Μανώλης Μανωλέας

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Εμμανουήλ Μανωλέας, [συνωμοτικό ψευδώνυμο: Ατσίγγανος ή Σάμος], Έλληνας εθνικιστής, που το πραγματικό του όνομα, πιθανόν, ήταν Αντώνης Κρητικός, ναυπηγοξυλουργός και πολιτικός που εκλέχθηκε και διατέλεσε βουλευτής Πειραιώς του σχηματισμού Παλλαϊκό Μέτωπο, οργανώσεως που αποτελούσε την εκλογική προμετωπίδα του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, ο οποίος αποκήρυξε τον κομμουνισμό, εντάχθηκε στην Εθνική Οργάνωση Νεολαίας [Ε.Ο.Ν.] και συνεργάστηκε με το εθνικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου του Ιωάννη Μεταξά, γεννήθηκε το 1903 ή το 1904 στο χωριό Καρδαμύλη της Μεσσηνιακής Μάνης, 38 χιλιόμετρα Νοτιοανατολικά της Καλαμάτας και δολοφονήθηκε στις 20 Απριλίου 1944, από δύο άγνωστοι με καμπαρντίνες που ανήκαν στην Οργάνωση Προστασίας Λαϊκού Αγώνα [Ο.Π.Λ.Α], μια ένοπλη συμμορία οπαδών του Κομμουνιστικού Κόμματος, στην Καλλιθέα Αττικής.

Μανώλης Μανωλέας [1]

Βιογραφία

Κατάγονταν από φτωχή οικογένεια. Πατέρας του ήταν ο Χρίστος Κρητικός και μητέρα του η Αγαθή Κρητικού. Ο Μανώλης Μανωλέας παρακολούθησε κάποιες από τις τάξεις του Δημοτικού σχολείου το οποίο εγκατέλειψε προκειμένου να εργαστεί, σαν βοηθός σε φαρμακείο, ψαράς σε τράτα, βοηθός ναυπηγοξυλουργού και πολλές φορές χαμάλης, ώστε να εξασφαλίσει τα αναγκαία για την επιβίωση του. Το 1923, στη διάρκεια της θητείας του ως κληρωτός στάλθηκε στο Μέτωπο του Έβρου, όπου μυήθηκε στον κομμουνισμό, εντάχθηκε στην Ο.Κ.Ν.Ε. [Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδος] κι έγινε μέλος του παράνομου Κομμουνιστικού Κόμματος. Μετά την αποστράτευση του επέστρεψε στην γενέτειρα του όπου συγκρότησε κομμουνιστικό όμιλο και ένωση παλαιών πολεμιστών.

Κομμουνιστική δραστηριότητα

Το 1925 εκλέχθηκε Πρόεδρος των Ναυπηγοξυλουργών της Καλαμάτας και την περίοδο από το 1926 έως το 1927 διετέλεσε Γενικός Γραμματέας του Εργατικού Κέντρου του Γυθείου, απ' όπου, στο τέλος του Νοεμβρίου, εκτοπίστηκε στην Αμοργό [2]. Όταν έληξε η ποινή της εξορίας του μετέβη στην Πύλο όπου εργάστηκε κοντά σε ένα θείο του ως ξυλουργός και συνέχισε την κομμουνιστική του δράση. Το Φθινόπωρο του 1929 μετακόμισε κι εγκαταστάθηκε ως φυγόδικος στον Πειραιά, όπου άρχισε την κομματική του δραστηριότητα, εκλέχθηκε πρόεδρος της Πανελλή­νιας Ένωσης Ναυπηγοξυλουργών, αργότερα δε γραμματέας της Κομματικής Οργανώσεως Πειραιά και γραμματέας της Εργατικής Βοήθειας. Εκλέχθηκε για πρώτη φορά βουλευτής στον Πειραιά το 1932, με το Ενιαίο Μέτωπο Εργατών Αγροτών [Ε.Μ.Ε.Α.], ενώ τον Απρίλιο του ίδιου χρόνου ως υποψήφιος Δήμαρχος Πειραιώς τραυματίστηκε σε σύγκρουση με εθνικιστές διαδηλωτές στη διάρκεια προεκλογικής συγκεντρώσεως.

Τον Αύγουστο 1933 εξαφανίστηκε και ελάχιστοι από το κόμμα γνώριζαν ότι στάλθηκε στη Σοβιετική Ένωση για να εκπαιδευθεί. Η εκπαίδευση του, όπως παραδέχθηκε ο ίδιος, δεν υπήρξε επιτυχής και χρειάστηκε να παραταθεί έξι μήνες περισσότερο από ό,τι είχε προγραμματισθεί. Τον Ιανουάριο του 1936 επανεκλέχθηκε βουλευτής με το Παλλαϊκό Μέτωπο, επικρατώντας σε σταυρούς προτιμήσεως απέναντι στον Νίκο Ζαχαριάδη, τον τότε Γενικό Γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος. Στον Πειραιά το πλέον δυναμικό τμήμα της τοπικής κομματικής νεολαίας έφερε το όνομα «Μανώληδες», χαρακτηριστικό της γοητείας που ασκούσε ο Μανωλέας στην εκλογική βάση του Κομμουνιστικού Κόμματος στην περιοχή. Ο Μανωλέας ανέλαβε και διεκπεραίωσε κομματικές αποστολές στην Πάτρα, στην Καλαμάτα, στην Τρίπολη, στην Πύλο, στο Αργός, στο Ηράκλειο, στα Χανιά, στην Κόρινθο και αλλού.

Επιστρέφοντας στον Πειραιά, πρωτοστάτησε σε απεργίες και πορείες, ενώ επικεφαλής χιλιάδων απεργών την Πρωτομαγιά του 1936 λιθοβόλησαν τις αστυνομικές δυνάμεις και έσπασαν τα γραφεία της Εισαγγελίας Πειραιώς, όπου ο Μανωλέας συνελήφθη. Παραπέμφθηκε στο αυτόφωρο Πλημμελειοδικείον Πειραιώς και στις 4 Μαΐου καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριών μηνών, ενώ από τις αρχές του Ιουλίου 1936 και για 17 ημέρες πραγματοποίησε απεργία πείνας. Στις 21 Ιουλίου 1936 οι τότε αρχηγοί κομμάτων Θεμιστοκλής Σοφούλης, Γεώργιος Καφαντάρης και Αλέξανδρος Παπαναστασίου, σύμφωνα με τις εφημερίδες της εποχής, «....επεσκέφθησαν χθες τον Πρωθυπουργόν κ. Μεταξάν και επέστησαν την προσοχήν αυτού επί της κρισίμου καταστάσεως εις ην λόγω της απεργίας της πείνης περιήλθεν ο κρατούμενος κομμουνιστής βουλευτής Μανωλέας. [...] Την εσπέραν συνήλθεν εις διάσκεψιν το συμβούλιον των εν Πειραιεί Πρωτοδικών [...] και έκαμε δεκτήν πρότασιν του εισαγγελέως περί αποφυλακίσεως του Μανωλέα επί εγγυήσει. [...] Ο αρχηγός της κοινοβουλευτικής ομάδος του Παλλαϊκού Μετώπου [ΚΚΕ] κ. Σκλάβαινας [...] απέστειλε τηλεγράφημα προς αυτόν όπως διακόψη την απεργίαν πείνης. [...] Αρκετοί κομμουνισταί συνεκεντρώθησαν χθες την μεσημβρίαν διά να διαμαρτυρηθούν διά την προφυλάκισιν του Μανωλέα. Ταραχαί σημειώθησαν εις τα Χαυτεία και εις την Αγίαν Σοφίαν Πειραιώς...» [3].

Καθεστώς 4ης Αυγούστου

Μετά την επικράτηση του εθνικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου το 1936 και τα έκτακτα μέτρα που επιβλήθηκαν από τον Ιωάννη Μεταξά, ο Μανωλέας φυλακίστηκε στην Αίγινα και στη συνέχεια εκτοπίστηκε στην Ανάφη, ενώ μετά την απόδραση του αναζήτησε εργασία στο χωριό Βασιλικά της Εύβοιας, με το ψευδώνυμο «Μαστραντώνης», και εκεί συγκρότησε κομμουνιστικό πυρήνα. Μετά την εκ νέου σύλληψη του οδηγήθηκε στην Κέρκυρα, όπου παρέμεινε φυλακισμένος στην Ακτίνα Θ' μαζί με τον Νίκο Ζαχαριάδη με τον οποίο διαφώνησε, γεγονός που προκάλεσε τη διαγραφή του από το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Δήλωση αποκηρύξεως του κομμουνισμού

Ο Μανωλέας το Δεκέμβριο του 1938 στις φυλακές της Κέρκυρας, υπέγραψε δήλωση αποκήρυξης του Κομμουνισμού και αποφυλακίστηκε. Ακολούθησε η ένταξη του στην Εθνική Οργάνωση Νεολαίας [Ε.Ο.Ν.] και η ιδεολογική του σύπλευση και συνεργασία με το καθεστώς της 4ης Αυγούστου. Στο τέλος του 1939 και στις αρχές του 1940 ο αστυνόμος Σπύρος Παξινός, μαζί με τον Κωνσταντίνο Μανιαδάκη και με συμμετόχους τους Μανωλέα και Μιχάλη Τυρίμο [4] κάπου στη Σιβηρία του αδελφού του Γιώργου Τυρίμου [5] [6], μεθόδευσαν και κατόρθωσαν την ίδρυση της Προσωρινής Διοικήσεως [7] του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, η οποία βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των υπηρεσιών Ασφαλείας του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, με σκοπό τον έλεγχο της παρανόμου δράσεως των μηχανισμών του κομμουνιστικού κόμματος. Η Προσωρινή Διοίκηση προχώρησε στην έκδοση της εφημερίδος «Ριζοσπάστης», γεγονός που προκάλεσε τεράστια αναστάτωση, αποπροσανατολισμό, αποδιοργάνωση στον παράνομο μηχανισμό του κόμματος και δημιούργησε έντονη αντιπαράθεση μεταξύ των δύο επιτροπών, που κατηγορούσαν η μια την άλλη για χαφιεδισμό. Κορυφαίο και χαρακτηριστικό παράδειγμα της δράσεως της Προσωρινής Διοικήσεως ήταν ο επηρεασμός των απόψεων του Νίκου Ζαχαριάδη, ο οποίος στην αρχή της επιθέσεως του Άξονα εναντίον της Ελλάδος υποστήριξε τις Εθνικές θέσεις, όπως εκφράζονταν από τον Ιωάννη Μεταξά και το καθεστώς της «4ης Αυγούστου». Την ίδια περίοδο ο Μανωλέας πραγματοποιούσε διαλέξεις στα Πανεπιστημιακά αμφιθέατρα. Ο Γιάννης Ιωαννίδης, επιφανές στέλεχος Κομμουνιστικού Κόμματος γράφει ότι ο Κώστας Μανιαδάκης με την Προσωρινή Διοίκηση τους «....χάλασε μέσα σε δύο χρόνια όσα αυτοί είχαν καταφέρει τόσο καιρό με κόπο και επίμονη κομματική εργασία».

Ύστερα χρόνια

Το 1940 ο Μανωλέας συμμετείχε στη συγκρότηση της οργανώσεως «Εθνική Σοσιαλιστική Πανελλήνια Οργάνωσις» [«Ε.Σ.Π.Ο.»] η οποία δεν κατόρθωσε να αποκτήσει μαζικό χαρακτήρα. Την περίοδο της κατοχής της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονος βρέθηκε άνεργος και αναγκάστηκε να εργασθεί ως μάγειρας σε εργοστάσιο μέχρι τα μέσα του 1943 όταν, με τη βοήθεια της Σίτσας Καραϊσκάκη, άρχισε να δημοσιεύει σειρά άρθρων για τον κομμουνισμό σε αθηναϊκές εφημερίδες, τον Απρίλιο του 1943 με τον γενικό τίτλο: «Το αληθινό πρόσωπο του κομμουνισμού», ενώ μια άλλη σειρά άρθρων άρχισε να δημοσιεύεται στις 23 Μαΐου έως τις 30 Μαΐου 1943 υπό τον γενικό τίτλο «Ελλάς ξύπνα!» και υπότιτλο «του πρώην βουλευτού του κομμουνιστικού κόμματος κ. Μανώλη Μανωλέα», ενώ οι αποκαλύψεις του για τη Γ' Κομμουνιστική Διεθνή, τις οργανώσεις της ΕΠΟΝ και του ΕΑΜ, προκάλεσαν ζωηρή εντύπωση στο αναγνωστικό κοινό.

Η δράση του εναντίον του κομμουνισμού και η έντονη ιδεολογική αντιπαράθεση με τον παράνομο μηχανισμό του Κομμουνιστικού Κόμματος τον κατέστησαν στόχο της Ο.Π.Λ.Α., η οποία αποφάσισε την δολοφονία του. Στις 20 Απριλίου του 1944 δύο δολοφόνοι-μέλη της Ο.Π.Λ.Α., τον ακολούθησαν κι ανέβηκαν μαζί του στο τραμ που εξυπηρετούσε τη γραμμή Πειραιάς-Αθήνα. Στην οδό Θησέως στην Καλλιθέα οι άγνωστοι δολοφόνοι του τον υποχρέωσαν να κατεβεί από το τραμ και στη συνέχεια τον εκτέλεσαν με υποπολυβόλα Sten που είχαν κρυμμένα κάτω από τα παλτά τους.

Συγγραφικό έργο

Έγραψε και δημοσίευσε σειρά άρθρων ιδεολογικού και πολιτικού περιεχομένου. Δημοσίευσε το έργο

  • «Το αληθινό πρόσωπο του κομμουνισμού», στο οποίο γράφει «...Επλανήθηκα. Είδα την μεγάλη απάτη του κομμουνισμού και επανήλθα στους κόλπους της κοινωνίας..».

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Η φωτογραφία του Μανώλη Μανωλέα είναι από την εφημερίδα «Ριζοσπάστης» τον μήνα Απρίλιο του 1934.]
  2. [Η είδηση της εξορίας του δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες στις 25 Νοεμβρίου και αναφέρει ότι «...Προχθές συνελήφθη και ωδηγήθη εις τον “Ταΰγετον” εξοριζόμενος επί εν έτος εις την νήσον Αμοργόν ο σ. Μανωλέας, κατόπιν υποδείξεως των ενταύθα πλουτοκρατών και διαταγής της Επιτροπής Ασφαλείας Σπάρτης»] Εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 16/26 Νοεμβρίου 1927, σελίδα 1.
  3. 80 χρόνια πριν... Εφημερίδα «Καθημερινή», 21 Ιουλίου 2016.
  4. [Ο Βασίλης Τυρίμος, αδερφός του Μιχάλη, ήταν ανάμεσα σε αυτούς που είχε καλέσει η Μόσχα κατά την λεγόμενη «φραξιονιστική πάλη χωρίς αρχές» την περίοδο από το 1929 έως το 1931. Τo 1936 ξέσπασαν εκκαθαρίσεις στη Σοβιετική Ένωση με αφορμή την υπόθεση «Τουχασέφσκι», κατά τις οποίες επνίγη εις το αίμα κάθε αντισταλινική κίνηση ή υπόνοια κινήσεως. Όσοι χαρακτηρίστηκαν τροτσκιστές ή αντεπαναστάτες, τουφεκίστηκαν, ή στάθηκαν σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως στη Σιβηρία, όπου βρήκαν το θάνατο. Το κύμα των εκκαθαρίσεων παρέσυρε και Έλληνες σπουδαστές της Λένινσκυ, από τους οποίους εκτελέσθηκαν οι Τυρίμος, Ανδρόνικος Χαϊτάς, (ψευδ. Τριαστέρης), Χαϊτίδης, Ανδριώτης, διατέλεσας γραμματεύς του Π.Γ. του ΚΚΕ δραπέτης των Φυλακών Συγγρού, ο επίσης δραπέτης Γρηγόρης Γρηγοριάδης, ο Ροντογιάννης, ο αποκληθείς «ερυθρός δεκανέας», Μάρκος Μαρκοβίτης και άλλοι. Η εκτέλεση τους ήταν συναρτημένη με τις εκτελέσεις και τις μεγάλες σταλινικές εκκαθαρίσεις (Ζηνόβιεφ, Καμένεφ, Τουχατσέφσκι και άλλων). Σύμφωνα με τον Περικλή Ροδάκη τον αδερφό του Τυρίμου φακέλωσε ο Γιάννης Ιωαννίδης και συγκατατέθηκε να κρατηθεί και να εκτελεστεί ο ίδιος ο Νίκος Ζαχαριάδης.]
  5. [Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδος «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», φύλλο της Κυριακής 2 Ιουνίου 2013, ο Γεώργιος Τυρίμος στα τέλη του 1936, ύστερα από την κατάργηση του KUNMZ όπου σπούδαζε, στάλθηκε για δουλειά στις Ελληνικές Περιοχές στο Νότο της Ε.Σ.Σ.Δ. στην πόλη Σοχούμ και στην πολιτεία Κρίμσκαγια, της περιοχής Αζοβα-Τσερναμόρσκ, λόγω της αδυναμίας να σταλεί στο προσεχές μέλλον στη χώρα του. Ο Τυρίμος στις 26 Αυγούστου 1937 βρίσκονταν εξόριστος με το όνομα Georgiou κι ήταν κρατούμενος της N.K.V.D. ως εχθρός του λαού.]
  6. [Ο Μιχαήλ Νικολάγιεβιτς Τουχατσέφσκι, ευγενής αξιωματικός, το 1917, τάχθηκε με το μέρος των μπολσεβίκων, και τον Δεκέμβριο εκείνου του χρόνου εκλέχθηκε από συνέλευση στρατιωτών διοικητής λόχου. Το 1918 σε ηλικία 25 ετών, ήταν διοικητής Στρατιάς στον Ρωσικό εμφύλιο πόλεμο και δύο χρόνια αργότερα συνέτριψε τη Στρατιά του λευκού στρατηγού Ντενίκιν. Από το 1925 ως το 1928 ήταν επικεφαλής του Γενικού Επιτελείου του Κόκκινου Στρατού, ενώ το 1931 διορίστηκε αναπληρωτής του Λαϊκού Επιτρόπου Άμυνας, και το 1936 πρώτος αναπληρωτής του. Έγραψε περί τις 120 εργασίες, στις οποίες θεμελιώνει τη θεωρία στρατηγικής , τακτικής και επιχειρησιακής τέχνης, και στρατιωτικής αγωγής του Κόκκινου Στρατού. Υπήρξε καλλιεργημένη και προικισμένη προσωπικότητα, αγαπούσε τις τέχνες, ιδιαίτερα τη μουσική, έπαιζε θαυμάσια βιολί και ήταν κατασκευαστής βιολιών και βιολοντσέλων. Το 1934 ήταν αναπληρωματικό μέλος της Κ.Ε. του ΚΚΣΕ. Οι στρατιωτικές του ικανότητες αναγνωρίζονταν απ’ όλους, γεγονός που θορύβησε τον Στάλιν, ο οποίος θεώρησε ότι ο στρατηγός αποτελούσε κίνδυνο καθώς θα μπορούσε να διεκδικήσει την ηγεσία της χώρας. Στις 27 Μαΐου 1937, ο Στάλιν διέταξε τη σύλληψη του καθώς και άλλων επτά στρατηγών με την κατηγορία ότι, σε συνεργασία με τη Γερμανία, είχαν συνωμοτήσει με σκοπό την ανατροπή του. Οι οκτώ στρατηγοί δικάστηκαν με μυστικές και συνοπτικές διαδικασίες και εκτελέστηκαν στις 11 Ιουνίου 1937, ενώ ακολούθησαν ευρύτατες σταλινικές εκκαθαρίσεις.]
  7. [Σύμφωνα με το Μιχάλη Τυρίµο, όπως ανέφερε σε έκθεση του προς τους Παξινό και Κώστα Μανιαδάκη από το 1939, «...Θα πρέπει δίχως δισταγμό να το πάρουμε και να το διοικήσουµε. Η ευκαιρία δεν πρέπει να χαθή. Αν η προσπάθεια αυτή πετύχη, θα είναι και η πιο μεγάλη εθνική υπηρεσία της Ασφάλειας στην Ελλάδα, η αξία της οποίας θα φανή κυρίως αν τυχόν η Ελλάδα βρεθή στην ανάγκη να μπη στον πόλεµο. Ακόμη αύριο το γεγονός αυτό θα αποτελέση ένα μεγάλο τίτλο τιμής για το Υφυπουργείον Δημοσίας Ασφαλείας, που είναι μοναδικό στα παγκόσμια χρονικά. Αυτή τη δουλειά δεν την κατάφερε ούτε ο Μουσολίνι ούτε ο Χίτλερ!...{...}... Όταν θα πάρουμε στα χέρια µας το Κόμμα, τι θα γίνη; Θα κάνουμε προπαγάνδα και δράση κομμουνιστική; Θα εκδίδουμε το Ρίζο και προκηρύξεις; Θα κάνουμε στρατολογία µελών και θα οργανώσουµε εξωκομματικές οργανώσεις; Όλα αυτά θα τα κάνουμε, ή σχεδόν θα τα κάνουμε. Μα τότε λοιπόν το κέρδος; Αυτό που θα γίνη από µας τυπικά µεν θα είναι Κομμουνιστικό Κόμμα, ουσιαστικά όµως μια μεγάλη απόχη στα χέρια του Κράτους. Η πολιτική µας επίσης θα είναι κομμουνιστική στην επιφάνεια, µα στο βάθος και στην ουσία δηλητήριο και λεπίδι που αργά στην αρχή, κεραυνοβόλα κατόπιν – όταν θα πρέπει – θα παραλύση καθολικά τόσο τον οργανωμένο κομμουνισμό όσο και τον ανοργάνωτο, τον διάχυτο. Στην πραγματικότητα εμείς δεν θα φτιάσουμε βέβαια επαναστατικό Κόμμα αλλά μια μεγάλη στρούγκα µε μια υψηλή µάντρα. Εκεί, πιάνοντας απ’ το αυτί τα µέλη του ΚΚΕ, τους συμπαθούντες του, δηλωσίες και µη, θα μεταφέρουμε όλο το έμψυχο και άψυχο κομμουνιστικό υλικό της χώρας. Όταν μαζευτούν όλοι, θα κλείση η πόρτα και στις σκοπιές της µάνδρας θα είναι αρκετοί δύο μόνον αστυφύλακες». Στην αρχική της σύνθεση η «Προσωρινή Διοίκηση» αποτελούνταν από πρώην κομμουνιστές-πράκτορες της Ασφάλειας αλλά και από αγνούς κομμουνιστές, απεσταλμένους της Κομμουνιστικής Διεθνούς, οι οποίοι νόμιζαν ότι έπρατταν το κομματικό τους καθήκον. Η «Προσωρινή Διοίκηση» κατόρθωσε να εκδίδει και να κυκλοφορεί τον δικό της «Ριζοσπάστη». Στην αρχική της συγκρότηση συμμετείχαν οι ∆. Δημητριάδης (Κουτσογιάννης), ∆. Μαύρος, ∆. Μαλτσινιώτης, Μίλτος Τιμογιαννάκης, όλγα Μπακόλα και Καραφύλλας. Στην πορεία απομακρύνθηκαν οι Μαλτσινιώτης και Μαύρος, ενώ στην ηγετική ομάδα πέρασε ο Γιάννης Μιχαηλίδης, όμως τα ηνία κρατούσαν ο Μανιαδάκης, ο Σπυρίδων Παξινός και φυσικά ο Μιχάλης Τυρίμος. Η «Προσωρινή Διοίκηση» αποσυντέθηκε και στη δυνέχεια διαλύθηκε μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τους Γερμανούς, όταν τα στελέχη του Κ.Κ.Ε. επέστρεψαν από τους τόπους εξορίας.]