Δημήτριος Ζαφειρόπουλος

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Δημήτριος Ζαφειρόπουλος, Έλληνας εθνικιστής, βασιλόφρονας και αντικομμουνιστής ανώτατος αξιωματικός στον Ελληνικό στρατό με τον βαθμό του Υποστρατήγου (ΠΖ) ε.α., από τους πρωταγωνιστές της συντριβής της κομμουνιστικής ανταρσίας στη διάρκεια του συμμοριτοπολέμου, συγγραφέας ιστορικών και στρατιωτικών βιβλίων, γεννήθηκε το 1898 [1], ή σύμφωνα με άλλη πηγή το 1901 [2], στους Δελφούς του νομού Φωκίδος και πέθανε στις 11 Μαρτίου 1968 στην Αθήνα. Η νεκρώσιμη ακολουθία του τελέστηκε στην Αθήνα και ο τάφος του βρίσκεται στο Α' Νεκροταφείο της Ελληνικής πρωτεύουσας.

Το 1939 ο Δημήτριος Ζαφειρόπουλος παντρεύτηκε την Κλειώ Ζαφειροπούλου το γένος Παπαθανασίου και από το γάμο του έγινε πατέρας μιας κόρης, της Νινέτ Ζαφειροπούλου.

Δημήτριος Ζαφειρόπουλος (Υποστράτηγος)

Βιογραφία

Πατέρας του Δημήτρη Ζαφειρόπουλου ήταν ο γεωργός Γεώργιος Ζαφειρόπουλος, με καταγωγή από την Αράχοβα Βοιωτίας, ενώ μητέρα του ήταν η Ασημίνα Ζαφειροπούλου, το γένος Χαρίτου. Ο Δημήτριος, είχε πέντε αδέλφια, τρία αγόρια, τον Αλέκο Ζαφειρόπουλο που εργάστηκε ως υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών, τον Κωνσταντίνο Ζαφειρόπουλο Αξιωματικό (ΔΒ) στον Ελληνικό στρατό και τον Παναγιώτη που έζησε στους Δελφούς κοντά στους γονείς τους, καθώς και δύο κορίτσια, που δημιούργησαν οικογένειες και εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα.

Ο Δημήτριος παρακολούθησε τα μαθήματα της βασικής εκπαιδεύσεως στην γενέτειρα του και στη συνέχεια φοίτησε στο Γυμνάσιο της Άμφισσας από το οποίο αποφοίτησε το 1916 και το Φθινόπωρο του ίδιου έτους ύστερα από επιτυχείς εξετάσεις εισήχθη στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων από την οποία αποφοίτησε το 1919 με το βαθμό του Ανθυπολοχαγού Πεζικού [3]. Συμμετείχε στη Μικρασιατική Εκστρατεία, την περίοδο 1920-21 ως αξιωματικός Πληροφοριών του 18ου Συντάγματος Πεζικού Αϊδινίου, διμοιρίτης πολυβόλων εις 10ου Συντάγματος Πεζικού κι έλαβε μέρος στις μάχες Νικομήδειας και Αγκύρας, όπου και τραυματίστηκε στις 15 Αυγούστου 1921. Στη συνέχεια, από τον Σεπτέμβριο του 1922 έως τον Ιούλιο του 1923, ως Υπολοχαγός συμμετείχε στην εκστρατεία του Έβρου ως αξιωματικός Πληροφοριών του 11ου Συντάγματος Πεζικού. Το 1924 ο Ζαφειρόπουλος προήχθη στο βαθμό του Λοχαγού και το 1928 αποφοίτησε από την Ανώτερη Ακαδημία Πολέμου Αθηνών. Στη συνέχεια υπηρέτησε ως επιτελικός σε μεγάλες μονάδες. Το 1935 προήχθη στο βαθμό του Ταγματάρχη και το 1937 ορίστηκε Πρόεδρος της επιτροπής παραλαβής οπλισμού πεζικού από το Βέλγιο. Το 1940 προήχθη στο βαθμό του Συνταγματάρχη.

2ος Π.Π. / Κατοχή

Στον Ελληνοϊταλικό και στην συνέχεια στον Ελληνογερμανικό πόλεμο, ο Ζαφειρόπουλος συμμετείχε και πολέμησε ως επιτελής 1ου Σώματος Στρατού, από τον Οκτώβριο του 1940 έως τον Ιανουάριο του 1941, και στη συνέχεια, από τον Φεβρουάριο έως τον Μάιο του 1941, ως επιτελάρχης της 3ης μεραρχίας. Την περίοδο της Κατοχής της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονα εντάχθηκε, από τον Ιούλιο του 1943 έως τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου, ως επιτελής της εθνικής αντιστασιακής οργανώσεως ΕΔΕΣ του Στρατηγού Ναπολέοντα Ζέρβα και από τον Δεκέμβριο του 1943 έως τον Σεπτέμβριο του 1944 ήταν επιτελής του Κεντρικού Τομέα Αθηνών της οργανώσεως του Στρατηγού Παναγιώτη Σπηλιωτοπούλου την περίοδο της αποχωρήσεως των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής από την Ελλάδα. Τον Δεκέμβριο του 1944, την περίοδο της κομμουνιστικής ανταρσίας, στην Αθήνα ο Ζαφειρόπουλος ήταν Επιτελάρχης της 106ης Ταξιαρχίας Εθνοφυλακής.

Συμμοριτοπόλεμος / Αποστρατεία

Από τον Ιούλιο του 1945 έως τον Φεβρουάριο του 1946, ο Ζαφειρόπουλος διατέλεσε Επιτελάρχης της 45ης Ταξιαρχίας και από τον Μάρτιο του 1946 έως τον Μάρτιο του 1947 ήταν Υποδιοικητής του Κέντρου Εκπαιδεύσεως Νεοσυλλέκτων Αθηνών. Τον Μάρτιο του 1947 με τον βαθμό του Αντισυνταγματάρχη ανέλαβε καθήκοντα Διοικητού του 575 Τάγματος Πεζικού με έδρα το Νεστόριο της Καστοριάς ως τον Δεκέμβριο του 1947, ενώ ήταν και Εκπαιδευτής του Κέντρου Εκπαιδεύσεως Ανωτέρων Αξιωματικών τις περιόδους 1947-48 και 1948-49. Το 1948 προήχθη στο βαθμό του Συνταγματάρχου και ανέλαβε καθήκοντα Αρχηγού των επιχειρήσεων του 2ου Σώματος Στρατού εις επιχειρήσεις Γράμμου και Βίτσι από τον Μάρτιο έως τον Σεπτέμβριο του 1948. Από τον Απρίλιο του 1949 έως τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου ο Ζαφειρόπουλος ως Διοικητής της 21ης Ταξιαρχίας διεξήγαγε τη μάχη της Φλώρινας, από τον Σεπτέμβριο ως τον Δεκέμβριο την μάχη του όρους Μπέλες και το διάστημα από τον Φεβρουάριο ως τον Απρίλιο του 1950 τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των τομέων Ξάνθης και Κομοτηνής. Τον ίδιο χρόνο ο Ζαφειρόπουλος προήχθη στο βαθμό του Ταξιάρχου και του ανατέθηκε η Διοίκηση μεγάλων μονάδων έως και της 8ης Μεραρχίας.

Για το ζήτημα της λειτουργίας των στρατοπέδων της Μακρονήσου ο στρατηγός Ζαφειρόπουλος γράφει: «...Η στρατολογία δια την ανασυγκρότησιν του Στρατού μέχρι του θέρους του 1946 δεν ήτο καθολική, αλλά μερική, δι’ επιστρατεύσεως των ακραιφνών εθνικοφρόνων στρατευσίμων. Τούτο είχε προκαλέσει δυσφορίαν εις την εθνικόφρονα παράταξιν, διότι αύτη μόνον προσέφερε θυσίας εις αίμα, καθ’ ον χρόνον οι κομμουνισταί παρέμενον εις τας εστίας των, ασχολούμενοι αφ’ ενός μεν εις τας εργασίας των, αφ’ ετέρου δε εις την διαστρέβλωσιν των φρονημάτων του λαού και την ενίσχυσιν του ΚΚΕ. Δια την άρσιν του παραπόνου τούτου απεφασίσθη από του φθινοπώρου του 1946 η καθολική επιστράτευσις. Τούτο όμως είχε ως συνέπειαν την μη εξασφάλισιν της ενότητος του Στρατού, λόγω της εκ των έσω διαβρώσεώς του. Η ανακαλυφθείσα συνωμοσία εις τας μονάδας του Β΄ Σώματος Στρατού τον Ιούλιον του 1946 είχε συναγείρει την Διοίκησιν του Στρατού και την υπεύθυνον Κυβέρνησιν. Τότε απεφασίσθη ο περιορισμός των αριστερών στρατευσίμων εις ωρισμένα στρατόπεδα, δια να υποστούν αποτοξίνωσιν, διότι κατά την Κατοχήν ούτοι ήσαν έφηβοι και λόγω του νεαρού της ηλικίας των παρεσύροντο από τα απατηλά και δελεαστικά κηρύγματα των κομμουνιστών.

Την 19ην Φεβρουαρίου του 1947 ο αρχηγός του ΓΕΣ Αντ/γος Βεντήρης, άμα τη αναλήψει της αρχής, εισηγήθη εις τον Υπουργόν των Στρατιωτικών Γεώργιον Στράτον την οργάνωσιν τριών στρατοπέδων: της Μακρονήσου δια τους στρατευσίμους, του Τρίκερι δια τους υπόπτους άνδρας και γυναίκας των εκκαθαριζομένων περιοχών, και των Γιούρων δια τους φυλακισμένους. Η ίδρυσις του στρατοπέδου της Μακρονήσου υπήρξεν αναγκαία· διότι μικρόν ποσοστόν των προσκαλουμένων στρατευσίμων δεν παρείχεν εμπιστοσύνην ότι θα εξετέλει τας εντολάς τας οποίας επέτασσε το καθήκον προς το Έθνος. Ούτω ιδρύθη η Μακρόνησος, το μέγα σχολείον της εθνικής αναμορφώσεως, όπερ ευθύς εξ αρχής εχαρακτηρίσθη υπό των κομμουνιστών ως «νέον Νταχάου, ένθα βιαίως μετεστρέφοντο αι πεποιθήσεις και ησκείτο εκ συστήματος ωργανωμένη κακουργία». Προς διάψευσιν των συκοφαντιών του Κομμουνισμού επεσκέφθησαν την Μακρόνησον αντιπρόσωποι της Αγγλίας, Αμερικής, Σουηδίας και Ολλανδίας, άπαντες δε εβεβαίωσαν ότι πρόκειται περί προτύπου Εθνικού Αναμορφωτηρίου, αξίου προς μίμησιν. Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου κ. Βασ. Φάβης πρεπόντως διετύπωσεν ότι το Εθνικόν Παιδευτήριον της Μακρονήσου τιμά την Ελληνικήν διανόησιν και φιλοπατρίαν και συμβολικώς εχαρακτήρισε την ενεργουμένην προσπάθειαν ούτω: «Καθώς η Ήρα κατά τον αρχαίον μύθον λουομένη εις τα ύδατα του Κανάθου ανέκτα παρθενικήν ακμήν και κάλλος, ούτω και οι εισερχόμενοι εις το Εθνικόν Παιδευτήριον της Μακρονήσου αποκαθαίρονται από παντός πνευματικού ρύπου και ψυχικής σκωρίας και ανακτούν νέαν αλκήν και ρώμην…» Η μεταφορά των στρατευσίμων εγένετο βάσει ωρισμένων στοιχείων και προτάσεων των κατά τόπους αστυνομικών αρχών, κατά πόσον ο στρατεύσιμος παρείχεν εχέγγυα εμπιστοσύνης.

Η κίνησις της Μακρονήσου από του 1947 μέχρι του 1950 ανήλθεν: Εις εφέδρους αξιωματικούς 1.100 και εφέδρους οπλίτας 27.770. Εκ των εφέδρων Αξιωματικών: Απεδόθησαν εις τον Στρατόν 800. Παρέμειναν εις την Μακρόνησον ως διοικηταί Λόχων και Διμοιριών 200. Υπέστησαν έκπτωσιν του βαθμού των 100 ως αμετανόητοι κομμουνισταί. Εκ των εφέδρων οπλιτών μετά κατάλληλον εθνικόν προσανατολισμόν: Απεδόθησαν εις τον Στρατόν 15.400, οίτινες και επολέμησαν εις το πλευρόν των εθνικοφρόνων Ελλήνων, όπως το 596 Τάγμα Πεζικού, το οποίον εις τον Γράμμον τον Ιούλιν του 1948 επέδειξεν ηρωισμόν και αυτοθυσίαν λόγω της τόλμης και αποφασιστικότητός των. Δεν απεστάλησαν εις την γραμμήν των πρόσω, αλλ’ απελύθησαν και επέστρεψαν εις τας εστίας των 6.600. Παρέμειναν αμετανόητοι πιστεύοντες εις τον κομμουνισμόν 300. Δια των τριών στρατοπέδων, και ιδία της Μακρονήσου, εσώθη ο Στρατός, έλειψαν οι λιποτάκται, οι αυτόμολοι, και οι δολοφόνοι των Αξιωματικών και οπλιτών της Ποντοκερασιάς, της Καρδίτσης, Εδέσσης κ.λ.π.....» [4]

Το 1951 ο Ζαφειρόπουλος προήχθη στον βαθμό του Υποστρατήγου και το εκπαιδευτικό έτος 1952-53 διατέλεσε Διοικητής της Α.Σ.Π. [Ανώτατη Σχολή Πολέμου] [5]. Αποστρατεύθηκε τον Μάιο του 1953.

Διακρίσεις

Ο Δημήτριος Ζαφειρόπουλος, τον οποίο ο στρατηγός Παναγιώτης Σκαλούμπακας θεωρούσε Αξιωματικό Ειδικού βάρους λόγω των γνώσεων και της στρατιωτικής του τιμής και αξίας, τιμήθηκε με:
Παράσημα:

  • Ανώτερος Ταξιάρχης Γεωργίου,
  • Ανώτερος Ταξιάρχης Φοίνικος,
  • Πολεμικός Σταυρός Β' τάξεως,
  • Πολεμικός Σταυρός Γ' τάξεως,
  • Αριστείον Ανδρείας.

Μετάλλια:

  • Εξαιρέτων πράξεων,
  • Στρατιωτικής αξίας,
  • Α' Παγκοσμίου πολέμου,
  • Διασυμμαχικόν Νίκης,
  • Μικρασιατικής Εκστρατείας,
  • Πολέμου 1940-41.

Συγγραφικό έργο

Ο Στρατηγός Ζαφειρόπουλος έγραψε περισσότερα από δεκαπέντε βιβλία, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται:

  • «Δράσις και Ακοή» το 1938, (μετάφραση εκ του γαλλικού),
  • «Εγκόλπιο Αξιωματικού Πληροφοριών», το 1939,
  • «Ελληνοϊταλικός και Ελληνογερμανικός πόλεμος» (Α' έκδοση το 1945, Β' έκδοση το 1946), σελίδες 192.

Το βιβλίο, που περιλαμβάνει 19 σχεδιαγράμματα εκτός κειμένου, συντάχθηκε τον Ιούνιο του 1941 με σκοπό να συντελέσει στη διάδοση και εκλαΐκευση των γεγονότων στην Αλβανία και τη Μακεδονία. Η περιγραφή είναι χωρίς κρίσεις, ενώ υπάρχει περιληπτική αναφορά στη δράση του Ελληνικού Στόλου και ο συγγραφέας καταθέτει την άποψη του για τη συμβολή των Ελλήνων μαχητών στην επικράτηση των συμμάχων.

Το έργο γράφτηκε στα τέλη του 1947 και σ’ αυτό περιγράφει την κατάσταση που επικρατούσε στη Δυτική Μακεδονία, και κυρίως στους νομούς Καστοριάς και Φλώρινας, από το 1941 και μέχρι το 1947, σε σχέση με το Μακεδονικό ζήτημα, την Βουλγαρική και Σλαβική προπαγάνδα, την ανάμειξη του ΚΚΕ και του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, τις εθνικιστικές αντιστασιακές ομάδες, τις μειονοτικές στρατιωτικές και πολιτικές συγκρούσεις, τη δράση του ΣΝΟΦ και του ΝΟΦ. Στην πρώτη έκδοση του 1948 περιέχεται εκτενής εισαγωγή του, γνωστού εθνικιστή βουλευτή των νομών Φλώρινας & Καστοριάς, Φίλιππου Δραγούμη.

  • «Το Αλγερινόν πρόβλημα»
  • «Τακτικά θέματα-Τεχνική», το 1950,
  • «Τακτικά θέματα-Τακτική», το 1952,
  • «Τεχνική της Αποφάσεως», το 1954,
  • «Ο αντισυμμοριακός αγών 1945-49», τρίτομο έργο, το 1956, «Τυπογραφείον Μαυρίδη Ν. Αριστείδη».

Το έργο γράφτηκε το 1953 μετά την αποστρατεία του συγγραφέα. Στη μελέτη, ο στρατηγός Ζαφειρόπουλος παρουσιάζει την πολιτικοστρατιωτική κατάσταση στην Ελλάδα από την εποχή της Συμφωνίας της Βάρκιζας -Φεβρουάριος 1945- και μέχρι το τέλος του συμμοριτοπολέμου -Σεπτέμβριος 1949- παρέχοντας κυρίως πληροφορίες για τις στρατιωτικές διαστάσεις του και το πώς ο Ελληνικός Στρατός αντιμετώπισε τους συμμορίτες.

Ο στρατηγός θεωρεί πως ο αυτοαποκαλούμενος Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδος ηττήθηκε γιατί η Ελλάδα είχε την αμερικανική υποστήριξη, επειδή προκλήθηκε ρήξη ανάμεσα στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο και στον Στάλιν με αποτέλεσμα οι κομμουνιστές να χάσουν τον μηχανισμό στηρίξεως τους, γιατί ο Ελληνικός στρατός ενισχύθηκε με την ανάθεση της αρχιστρατηγίας στον Αλέξανδρο Παπάγο, επειδή εγκατέλειψε μερικώς την αντάρτικη τακτική και, τέλος, επειδή η μεγάλη διάρκεια του πολέμου λειτούργησε σε βάρος των ανταρτών [6].

  • «Τακτικόν Απόσπασμα», 1955-1957, σειρά επτά τευχών με στρατιωτικά θέματα,
  • «Μέση Ανατολή», το 1959, σελίδες 444,
  • «Η Αφρική της χθες και της σήμερον», το 1963, εκδότης «Συμπληρωματικαί εκδόσεις Στρατιωτικών περιοδικών».

Διαβάστε τα λήμματα

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. Ζαφειρόπουλος, Δημήτριος, 1898-1968 biblionet.gr
  2. [«Who is Who», σελίδα 138η.]
  3. [Οι εισερχόμενοι τριών ετών εκείνης της περιόδου αποπεράτωσαν τις σπουδές τους στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων στα δύο χρόνια. Ανάμεσα τους οι μετέπειτα στρατηγοί Χριστόδουλος Τσιγάντες, Θωμάς Πετζόπουλος, Θρασύβουλος Τσακαλώτος και Κωνσταντίνος Βεντήρης. Το καθεστώς της διετούς φοιτήσεως ακολουθήθηκε για τους εισερχόμενους των ετών 1914, 1915 και 1916, εξαιτίας των αναγκών που δημιουργήθηκαν λόγω του A' Παγκοσμίου Πολέμου.]
  4. [Δημήτριος Ζαφειρόπουλος, «Ο Αντισυμμοριακός Αγών 1945-1949», Αθήναι 1948, σελίδες 211η-212η.
  5. Ανώτατη Σχολή Πολέμου-1η περίοδος λειτουργίας 1925-1940-Διατελέσαντες Διοικητές
  6. [Δ. Ζαφειρόπουλος, «Ο αντισυμμοριακός αγών 1945-49», σελίδες 657η-660η]