου του, Ρίκας Αγαλλιανού και στη συνέχεια με τη στήριξη μελετητών, όμως το 1963 ανέθεσε στον καθηγητή Γ. Π. Σαββίδη την έκδοση του Αρχείου Καβάφη. Το ίδιο έτος, ο επιμελητής τύπωσε στις εκδόσεις «Ίκαρος» τα 154 ποιήματα του «Κανόνα». Το 1969, το Αρχείο περιήλθε στην ιδιοκτησία του Γ. Π. Σαββίδη, ύστερα από πωλητήριο από τη δεύτερη σύζυγο και κληρονόμο του Αλέκου Σεγκόπουλου, Κυβέλη Τρεχαντζάκη.

Το διαμέρισμα του Κωνσταντίνου Καβάφη στην άλλοτε κακόφημη συνοικία του Αταρίν στην Αλεξάνδρεια έχει μετατραπεί σε μουσείο, το οποίο διαθέτει αρκετά από τα σκίτσα του και πρωτότυπα χειρόγραφα, ενώ περιέχει πολλές φωτογραφίες και πορτραίτα του Καβάφη. Ένα ακόμη Μουσείο Κωνσταντίνου Π. Καβάφη βρίσκεται στην οδό Πολυγνώτου 13 στη συνοικία Πλάκα στην Αθήνα. Το 1969, μετά τον θάνατο του Σεγκόπουλου, η δεύτερη σύζυγός του και κληρονόμος του Κυβέλη Τρεχαντζάκη πούλησε το Αρχείο Καβάφη στον Γ. Π. Σαββίδη, ο οποίος προώθησε αρχικώς την καταλογογράφηση και τη μικροφωτογράφιση του Αρχείου και στη συνέχεια προχώρησε στη σταδιακή έκδοση του υλικού με τη βοήθεια άλλων φιλολόγων. Το 1995, μετά τον θάνατο του Σαββίδη, το Αρχείο Καβάφη περιήλθε στην κυριότητα του Μανόλη Σαββίδη, ο οποίος το ενέταξε στο υλικό του Σπουδαστηρίου Νέου Ελληνισμού. Το αρχείο αγοράστηκε από το «Ίδρυμα Αλέξανδρος Ωνάσης» [23] το 2012, και με απόφαση του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, το έτος 2013 ανακηρύχθηκε ως «Κωνσταντίνου Καβάφη», με αφορμή τη συμπλήρωση εκατόν πενήντα χρόνων από τη γέννησή του. Στις 27 Ιουνίου 2019 δημοπρατήθηκε από γνωστό οίκο σε κεντρικό ξενοδοχείο των Αθηνών ένα εξαιρετικά σημαντικό τετράδιο του Καβάφη, από τον Ιούνιο του 1914, με 12 αυτόγραφα ποιήματά του, το οποίο αποτελεί ένα από τα 9 παρόμοια τετράδια που έχουν εντοπιστεί στην ελληνική επικράτεια.

Μνήμη Καβάφη

Ο Καβάφης σε αυτοβιογραφικό του σημείωμα αναφέρει [24]: «...Είμαι Κωνσταντινουπολίτης την καταγωγήν, αλλά εγεννήθηκα στην Αλεξάνδρεια -σ' ένα σπίτι της οδού Σερίφ· μικρός πολύ έφυγα, και αρκετό μέρος της παιδικής μου ηλικίας το πέρασα στην Αγγλία. Κατόπιν επισκέφθην την χώραν αυτήν μεγάλος, αλλά για μικρόν χρονικόν διάστημα. Διέμεινα και στη Γαλλία. Στην εφηβικήν μου ηλικίαν κατοίκησα υπέρ τα δύο έτη στην Κωνσταντινούπολη. Στην Ελλάδα είναι πολλά χρόνια που δεν επήγα. Η τελευταία μου εργασία ήταν υπαλλήλου εις ένα κυβερνητικόν γραφείον εξαρτώμενον από το υπουργείον των Δημοσίων Έργων της Αιγύπτου. Ξέρω Αγγλικά, Γαλλικά και ολίγα Ιταλικά.» Σύμφωνα με τον Στρατή Πασχάλη η χαλαρή πλευρά του Καβάφη, αυτή που έβλεπαν οι λογοτέχνες, Αθηναίοι και Αλεξανδρινοί, που τον συναντούσαν τα απογεύματα στην οδό Lepsious, «...ουζάκια, ελιές και χαριτολογίες συνέβαιναν το απόγευμα, γιατί ήθελε να κερδίσει συμπάθειες, το βράδυ ήταν ένας τρομερά σνομπ και σοβαρός ευπατρίδης που έπινε το ουίσκι του στο καζίνο, παρέα με ανθρώπους της τάξης του, παντελώς αδιάφορος για τους λογοτεχνίσκους». Ο Γρηγόρης Ξενόπουλος περιγράφει τον Καβάφη στα «Παναθήναια»: «Είναι νέος, αλλ’ όχι εις την πρώτην νεότητα. Βαθειά μελαχρινός ως γηγενής της Αιγύπτου, με μαύρο μουστάκι, με γυαλιά μύωπος, με περιβολήν αλεξανδρινού κομψευόμενου, αγγλίζουσαν ελαφρότητα και με φυσιογνωμία συμπαθή η οποία όμως εκ πρώτης όψεως δεν λέει πολλά πράγματα. Υπό το εξωτερικόν εμπόρου, γλωσσομαθούς κι ευγενέστατου και κοσμικού, κρύπτεται επιμελώς ο φιλόσοφος κι ο ποιητής.»

Στα 1923-24 εμφανίστηκαν πολέμιοι του Καβάφη, όπως ο Γιάννης Ψυχάρης, στις στήλες του περιοδικού «Κριτική και Τέχνη», ο Φώτος Πολίτης, από τις στήλες της εφημερίδος «Πολιτεία» και, κυρίως, ο Κωστής Παλαμάς, οι οποίοι έγραψαν ιδιαίτερα καυστικά και αρνητικά σχόλια για την ποίηση του Καβάφη, ξεπερνώντας κάποιες φορές κάθε όριο. Ο Παλαμάς, με φανερές επιρροές από την Επτανησιακή Σχολή, πρωτοστάτης στην καθιέρωση της δημοτικής και δηλωμένος -εκείνη την εποχή- οπαδός του Βενιζέλου, πολέμησε μα πάθος τον Καβάφη που ήταν επηρεασμένος από τη Φαναριώτικη Σχολή, καθαρευουσιάνος, με στοιχεία ξεπεσμένου αριστοκράτη, εσωστρεφής και υπαινικτικά ομοφυλόφιλος. Ο Αλεξανδρινός κριτικός Τίμος Μαλάνος που ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη ζωή και το έργο του γράφει για τον Καβάφη ότι, «...μοιάζει µε βυζαντινή μορφή...{...}... μελαχροινός µε γυαλάδα λιπαρή...{...}...πεσμένο δέρµα...{...}... πυκνά µαύρα μαλλιά, εξαιρετικώς µαύρα για την ηλικία του...{...}...γυαλιά σε µύτη γρυπή...{...}...βλέµµα αδικαιολόγητα φοβισµένο, χαµηλωµένο, αινιγματικό, περίεργο...{...}...λαθραία κοιτάγματα, μισοματιές ζυγισμένες...[...}... Μέτριο ανάστηµα, ξερακιανό, σώµα κουρασµένο...{...}... κινήσεις τεχνητές...{...}... τρόποι προσποιητοί...{...}... γοητεία ηθοποιού....» [25]. Όπως έγραψε ο εθνικιστής λογοτέχνης Ανδρέας Καραντώνης ο Καβάφης παρουσίασε με μια ρεαλιστική αντίληψη «...τον άνθρωπο, με τον τυραννικό αισθησιασμό του, με τον εκλεπτυσμένο αισθητισμό του, με την αγωνία του χρόνου μέσα στην ψυχή του, με τα ινδάλματα μιας εξακριβωμένης ομορφιάς στη μνήμη του, και επιπλέον, με το αίσθημα της τραγικής μοναξιάς και της ανίας, με το αίσθημα πως τίποτε πια δε θ` αλλάξει ολόγυρά μας, πως είμαστε θύματα αλόγιστα της τυφλής δύναμης που λέγεται ζωή, που λέγεται μοίρα». Το σπίτι του Καβάφη, βρισκόταν σε κακόφημη συνοικία της Αλεξάνδρειας. Στο ισόγειο του, λειτουργούσε ένας οίκος ανοχής, στη γωνία λειτουργούσε η Ιερά Πατριαρχική Μονή του Αγίου Σάββα και ακριβώς απέναντι υπήρχε το Ελληνικό νοσοκομείο. «Πού αλλού θα βρισκόμουν καλύτερα, παρά ανάμεσα στα τρία κέντρα της ύπαρξης; Τα σπίτια της αμαρτίας, την εκκλησία που τις συγχωρεί και το νοσοκομείο όπου πεθαίνεις», έλεγε ο Καβάφης, σύμφωνα με όσα καταγράφει ο Κώστας Αρκουδέας [26].

Ο Καβάφης υπήρξε δεινός γνώστης της Βυζαντινής ιστορίας. Δύο περίοδοι από τη διάρκεια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας τον θέλγουν περισσότερο. Η μία είναι η εποχή της λήξεως της εικονομαχίας επί Ειρήνης της Αθηναίας και αναστηλώσεως των εικόνων κατά τα χρόνια της αυτοκράτειρας Θεοδώρας, και η άλλη είναι η εποχή των Σταυροφοριών. Οι τελευταίες αποτέλεσαν πηγή εμπνέυσεως για τη δημιουργία πολλών ποιημάτων του. Σύμφωνα με τον Νίκο Καζαντζάκη, άποψη που διατύπωσε μετά την συνάντηση τους στην Αλεξάνδρεια: «..Ο Καβάφης είναι από τα τελευταία άνθη ενός πολιτισμού. Με διπλά ξεθωριασμένα φύλλα, με μικρό ασθενικό κοτσάνι, δίχως σπόρο. Έχει όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά ενός εξαιρετικού ανθρώπου της παρακμής – σοφός, ειρωνικός, ηδονικός, γόης, γιομάτος μνήμη. Ζει σαν αδιάφορος σαν θαρραλέος». Από την πλευρά της η Μυρτιώτισσα γράφει τις εντυπώσεις της από την γνωριμία της με τον Καβάφη: «...Είναι αδύνατος, χλομός, με μαλλιά γκρίζα και πυκνά, πολύ πυκνά. Μα εκείνο που κρατά την προσοχή σου όλη είναι τα μάτια του, τα δυο παμμέγιστα, παράξενα, αινιγματικά του μάτια. Δυο τέτοια μάτια κανείς μας ποτέ δεν θα τα ιδεί σ’ άλλον άνθρωπο, απλούστατα γιατί δεν είναι μάτια σημερινού ανθρώπου». Το 1994, στην κηδεία της Τζάκι Κέννεντι Ωνάση ο Μορίς Τέμπελσμαν, ξαφνιάζοντας όλους, απάγγειλε το ποίημα του Καβάφη «Θερμοπύλες». Την επομένη ημέρα όλες οι Αμερικανικές εφημερίδες ασχολήθηκαν με το θέμα ενώ οι «Νιού Γιορκ Τάϊμς» δημοσίευσαν ολόκληρο το ποίημα σε μετάφραση του Έντμουντ Κήλυ και τις εβδομάδες που ακολούθησαν όλα τα βιβλιοπωλεία στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής πουλούσαν και ξεπουλούσαν τα ποιήματα του Καβάφη.

Βιβλιογραφία

  • «Σχεδίασμα χρονογραφίας του Bίου του», Στρατής Τσίρκας, «Επιθεώρηση Τέχνης», 1963,
  • «Λεύκωμα Καβάφη» 1863-1910», Λένα Σαββίδη, εκδόσεις «Ερμής», 1983,
  • «O Βίος και το έργο του K.Π. Καβάφη», Δημήτρης Δασκαλόπουλος-Mαρία Στασινοπούλου, εκδόσεις «Μεταίχμιο», 2001,
  • «Βιβλιογραφία K.Π. Καβάφη 1886-2000», Δημήτρης Δασκαλόπουλος, εκδόσεις «Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας», 2003.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Το επίθετο «Καβάφης», σημαίνει «πωλητής ή κατασκευαστής υποδημάτων δεύτερης ποιότητας» και προέρχεται από την τουρκική λέξη Kavaf, που σημαίνει «παπουτσής». Ο μαρξιστής Γιάννης Κορδάτος, γράφει πως ο γενάρχης των Καβάφηδων καταγόταν από τα ασιατοπερσικά σύνορα και είχε μέσα του αίμα περσικό, κατά την ανιψιά του Κωνσταντίνου Καβάφη, την Ελένη Coletti που ήταν κόρη του αδερφού του Αλέξανδρου.]
  2. [Με αφορμή τον θάνατο του Στέφανου Σκυλίτση, ο Κωνσταντίνος συνέθεσε ένα από τα πρώτα του ποιήματα, («Τω Στεφάνω Σκυλίτση», 1886), ενώ για την αρρώστια και τις τελευταίες ημέρες του Μικέ Ράλλη το 1889, έχει τηρήσει ένα είδος ημερολογιακού χρονικού.]
  3. [Γρηγόριος Ξενόπουλος, «Ένας ποιητής», περιοδικό «Παναθήναια», 30 Νοεμβρίου 1903, σελίδες 97η-102η.]
  4. [«....Έχω την τύχη να φέρω ένα ωραίο όνομα. Ένας πρόγονός μου έστειλε στον Κωνσταντίνο Καβάφη τον Μεγαλόσταυρο του Σωτήρος. Οι προοδευτικοί διανοούμενοι του αιγυπτιωτικού Ελληνισμού επετέθησαν στον Καβάφη γιατί είχε δεχθεί ένα παράσημο από τα χέρια ενός στρατιωτικού δικτάτορα. Ο Καβάφης απάντησε με κάποια προσποίηση ίσως:
    «Εγώ δεν έχω πάει ποτέ στην Αθήνα, ούτε ξέρω τι καθεστώς έχουν εκεί. Πήρα ένα ωραίο βυζαντινό παράσημο, που μου έστελνε κάποιος Θεόδωρος Πάγκαλος. Είπα τι ωραίο όνομα, ας το κρατήσω»!..»] Θεόδωρος Πάγκαλος, εφημερίδα «Βήμα» της Κυριακής, 26 Μαΐου 2013.]
  5. [Κ.Θ. Δημαράς, «Ἱστορία τῆς Νεοελληνικής λογοτεχνίας», Δ' έκδοση, εκδόσεις «Ίκαρος», 1968, σελίδα 457η.]
  6. [Κωνσταντίνος Καβάφης: Ο Εθνικιστής Καλλιόπη Α. Σφαέλλου, «Κοινός Παρονομαστής», Πέμπτη 5 Οκτωβρίου 2017.]
  7. [Μανώλης Γιαλουράκης, «Καβάφης, Ἀπὸ τὸν Πρίαπο στὸν Μάρξ», εκδόσεις «Oλκός», σελίδα 191η.]
  8. [Τίμος Μαλάνος, «Ο Καβάφης έλεγε», εκδόσεις «Πρόσπερος», Αθήνα 1986.]
  9. [Κωνσταντίνος Καβάφης, «Το Κυπριακό ζήτημα», εφημερίδα «Τηλέγραφος» Αλεξάνδρειας, φύλλο 9ης Απριλίου 1893.]
  10. [Εφημερίδα «Σκριπ», 26η Απριλίου 1928, σελίδα 2η.]
  11. [Ο Θεόδωρος Υψηλάντης, γιος του Γρηγορίου Υψηλάντη, σταυλάρχης των Βασιλικών Ανακτόρων, υπήρξε συνοδός του βασιλιά Κωνσταντίνου Α' σε μία από τις εξορίες του. Ο Υψηλάντης με διάγγελμα την 1η Απριλίου 1928, ανάγγειλε την ίδρυση της Ενώσεως Φασιστών Ελλάδος, μέσα από τις στήλες της εφημερίδος «Σκριπ» όπου στις 5η Αυγούστου 1928 ανακοίνωσε την υποψηφιότητα του για τις επικείμενες εκλογές, με το ψηφοδέλτιο της συντηρητικής παρατάξεως. Μέσα στον ίδιο χρόνο η εφημερίδα τάχθηκε στο πλευρό του Υψηλάντη όταν δημιουργήθηκε ένα σχίσμα των φασιστών της εποχής, υπό την ηγεσία του Τροχάνη.]
  12. [Εφημερίδα «Ταχυδρόμος» της Αλεξάνδρειας, Τρίτη 1η Μαΐου 1928, σελίδα 2η.]
  13. [Κάτω τα χέρια από τον Καβάφη, κορόιδα! Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, 22 Φεβρουαρίου 2010.]
  14. [Η ψιλή της Υόρκης, η δήθεν φασιστική στροφή του Καβάφη και η τσαπατσουλιά του Σ. Καργάκου Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, 16 Ιανουαρίου, 2012.]
  15. [Γιάννης Κορδάτος, «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», τόμος Β', εκδόσεις «Επικαιρότητα», Αθήνα 1983.]
  16. Ο ποιητής Καβάφης και το έργο του Εφημερίδα «Μακεδονία», 28 Αυγούστου 1931, σελίδες 1η & 4η.]
  17. [Κωνσταντίνος Καβάφης discogs.com]
  18. [Τα αποκηρυγμένα του Κωνσταντίνου Καβάφη Ψηφιακό βιβλίο (pdf format)]
  19. [«Άπαντα» Κωνσταντίνου Καβάφη Ψηφιακό βιβλίο (pdf format)]
  20. [Αντώνης Δεσποτίδης, «Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας»]
  21. [Αρχείο Καβάφη onassis.org]
  22. [Γράφει ο Μανόλης Σαββίδης: «Εκτός από τις δύο ανιψιές του, Χαρίκλεια Αριστείδη Καβάφη και Ελένη-Αγγελική- Λουκία Αλεξάνδρου Καβάφη, ο ποιητής έδειξε αδυναμία προς τον Αλέκο Σεγκόπουλο, γιο της Ελληνίδας ράπτριας Ελένης Σεγκοπούλου, η οποία ήταν στην υπηρεσία της Χαρίκλειας Καβάφη. Η ασυνήθιστη φροντίδα του Καβάφη για τον Σεγκόπουλο (μετέπειτα κληρονόμο του), καθώς και η πανθομολογουμένη ομοιότητά τους, οδήγησαν πολλούς στο συμπέρασμα ότι ο Σεγκόπουλος ήταν γιος του Καβάφη, ενδεχόμενο το οποίο δεν μπορεί να αποκλειστεί, αφού (σύμφωνα με την πρώτη σύζυγο του Σεγκόπουλου, Ρίκα) ο Κωνσταντίνος δεν ήταν αποκλειστικά ομοφυλόφιλος. Εξίσου πιθανό είναι το ενδεχόμενο ο Αλέκος να ήταν νόθος γιος ενός αδελφού του Καβάφη, το οποίο θα αιτιολογούσε το γεγονός ότι οι δύο άνδρες δεν μίλησαν ποτέ για την ιδιάζουσα σχέση τους».]
  23. [Αρχείο Καβάφη-Ένα αρχείο ανοικτό σε όλους onassis.org]
  24. [Kωνσταντίνος Καβάφης, περιοδικό «Νέα Τέχνη», 1924.]
  25. [Έκθεση-Έκφραση Α' Λυκείου, σελίδα 229η.]
  26. [Κώστας Αρκουδέας, «Το χαμένο Νόμπελ», εκδόσεις «Καστανιώτης», Αθήνα 2015.]