Ευλόγιος Κουρίλας Λαυριώτης

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Μητροπολίτης Ευλόγιος Κουρίλας ο Λαυριώτης, [Αλβανικά: Evlogji Kurila], κατά κόσμο Ηλίας Κουρίλας, Έλληνας εθνικιστής, ιερωμένος με καταγωγή από την Μοσχόπολη και Αλβανική υπηκοότητα, μια από τις σημαντικές φυσιογνωμίες του νεώτερου αθωνικού μοναχισμού, που διατέλεσε Ορθόδοξος Μητροπολίτης Κορυτσάς και Πανεπιστημιακός καθηγητής της Φιλοσοφίας, Ιστοριοδίφης, συγγραφέας θρησκευτικών, ιστορικών και φιλοσοφικών συγγραμμάτων, που διακρίνονταν για τις εθνοφυλετικές του απόψεις, γεννήθηκε το 1880 στο χωριό Ζήτσιστα, [Αλβανικά: Ziçisht], της επαρχίας Ντεβόλ του καζά της Κορυτσάς στην περιοχή της Βορείου Ηπείρου την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και πέθανε [1] στις 21 Απριλίου 1961 στην κωμόπολη Στρατονίκη του νομού Χαλκιδικής, από ημιπληγία, στη διάρκεια επισκέψεως σε συγγενείς του.

Η νεκρώσιμη ακολουθία του Μητροπολίτη Ευλόγιου τελέστηκε στις 11:00 το πρωί της 22ας Απριλίου 1961, στον Μητροπολιτικό ναό Αθηνών χοροστατούντος του αρχιεπισκόπου Αθηνών Θεοκλήτου Β' και ακολούθησε η ταφή του στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών σε τάφο που παραχώρησε ο δήμος Αθηναίων.

Μητροπολίτης Ευλόγιος (Κουρίλας)

Βιογραφία

Σύμφωνα με τον ίδιο, οι ρίζες της οικογένειας του εντοπίζονταν σε οικισμό του όρους Γκορίλα, τον οποίο οι πρόγονοί του εγκατέλειψαν κατά τις αρχές του 19ου αιώνα και εγκαταστάθηκαν στην ευρύτερη περιοχή της Κορυτσάς όπου ίδρυσαν το χωριό Κουρίλα. Πατέρας του Ηλία ήταν ο Βασίλειος και μητέρα του η Σοφία Κουρίλα, ενώ είχε και δύο αδελφές τη Θωμαΐδα και την Κωνσταντίνα. Το 1892 σε ηλικία 12 ετών εγκαταστάθηκε στο Άγιο Όρος κι έμεινε κοντά στον αυτάδελφό του γέροντα Θεόφιλο, στο κελί του αγίου Δημητρίου, εξάρτημα της μονής Φιλοθέου. Δύο χρόνια αργότερα μετέβη στη Μονή Μεγίστης Λαύρας, όπου προσελήφθη ως υποτακτικός από τον προϊστάμενο της μονής γέροντα Γαβριήλ τον Ίμβριο, εκάρη μοναχός και έλαβε το εκκλησιαστικό όνομα Ευλόγιος.

Εκκλησιαστική & Εθνική δράση

Ο Ευλόγιος σε ηλικία δεκαεπτά ετών, μετά την αποφοίτηση από τις γυμνασιακές σπουδές στον Άθω, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, με την ευλογία και την διαμεσολάβηση του Γαβριήλ, για να συνεχίσει τη μόρφωσή του στη Μεγάλη του Γένους Σχολή, υπο τον αρχιμανδρίτη Χριστόφορο Κτενά. Όμως, λόγω του υγρού κλίματος και μετά από σύσταση των γιατρών, εγκατέλειψε την Κωνσταντινούπολη και συνέχισε τις σπουδές του στη Β' Βαρβάκειο Σχολή στη Αθήνα. Στη συνέχεια φοίτησε στη Θεολογική Σχολή Αθηνών, όμως μετά από φοίτηση δύο ετών, προτιμά τη Φιλοσοφική σχολή. Το 1907, ως φοιτητής της Θεολογίας, εκλέχθηκε πρόεδρος του Συνδέσμου φοιτητών, το 1908 ως μέλος του Παμμακεδονικού Συλλόγου Αθηνών, διορίστηκε ειδικός γραμματέας και αναμίχθηκε στον Μακεδονικό αγώνα. Εργάστηκε υπέρ των δικαιωμάτων της κατακτημένης και υπόδουλης στους Τούρκους Μακεδονίας και δραστηριοποιήθηκε στο εξωτερικό για την ανάδειξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Μακεδόνων με ιστορικά και επιστημονικά επιχειρήματα τονίζοντας ότι θα πρέπει να απελευθερωθούν από τους Τούρκους και να ενωθούν με την Ελλάδα. Το 1910 ως μέλος του Συμβουλίου του Μακεδονικού Συλλόγου Αθηνών επισκέφθηκε την Αίγυπτο με σκοπό τη διάδοση του περιοδικού «Μακεδονικόν Ἡμερολόγιον», τη συλλογή εράνων και την ενίσχυση του αγώνα και ήταν μέλος της αντιπροσωπείας που εξέθεσε στον υφυπουργό Εξωτερικών της Αγγλίας Λόρδο Allen Upveard, τις θέσεις της Ελλάδος για την Μακεδονία. Ο Ευλόγιος αποφοίτησε το 1911 ή το 1912 και έλαβε το πτυχίο του από τη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Στην ίδια σχολή έλαβε το μεταπτυχιακό του στη Φιλοσοφία καθώς και το διδακτορικό του δίπλωμα στις Ανθρωπιστικές Επιστήμες. Το 1912 έλαβε μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους, ως επικεφαλής υπαξιωματικός 100 οπλιτών, ανάμεσά τους και αρκετοί ιερωμένοι, οι οποίοι πολέμησαν μαζί με τον Ελληνικό Στρατό στη περιοχή της Χαλκιδικής.

Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης επέστρεψε στο Άγιο Όρος, όπου αγωνίστηκε κατά της Ρωσικής προτάσεως να λειτουργήσει το όρος ως ένα είδος προτεκτοράτου υπό διεθνή επιτροπεία, στο οποίο θα είχαν την διεύθυνση οι Σλάβοι μοναχοί, λόγω της πλεοψηφικής παρουσίας τους στην περιοχή. Ο Κουρίλας ως εκπρόσωπος της μονής Μεγίστης Λαύρας αγωνίστηκε να δημιουργηθεί κίνημα αντιστάσεως κατά των βλέψεων της Ρωσίας στη διοίκηση του Αγίου Όρους με την επαναφορά της κοινοβιακής μορφής διοικήσεως των ιερών μονών που είχε καταργηθεί λόγω Τουρκοκρατίας. Το 1914 ανέλαβε τη διοίκηση της μονής Μεγίστης Λαύρας και στις 26 Νοεμβρίου του ίδιου έτους κηρύχθηκε η μονή από ιδιόρρυθμος σε κοινοβιακή για να αποφευχθεί ο διαχωρισμός των μοναχών και η ισόβια διοίκηση των προϊσταμένων. Οι αντιπρόσωποι της Ιερής Κοινότητος μετέβησαν στην Μονή, κατάργησαν το σύστημα, και ο Κουρίλας αναχώρησε για την Αθήνα, όπου στις 10 Σεπτεμβρίου 1915 διορίστηκε Ελληνοδιδάσκαλος στο 6° σχολείο.

Κίνημα Επιστράτων

Στην Αθήνα την περίοδο των Νοεμβριανών γεγονότων του 1917, είχε προηγηθεί η δημιουργία του κράτους της Θεσσαλονίκης από την «Εθνική Άμυνα» και η δημιουργία του σώματος των «Επιστράτων» από τον Ιωάννη Μεταξά, ο Κουρίλας συμμετείχε με τη δημιουργία ομάδος η οποία τέχθηκε υπέρ του Βασιλέως Κωνσταντίνου Α'. Ο ίδιος αναφέρει σε σημείωμα του: «...., ὅτε οἱ ἀγγλογάλλοι ἐπολιόρκησαν τό κλεινόν τοῦτο ἄστυ καί ἐζήτησαν διά τῆς τρομοκρατίας νά ἀφαιρέσωσι τά ὄπλα τῶν Ἑλλήνων ἐτέθην ἐπικεφαλῆς τῶν ἐπιστράτων καί ἔκαμα τό καθῆκον μου ἐκεῖ ὅπου ἡ φωνή τοῦ Θεοῦ μέ ἐκάλει». Με την επικράτηση του κινήματος και την απομάκρυνση του βασιλιά Κωνσταντίνου Α', ο Κουρίλας βρέθηκε αντιμέτωπος πολλαπλών διώξεων και αναχώρησε από την Αθήνα για να καταφύγει στο Άγιο Όρος. Στις 7 Σεπτεμβρίου του 1917 διατάχθηκε να παρουσιασθεί στη διοίκηση της Χωροφυλακής Πολυγύρου όπου του ανακοινώθηκε ότι είναι ανεπιθύμητος στο Όρος και στις 15 Σεπτεμβρίου, όταν επέστρεψε στην Αθήνα, πληροφορήθηκε ότι στις 4 Σεπτεμβρίου είχε παυθεί από Ελληνοδιδάσκαλος, λόγω της συμμετοχής του στα Νοεμβριανά. Στη συνέχεια δίδαξε για λίγο διάστημε στην σχολή Παναγιωτόπουλου στον Πειραιά. Στις 8 Δεκεμβρίου 1917, με ένταλμα συλλήψεως συνελήφθη και οδηγήθηκε στο Α' Στρατοδικείο για ανάκριση. Παραπέμφθηκε σε δίκη στις 29 Μαρτίου 1918, κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 4 ετών, με ψήφους 4 έναντι 1. Στις 17 Ιουλίου του ίδιου χρόνου οδηγήθηκε στις φυλακές της Αίγινας, όπου παρέμεινε μέχρι τις 7 Φεβρουαρίου 1919, όταν του απονεμήθηκε χάρις [2]. Το 1918 ο Ευλόγιος διαγράφηκε από το μοναχολόγιο της Μεγίστης Λαύρας, μετά τη γνωστοποίηση της δράσεως του στην Αθήνα και της φυλακίσεως του, η δε διαγραφή του ανακοινώθηκε μέσω του ημερήσιου τύπου.

Αποκατάσταση

Στις 2 Ιανουαρίου 1921, ο Κουρίλας επανήλθε στη Δημόσια εκπαίδευση ως δευτεροβάθμιος καθηγητής στο 6° σχολείο και στις 5 του ίδιου μήνα προήχθη σε πρωτοβάθμιο καθηγητή. Στις 21 Μαρτίου 1923 υποβιβάστηκε σε δευτεροβάθμιο καθηγητή του γυμνασίου Σητείας Κρήτης και στις 11 Μαΐου 1923 έγινε δεκτή η παραίτηση του από τη θέση αυτή. Το 1924, μετά από παράκληση της μονής, επανήλθε στην Μεγίστη Λαύρα και πρόσφερε τις υπηρεσίες του στα γενικά διοικητικά όργανα του Αγίου Όρους, ενώ έγινε αντιπρόσωπος της μονής στην Iερά Κοινότητα. Τον ίδιο χρόνο συνέβαλε στη διαμόρφωση και σύνταξη του Καταστατικού Χάρτη του Αγίου Όρους, που επικυρώθηκε με Νομοθετικό Διάταγμα το 1926, τον εφάρμοσε και εισήγαγε τους κανονισμούς στις μονές. Το 1930-1931 ανακηρύχθηκε πρωτοεπιστάτης της Ιεράς Κοινότητας και με τη φροντίδα του επανιδρύθηκε η Αθωνιάδα Σχολή, λειτούργησε τυπογραφείο στο Άγιο Όρος και του δόθηκε η άδεια, μετά από αίτημά του, να διδάξει στην Αθωνιάδα Σχολή. Ήταν υπεύθυνος για την υποδοχή και την προσφώνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου, όταν επισκέφθηκε το Άγιο Όρος.

Στις αρχές της δεκαετίας του '40 ο Ευλόγιος κατηγορήθηκε για υπεξαίρεση εγγράφων και σπάνιων χειρογράφων του αποβιώσαντος μοναχού Χρυσοστόμου αλλά με απόφαση του Πλημμελειοδικείου η οποία εκδόθηκε στις 16 Οκτωβρίου 1933 απαλλάχθηκε από την κατηγορία. Τον ίδιο χρόνο ο Ευλόγιος ζήτησε να διοριστεί δασονόμος και εργολάβος οικοδομών και παρά τις εντάσεις που διατύπωσε ο ιατρός Παύλος Παυλίδης, στις 27 Ιανουαρίου του 1934, πήρε συμβόλαιο με τον διόρισμο του. Τον χρόνο εκείνο ανέγειρε το κτίριο στην ανατολική πλευρά της μονής Μεγίστης Λαύρας. Το 1935 αποπέμφθηκε με το χαρακτηρισμό του αλβανιστή, την κατηγορία της απεμπολήσεως πολλών και μεγάλης αξίας πραγμάτων του αγίου Όρους, του χρηματισμού, της υπεξαιρέσεως καταστίχων και βιβλίων της μονής, και για αναχώρηση από τη μονή χωρίς άδεια. Το 1935 υπέβαλλε διδακτορική διατριβή με τίτλο: «Ἡ Μοσχοπόλις καί ἡ Νέα Ἀκαδημία αὐτῆς, ἡ καταγωγή τῶν Κουτσοβλάχων καί ἡ ἐγγραμμάτισις τῆς γλώσσης αὐτῶν», απέσπασε το βαθμό άριστα και ο Κουρίλας ανακηρύχθηκε παμψηφεί διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στις 3 Οκτωβρίου 1935 διορίστηκε έκτακτος καθηγητής της έκτακτης αυτοτελούς έδρας της Ιστορίας Νεωτέρων Χρόνων του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης [3] όμως στις 12 Οκτωβρίου 1935, ο διορισμός του ακυρώθηκε με συντακτική πράξη [4]. Το 1936 διορίστηκε αντιπρόσωπος της μονής Μεγίστης Λαύρας στην Ιερά Κοινότητα.

Μητροπολίτης Κορυτσάς

Ο μοναχός Ευλόγιος χειροτονήθηκε Διάκονος στις 2 Απριλίου 1937 και Πρεσβύτερος την επόμενη ημέρα από τον Μητροπολίτη Χριστουπόλεως Μελέτιο [5]. Στις 11 Απριλίου 1937 ο Οικουμενικός πατριάρχης Βενιαμίν Β' ανακήρυξε αυτοκέφαλη την Ορθόδοξη εκκλησία στην Αλβανία και την ίδια μέρα ο Ευλόγιος χειροτονήθηκε στον Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι Κωνσταντινουπόλεως Επίσκοπος Κορυτσάς. Τη χειροτονία τέλεσε ο Μητροπολίτης Χριστουπόλεως Μελέτιος, συμπαραστατούμενος από τους Μητροπολίτες Λαοδικείας Δωρόθεο και Αίνου Γερμανό. Τον Μάρτιο του 1939, μετά από αναφορά των κατοίκων, η Σύνοδος αποφάσισε τη μετάθεση του στη μητρόπολη Βερατίου, ορίζοντας αντικαταστάτη του τον Βερατίου Αγαθάγγελο. Ο Κουρίλας προσέφυγε στον βασιλιά Ζώγου ο οποίος απέτρεψε τη μετάθεση. Στα δύο χρόνια της παραμονής του στην Κορυτσά οργάνωσε κατηχητικά σχολεία και ίδρυσε Ιεροδιδασκαλείο ή Σεμινάριο με την οικονομική στήριξη του Μπαγκείου κληροδοτήματος, του Εθνικού ευεργέτη Ιωάννου Μπάγκα. Ως αντιπρόσωπος της Ορθόδοξης εκκλησίας της Αλβανίας έλαβε μέρος στη γενική συνέλευση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών που συνήλθε στο Εδιμβούργο, ενώ περιόδευσε στα 120 χωριά της επαρχίας του φροντίζοντας για την ενίσχυση του Ορθόδοξου στοιχείου. Στις 7 Απριλίου 1939, η Κορυτσά κατελήφθη από τους Ιταλούς, ο Ευλόγιος κάλεσε τον λαό σε αντίσταση διότι κινδύνευε η πατρίδα. Οι Ιταλικές αρχές κατοχής παρεμπόδισαν με κάθε τρόπο τον Ευλόγιο στην άσκηση των Επισκοπικών του καθηκόντων, έτσι ζήτησε δήμηνη άδεια απουσίας από την Επισκοπική έδρα και του χορηγήθηκε άδεια δεκαπέντε ημερών. Στις 7 Αυγούστου ο Ευλόγιος αναχώρησε από την Αλβανία και μέσω Κρυσταλλοπηγής ταξίδεψε στην Ελλάδα, ενώ μετά τη λήξη της αδείας του οι ιταλοί του απαγόρευσαν να επιστρέψει επειδή δεν είχε την αλβανική υπηκοότητα.

Ο Ευλόγιος κατέβαλλε μεγάλες προσπάθειες να επιστρέψει στην Επισκοπική έδρα της Κορυτσάς και στο τέλος του 1939 απευθύνθηκε προς τον Pelegrino Ghigi, πληρεξούσιο υπουργό της Ιταλίας για την Ελλάδα από τον οποίο ζήτησε την άρση της απαγορεύσεως εισόδου του στην Αλβανία. Ανάλογο αίτημα υπέβαλλε στις αρχές του 1940 προς τον Grazzi, τον Ιταλό πρεσβευτή στην Αθήνα, ο οποίος του ζήτησε την αναθεώρηση του Αλβανικού διαβατηρίου του. Τον Απρίλιο του 1940 ο Ευλόγιος απέστειλε επιστολή στον τοποτηρητή των Τιράνων Jacomoni, στο οποίο εκθέτει τη στάση του απέναντι στις Ιταλικές αρχές κατά την υποδοχή τους στην Κορυτσά, την άδεια και τα χρήματα που του χορηγήθηκαν κατά την αναχώρηση του με άδεια, τη λύση του θέματος της υπηκοότητος για το οποίο έχει παυθεί, καταλήγει ότι δεν βλέπει τον λόγο για τον οποίο δεν του επιτρέπεται η επάνοδος στην Κορυτσά. Τελικά, στις 8 Απριλίου 1941, η Σύνοδος της αυτοκέφαλης Αλβανικής εκκλησίας με επιστολή της γνωστοποιεί στον Ευλόγιο ότι τον απαλλάσσει από τα καθήκοντα του Μητροπολίτου. Το 1945, όταν ήρθε στην εξουσία το κομμουνιστικό καθεστώς του Ενβέρ Χότζα, ο Ευλόγιος θεωρήθηκε εχθρός του κράτους.

Κατοχική & Μετακατοχική δράση

Ο Ευλόγιος μετά από θετική πρόταση της τριμελούς εισηγητικής επιτροπής, στις 26 Σεπτεμβρίου 1942 διορίστηκε [6] καθηγητής της Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας των Αλεξανδρινών Χρόνων μέχρι της διαιρέσεως του Ρωμαϊκού κράτους στη Φιλοσοφική Σχολή, του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το εναρκτήριο μάθημα του ήταν «Ὁ Μακεδονικός ελληνισμός συνδιαλλαττόμενος μετά τοῦ Χριστιανισμοῦ». Ο διορισμός του Κουρίλα προκάλεσε την οξεία αντιπαράθεση του κυρίως με τον καθηγητή Σωκράτη Κουγέα, ο οποίος τον κατέκρινε για αλβανικές εθνικιστικές ιδέες και ενέργειες, ενώ τον θεώρησε ανεπαρκή και με ελλιπή προσόντα για τη θέση, κατηγορίες που προκάλεσαν τη δικαστική τους διαμάχη, στη διάρκεια της οποίας ο Ευλόγιος είχε τη συμπαράσταση, μεταξύ άλλων, και του εθνικιστή καθηγητή και επιφανούς αρχαιολόγου Σπυρίδωνα Μαρινάτου. To 1943, με ενέργειες της κυβερνήσεως του Ιωάννη Ράλλη χορηγήθηκε διαβατήριο στον ευλόγιο, προκειμένου να επισκεφθεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο και να ενημερωθεί για όλα τα τρέχοντα ζητήματα αλλά και για την κατάσταση που επικρατεί στο Πατριαρχείο. Διορίστηκε επίσης, για μικρό χρονικό διάστημα, στη διεύθυνση των Χειρογράφων των Γενικών Αρχείων του Κράτους και την Εθνική Βιβλιοθήκη, όμως ο διορισμός του όμως ανακλήθηκε ως αντικανονικός.

Στις 4 Ιανουαρίου του 1944, μικρό διάστημα μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονα, ο Ευλόγιος συνελήφθη αιχμάλωτος από τις ένοπλες συμμορίες του Ε.Α.Μ.-Ε.Λ.Α.Σ., των οπαδών του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος [Κ.Κ.Ε.], στο σπίτι του στην Κυψέλη. Παρέμεινε όμηρος για κάποιο χρονικό διάστημα και ακολούθησε την ίδια δραματική διαδρομή μαζί με περίπου εκατό ακόμη ομήρους, φτάνοντας ως την περιοχή του Παρνασσού, όπου κατάφερε να δραπετεύσει και να σώσει τη ζωή του. Η απόφαση της συνεδρίας της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών την 3η και 5η Φεβρουαρίου του 1945, η οποία του απεστάλη διά του κοσμήτορά της Ν. Βλάχου, ανέφερε χαρακτηριστικά: «Ἔχω τήν τιμήν νά ἀνακοινώσω ἠμῑν ὅτι ἡ Σχολή κατά τήν συνεδρίαν αὐτῆς τῆς 3 καί 5 Φ/ρίου ἐ. ἐ. ἀπεφάσισε νά ἐκφράση πρός ὑμᾱς τήν λύπην καί τήν συμπάθειάν της διότι συλληφθέντες ὡς ὅμηρος κατά τό πρόσφατον ἀντεθνικόν κίνημα οὐ μόνον ἐδεινοπαθήσατε, ἀλλά εἴχετε τό ψυχικόν σθένος νά ἐνθαρρύνητε τούς συνομήρους σας εἰς τήν ἐγκαρτέρησιν τῶν κακουχιῶν». Ο Ευλόγιος Κουρίλας απολύθηκε από τη θέση του καθηγητή αυτοδικαίως, με βάση το άρθρο 4 της υπ' αριθμ. 60/1945 συντακτικής πράξεως [7], εφόσον ο διορισμός του έγινε επί Κατοχής. Στη νέα ψηφοφορία που διεξήχθη στις 16 Δεκεμβρίου 1946 έλαβε 8 ψήφους υπέρ, 7 κατά, ενώ υηπήρξε και 1 ψήφος λευκή. Με βασιλικό διάταγμα [8] ο Κουρίλας διορίστηκε καθηγητής της Β' τακτικής Έδρας της Αρχαίας Ιστορίας στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, όμως το Συμβούλιο Επικρατείας ακύρωσε [9] το διάταγμα διορισμού του μετά από προσφυγή που υποβλήθηκε από τους καθηγητές Κωνσταντίνο Σπυριδάκη και Σωκράτη Κουγέα, επειδή δεν έγινε πρόταση από τη Σχολή αλλά διαβιβάστηκε η απόφαση της εκλογής από τα πρακτικά και στις 11 ιουνίου 1949, ο Ευλόγιος Κουρίλας απολύθηκε από τη θέση στο Πανεπιστήμιο και συνταξιοδοτήθηκε.

Ο Ευλόγιος παράλληλα με τα ακαδημαϊκά του καθήκοντα υπήρξε ένας από τους επικεφαλής της Κεντρικής Επιτροπής Βορειοηπειρωτικού Αγώνα, που επεδίωκε την προσάρτηση της Βορείου Ηπείρου στην Ελλάδα. Το 1948, ίδρυσε σύλλογο Βορειοηπειρωτων στην Αθήνα με την επωνυμία «Σελασφόρος» Κορυτσάς-Μοσχοπόλεως-Πρεμετής-Κολωνίας. Σκοπός του συλλόγου ήταν ο αγώνας για την πραγμάτωση των εθνικών δικαίων, η εμψύχωση των μελών του, η συστηματική καταπολέμηση κάθε προπαγάνδας, η διατήρηση των εθίμων και η παροχή κάθε βοήθειας στους καταδιωκομένους ομογενείς σε συνεργασία με την Κεντρική Επιτροπή Βορειοηπειρωτικού Αγώνος. Ο πρωθυπουργός Νικόλαος Πλαστήρας ζήτησε εγγράφως τη γνώμη του Κουρίλα για τα Ελληνο-Αλβανικά ζητήματα κι αυτός κατέγραψε την άποψη του, σε απόρρητο σημείωμα που απέστειλε στον πρωθυπουργό. Το 1952 η μονή Μεγίστης Λαύρας τον όρισε γενικό πληρεξούσιο και αντιπρόσωπο της στην Αθήνα για θέματα απαλλοτριώσεων μετοχιών της. Ο Ευλόγιος, που διατηρούσε άριστες σχέσεις με τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Χριστόφορο ζήτησε θεώρηση του διαβατηρίου του προκειμένου να μεταβεί στην Αίγυπτο και να αναλάβει τη διεύθυνση των περιοδικών «Εκκλησιαστικός Φάρος» και «Πάνταινος» του Πατριαρχείου, όμως ο τότε υπουργός Παιδείας, της κυβερνήσεως του Κωνσταντίνου Καραμανλή δεν του παραχώρησε άδεια, καθώς έκρινε ότι η κυβέρνηση είχε ανάγκη των υπηρεσιών του αλλά και ότι η παρουσία του Ευλόγιου στην Ελλάδα, θεωρείται απαραίτητη λόγω του βορειοηπειρωτικού ζητήματος.

Συγγραφικό έργο

Ο Ευλόγιος Κουρίλας υπήρξε πολυγραφότατος, καλός γνώστης της αλβανικής γλώσσας και της αλβανικής φιλολογίας. Επιδόθηκε με ζήλο και φιλοπονία σε έρευνες και μελέτες σε χειρόγραφα των Βιβλιοθηκών του Αγίου Όρους, των Μετεώρων, της Πάτμου και των Αθηνών. Συχνά περιέγραφε, εκτός από τα στοιχεία του βιβλίου που παρουσίαζε, και τον τρόπο και τις δυσκολίες που συνάντησε για να το βρει. Δημοσίευσε πλήθος επιστημονικών συγγραφών, πραγματειών, μελετών, διατριβών και άρθρων με ποικίλα θέματα και πολλές από τις εργασίες του εκδόθηκαν σε τόμους και δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά και εφημερίδες. Πολλές εργασίες του έχουν ως θέμα τους βιογραφίες Αγιορειτών Αγίων, λογίων και άλλων επισήμων Θρακών καθώς και θέματα λεξικογραφικά, λαογραφικά, εκκλησιαστικά, θεολογικά και φιλοσοφικά, αν και οι περισσότερες είναι ιστορικές σχετιζόμενες με το Άγιο Όρος αλλά και την εκκλησιαστική ιστορία γενικότερα. Το έργο του αναφέρεται στην πολιτική, την εκκλησία, τη θεολογία, την ιστορία, τη γεωργία και τη βοτανική, την αστρολογία και τη μαντεία, περιεχόμενο συχνά πατριωτικό αφού η ερευνητική και συγγραφική του δραστηριότητα εξυπηρετεί και εθνικούς σκοπούς, καθώς πολλές μελέτες του είχαν ως θέμα τους την τεκμηρίωση της Ελληνικότητος της Ηπείρου, της Βορείου Ηπείρου, της Μακεδονίας και της Θράκης. Όπως αναφέρει ο Πανεπιστημιακός καθηγητής Νικόλαος Τωμαδάκης, ο Ευλόγιος ήταν ένας από τους τελευταίους πολυγραφότατους λόγιους αρχιερείς–μοναχούς του περασμένου αιώνα.

Η βιβλιοθήκη που περιέχει περισσότερα από 13.850 τόμους, καθώς και το αρχείο του κληροδοτήθηκαν στην πόλη των Ιωαννίνων το 1961 με σκοπό να δοθούν στο υπό ίδρυση Πανεπιστήμιο. Το 1992, μεταφέρθηκαν στον Τομέα Ιστορίας Νεότερων Χρόνων του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ο οποίος μερίμνησε ώστε να τοποθετηθούν σε ιδιαίτερο χώρο φυλάξεως.

Εργογραφία

Έγραψε 57 έργα χωρισμένα σε 7 θεματικές ενότητες:

  • Ιστορικά και Βυζαντινολογικά 29 βιβλία,
  • Βιογραφίες 8 βιβλία,
  • Λεξικογραφικά και Γλωσσολογικά 5 βιβλία,
  • Λαογραφικά 5 βιβλία,
  • Εκκλησιαστικά και Θεολογικά 5 βιβλία,
  • Φιλοσοφικά 3 βιβλία,
  • Διάφορα 2 βιβλία.

Δημοσίευσε τα:

  • «Αλβανικαί μελέται», το 1933,
  • «Άθως, Φως εν σκότει», το 1935, Αθήναι.
  • «Γρηγόριος Αργυροκαστρίτης», το 1935,
  • «Ελληνισμός και χριστιανισμός», το 1944,
  • «Πατριαρχική ιστορία, το 1951»

Στο βιβλίο του

  • «Πανεπιστημιακά-Τό Κράτος τῆς Ἀληθείας, Δεκεμβριανή Τραγωδία τῶν Ὁμήρων (Δεκεμβριανά). Η έκτη των επιλέκτων φάλαγξ και η των Κρορών πορεία του θανάτου», που κυκλοφόρησε το 1953 και επανεκδώθηκε το 2003, από τον εκδοτικό οίκο «Ελεύθερη Σκέψις» και είναι πλέον εξαντλημένο, περιγράφει την περίοδο της ομηρίας του από τους κομμουνιστές αντάρτες του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.

Μνήμη Ευλόγιου Κουρίλα

Ο Ευλόγιος υποστήριζε εθνοφυλετικές απόψεις και με πορίσματα επιθυμούσε να αποδείξει τη χαρισματικότητα της Ελληνικής φυλής και την ανωτερότητα του Ελληνικού πολιτισμού και ανάλωσε όλη τη ζωή του σε εθνικούς, πατριωτικούς και θρησκευτικούς αγώνες, ενώ ιδιαίτερα για τους Βορειοηπειρώτες υπήρξε σύμβολο θρησκευτικού και πολιτικού αρχηγού. Για το έργο και τη συνολική προσφορά του στον Ελληνισμό του απονεμήθηκε ο Σταυρός του Τάγματος του Φοίνικα από τον Βασιλιά Γεώργιο Β', ενώ στα Ιωάννινα υπάρχει οδός που φέρει το όνομα του. Ως Μητροπολίτης, ποίμανε με ιεροπρέπεια και λαμπρότητα την Μητρόπολη Κορυτσάς σε μια δύσκολη χρονική και ιστορική συγκυρία, ενώ πρόσεφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες στο Βορειοηπειρωτικό και Μακεδονικό ζήτημα καθώς και σε άλλα κρίσιμα Εθνική ζητήματα της νεότερης Ελληνικής Ιστορίας. Δικαιολογούσε την ένοπλη δράση των κληρικών και έκανε κοινωνικές και ηθικές παρεμβάσεις, ενώ συχνά έγινε κριτής δημόσιων ενεργειών και πολιτικών αποφάσεων. Διακατέχονταν από συντηρητικές θέσεις και απόψεις και είχε λόγο για όλα τα εθνικά ζητήματα. Εκφωνούσε εθνικούς λόγους με ελληνοχριστιανικό περιεχόμενο και πίστευε στον καθοριστικό ρόλο της μοναρχίας ως σύμβολο της ιστορικής συνέχειας από το Βυζάντιο στην Ελλάδα. Υπήρξε σφοδρός πολέμιος του κομμουνισμού, πίστευε στην καταδίκη του και δήλωνε την πλήρη απαξίωσή του στις σοσιαλιστικές ιδέες. Θεωρούσε ότι για πολλές από τις ενέργειές του διέθετε εντολές και χάρη από το Θεό. Μαρμάρινη προτομή του Ευγένιου Κουρίλα, έργο του γλύπτη Γιώργου Χουλιαρά, η οποία φιλοτεχνήθηκε το 1978 βρίσκεται τοποθετημένη στο Πάρκο Λιθαρίτσια στα Ιωάννινα.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. Απεβίωσε και εκηδεύθη ο Μητροπολίτης της Κορυτσάς Ευλόγιος Κουρίλας. Εφημερίδα «Μακεδονία», Κυριακή 23 Απριλίου 1961, σελίδα 12η.
  2. [Φ.Ε.Κ. 29/7 Φεβρουαρίου 1919.]
  3. [Φ.Ε.Κ. 123]
  4. [Συντακτική πράξη υπ' αριθμ. 12/12ης Οκτωβρίου 1935, Φ.Ε.Κ. 461.]
  5. Έτος 1961-Κοιμηθέντες Αρχιερείς
  6. [Φ.Ε.Κ. υπ' αριθμ. 178/26 Σεπτεμβρίου 1942, τόμος Γ']
  7. [Φ.Ε.Κ. 167.]
  8. [Βασιλικό Διάταγμα της 19 Ιουνίου 1947, Φ.Ε.Κ. 146 (τόμος Γ' 2 Ιουλίου 1947.]
  9. [Συμβούλιο τς Επικρατείας, απόφαση υπ' αριθμ. 1789/1948.]