Κωνσταντίνος Χατζόπουλος

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, δημοτικιστής ποιητής, πεζογράφος, κριτικός και λογογράφος, δοκιμιογράφος, μεταφραστής και μαρξιστής διανοούμενος, γεννήθηκε στις 11 Μαΐου 1868 στο Αγρίνιο και πέθανε στις 20 Ιουλίου 1920 στο ιταλικό ατμόπλοιο «Montenegro», από τροφική δηλητηρίαση, στη διάρκεια οικογενειακού ταξιδιού προς την Ιταλία, όπου και τάφηκε στις 7 Αυγούστου στο νεκροταφείο του Πρίντεζι και τα οστά του μεταφέρθηκαν αργότερα στην Ελλάδα.

Στις αρχές του 1900 ταξίδεψε στη Γερμανία, στο Μόναχο, στη Λειψία και στη Δρέσδη, όπου γνωρίστηκε με την φιλανδικής καταγωγής προτεστάντη ζωγράφο Σάννυ Χάγκμαν, [Sanny Haggman], την οποία παντρεύτηκε στο Ελσίνκι, με το προτεσταντικό δόγμα και με ορθόδοξο γάμο, στις 14 Μαΐου 1901 στο Αγρίνιο και το 1902, απέκτησαν την κόρη τους Ελένη-Σέντα.

Κωνσταντίνος Χατζόπουλος

Βιογραφία

Ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος ήταν ο πρωτότοκος ανάμεσα στα επτά παιδιά, πέντε αγόρια και δύο κορίτσια, του εμπόρου Ιωάννη Χατζόπουλου, από το χωριό Χαλκιόπουλο Βάλτου Αιτωλοακαρνανίας και της Θεοφάνης Στάϊκου, θετής μοναχοκόρης του κτηματία Σωτήρη Στάϊκου, μιας από τις πλουσιότερες οικογένειες του Αγρινίου. Αδέλφια του ήταν η Αλεξάνδρα, ο Δημήτριος Χατζόπουλος, ο Γεώργιος, η Ασπασία, ο Ζαχαρίας και ο Αγαμέμνονας. Το 1999 δημοσιεύθηκε το έργο «Η οικογένεια Χατζόπουλου», της φιλολόγου Ειρήνης Τόλη-Σώκου, όπου η συγγραφέας αναφέρει «..Μαρτυρίες λένε ότι ... Η Ελένη Στάϊκου είχε υιοθετήσει «νηπιόθεν» όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται και είχε βαφτίσει τη Θεοφάνη, «τρίτη κατά σειρά κόρη της οικονόμας των Σταϊκαίων από το Δοκίμι Αιτωλοακαρνανίας. Τη Θεοφάνη πάντρεψαν οι Σταϊκαίοι με τον Ιωάννη Χατζόπουλο..» [1].

Ο Κώστας Χατζόπουλος κληρονόμησε τον παππού του και η μητέρα του, την ανύπαντρη αδελφή του και νονά της Ελένη Στάϊκου. Το σημερινό κτήμα στο οποίο αναπτύχθηκε το «Πάρκο Αγρινίου» στη θέση «Λυκορράχια», το οποίο που κληρονόμησε ο Χατζόπουλος αγοράστηκε μετέπειτα από τους αδελφούς Παπαστράτου που το δώρισαν στον Δήμο Αγρινίου. Το 1900 ταξίδεψε για ένα χρόνο στη Γερμανία στο Μόναχο, το Βερολίνο και τη Δρέσδη, όπου γνώρισε τη μετέπειτα γυναίκα του Sunny Haggmann. Από το 1905 ως το 1914 έζησαν στη Γερμανία και επιδόθηκε –για βιοποριστικούς λόγους- στη μετάφραση έργων, κυρίως θεατρικών, καθώς και στην κριτική λογοτεχνίας, κυρίως από τις στήλες του περιοδικού «Ο Νουμάς».

Σπουδές

Οι γονείς του επιμελήθηκαν τη μόρφωσή του και αμέσως μετά την αποφοίτησή του από το σχολαρχείο, συνέχισε με τις γυμνασιακές του σπουδές στο Μεσολόγγι και στη συνέχεια το 1882, σε ηλικία μόλις δεκατεσσάρων ετών, φοίτησε στη Νομική Σχολή του πανεπιστημίου της Αθήνας, από όπου το 1888 πήρε το πτυχίο της νομικής με βαθμό «Καλώς». Καθηγητές του ήταν ο ρωμαϊστής Πέτρος Παπαρρηγόπουλος, και οι Παύλος Καλλιγάς, Ιωάννης Σούτσος, Στέφανος Στρέιτ, Κωνσταντίνος Κωστής και Νεοκλής Καζάζης, ο οποίος τον μύησε στη μελέτη του «Faust» του Goethe. Το 1884, την εποχή που φοιτά στο Πανεπιστήμιο, άρχισε να δημοσιεύει ποιήματά του σε αθηναϊκά περιοδικά και εφημερίδες, όπως στην «Εβδομάδα» του Δημήτρη Καμπούρογλου και ακολούθως στην «Εστία». Μετά τη στρατιωτική του θητεία την περίοδο 1889-1891, εργάστηκε για πέντε χρόνια έως το 1896, ως δικηγόρος στο Αγρίνιο, γράφοντας άρθρα και σατιρικές παρωδίες με διάφορα ψευδώνυμα, στον τοπικό τύπο και όταν κληρονόμησε την τεράστια περιουσία των γονέων του, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.

Λογοτεχνικό έργο

Στην πρωτεύουσα αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία, στην οποία αρχικά εμφανίστηκε το 1895 με τη δημοσίευση ποιημάτων του στο περιοδικό «Εβδομάς» του Δημήτρη Καμπούρογλου, χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Πέτρος Βασιλικός. Την περίοδο από το 1898 έως τον τον Οκτώβριο του 1889 εξέδωσε το περιοδικό «Τέχνη» με συνεργάτη τον Γιάννη Καμπύση, με το οποίο επιδίωξε να ενισχύσει τη δημοτική γλώσσα και να συστήσει την ευρωπαϊκή λογοτεχνία και θεωρείται σταθμός στην πορεία της λυρικής ποίησης και τη διαμόρφωση της «Νέας Αθηναϊκής Σχολής». Συνεργάτες του στην προσπάθεια αυτή ήταν ο Ιωάννης Γρυπάρης, ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης, ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, ο Μιλτιάδης Μαλακάσης, ο Μποέμ, ο Παύλος Νιρβάνας, ο Κωνσταντίνος Παλαμάς και ο Λάμπρος Πορφύρας. Το περιοδικό αποτέλεσε σημείο αναφοράς στην ελληνική λογοτεχνία και κατά τον Αιμίλιο Χουρμούζιο, «...Αν ήθελε κανείς να ορίσει μιαν ημερομηνία για την απαρχή της νεώτερης ελληνικής κουλτούρας, του σύγχρονου πνευματικού μας πολιτισμού, θα μπορούσε χωρίς ενδοιασμό να την τοποθετήσει στη χρονιά της έκδοσης της «Τέχνης» του Χατζόπουλου..». Στο τελευταίο του άρθρο, σημείωσε «..Αν η νίκη δε στεφανώνει κάθε αγώνα, η αντίσταση κι ο πόλεμος εναντίο σε αμαρτωλό καθεστώς είναι καθήκον, που για την Τέχνη είναι και Ζωή..».

Το Ιούνιο του 1905, με τη γυναίκα του και την τριών ετών κόρη τους εγκαθίστανται στο Μόναχο με σκοπό να σπουδάσει λογοτεχνία και φιλοσοφία. Τον Ιούλιο του 1906 θα μετακομίσουν στο Βερολίνο, όμως το Φεβρουάριο του 1908 θα επιστρέψουν στο Μόναχο. Από το 1907 θα ασπαστεί τα σοσιαλιστικά ιδεώδη και πήρε ενεργό μέρος στα αντίστοιχα ιδεολογικά κινήματα, αρχικά στο εξωτερικό και αργότερα στην Ελλάδα, ενώ το «Σοσιαλιστικό Κέντρο» της Κωνσταντινούπολης τον εξέλεξε το 1910, ως αντιπρόσωπό του στο όγδοο συνέδριο της «Σοσιαλιστικής Διεθνούς» στην Κοπεγχάγη. Το 1911 ίδρυσε στο Μόναχο και το Βερολίνο το «Αδελφάτο της Δημοτικής», μαζί με άλλους ομοϊδεάτες, επίσης ίδρυσε στο Μόναχο μαζί με τον Νίκο Γιαννιό, τη «Σοσιαλιστική Δημοκρατική Ένωση» και για λογαριασμό της μετέφρασε στη δημοτική το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» των Καρόλου Μαρξ και Φρειδερίκου Ένγκελς, το οποίο δημοσιεύτηκε από τις 23 Δεκεμβρίου 1909 σε συνέχειες στην εφημερίδα «Εργάτης» του Βόλου. Το 1914 επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου έμεινε σε όλη τη διάρκεια του Α' Παγκόσμιου πολέμου.

Απομακρύνθηκε και έπαψε να είναι μέλος του «Σοσιαλιστικού Κέντρου Αθηνών», απογοητευμένος από τις συνεχείς διαμάχες και το 1916, ίδρυσε μαζί με άλλους διανοούμενους την «Εταιρεία Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών», με επικεφαλής τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου. Φανατικός υποστηρικτής στην αρχή της πολιτικής του Ελευθερίου Βενιζέλου, τον οποίο συνέδραμε σε πολλές περιπτώσεις με τις γνώσεις του και από το 1917 μέχρι το 1919 υπήρξε διευθυντής λογοκρισίας, ενέργεια που τον έφερε σε αντίθεση με πολλούς φίλους του, όπως τον Ανδρέα Καρκαβίτσα, τον Λάμπρο Πορφύρα και τον Δημήτριο Ταγκόπουλο. Συνεργάστηκε ως κριτικός, δοκιμιογράφος και μεταφραστής, με τα περιοδικά «Διόνυσος», «Νουμάς», «Νέα Ζωή», «Γράμματα Αλεξανδρείας» και το «Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου». Πολλά χρόνια μετά το θάνατό του, η κόρη του μετέφερε και ενταφίασε τα οστά του στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.

Διακρίσεις

Με απόφαση του Δημοτικού Συμβούλου Αγρινίου το 1928 επί δημαρχίας Ανδρέα Παναγοπούλου, η έως τότε «Πλατεία Υπαίθρου Αγοράς», εκεί ήταν το πατρικό του σπίτι, μετονομάστηκε σε «Πλατεία Κωσταντίνου Χατζοπούλου» [2].

Την περίοδο 1933-1934 η σύζυγος του,

  • έγραψε βιβλίο με τίτλο «Τα απομνημονεύματα μου-Η ζωή μου με τον Κώστα Χατζόπουλο»

και το δακτυλογραφημένο κείμενο που μεταφράστηκε στα Ελληνικά από τη κόρη της Ελένη-Σέντα, παραδόθηκε από την μεταφράστρια στο Ελληνικό Λογοτεχνικό Αρχείο, όπου σώζεται ως σήμερα.

  • Στις 16 Ιουλίου 1952

η Sanny Haggman πέθανε στη Στοκχόλμη, όπου έκαψαν το σώμα της, ενώ μετέφεραν και τοποθέτησαν το Σεπτέμβριο του 1952, την τέφρα της στον τάφο του συζύγου της.

Στις 30 Σεπτεμβρίου 1956 από το δήμαρχο Αγρινίου Ηλία Σαγεώργη, έγινε πράξη η απόφαση για την ανέγερση προτομής του, η οποία τοποθετήθηκε για να αποκαθηλωθεί σχεδόν άμεσα, στην ομώνυμη πλατεία και στα αποκαλυπτήρια της οποίας παραβρέθηκε η κόρη του. Χαρακτηριστικά αναφέρεται στις εφημερίδες της εποχής, «Στο στήσιμο της προτομής ο Νίκος Παπακωνσταντίνου απήγγειλε εκφραστικά και νοσταλγικά «Ας τη βάρκα στο κύμα» κι ο αγέρας έπαιρνε τη φωνή του. Το δημοτικό συμβούλιο ύστερα υποκύπτοντας στις ανάγκες των περιοίκων κατασκεύασε στο κέντρο της πλατείας «Βεσπασιανές» και βέβαια η προτομή μεταφέρθηκε στο πάρκο, στόχος έκτοτε του λιθοβολισμού των μειρακίων, αποξεχασμένη και «τοποθετημένη συμβολικά» στη γωνία μέχρι να μεταφερθεί και να «ενταφιαστεί» σε μια αποθήκη του δημαρχιακού μεγάρου..» [3].

Στις 20 Απριλίου 1991 σε άρθρο του στην εφημερίδα «Παναιτωλική», για την προτομή του ποιητή, ο εκδότης της δημοσιογράφος Γρηγόρης Σταυρόπουλος, έγραψε, «...οπωσδήποτε πρέπει να ευρεθεί και να στηθεί προσωρινά στην πλατεία..», ενώ με επιστολή της, η κόρη του Ελένη-Σέντα ζήτησε να τοποθετηθεί στο πάρκο του Δήμου Αγρινίου, αφού όπως γράφει είναι «...πρώην ιδιοκτησία του πατέρα της...» και «..είχε πρότερον τοποθετηθεί..»' ή «...στην κεντρική πλατεία της πόλης και σε καμία περίπτωση κοντά στον άλλοτε σιδηροδρομικό σταθμό..» τοποθεσία που χαρακτηρίζει υποβαθμισμένη ,[4].

Εργογραφία

Δημοσίευσε ποιήματά του ήδη από τα 1884 και το 1898 κυκλοφόρησαν οι δύο πρώτες ποιητικές συλλογές του με το ψευδώνυμο «Πέτρος Βασιλικός» που χρησιμοποιούσε ως το 1910. Αργότερα στράφηκε στην πεζογραφία, ενώ τη χρονιά του θανάτου του εκδόθηκαν δύο ακόμα ποιητικές συλλογές του.

Ποιήματα

  • «Τα τραγούδια της ερημιάς» το 1898,
  • «Τα ελεγεία και τα ειδύλλια» το 1898,
  • «Απλοί τρόποι» το 1920,
  • «Βραδυνοί θρύλοι» το 1920.

Συλλογές διηγημάτων

  • «Τάσω», «Στο σκοτάδι» και άλλα διηγήματα, το 1916,
  • «Η Αννιώ και άλλα διηγήματα», το 1923, μεταθανάτια έκδοση.

Νουβέλες

  • «Αγάπη στο χωριό», νουβέλα, το 1910,

Μυθιστορήματα

  • «Το όνειρο της Κλάρας»,
  • «Το σπίτι του δασκάλου»,
  • «Υπεράνθρωπος», νουβέλα, το 1915,
  • «Ο Πύργος του ακροποτάμου» το 1915 και επανέκδοση το 1986, κοινωνικό μυθιστόρημα, ένα από τα καλλίτερα της νεοελληνικής πεζογραφίας,
  • «Φθινόπωρο» το 1917 και επανέκδοση το 1987.

Μεταφράσεις

Μετέφρασε δεκατέσσερα έργα, των Σαίξπηρ, Goethe, Ibsen, Hauptmann, Sudermann, Strindberg, Gogol, Grillparzer και άλλων, που ανέβηκαν στο τότε «Βασιλικό Θέατρο» με τη Μαρίκα Κοτοπούλη και τον Θωμά Οικονόμου, αλλά και στην ελεύθερη σκηνή. Μετέφρασε μεταξύ άλλων, τον «Φάουστ» και την «Ιφιγένεια εν Ταύροις» του Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε, την «Ηλέκτρα» του Ούγκο φον Χόφμανσταλ, τον «Επιθεωρητή» του Νικολάι Γκόγκολ, την «Κυρά της θάλασσας» και το «Όταν θα ξυπνήσουμε νεκροί» του Ερρίκου Ίψεν, και τα «Τα μυστήρια» του Αυγούστου Στρίντμπεργκ.

Φιλολογικός Όμιλος «Κώστας Χατζόπουλος»

Στις 19 Ιουνίου 1959 ιδρύεται ο Φιλολογικός Όμιλος με την ονομασία «Κώστας Χατζόπουλος» ο οποίος έκτοτε είναι, με μικρά αναγκαστικά διαλείμματα, ενεργός και δραστήριος.

Αρχείο Χατζόπουλου

Το αρχείο του Χατζόπουλου διασώθηκε και διατηρήθηκε από τη σύζυγο και την κόρη του, ενώ σύμφωνα με μαρτυρία της Sanny Haggmann τα κατάλοιπα φρόντισε αρχικά ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης. Ο καθηγητής αστικού δικαίου και ακαδημαϊκός Κ.Δ. Τριανταφυλλόπουλος ήταν πληρεξούσιος της Sunny Haggmann-Χατζοπούλου που του είχε στείλει επιστολές λογοτεχνών προς τον Χατζόπουλο για να δημοσιευτούν, μεταξύ τους του Ιωάννη Καμπύση και του Ανδρέα Καρκαβίτσα στον Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο. Οι επιστολές δημοσιεύθηκαν, οι πρώτες στη «Νέα Εστία» το 1936 και οι υπόλοιπες το 1938, στην «Πνευματική Ζωή». Στο αρχείο περιλαμβάνονται επίσης, τα απομνημονεύματα της συζύγου του, για την κοινή τους ζωή.

Διαβάστε τα λήμματα

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Πηγή: «Πολιτισμός και Αγρίνιο», Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αγρινίου]
  2. :[Πηγή: βιβλίο «Δήμαρχοι και Δημαρχίες», Μεταξούλα Μανικάρου & Χ. Σπυρέλη]
  3. [Πηγή: «Πρακτικά του Επιστημονικού Συμποσίου «Ο Κ. Χατζόπουλος ως συγγραφέας και θεωρητικός», Αθανάσιος Παλιούρας, Αθήνα 1998]
  4. [Η Ελένη-Σέντα Χατζοπούλου, παντρεύτηκε σε πρώτο γάμο παντρεύτηκε τον Φινλανδό αξιωματικό Σλέερ, με τον οποίο απέκτησε μία κόρη που πέθανε πολύ νέα στη Στοκχόλμη, και σε δεύτερο γάμο τον δικηγόρο Περικλή Δρίβα. Μετέφρασε ελληνική λογοτεχνία στα σουηδικά και έγραψε ποίηση και διηγήματα στα σουηδικά με ψευδώνυμο «Ελένη Κωνσταντίνου». Πέθανε στις 25 Νοεμβρίου 1996, στο Παγκράτι Αθηνών]