Δημήτριος Καλαποθάκης

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Δημήτριος Καλαποθάκης, [επώνυμο που απαντάται και ως Καλοποθάκης], Έλληνας εθνικιστής κορυφαίος δημοσιογράφος, εκδότης και διευθυντής της εφημερίδος «Εμπρός», Εθνικός αγωνιστής, λογοτέχνης και θεατρικός συγγραφέας, γεννήθηκε το 1865 στην Αρεόπολη Μάνης του νομού Λακωνίας, και πέθανε [1] το μεσημέρι της 27ης Μαΐου 1921 στο Μόναχο της Γερμανίας, κατά τη διάρκεια χειρουργικής επεμβάσεως. Η κηδεία του έγινε στις 25 Ιουνίου στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών, όπου και ετάφη.

Το 1907 ο Καλαποθάκης παντρεύτηκε την Αικατερίνη Λιάμπεη, τέως σύζυγο του Φίλιππου Βάρβογλη, υπουργού Δικαιοσύνης στην κυβέρνηση του Θόδωρου Δηλιγιάννη και γιος τους ήταν ο δημοσιογράφος Αλκιβιάδης Καλαποθάκης καθώς και ο Αλέξανδρος Καλαποθάκης, ενώ απέκτησαν και δύο εγγονές, την Αλεξάνδρα, κόρη του Αλκιβιάδη, και την Αικατερίνη.

Δημήτριος Καλαποθάκης

Βιογραφία

Πατέρας του ήταν ο Μιχαήλ Οικονόμος -όνομα που δηλώνει εκκλησιαστικά καθήκοντα- Καλαποθάκης κι είχε μια αδελφή, την Ελένη [2]. Συγγενείς του ήταν ο Μιχαήλ Καλοποθάκης, ο πρώτος Έλληνας Ευαγγελικός και θεμελιωτής της Ευαγγελικής Εκκλησίας της Ελλάδος καθώς και ο γιος του Μιχαήλ, ο Δημήτριος, δημοσιογράφος και ανταποκριτής στην Ελλάδα, της εφημερίδος «New York Times», εκδότης της εφημερίδος «Αστήρ της Ανατολής», καθηγητής Πανεπιστημίου, συνεργάτης του Ελευθέριου Βενιζέλου και διευθυντής του Γραφείου Τύπου στο Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών. Ο Δημήτριος Οικον. Καλαποθάκης σε εφηβική ηλικία είχε καταταγεί εθελοντής στο 4ο Τάγμα Πεζικού καθώς είχε ανεξαρτητοποιηθεί από την οικογένεια του από μικρή ηλικία, όμως δεν είναι γνωστά πολλά από τα συμβάντα της ζωής του ως τη μετάβαση του στο Βόλο.

Εκδοτική δραστηριότητα

Ο Δημήτριος διέθετε ευρύτατη παιδεία αν και εγκατέλειψε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών όταν οι Ελληνικές δυνάμεις προέλασαν στην Θεσσαλία, μετά την απελευθέρωση της οποίας εγκαταστάθηκε στο Βόλο όπου σύμφωνα με μια πηγή ακολούθησε τον συμπατριώτη του κατασκευαστή Μαυρομιχάλη ή σύμφωνα με άλλη πηγή, εργάζονταν στο Τελωνείο της πόλεως. Εκεί το 1881, εξέδωσε το εβδομαδιαίο πολιτικό και σατιρικό περιοδικό «Σατανάς», που εκδιδόταν κάθε Κυριακή. Τυπώνονταν στο τυπογραφείο του Νικολάου Ρουσσόπουλου και έως τα μέσα του 1885, οπότε διέκοψε την κυκλοφορία του, εκδόθηκαν 77 τεύχη του. Παράλληλα από το 1882 εξέδιδε και εφημερίδα, με ίδιο περιεχόμενο με τον τίτλο «Τα Άβδηρα», που κυκλοφορούσε κάθε Τρίτη, άγνωστο μέχρι πότε.

Στις 26 Ιουνίου 1885 εξέδωσε τη «Σημαία», αμιγώς πολιτική εφημερίδα, η οποία κυκλοφορούσε κάθε Τετάρτη και Σάββατο. Το 1886 μετέφερε την έδρα της εφημερίδος στην Αθήνα και τη μετέτρεψε σε καθημερινή, με χρηματοδότη το Στέφανο Σκουλούδη, τραπεζίτη και βουλευτής από το 1881 ο οποίος διατέλεσε πρωθυπουργός, που υποστήριζε τον Χαρίλαο Τρικούπη, με το κόμμα του οποίου είχε εκλεγεί. Η εφημερίδα έπαψε την κυκλοφορία της το 1889, όταν ο Σκουλούδης διέκοψε τη χρηματοδότησή της, με αφορμή τα άσχημα οικονομικά της. [3]. Ο Καλαποθάκης, τον επόμενο χρόνο εξέδωσε την εφημερίδα «Σύνταγμα», που εξέφραζε τις απόψεις του Χαρίλαου Τρικούπη, όπως και η εφημερίδα «Σημαία». Η εφημερίδα «Σύνταγμα» κυκλοφόρησε από τον Δεκέμβριο του 1890 έως τον Φεβρουάριο του 1891, ενώ μετά τη διακοπή της κυκλοφορία της ανέλαβε ιδιαίτερος γραμματέας και προσωπικός αρθρογράφος του Χαρίλαου Τρικούπη, στην εφημερίδα «Ακρόπολις» του Βλάση Γαβριηλίδη. Το 1895 αποχώρησε από την εφημερίδα «Ακρόπολις», μετά τη ρήξη του με το Βλάση Γαβριηλίδη, καθώς αυτός υποστήριξε ότι νικητής των εκλογών και εντολοδόχος για το σχηματισμό κυβερνήσεως ήταν ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης. Το 1901 κατηγορήθηκε, παραπέμφθηκε σε δίκη στην οποία αθωώθηκε από τους ενόρκους, για ηθική αυτουργία στη δολοφονία του Θεόδωρου Κασσαβέτη, από τον εξάδελφο του Ιωάννη Καλαποθάκη ή «Κριάλη», ο οποίος εργάζονταν στην εφημερίδα «Εμπρός» και καταδικάστηκε σε εικοσαετή φυλάκιση ως φυσικός αυτουργός. Στις 29 Φεβρουαρίου 1904 στα γραφεία της εφημερίδος «Εμπρός», συγκεντρώθηκαν οι περισσότεροι ιδιοκτήτες Αθηναϊκών εφημερίδων και δημιούργησαν το Συνδικάτο Τύπου.

Εφημερίδα «Εμπρός»

Μετά την ήττα του Χαρίλαου Τρικούπη και την αποχώρησή του από την πολιτική, ο Καλαποθάκης στις 10 Νοεμβρίου 1896, εξέδωσε την εφημερίδα «Εμπρός» [4]. Η έκδοση εξελίχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες της εποχής και του εξασφάλισε κύρος, επαγγελματική καταξίωση και οικονομική άνεση. Το 1897 η κυκλοφορία της εφημερίδος κυμαινόταν μεταξύ 15.000 και 20.000 φύλλων, ενώ τα επόμενα εικοσιπέντε χρόνια διατηρήθηκε στις πρώτες θέσεις της αναγνωσιμότητας. Η εφημερίδα αντιτάχθηκε στην πολιτική του πρωθυπουργού Θεόδωρου Δηλιγιάννη και υποδείκνυε τα ανάκτορα ως υπαίτια για την κακοδαιμονία της Ελλάδος ενώ ζήτησε την απομάκρυνση του τότε διαδόχου Κωνσταντίνου από την αρχηγία του Στρατού, μετά την ήττα στον πόλεμο του 1897 από την Τουρκία.

Η θεματολογία της εφημερίδος περιλάμβανε οικονομικά άρθρα, θέματά σχετικά με την αναζωπύρωση του Κρητικού ζητήματος, ανταποκρίσεις από τα υπόδουλα τμήματα της Ελλάδας, καθώς και τη δράση της οργανώσεως «Εθνική Εταιρία». Ο Καλαποθάκης εισήγαγε καινοτομίες στον Τύπο, όπως τηλεγραφήματα από την Βιέννη, ανταποκριτές στην Βουλγαρία, στην υπόδουλη Ελλάδα και σε πολλά άλλα σημεία της έως τότε ελεύθερης Ελλάδας αλλά και αυξημένο αριθμό συντακτών, ενώ επέφερε και τεχνολογικές καινοτομίες όπως τη δημοσίευση εικόνων και σκίτσων, μεγαλύτερο μέγεθος και αύξηση στηλών, απόρροια του ανταγωνισμού μεταξύ του Καλαποθάκη και του Ευάγγελου Κουσουλάκου, εκδότη της εφημερίδος «Σκριπ». Το «Εμπρός» και ο Καλαποθάκης, υπέπεσαν σε δημοσιογραφική γκάφα στις 12 Σεπτεμβρίου 1906, όταν εξέθεσαν τον Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη στις τουρκικές αρχές, ανακοινώνοντας την υποτιθέμενη δολοφονία του και πλέκοντας του το εγκώμιο ως Μακεδονομάχου, όμως στην πραγματικότητα είχε δολοφονηθεί ο μητροπολίτης Κορυτσάς Φώτιος.

Το 1909 ο Καλαποθάκης υποστήριξε τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο και την Επανάσταση στου Γουδή, αλλά έμεινε επιφυλακτικός ως το τέλος απέναντι στον Ελευθέριο Βενιζέλο. Στη διάρκεια των ετών 1908 έως 1911 ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, ήταν ανταποκριτής στο Παρίσι της εφημερίδας «Ταχυδρόμος» του Αριστείδη Κυριακού, η οποία διέκοψε την έκδοσή της και στερήθηκε τη μισθοδοσία του, ενώ εγκλωβίστηκε στη Γαλλική πρωτεύουσα αναζητώντας την επόμενη επαγγελματική του στέγη. Με τη βοήθεια του Σωτήρη Σκίπη, προσλήφθηκε στην εφημερίδα «Εμπρός» του Κα­λα­πο­θά­κη, ως τακτικός χρονογράφος και δη­μο­σίευ­σε τα πε­ρί­φη­μα «Πα­ρι­σι­νά γράμ­μα­τα». Ο Καλαποθάκης στον Εθνικό Διχασμό τάχθηκε με το μέρος του βασιλιά, όμως μετά τις Ελληνικές επιτυχίες στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, υποστήριξε τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Τάχθηκε εναντίον της Οκτωβριανής Επαναστάσεως και των μπολσεβίκων. Ο Καλαποθάκης υποστήριζε ότι ο σοσιαλισμός, στην προσπάθεια του να καταστήσει ελεύθερο τον άνθρωπο, τον υποδουλώνει στο κράτος, στον χειρότερο δυνατό δυνάστη, καθώς η οικονομική εξάρτηση από το κράτος συνεπαγόταν την ηθική και την πνευματική του υποδούλωση, περιορίζοντας τελικά την ελευθερία του ατόμου.

Δημοσιογραφική δράση

Ο Καλαποθάκης απεχθάνονταν τα ταξίδια και εργάζονταν σταθερά από το χώρο του γραφείου του, ενώ ήταν υπερήφανος για το γεγονός ότι δεν κατείχε ποτέ δημόσια θέση. Ως δημοσιογράφος διακρίνονταν για το κριτικό του πνεύμα, την τιμιότητα, την κοσμιότητα και τον πατριωτισμό στις επιλογές του. Με τα γραπτά του απέσπασε την προσοχή και ενέπνεε σεβασμό και σε κείνους που ανήκαν σε αντίπαλη πολιτική παράταξη. Ως διευθυντής και εκδότης έδωσε έμφαση στο χρονογράφημα, το οποίο καθιέρωσε στο «Εμπρός», με τον Ιωάννη Κονδυλάκη, αλλά και τις πολιτιστικές σελίδες της εφημερίδος. Οργάνωσε τηλεγραφικές ανταποκρίσεις και αποστολές στο εξωτερικό και φρόντισε για την καλαίσθητη σελιδοποίηση της εφημερίδας, χρησιμοποίησε τηλέφωνο για τις ανταποκρίσεις από το εξωτερικό και εισήγαγε λινοτυπικές μηχανές και κυλινδρικό πιεστήριο για την αρτιότερη εκτύπωση του φύλλου. Διατηρούσε στενή επαφή με τους πολιτικούς όλων των παρατάξεων αλλά και με τους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών, γι’ αυτό και ήταν σε θέση να αποδίδει έγκυρα μέσα από τα άρθρα του τις διάφορες τάσεις της κοινής γνώμης. Στα άρθρα του εξέφραζε τις πολιτικές και κοινωνικές θέσεις του καλλιεργημένου κοινού της εποχής του, με βάση την αρχή ότι η εφημερίδα είναι πληροφόρηση και γι' αυτό το λόγο έδωσε ξεχωριστή σημασία στην είδηση. Συνεργάτες του υπήρξαν σημαντικά ονόματα της Ελληνική λογοτεχνίας, όπως ο Ιωάννης Κονδυλάκης, ο Εμμανουήλ Ροΐδης, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ενώ διατηρούσε σχέσεις φιλίας και αλληλογραφούσε με τους Άγγελο Βλάχο και ο Κωστή Παλαμά. Η αρθρογραφία του ασκούσε μεγάλη επίδραση στον πολιτικό κόσμο και είναι χαρακτηριστικό πως όταν το 1897 έγραψε ένα άρθρο για τις σχέσεις με την Τουρκία, την επόμενη ημέρα ο διστακτικός έως τότε Θεόδωρος Δηλιγιάννης της κήρυξε τον πόλεμο. Σε όσους έσπευσαν να του τονίσουν τον κίνδυνο στον οποίο οδηγούσε τη χώρα, ο Δηλιγιάννης απάντησε, «...Το βλέπω κι εγώ, κύριοί μου. Αλλά κατόπιν του χθεσινού άρθρου του Εμπρός, δεν ηδυνάμεθα να πράξωμεν άλλως. Έπρεπε να κηρύξωμεν τον πόλεμον!». Το 1912 ο Καλαποθάκης ίδρυσε το Πρακτορείο εφημερίδων «Εταιρεία του Ελληνικού Τύπου».

«Εθνική Εταιρεία»

Το 1894, ο Καλαποθάκης δημιούργησε την «Εθνική Εταιρεία», μια παραστρατιωτική-παραπολιτική οργάνωση, που στην αρχή περιλάμβανε μόνο στρατιωτικούς, αργότερα όμως, στρατολόγησε και πολίτες. Το συμβούλιο της απαρτίστηκε από 11 μέλη και ήταν μικτό με ανώτερους αξιωματικούς και επιφανείς πολίτες. Η Εταιρεία υπήρξε μια πρόδρομη μορφή του «Μακεδονικού Κομιτάτου» και οποία πίεζε να αποσταλούν Έλληνες αξιωματικοί στη Μακεδονία για να διερευνήσουν τις δυνατότητες διεξαγωγής ένοπλου αγώνα. Συστάθηκε κατά το σύστημα της «Φιλικής Εταιρείας» σε συνδυασμό με το αυστηρό απόρρητο τυπικό των Τεκτόνων. Χάρη στο μυστήριο της υπέρτατης Αρχής της έγινε γνωστή ως «Αόρατος Εταιρεία», επεκτάθηκε αρκετά και άσκησε μεγάλη επιρροή στη δημόσια ζωή, με κύριο μέλημα της τη Μεγάλη Ιδέα του Ελληνικού Έθνους, δηλαδή την απελευθέρωση των Σκλάβων Πατρίδων του Ελληνισμού. Το 1898 συμμετείχε στον «Αλβανομακεδονικό Σύλλογο», που είχε πρόεδρο το Μιλτιάδη Κανάρη, ενώ στην εφημερίδα του δημοσίευε συνεχώς ειδήσεις από τη Μακεδονία, προσπαθώντας να θέσει σε εγρήγορση τους αρμοδίους. Φιλοξενούσε συνεντεύξεις ατόμων που ζούσαν στην Μακεδονία και ήταν πλήρως ενημερωμένοι για την κατάσταση, εξέφραζε την ανησυχία του για την συνεχή αναβάθμιση της παρουσίας των Βουλγάρων και καλούσε τις εκάστοτε Ελληνικές κυβερνήσεις να αναλάβουν δράση για να αντιστραφεί η κατάσταση.

«Μακεδονικό Κομιτάτο» [5]

Το 1904 ο Καλαποθάκης ήταν εμπνευστής και ιδρυτής μαζί με άλλους [6] και διατέλεσε μέλος της Τριμελούς Επιτροπής, στην ουσία Πρόεδρος, έως τους πρώτους μήνες του 1907, της εθνικιστικής οργανώσεως «Μακεδονικό Κομιτάτο» [7], στην προσπάθεια του να ανακόψει τον εκβουλγαρισμό της Μακεδονίας και να βοηθήσει με όπλα, χρήματα [8] και εφόδια τους Έλληνες Μακεδονομάχους, δηλαδή ανέλαβε να διεκπεραιώνει τις υποθέσεις του Κομιτάτου. Όταν συγκέντρωνε εθελοντές για το Μακεδονικό αγώνα, ζήτησε ακρόαση από τον τότε Πρωθυπουργό Δημήτριο Ράλλη. Στην επίσκεψή του τον συνόδευαν πολλοί αξύριστοι οπλισμένοι, Μανιάτες και Κρητικοί. Στην παρατήρηση του Πρωθυπουργού, «Τι είναι αυτοί που μού έφερες εδώ πέρα;», απάντησε, «Κύριε Πρωθυπουργέ, την πρώτην ημέραν ανεζήτησα εθελοντάς εις την Ακαδημίαν. Ουδείς εδέχθη! Την δευτέραν ημέραν ανεζήτησα εθελοντάς εις το Πανεπιστήμιον. Ουδείς εδέχθη. Την τρίτην ημέραν αυτοί εδέχθησαν»!. Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Γιώργος Φτέρης αναφέρει: '«Ο Καλαποθάκης οργανώνει τα αντάρτικα σώματα και τα στέλνει στη Μακεδονία, όπου οι βουλγαρικές συμμορίες εξόντωναν και τρομοκρατούσαν για χρόνια ολόκληρα τους ελληνομακεδονικούς πληθυσμούς. Αυτός ενεργεί για την εξασφάλιση της διαδοχής τους, αυτός συντονίζει όλες τις σχετικές ενέργειες ενημερώνοντας για κάθε περίπτωση το επίσημο Κράτος. Αυτός κρατά στα στιβαρά χέρια του τον αγώνα, εδώ στο κέντρο, ενώ επιτόπου παρακολουθεί την κατάσταση με την άγρυπνη φροντίδα του, ο Λάμπρος Κορομηλάς, που διορίστηκε επίτηδες πρόξενος της Ελλάδος στη Θεσσαλονίκη» [9].

Ο Καλαποθάκης αρκετές φορές ασκούσε δραστηριότητες που σύμφωνα με το καταστατικό δεν προβλέπονταν, όπως η ευθύνη των σχέσεων του Κομιτάτου με την κυβέρνηση, τα προξενεία και την οικονομική διαχείριση. Τα έσοδα του Κομιτάτου προέρχονταν από κρατική επιχορήγηση, τη σύναψη δανείων με τράπεζες, από προσφορές ιδιωτών και συλλόγων και δωρεές. Η κρατική επιχορήγηση ήταν η σημαντικότερη πηγή χρημάτων και δινόταν ύστερα από διαπραγμάτευση μεταξύ του υπουργείου Εξωτερικών, όπως στη δεξίωση που δόθηκε στο σπίτι του υπουργού εξωτερικών Σκουζέ με την παρουσία του τότε πρωθυπουργού Θεοτόκη όπου ο Καλαποθάκης προσπαθούσε να αποσπάσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερα ποσά. Χαρακτηριστική είναι η επιστολή του Καλαποθάκη προς το Θεόδωρο Δηλιγιάννη στην οποία στηλίτευε την ασυνεννοησία μεταξύ Κομιτάτου, προξενείων και υπουργείου Εξωτερικών, με αφορμή απαίτηση χρημάτων για αναδιοργάνωση των σωμάτων στην Μακεδονία. Σημαντικά ποσά δωρεών προέρχονταν από Ελληνικούς συλλόγους της Αιγύπτου και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Τον Αύγουστο του 1904, ο Καλαποθάκης και το «Μακεδονικό Κομιτάτο», διόρισαν τον ανθυπολοχαγό Παύλο Μελά, αρχηγό των περιφερειών Μοναστηρίου και Καστοριάς, που εισήλθε στη Μακεδονία επικεφαλής τριάντα πέντε ανδρών. Στη συνέχεια οργάνωσε τα ανταρτικά σώματα που στέλνονταν στη Μακεδονία, εξασφάλιζε τη διαδοχή τους, συντόνιζε τις ενέργειες και φρόντιζε για την ενημέρωση του Ελληνικού κράτους. Έστειλε στη Μακεδονία τους Καπετάν Γέρμα (Ν. Τσοτάκος), Καπετάν Ματαπά (Μ. Αναγγωστάκος), Καπετάν Νικηφόρο (Ι. Δεμέστιχας), Καπετάν Ταΰγετο (Θ. Μαντούβαλος), Καπετάν Λίτσα (Α. Βλαχάκης), Καπετάν Ζάκκα (Γρ. Φαληρέας) και άλλους.

Εναντίον του Καλαποθάκη είχαν εκτοξευθεί κατηγορίες από τον Μακεδονομάχο Γεώργιο Τσόντο, γνωστό ως καπετάν Βάρδα που είχε σταθερή αντιπαλότητα με τον Καλαποθάκη, αλλά και από τον Ευθύμιο Καούδη, για κακοδιαχείριση των οικονομικών του «Μακεδονικού Κομιτάτου» και το Φεβρουάριο του 1907 ο Καλαποθάκης αναγκάστηκε να υποβάλει την παραίτησή του. Στην ουσία η αιτία και πραγματικός λόγος της παραιτήσεως του ήταν η σύγκρουση του με την κυβέρνηση του Γεωργίου Θεοτόκη, ο οποίος επιθυμούσε να ενοποιήσει τη δράση στη Μακεδονία και να περιστείλει τις δραστηριότητες του Κομιτάτου. Στη θέση του Προέδρου της οργανώσεως αναδείχθηκε ο Κωνσταντίνος Μάνος, όμως μετά την αποχώρηση του Καλαποθάκη το Κομιτάτο έχασε τη δυναμική και την αίγλη του. Μετά την επικράτηση του κινήματος των Νεοτούρκων προωθήθηκε η δημιουργία της «Πανελληνίου Οργανώσεως» ως διάδοχου σχήματος του «Μακεδονικού Κομιτάτου», στην οποία συμμετείχαν προσωπικότητες όπως ο Ίων Δραγούμης και ο Μακεδονικός Αγώνας ενοποιήθηκε υπό τη στρατιωτική διεύθυνση του συνταγματάρχη Παναγιώτη Δαγκλή. Ο Καλαποθάκης με άρθρα στην εφημερίδα του επιτέθηκε στα μέλη της «Πανελληνίου Οργανώσεως» και ειδικά στον συνταγματάρχη Δαγκλή κατηγορώντας τους ότι η κίνηση τους υποθάλπονταν από τα ανάκτορα και τη χαρακτήριζε ως τρομοκρατική οργάνωση, ενώ κατηγόρησε την κυβέρνηση Θεοτόκη για εγκατάλειψη της Μακεδονικής υποθέσεως και των Ελληνικών συμφερόντων στην περιοχή.

Το τέλος του

Ο Κασλαποθάκης κατοικούσε στην περιοχή του Αγίου Λουκά Πατησίων. Το 1921 αντιμετώπισε προβλήματα υγείας και ταξίδεψε στην Γερμανία προκειμένου να υποβληθεί σε θεραπεία, η οποία δεν απέδωσε. Πέθανε στο Μόναχο στις 27 Μαΐου 1921, στη διάρκεια χειρουργικής επεμβάσεως, όμως ο θάνατός του έγινε γνωστός μετά από καθυστέρηση πολλών ημερών, στις 2 Ιουνίου 1921, μέσα από τις στήλες της εφημερίδας «Εμπρός» [10]. Η τότε Ελληνική κυβέρνηση θέλησε να του απονείμει τιμές ταξιάρχου, πρόταση που απέρριψε η οικογένειά του με το επιχείρημα ότι ο ίδιος δεν θα το επιθυμούσε.

Την έκδοση της εφημερίδος συνέχισε η σύζυγος του Αικατερίνη Λιάμπεη-Βάρβογλη-Καλαποθάκη και από το 1928 ο Πέτρος Γιάνναρος, ιδιοκτήτης της εφημερίδος «Εσπερινή». Το «Εμπρός» ανέστειλε την έκδοση του λίγο πριν από την κήρυξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και επανεκδόθηκε το 1945 από τον γιο του, τον Αλκιβιάδη Καλαποθάκη, ο οποίος την εξέδιδε αρχικά ως ημερήσια εφημερίδα και από το 1953 ως εβδομαδιαία. Το 1959 ο τίτλος αγοράστηκε από τον Αθανάσιο Παράσχο, εκδότη της εφημερίδος «Εθνικός Κήρυξ», ενώ στη συνέχεια πέρασε στην κυριότητα του ομίλου επιχειρήσεων της οικογένειας Βαρδινογιάννη. Στις 21 Ιουνίου 2013 κυκλοφόρησε εβδομαδιαία εφημερίδα, με ημέρα εκδόσεως το Σάββατο και τον τίτλο «Εμπρός» με εκδότρια την Ειρήνη Δημοπούλου-Παππά [11], σύζυγο του Χρήστου Παππά, βουλευτή του κόμματος «Χρυσή Αυγή». Προς τιμήν του Δημητρίου Καλαποθάκη ένας κεντρικός δρόμος στην πόλη της Θεσσαλονίκης φέρει το όνομα του.

Εργογραφία

Οι φιλολογικές εργασίες του Καλαποθάκη συνετέλεσαν στην καλλιέργεια της εκφράσεως του και στη διαμόρφωση του ανθηρού και χαρούμενου ύφους του. Ως συγγραφέας ασχολήθηκε περισσότερο με το θέατρο γράφοντας θεατρικά έργα, μεταξύ των οποίων είναι,

  • «Η Άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως»,
  • «Φωκάς ο Βουλγαροκτόνος»,
  • «Σαπφώ», έργο που παραστάθηκε από το Εθνικό Θέατρο, με την Αικατερίνη Βερώνη-Γεννάδη στον ομώνυμο ρόλο,
  • «Λειλά και Ρήγας Φεραίος», κωμειδύλλιο,
  • «Πράσινο Φουστάνι», κωμειδύλλιο
  • «Προικοθήρας», κωμειδύλλιο,
  • «Ο Ανανίας εις δεύτερον γάμον», κωμειδύλλιο.

Έγραψε το μυθιστόρημα

  • «Η εκστρατεία μας εις την Σελήνην»,

καθώς και μικρά πεζά στο «Εθνικό Ημερολόγιο» του Κωνσταντίνου Σκόκου, όπως το

  • «Αι γυναίκες και το επί προθεσμία συνοικέσιον»,
  • «Μία κηδεία»,
  • «Το κουνούπι»,
  • «Ιστορία μιας ρινός», στο οποίο σατιρίζει το Θεόδωρο Δηλιγιάννη,
  • «Η εγκληματικότης»,
  • «Η γλώσσα των οφθαλμών».

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. Ο θάνατος του Δημητρίου Καλαποθάκη Εφημερίδα «Εμπρός», 3 Ιουνίου 1921, σελίδα 1η.
  2. [«Δημήτριος Καλαποθάκης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τόμος 4ος, «Εκδοτική Αθηνών», Αθήνα 1985, σελίδες 213η-214η.]
  3. [Ο Δημήτριος Καλαποθάκης για τη διακοπή της κυκλοφορίας της εφημερίδος, έγραψε στον Στέφανο Σκουλούδη, «Η Σημαία αποθνήσκει». «Αφήσατέ τη να πεθάνει εν ειρήνη» απάντησε ο τραπεζίτης, όμως ο Καλαποθάκης συνέχισε: «Ευαρεστηθήτε τουλάχιστον να αποστείλητε τα έξοδα της ταφής», για να λάβει την ανταπάντηση του Σκουλούδη, «Επιθυμώ να παραμείνη άταφος»]
  4. [Τα γραφεία της εφημερίδας «Εμπρός» λειτουργούσαν στην οδό Σοφοκλέους αριθμός 1 μέχρι το 1904 και από το 1905 στον αριθμό 5 της ιδίας οδού.]
  5. [«.....Το Μακεδονικό Κομιτάτο ήταν έργο του, ουσιαστικά δικό του έργο, και σαν σύλληψη της ιδέας στην αρχή και σαν προώθηση της κατόπιν και σαν αξιοποίηση της..... Πρόκειται για μια εκτίμηση όπου βρίσκονται σύμφωνοι όλοι, τόσο εκείνοι που έτυχε να παρακολουθήσουν τα γεγονότα τότε που συγκεντρώνανε την πανελλήνια προσοχή, όσο και οι ιστορικοί που ασχολήθηκαν με το θέμα. Ο Καλαποθάκης οργανώνει τα αντάρτικα σώματα και τα στέλνει στη Μακεδονία, όπου οι βουλγαρικές συμμορίες εξόντωναν και τρομοκρατούσαν για χρόνια ολόκληρα τους ελληνομακεδονικούς πληθυσμούς. Αυτός ενεργεί για την εξασφάλιση της διαδοχής τους, αυτός συντονίζει όλες τις σχετικές ενέργειες ενημερώνοντας για κάθε περίπτωση το επίσημο Κράτος. Αυτός κρατά στα στιβαρά χέρια του τον αγώνα, εδώ στο κέντρο, ενώ επιτόπου παρακολουθεί την κατάσταση με την άγρυπνη φροντίδα του, ο Λάμπρος Κορομηλάς, που διορίστηκε επίτηδες πρόξενος της Ελλάδος στη Θεσσαλονίκη....»] Γιώργος Φτέρης, Συγγραφέας & Δημοσιογράφος, «Μάνη πατρίδα μου», σελίδες 169η-170η.
  6. [Σκοπός της εθνικιστικής οργανώσεως «Μακεδονικό Κομιτάτο», σύμφωνα με το άρθρο 2 του καταστατικού του ήταν, «....Η άμυνα του Ελληνισμού εν Μακεδονία, Θράκη, Ηπείρω και Αλβανία κατά πάσης αποπείρας προς μείωσίν του και η επαναφορά των χωρίων ή ατόμων εις τας τάξεις αυτού, όσα ακουσίως ηναγκάσθηκαν να αποσχιθώσιν ημών και ακουσίως μένουσιν εις το σχίσμα....». Συστάθηκε στα γραφεία της εφημερίδος «Εμπρός» στις 22 Μαίου 1904 και στη δημιουργία του συνέβαλλαν προσωπικότητες όπως ο Πέτρος Κανελλίδης, μέλος της πρώτης οργανωτικής επιτροπής, από το Κουτήφαρι της Έξω Μάνης, διευθυντής της εφημερίδας «Καιροί», ο μετέπειτα Κατοχικός πρωθυπουργός Ιωάννης Ράλλης, γιος του πρώην πρωθυπουργού Δημητρίου Ράλλη, Αλέξανδρος Ρώμας, γαμπρός του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, ο Αντώνιος Καρτάλης, ο Γεώργιος Μπαλτατζής, ο Περικλής Αργυρόπουλος, ο Νικόλαος Πολίτης, ο Πέτρος Σαρόγλου και η Μελπομένη Αυγερινού, η οποία αναμείχθηκε ενεργά στον Μακεδονικό Αγώνα. Η Αυγερινού που έζησε πολλά χρόνια της ζωής της στην Αίγυπτο και την Θεσσαλονίκη, ενδιαφερόταν για τον υπόδουλο Ελληνισμό και προέτρεψε τον Καλαποθάκη να ασχοληθεί πιο ενεργά με το Μακεδονικό ζήτημα, ενώ του ζήτησε να επιταχύνει την δράση του.
  7. [Η έδρα της οργανώσεως «Μακεδονικό Κομιτάτο» βρίσκονταν στα γραφεία της εφημερίδος «Εμπρός» στην οδό Σοφοκλέους 1 στην Αθήνα μέχρι το 1904 και από το 1905 στον αριθμό 5 της ιδίας οδού.]
  8. [Κατά την επίσκεψη του Μακεδονομάχου Ιωάννη Καραβίτη το 1905, στο σπίτι του Καλαποθάκη στον Άγιο Λουκά Πατησίων έγινε ο παρακάτω διάλογος:«-Καλ. Έχεις καμία αμφιβολία για τον αγώνα;-Καρ. Καμμία του λέγω, παρά μόνο φοβούμαι το οικονομικό μέρος, διότι δεν γνωρίζω τους πόρους του Κομιτάτου.-Καλ. Τι έξοδα υπολογίζεις; μου λέγει.-Καρ. Κατά το πρώτο έτος τουλάχιστον εν εκατομμύριο δια τροφοδοσία και εξοπλισμό σωμάτων και δια την εσωτερική οργάνωση, οδηγούς, αγγελιοφόρους, δωροδοκίας αρχών κλπ.-Καλ. Γι’ αυτό σκέφτεσαι; μου απαντά. Το ένα μου χέρι θα απλώσω στην Αίγυπτο, το άλλο στην Αμερική και θα έχω τέσσαρα εκατομμύρια».]
  9. [Γεώργιος Φτέρης, «Μάνη πατρίδα μου», σελίδες 169η & 170η.]
  10. Ο Θάνατος του Δημητρίου Καλαποθάκη Εφημερίδα «Εμπρός», 3 Ιουνίου 1921, σελίδα 1η.
  11. IN MEMORIAM ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΛΑΠΟΘΑΚΗΣ (1862–1921) ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ & ΕΚΔΟΤΗΣ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ «Εμπρός»