Σπυρίδων Ματσούκας

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Σπύρος Ματσούκας, Έλληνας εθνικιστής, οπαδός της Μεγάλης Ιδέας, εθναπόστολος και Εθνικός ευεργέτης, νομικός και λογοτέχνης με σημαντική προσφορά στο Ελληνικό Έθνος και στους αγώνες του, γνωστός με το προσωνύμιο «ο τροβαδούρος του εθνικού στόλου», μια από τις πλέον σημαντικές αλλά και λησμονημένες μορφές των τελών του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα στην Ελλάδα, γεννήθηκε το 1873 στην κωμόπολη της Υπάτης στο νομό Φθιώτιδος και πέθανε [1], από ανακοπή καρδιάς, λίγη ώρα πριν τα μεσάνυχτα, την 25η Νοεμβρίου 1928 στην Αθήνα. Στη νεκρώσιμη ακολουθία του, που τελέστηκε [2] στις 27 Νοεμβρίου ενώπιον του Πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου και του Προέδρου της Βουλής Ιωάννη Τσιριμώκου, εκφωνήθηκε επικήδειος λόγος από τον Κωστή Παλαμά.

Ο Ματσούκας ήταν άγαμος και δεν κατέλειπε απογόνους.

Βιογραφία

Πατέρας του ήταν ο ευκατάστατος μικροαστός Ιωάννης Ματσούκας. Ο Σπύρος, που ολοκλήρωσε τα μαθήματα της Δημοτικής εκπαιδεύσεως στο Ελληνικό Σχολείο στην γενέτειρα του και της Μέσης εκπαιδεύσεως στη Λαμία, γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών ικανοποιώντας σχετική επιθυμία της οικογενείας του και στο Πανεπιστήμιο γνώρισε κι έγινε φίλος με τον Μιλτιάδη Μαλακάση. Ως φοιτητής το 1896 συμμετείχε στις φοιτητικές κινητοποιήσεις που είχαν στο στόχαστρο τον καθηγητή της Ιατρικής Σχολής Ιούλιο Γαλβάνη. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή, όμως δεν άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου και αφοσιώθηκε στην ποίηση, που αγαπούσε από τα παιδικά του χρόνια.

Εθνική & Κοινωνική δράση

Το 1896 αναμίχθηκε στον απελευθερωτικό αγώνα της Κρήτης και με τα πατριωτικά του λόγια έπεισε ώστε όλοι μαζί κατέβηκαν στην Κρήτη, ο ίδιος ως επικεφαλής ενός νέου Ιερού Λόχου. Κατά την πολιορκία της Κανδάνου, ο Ματσούκας προσφέρθηκε μαζί με δύο άλλους, Κρητικούςστην καταγωγή, να ανατινάξουν στον αέρα τον πολιορκημένο και μη παραδιδόμενο πύργον της, Με την βεβαιότητα της αναπόφευκτης θυσίας του, ο Ματσούκας μετάλαβε των αχράντων μυστηρίων, όμως η Κάνδανος έπεσε χωρίς την ανάγκη του απεγνωσμένου εγχειρήματος. Ένα χρόνο αργότερα πολέμησε στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897 που έληξε με άδοξο τρόπο για την Ελλάδα. Έκτοτε συμμετείχε με κάθε τρόπο στην αναδιοργάνωση του κράτους και του στρατού. Με τη λήξη του Ελληνοτουρκικού πολέμου επέστρεψε στην Λαμία και εγκαταλείποντας τη δικηγορία άρχισε έρανο για την κατασκευή ανδριάντα του Αθανάσιου Διάκου, έργο του γλύπτη Ιωάννη Καρακατσάνη, σκοπό για τον οποίο διάθετε τα χρήματα από την πώληση των ποιητικών του συλλογών. Ο ανδριάντας του Διάκου ολοκληρώθηκε το 1903 και τον ίδιο χρόνο ο Ματσούκας επιδόθηκε στη διενέργεια εράνου υπέρ του Βασιλικού Πολεμικού Ναυτικού πραγματοποιώντας ομιλίες ανά την Ελλάδα. Την περίοδο Οκτώβριος του 1904-1906 βρισκόταν στην Κύπρο, οργανώνοντας εράνους για τον Ελληνικό πολεμικό στόλο. Στα δύο χρόνια που βρέθηκε στην Κύπρο κατάφερε να συγκεντρώσει 5.000 χρυσές λίρες, με τις οποίες παραγγέλθηκε το αντιτορπιλικό «Κεραυνός». Στο πλαίσιο της προσπάθειας του ταξίδεψε στην Αίγυπτο και το Μάιο του 1909 στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής όπου διοργάνωσε εράνους μεταξύ των ομογενών, απαγγέλοντας πατριωτικά τραγούδια, ποιήματα και εκφωνώντας λόγους στο κοινό. Με αυτό τον τρόπο κατόρθωσε να συγκεντρώσει μεγάλα ποσά και να συμβάλλει στην αγορά ενός αντιτορπιλικού «Νέα Γενεά», στον εξοπλισμό μιας πυροβολαρχίας και άλλα απαραίτητα οπλικά συστήματα.

Το 1910 ο Ματσούκας εκλέχθηκε βουλευτής Φθιωτιδοφωκίδος, ενώ ο ίδιος απουσίαζε σε περιοδεία στις Η.Π.Α., και όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, στις αρχές του Οκτωβρίου του 1911, ορκίστηκε και ανέλαβε καθήκοντα ντυμένος με φουστανέλα. Συμμετείχε στους Βαλκανικούς πολέμους στην διάρκεια των οποίων επισκεπτόταν στο μέτωπο τους μαχόμενους και τους εμψύχωνε με τα ποιήματα και τα τραγούδια του και έφτασε από τους πρώτους στην απελευθερωμένη Θεσσαλονίκη. Ο Υποστράτηγος Κωνσταντίνος Κάλαρης, τότε Διοικητής 2ας Μεραρχίας, γράφει στην επιστολή του με ημερομηνία 13 Ιανουαρίου 1913.
«Φίλτατε κ. Ματσούκα,
πλην των υπερτριακοσίων σάκκων σταφίδος, των υπερεκατόν κιβωτίων κονιάκ και των μαλλίνων ειδών, όσα πρότερον είχες προσφέρει εις την Μεραρχίαν μου, ελήφθησαν εσχάτως και τα κιβώτια κονιάκ και τα σιγαρέττα και καπνά, όσα έστειλες εκ νέου (...) Δέξου εν τούτοις τον θαυμασμόν μας και την αγάπη μας δια τας πολυτίμους σου υπηρεσίας, συ ο οποίος εθέρμανε το σώμα, αλλά προπαντός εθέρμανες την ψυχήν του στρατιώτου με το τραγούδι σου και την καρδίαν σου με το τουφέκι σου».
Το 1913, με την λήξη των Βαλκανικών πολέμων, ο Ματσούκας συνέχισε την πατριωτική και κοινωνική προσφορά του ιδρύοντας τον «Λευκό Σταυρό», ένα ίδρυμα για την αποκατάσταση ορφανών του πολέμου, αλλά και την ενίσχυση και προικοδότηση 16.000 ορφανών θυγατέρων, ενώ κατάφερε να προσεγγίσει τη Βασίλισσα Όλγα και την έπεισε να θέσει υπό την προστασία της τους εράνους και τις Εθνικές του δράσεις. Τον Δεκέμβριο του 1916, συνελήφθη με την κατηγορία ότι εξύβρισε τον Βασιλιά Κωνσταντίνο, όμως δεν υπάρχουν πληροφορίες για πόσο καιρό έμεινε υπό κράτηση [3]

Στην διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, τον Αύγουστο του 1918, όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος επισκέφθηκε την Φλώρινα, ο Ματσούκας τον υποδέχθηκε και τον προσφώνησε με θερμά λόγια [4]. Στις 11 Νοεμβρίου 1919, τελέστηκε στη Θεσσαλονίκη επιμνημόσυνη δέηση υπέρ των πεσόντων Γάλλων. Στο τέλος της τελετής ο Γάλλος στρατηγός Νεϋράλ ντε Μπουργκόν δέχθηκε τον Ματσούκα, ο οποίος του προσέφερε ένα κλαδί δάφνης, με πενήντα φύλλα και είπε στον στρατηγό: «..Ο Λευκός σταυρός, στρατηγέ μου, προσφέρει σε πενήντα ορφανά κοριτσάκια της Γαλλίας, των οποίων οι πατέρες και οι αδελφοί έπεσαν ενδόξως στο Μακεδονικό Μέτωπο, από ένα φύλλο Ελληνικής δάφνης και από χιλίας δραχμάς ως ελάχιστο δείγμα της Ελληνικής Ευγνωμοσύνης». Η ενέργεια του είχε τεράστια απήχηση και η Γαλλική Ακαδημία με επιστολή της, με ημερομηνία 2 Δεκεμβρίου 1919 και με την υπογραφή του Φρειδερίκου Μασσόν, εκφράζει τον θαυμασμό και τις ευχαριστίες προς τον ποιητή και τον Λευκό Σταυρό. Ανάλογη επιστολή είχε αποσταλεί και στην αντίστοιχη τελετή για τους πεσόντες Άγγλους, με ημερομηνία 21 Ιουλίου 1920, με την υπογραφή του Λόϋδ Τζώρτζ. Μετά την Μικρασιατική καταστροφή, ο Ματσούκας συγκέντρωσε χρήματα, πάλι από εράνους, για να βοηθήσει τους πρόσφυγες για τους οποίους έκτισε σπίτια και αγόραζε τροφή. Στις 24 Σεπτεμβρίου του 1922 οργάνωσε μνημόσυνο για τους σφαγιασθέντες Έλληνες στη Μικρά Ασία και στη συνέχεια τον Οκτώβριο μετέβη στο Αγρίνιο, στο Αιτωλικό κι άλλα χωριά της Αιτωλοακαρνανίας για να παρηγορήσει το λαό και να φροντίσει για τους πρόσφυγες.

Ύστερα χρόνια

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του η υγεία του κλονίστηκε και η καρδιά του εξασθένισε σε βαθμό που χρειάστηκε να νοσηλευτεί στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός», όπου τον επισκέπτονταν συγγενείς, φίλοι και θαυμαστές του ως κι αυτός ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, ο Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης. Τον Οκτώβριο 1928 ο Ματσούκας διαμένει για ανάπαυση στο ξενοδοχείο «Ακταίον» στο Νέο Φάληρο. Μία από τις τελευταίες ημέρες του Νοεμβρίου του 1928 ο ποιητής αποφάσισε να επισκεφθεί στην Κηφισιά τον Γεώργιο Δροσίνη. Στην επιστροφή γύρω στις 11 το βράδυ, άφησε την τελευταία του πνοή κατά την διαδρομή μέσα στο αμαξάκι που τον μετέφερε.

Τιμητικές διακρίσεις

Η Ελληνική Πολιτεία για τις εξαίρετες πατριωτικές του πράξεις του χορήγησε το 1918 τιμητική σύνταξη. Ο Ματσούκας ήταν τέκτονας, μέλος της Στοάς «Σκενδέρμπεης», ενώ ταυτόχρονα ήταν ή ανακηρύχθηκε επίτιμο μέλος πολλών άλλων στοών [5].

Εργογραφία

Ο Ματσούκας υπέταξε το λογοτεχνικό-ποιητικό του έργο στις πατριωτικές ιδέες που τον διακατείχαν, ενώ το σύνολο του έργου του περιστρέφεται κυρίως γύρω από πατριωτικά θέματα. Συνεργάστηκε με πολλές από τις Αθηναϊκές εφημερίδες της εποχής του και ήταν σταθερός συνεργάτης του Δημητρίου Καλαποθάκου στην εφημερίδα «Εμπρός».

Εξέδωσε αρκετές ποιητικές συλλογές:

  • «Γλυκοχαράματα» [6], που εκδόθηκε το 1899,
  • «Πατριωτικά τραγούδια» Αθήνα, τυπογραφείο Κωνσταντινίδη, 1901,
  • «Ελλάς- Ρουμανία» Χαιρετισμός προς τους Ρουμάνους αδελφούς, Αθήνα, 1901,
  • «Εθνικαί Ελπίδες»,
  • «Σαλπίσματα». Αθήνα, τυπογραφείο Υπουργείου Στρατιωτικών, 1907,
  • «Κατάρα Θεού»,
  • «Εικοσιπέντε χρόνων ζωντανά τραγούδια, 1897-1922» Αθήνα,
  • «Τα τραγούδια του Έβρου-Χαρισμένα στο στρατό της πατρίδας» Αθήνα, 1923.

Μνήμη Σπυρίδωνος Ματσούκα

Ο Ματσούκας επέδειξε εντυπωσιακό πατριωτικό και φιλανθρωπικό έργο, δυσανάλογο με τις μικρές του δυνάμεις στη προσπάθεια να βοηθήσει την πατρίδα. Ο Βλάσης Γαβριηλίδης τον αποκαλούσε «Ο Απόστολος Παύλος του στόλου» αλλά και «Ποιητή πλοίων και ποιητή φιλοπατρίας». Ο Παύλος Νιρβάνας, ανώτατος αξιωματικός του Βασιλικού Πολεμικού Ναυτικού με το βαθμό του Αρχιάτρου ο ίδιος, αναφέρει ότι «...ο Σπύρος Ματσούκας τα καλύτερα ποιήματά του δεν τα γράφει αλλά τα ποιεί». Στην κηδεία του Ματσούκα, η οποία τελέστηκε στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών όπου ήταν παρόντες ο τότε πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος και πλήθος Ελλήνων πολιτών, εκφώνησε επικήδειο λόγο ο Κωστής Παλαμάς αναφερόμενος κυρίως στην πατριωτική του δράση. Ένας από τους βιογράφους του ο Γιάννης Δ. Παπαναγιώτου τον χαρακτήρισε «Ο εθνικός ζητιάνος και σαλπιγκτής της λευτεριάς» και αυτός ήταν ο τίτλος βιβλίου, που εξέδωσε το 2003.

Ο βίος και η συνολική εθνική και κοινωνική προσφορά του Ματσούκα αποτελεί παράδειγμα εθνικιστή που πρόσφερε στο Έθνος όχι μόνο την λογοτεχνική αλλά και και την ανιδιοτελή πατριωτική του δράση. Η ποίησή του χρησιμοποιήθηκε παρακινητικά στα πεδία των μαχών κι ο ίδιος μοιάζει να αποτελεί συνέχεια του ποιητή Τυρταίου. Αν και το ποιητικό έργο του δεν είναι επαρκές για να τον κατατάξει στους κορυφαίους Έλληνες ποιητές, όμως το γεγονός ότι ο Κωστής Παλαμάς δέχτηκε να εκφωνήσει επικήδειο λόγο, αποδεικνύει την εκτίμηση που έτρεφαν για τον Ματσούκα οι ομότεχνοί του. Η διαδρομή του βίου του και η δράση του Σπύρου Ματσούκα διέρχεται το σύνολο των απελευθερωτικών πολέμων της περιόδου από το 1896 ως τους Βαλκανικούς πολέμους. Παράλληλα, αναδεικνύει συνηθισμένες πρωτοβουλίες της εποχής, όπου ιδιωτικά κεφάλαια διατίθονταν προς ενίσχυση του στρατού και του στόλου.

Στις 5 Ιουνίου του 1955, ανήμερα της Πεντηκοστής, έγιναν σχεδόν ταυτόχρονα τα αποκαλυπτήρια των δύο Μνημείων του. Το πρώτο με τον ανδριάντα του, στήθηκε στο χωριό του, την Υπάτη, ύψους 5,35 μέτρων μετά των βάθρων του, θεμελιωμένο σ’ έναν λόφο, κοντά στο σχολείο, ακριβώς απέναντι από το σπίτι που γεννήθηκε, που το έκαψαν οι δυνάμεις κατοχής της Ελλάδος στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Το δεύτερο Μνημείο ήταν η προτομή του, ύψους 3,45 μέτρων μαζί με τη βάση του, εγκαταστάθηκε στην πόλη της Λαμίας στο τρίγωνο που σχηματίζουν οι οδοί, Ροζάκη-Στυλίδος-Καποδιστρίου και στην επί τόπου διαμορφωθείσα πλατεία Σπύρου Ματσούκα. Τα αποκαλυπτήρια έγιναν την επομένη ημέρα 6 Ιουνίου και τον λόγο των αποκαλυπτηρίων εκφώνησε ο τότε Υπουργός Δημοσίας Τάξεως Ευάγγελος Καλαντζής.

Βιβλιογραφία

  • «Ο Εθναπόστολος Σπύρος Ματσούκας», Ζαναντρίς, Αθήνα, 1958
  • «Σπύρος Ματσούκας : Ο Άγνωστος Εθναπόστολος», Καραπέτσας, Αθανάσιος, εκδότης «Μπατσιούλας», Αθήνα, 2009.
  • «Σπύρος Ι. Ματσούκας. Ο Εθνικός ζητιάνος και Σαλπιγκτής της Λευτεριάς», Γιάννης Δημ. Παπαναγιώτου.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Σπύρος Ματσούκας Εφημερίδα «Εμπρός», 27 Νοεμβρίου 1928, σελίδα 1η.]
  2. [Η χθεσινή πάνδημος κηδεία του ποιητού Σ. Ματσούκα. Εφημερίδα «Εμπρός», 28 Νοεμβρίου 1928, σελίδα 5η.]
  3. [Εφημερίδα «Νεολόγος» Πατρών, 20 Δεκεμβρίου 1916.]
  4. Εφημερίδα «Μακεδονία», 15 Αυγούστου 1918.
  5. Ματσούκας Σπυρίδων-Αγωνιστής, Ποιητής Μεγάλη Στοά της Ελλάδος.]
  6. [«Γλυκοχαράματα» Ολόκληρο το έργο, Ψηφιακή βιβλιοθήκη, anemi.gr.]