Γεώργιος Στανωτάς

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Γεώργιος Στανωτάς, Έλληνας εθνικιστής υποστηρικτής του θεσμού της βασιλείας, ανώτατος αξιωματικός του Ελληνικού στρατού με το βαθμό του Υποστρατήγου Ιππικού ε.α., αποκαλούμενος «ο Πάττον της Ελλάδος», ο οποίος στη διάρκεια του Συμμοριτοπολέμου, της ένοπλης ανταρσίας των μελών του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος διετέλεσε Ανώτερος Στρατιωτικός Διοικητής Πελοποννήσου την περίοδο από το Μάιο έως το Δεκέμβριο του 1947, γεννήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1888 στο χωριό Καστάνιτσα της τότε επαρχίας Κυνουρίας στο Νομό Αρκαδίας και πέθανε στις 25 Σεπτεμβρίου του 1965 στην Αθήνα.

Ήταν παντρεμένος από το 1924 με την Αριστέα Τολιοπούλου, που κατάγονταν από τη Λάρισα, και από το γάμο του έγινε πατέρας ενός γιου, του Σταμάτη το 1925, και το 1927 μιας κόρης, της Μαρίας Στανωτά-Κωτσιανά.

Βιογραφία

Πατέρας του ήταν ο Ιωάννης Στανωτάς. Ο Γεώργιος Στανωτάς, που είχε τρία αδέλφια τον Στανωτά Στανωτά, τον Νικόλαο Στανωτά και τον Σπυρίδωνα Στανωτά καθώς και μια αδελφή την Σταματούλα Στανωτά-Αλειφεροπούλου, φοίτησε και αποφοίτησε από τη Βαρβάκειο Σχολή. Στις 6 Δεκεμβρίου 1909 κατατάχθηκε στις τάξεις του Ελληνικού στρατού ως απλός ιππέας στο 2ο Σύνταγμα Ιππικού. Την 1η Μαΐου του 1910 προήχθη σε Δεκανέα και την 1η Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου σε Λοχία, ενώ την 1η Δεκεμβρίου του 1911 προήχθη στο βαθμό του Επιλοχία. Πήρε μέρος στον 1ο Βαλκανικό πόλεμο και συμμετείχε σε όλες σχεδόν τις μάχες, Ελασσόνα, Σαραντάπορο, Γιαννιτσά, Οστροβο, Κορυτσά, Ιωάννινα, για την απελευθέρωση της Μακεδονίας και της Ηπείρου.

Στις 28 Ιουνίου του 1913 προήχθη στο βαθμό του Ανθυπασπιστή, ύστερα από την εισαγωγή του στη Στρατιωτική Σχολή Υπαξιωματικών το 1913 και πήρε μέρος στο Β' Βαλκανικό πόλεμο στις μάχες του Κιλκίς-Λαχανά, Μπέλες και Κρέσνας-Τζουμαγιάς. Στις 28 Φεβρουαρίου 1914 κλήθηκε να φοιτήσει στην Σχολή Υπαξιωματικών, ενώ στις 25 Μαρτίου του ίδιου χρόνου προήχθη σε Ανθυπίλαρχο [1] και μετατέθηκε στην Ημιλαρχία του Γενικού Στρατηγείου της Μεραρχίας Αρχιπελάγους. Προήχθη σε Υπίλαρχο στις 4 Ιουνίου 1916 και συμμετείχε στις επιχειρήσεις του Ελληνικού Στρατού στο Μακεδονικό Μέτωπο. Όταν υπηρετούσε στο 3ο Σύνταγμα Ιππικού στην Αθήνα τέθηκε σε αυτεπάγγελτη διαθεσιμότητα από τις 5 Σεπτεμβρίου μέχρι τις 7 Δεκεμβρίου 1917 που επανήλθε στις τάξεις του Στρατού. Λίγες μέρες αργότερα, στις 13 Δεκεμβρίου, προήχθη σε Ίλαρχο και τοποθετήθηκε στο 1ο Σύνταγμα Ιππικού στην Αθήνα.

Μικρασιατική εκστρατεία

Στις 29 Αυγούστου 1918, ο Στανωτάς μετατέθηκε στην Πεζοπόρο Επιλαρχία της Ταξιαρχίας Ιππικού στη Θεσσαλονίκη και στις 8 Ιανουαρίου 1919 μετατέθηκε στην νεοσυγκροτηθείσα Μεραρχία Αρχιπελάγους, ως Διοικητής Ημιλαρχίας, με αποστολή την ανασυγκρότηση και επιχειρησιακή προετοιμασία της. Ως Ίλαρχος συμμετείχε στη Μικρασιατική εκστρατεία και στις 10 Ιουλίου 1919, στην Πέργαμο της Μικράς Ασίας, του απονεμήθηκε ο Πολεμικός Σταυρός Γ’ Τάξεως, από τον Διοικητή της Μεραρχίας Αρχιπελάγους Χρήστο Τσερούλη. Στις 2 Αυγούστου του 1919, στην Πέργαμο, μετά από πρόταση του 5ου Συντάγματος Αρχιπελάγους, έλαβε εύφημο μνεία και στις 31 Ιανουαρίου 1920 μετατέθηκε στο 3ο Σύνταγμα Ιππικού, στην Πέργαμο, όπου ανέλαβε την διοίκηση της 4ης Ίλης. Πολέμησε στην αιματηρή μάχη του Παζάρκιοι στην οποία διακρίθηκε, συμμετείχε σε όλες τις εκεί επιχειρήσεις και τιμήθηκε με τον Πολεμικό Σταυρό Β’ Τάξεως, ενώ προτάθηκε για προαγωγή επ' ανδραγαθία. Στις 8 Μαΐου 1921 προτάθηκε για την απονομή του Χρυσού Αριστείου Ανδρείας, από τον Ταξίαρχο Π. Νικολαΐδη και τον Ιούνιο του 1921, ενώ ήταν ακόμη Ίλαρχος, ανέλαβε καθήκοντα Διοικητού της Ι Επιλαρχίας, αναγνώριση της αξίας και γενναιότητας του.

Μεσοπόλεμος

Το Φθινόπωρο του 1922, μετά την Μικρασιατική Καταστροφή επέστρεψε στην Ελλάδα και προήχθη σε Επίλαρχο στις 26 Αυγούστου 1923, όμως τον ίδιο χρόνο αποτάχθηκε από το στράτευμα ως υποστηρικτής του θεσμού της Βασιλείας. Το 1924, εγγράφηκε στην Φαρμακευτική σχολή, που αποτελούσε τότε τμήμα της Φυσικομαθηματικής, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1925, όταν ανακλήθηκε στο στράτευμα και ανέλαβε υποδιοικητής του 3ου και διοικητής του 4ου Συντάγματος Ιππικού, το 1925 και 1926 αντιστοίχως, ενώ το 1927 ανέλαβε χρέη επιτελάρχη της Μεραρχίας Ιππικού με έδρα τη Λάρισα, έλαβε ευαρέσκεια. Ως επιτελάρχης της Μεραρχίας Ιππικού προήχθη στις 17 Οκτωβρίου 1927 στο βαθμό του Αντισυνταγματάρχη και ανέλαβε την διοίκηση του Σχολείου Εφαρμογής Ιππικού επί διετία. Τον Αύγουστο του 1929 επανήλθε ως διοικητής του 3ου Ιππικού Συντάγματος και στις 20 Δεκεμβρίου του 1930 προήχθη στο βαθμό του Συνταγματάρχη [2]. Τον Απρίλιο του 1931 φοίτησε στο Κέντρο Τακτικών Σπουδών Πυροβολικού και από τις 28 Ιουλίου 1931 ανέλαβε εκ νέου την διοίκηση του 3ου Ιππικού Συντάγματος με έδρα την Λάρισα.

Από τον Ιανουάριο μέχρι τον Ιούνιο 1932 του ανατέθηκαν προσωρινά καθήκοντα διοικητού της Ταξιαρχίας Ιππικού, λόγω απουσίας του διοικητού της Συνταγματάρχου Τσαγγαρίδη. Στο τέλος του 1933 τοποθετήθηκε επικεφαλής της Ταξιαρχίας Ιππικού και τον Μάρτιο του 1935 επικεφαλής της μονάδος του αντιμετώπισε το κίνημα των Βενιζελικών στην περιοχή του Στρυμώνα κοντά στην πόλη των Σερρών στη Μακεδονία, το οποίο κατέστειλε στις 10 Μαρτίου, ανακτώντας τον έλεγχο της πόλεως. Παρέμεινε στη θέση του Διοικητού της Ταξιαρχίας Ιππικού μέχρι τον Οκτώβριο του 1938, οπότε φοίτησε στο Κέντρο Ανωτέρας Στρατιωτικής Εκπαιδεύσεως. Στις 20 Δεκεμβρίου 1938 προήχθη σε υποστράτηγο και τον επόμενο χρόνο ανέλαβε τη διοίκηση της Μεραρχίας Ιππικού με έδρα τη Θεσσαλονίκη, θέση στην οποία βρέθηκε με την κήρυξη του 2ου Παγκοσμίου πολέμου.

Β' Παγκόσμιος πόλεμος

Στη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου πολέμου, στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, υπηρέτησε και συμμετείχε ως Υποστράτηγος-Διοικητής της Μεραρχίας Ιππικού στις επιχειρήσεις της Πίνδου. Η Μεραρχία είχε έδρα τη Θεσσαλονίκη και την 28η Οκτωβρίου επιστράτευσε τις μονάδες που ανήκαν στη δύναμη της στο Λαγκαδά, ενώ την 1η Νοεμβρίου άρχισε να συγκεντρώνεται στην περιοχή ανάμεσα στο Μέτσοβο και την Καλαμπάκα. Η μεραρχία Ιππικού με υψηλό επιθετικό πνεύμα, όρμησε από την περιοχή του Μετσόβου προς βορρά. Αποστολή της ήταν να εξασφαλίσει τον άξονα Ιωάννινα-Καλαμπάκα, να επιτεθεί στην κατεύθυνση Ελεύθερο–Κόνιτσα και να αποκαταστήσει σύνδεσμο με τη σκληρά δοκιμαζόμενη VIII Μεραρχία και το Β’ Σώμα Στρατού. Η Μεραρχία Ιππικού κατατρόπωσε τους Ιταλούς αλπινιστές της Μεραρχίας «Τζούλια» τους οποίους απώθησε πέραν των ελληνικών συνόρων. Στη συνέχεια πολέμησε στην περιοχή της Φλώρινας, την περίοδο της Γερμανικής επιθέσεως εναντίον της Ελλάδος, όπου βρέθηκε αντιμέτωπος με την επίλεκτη 73η Μεραρχίας Πεζικού στο Πισοδέρι. Στις 20 Απριλίου του 1941, μετά την κατάρρευση του Μετώπου, όταν άρχισαν οι διαπραγματεύσεις για συνθηκολόγηση του Ελληνικού Στρατού, αντιτάχθηκε στην παράδοση του Ελληνικού Στρατού και στην υπογραφή πρωτοκόλλου ανακωχής μεταξύ του αντιστρατήγου Γεωργίου Τσολάκογλου και του Γερμανού στρατηγού Ζεπ Ντήτριχ. Ο Στανωτάς διατήρησε τον σχηματισμό του και οδήγησε τους στρατιώτες με πλήρη τάξη στην περιοχή της Καλαμπάκας, όπου αφού συγκρότησε ομάδες στρατιωτών ανά τόπο διαμονής ή καταγωγής, τοποθέτησε επικεφαλής αξιωματικούς και τους αποδέσμευσε με την πλήρη κατάρρευση του μετώπου στις 23 Απριλίου.

Σύμφωνα με απόσπασμα από την Έκθεση Πεπραγμένων της Μεραρχίας Ιππικού που συνέταξε ο στρατηγός Στανωτάς: «…Ουδεμία πτυχή αφορώσα εντολήν ἐπιστρατεύσεως δεν είχε αφεθεί χωρίς να μελετηθεί και εξονυχισθεί επαρκώς οπό τα εντεταλμένα όργανα και τούς μελλοντικούς εκτελεστάς. (…) Με την κήρυξιν της ἐπιστρατεύσεως η Μεραρχία ήτο ήσυχος ότι οπό τεχνικής τουλάχιστον πλευράς ουδεμία πα­ρά­λει­ψις έμελλε να παρουσιασθεί εις ότι ἐξηρτάτο οπό αυτήν. ...{...]... Η πιθανότης πολέμου εναντίον ευρωπαϊκού στρατού διαθέτοντος μηχανοκινήτους μονάδας, ισχυράν αε­ροπο­ρίαν, ενδεχομένως δε και αλεξιπτωτιστάς, ηνάγκασε την Μεραρ­χίαν να μελετήσει μακράν σειράν ασκήσεων διά την έξιν των στελεχών και οπλιτών εις τα νέα ταύτα μέσα. Αι ασκήσεις αύται, αρξάμενοι εντός των Μονάδων, συνεδυάσθησαν βρα­δύ­τε­­ρον διά τας εν Θεσσαλονίκη Μονάδας της Μεραρχίας. Κατά τάς τελευ­ταίας τοιαύτας εξητάσθησαν εις συνδυασμένας μετά στρα­τεύ­μα­τος ασκήσεις εἰς ποικίλα εδάφη, ημέρας τε και νύκτας αι πιθανώτεροι τακτικαί καταστάσεις. Δεν υπήρχε πιθανότης οι αξι­­ω­­­μα­τικοί και οι κληρωτοί της Μεραρχίας ν᾽ αντιμετωπίσωσι με­θό­δους καί μέσα του εχθρού τελείως άγνωστα εις αυτούς. Ασκήσεις συ­ντόνων πορειών, επιβιβάσεως επί παντοίων μεταφορικών μέ­­σων και η παραμονή επί μακρόν εις το ύπαιθρον εν καταυ­λι­σμώ είχον επανειλημμένως συντελεσθή..».

Στη διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα, την περίοδο της κατοχής, ο Στανωτάς συμμετείχε στην οργάνωση «Βασιλικός Σύνδεσμος» ή αλλιώς «Στρατιωτική Ιεραρχία», ονομασία που οι ίδιοι απέδιδαν στην οργάνωσή τους [3]. Επικεφαλής ήταν ο Αλέξανδρος Παπάγος και μέλη της ήταν στενοί συνεργάτες του, όπως οι αντιστράτηγοι Κοσμάς, Μπακόπουλος, Δέδες, οι ταξίαρχοι Μαραβέας, Στανώτας, Παπαδόπουλος και οι συνταγματάρχες Μαυρογένης, Γερολυμάτος και Παπαγεωργίου. H κίνηση απευθυνόταν σε όλους τους αξιωματικούς του Ελληνικού στρατού που απείχαν της ενεργού αντιστασιακής δράσεως. Ανέπτυξε δίκτυο αξιωματικών σε όλη την Ελλάδα, περίπου 17 αντιστράτηγους στην Αθήνα και 600 αξιωματικούς όλων των βαθμών στην υπόλοιπη χώρα, όμως δεν παρουσίασε καμία αντιστασιακή δράση την περίοδο της κατοχής. Πολλά από μέλη της ήταν απόστρατοι οι οποίοι απέβλεπαν στην επάνοδο του βασιλιά. Η κίνηση διεκδίκησε την επίσημη συνέχεια του προπολεμικού στρατού, καθώς και τη διατήρηση του αντίστοιχου πολιτικού και πολιτειακού κατεστημένο. Η ηγεσία της συνελήφθη και τα μέλη της εστάλησαν σε στρατόπεδα στη Γερμανία.

Ο Στρατηγός Στανωτάς στις 26 Μαρτίου 1943, αναχώρησε μυστικά με ατμόπλοιο από την Αθήνα για το Τσεσμέ της Μικράς Ασίας, όπου αποβιβάσθηκε στις 30 Μαρτίου και από εκεί μέσω Σμύρνης, Χαλέπιου και Χάιφας έφθασε στις 28 Μαΐου στο Κάιρο, όπου νοσηλεύθηκε για ένα μήνα στο νοσοκομείο ασθενής από ελονοσία. Τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου παρουσιάστηκε στο Ελληνικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής, όπου του ανατέθηκαν καθήκοντα επόπτου των Ελληνικών φρουραρχείων, μέλους του Ανωτάτου Στρατιωτικού Συμβουλίου και στρατιωτικού επιθεωρητή των «εν Παλαιστίνη ελληνικών τμημάτων», όμως στις 6 Ιουνίου του 1944 αποστρατεύθηκε από τον παλαιό βενιζελικό αντίπαλό του και τότε αρχηγό ΓΕΣ υποστράτηγο Βεντήρη, προαγόμενος ταυτοχρόνως στο βαθμό του Αντιστρατήγου και τέθηκε σε αυτεπάγγελτη αποστρατεία, για πολιτικούς λόγους, αν και ο Στανωτάς υπέβαλλε αναφορά με την οποία ζητούσε να του ανατεθεί υπηρεσία έστω «..οπλίτου του Ιερού Λόχου».

Συμμοριτοπόλεμος & Αποστρατεία

Στις 21 Δεκεμβρίου του 1944, στη διάρκεια των Δεκεμβριανών γεγονότων, άνδρες της Πολιτοφυλακής του κομμουνιστικού Ε.Α.Μ., [Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο], αναζητώντας τα παιδιά του που ανήκαν στην εθνική αντιστασιακή οργάνωση «ΠΡΟΜΑΧΟΙ» κατά τη διάρκεια της Κατοχής, παραβίασαν την οικία του στρατηγού Στανωτά στην οδό Αμοργού 35 στη συνοικία Κυψέλη Αθηνών και τελικά συνέλαβαν την σύζυγο του Αριστέα Στανωτά, ενώ λεηλάτησαν και απογύμνωσαν την οικία. Στις 7 Ιανουαρίου 1945, με Βασιλικό Διάταγμα του Γεωργίου Β’ ακυρώθηκε η αποστρατεία του στρατηγού Στανωτά, ανακλήθηκε στην ενεργό υπηρεσία σαν Υποστράτηγος και επέστρεψε στην Ελλάδα στα τέλη Ιανουαρίου του ίδιου έτους. Στις 5 Απριλίου του 1947, το «Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Αμύνης», [Α.Σ.Ε.Α.], ανέθεσε την ευθύνη τάξεως και ασφαλείας της Πελοποννήσου στο Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως. Στις αρχές Μαΐου 1947, στη διάρκεια του συμμοριτοπολέμου, στην αναμέτρηση με τις ένοπλες ομάδες των οπαδών του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, ο Στανωτάς ανακλήθηκε στην Υπηρεσία και τον ίδιο μήνα τοποθετήθηκε Ανώτερος Στρατιωτικός Διοικητής Πελοποννήσου, επικεφαλής όλων των τμημάτων Χωροφυλακής, θέση στην οποία αντικατέστησε τον Βενετσάνο Κετσέα. Ο Στανωτάς προέβη στον σχεδιασμό εκκαθαριστικών επιχειρήσεων του Πάρνωνα και του Ταϋγέτου, κυρίως με δυνάμεις Χωροφυλακής. Δύο τάγματα θα χτυπούσαν τον Ταΰγετο και άλλα δύο τον Πάρνωνα, με τη σύμπραξη εθνικών αντιστασιακών οργανώσεων και ένοπλων χωρικών, [Μ.Α.Υ.]. Οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις διήρκεσαν περίπου ένα δίμηνο, Ιούλιος-Αύγουστος 1947, με έντονο επιθετικό πνεύμα.

Στις 19 Αυγούστου του 1948, ο βασιλιάς Παύλος Α' δέχθηκε σε ακρόαση [4] τον Στανωτά ο οποίος ενημέρωσε το βασιλιά για την πρόοδο των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων στην Πελοπόννησο και την επομένη ημέρα ο Στανωτάς επέστρεψε στην έδρα του στην Τρίπολη Αρκαδίας. Εκ του αποτελέσματος αποδείχθηκε ότι οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις υπό τον Στανωτά απέτυχαν στο στόχο τους που ήταν η απαγκίστρωση των κομμουνιστών ανταρτών του Ταϋγέτου και του Πάρνωνα, αν και την περίοδο αυτή τέθηκαν εκτός μάχης 700 κομμουνιστές αντάρτες, νεκροί, αιχμάλωτοι, τραυματίες, αμνηστευθέντες, από τους συνολικά 1000 που υπολογίζεται ότι δρούσαν στην Πελοπόννησο. Στις 12 Νοεμβρίου 1947, με κοινή απόφαση των Υπουργείων Δημοσίας Τάξεως και Στρατιωτικών αποφασίστηκε η ανάληψη της ασφάλειας της Πελοποννήσου από τον Εθνικό Στρατό, έργο που επιτελούσε η Χωροφυλακή μέχρι τότε. Ο Στανωτάς παρέμεινε στη θέση του Ανωτέρου Στρατιωτικού Διοικητού Πελοποννήσου έως τις 5 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου, όταν αντικαταστάθηκε από τον Υποστράτηγο Χρήστο Μαντά στον οποίο παρέδωσε την ευθύνη. Στις 30 Μαρτίου 1948, με απόφαση του Ανωτάτου Συμβουλίου Αμύνης, αποστρατεύθηκε, προαγόμενος σε αντιστράτηγο αναδρομικά από 14 Μαΐου 1946, όμως στις 7 Οκτωβρίου 1949 ανακλήθηκε πάλι στην υπηρεσία και αποστρατεύθηκε οριστικά στις 28 Φεβρουαρίου 1950, μετά από σχεδόν σαράντα χρόνια μαχών και στρατιωτικής σταδιοδρομίας.

Διακρίσεις

Ο στρατηγός Στανωτάς τιμήθηκε με παράσημα, μετάλλια και διαμνημονεύσεις, μεταξύ τους:

  • Αργυρός Σταυρός Σωτήρος Ελληνοτουρκικού & Ελληνοβουλγαρικού,
  • Αναμνηστικό Μετάλλιο Εκστρατείας 1912-13, Μάρτιος 1914,
  • Αργυρούς Σταυρός Ιπποτών Β’ Τάγματος του Σωτήρος, Μάρτιος 1919,
  • Μετάλλιον Στρατιωτικής Αξίας Δ’ Τάξεως, Ιούλιος 1919,
  • Πολεμικός Σταυρός Γ’ Τάξεως, Ιούλιος 1919,
  • Πολεμικός Σταυρός Β’ Τάξεως μετ’ επαίνων, δύο φορές, Σεπτέμβριος 1920 και Μάρτιος 1941,
  • Χρυσό Αριστείο Ανδρείας μετ’ επαίνων, στις επιχειρήσεις Μαρτίου 1921,
  • Μετάλλιο νίκης, το 1921,
  • Ταξιάρχης Φοίνικος,
  • Σταυρός Ταξιαρχιών, Απρίλιος 1936,
  • Στρατιωτικής Αξίας Γ’ Τάξεως,
  • Διασυμμαχικό Μετάλλιο,
  • Χρυσός Σταυρός του Γεωργίου ΣΤ' της Αγγλίας, το 1946
  • Τίμιος Σταυρός Αποστόλου Μάρκου Γ’ Τάξεως, το 1949, από τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας.

Μνήμη Γεωργίου Στανωτά

Ο στρατηγός Στανωτάς απείχε από πολιτικές διαμάχες και διαπλοκές κι έμεινε πιστός στις στρατιωτικές αρετές και αξίες. Υπήρξε ένας από τους πλέον παρασημοφορημένους αξιωματικούς του ελληνικού στρατού, κυρίως επ' ανδραγαθεία. Διέθετε αδαμάντινο ήθος, δυναμικό χαρακτήρα και διακρίθηκε για το θάρρος, την εργατικότητα και τον ζήλο του, λόγοι για τους οποίους κέρδιζε τις εντυπώσεις και την καρδιά των συναδέλφων και των υφισταμένων του. Προτεραιότητα του ήταν πάντοτε η διατήρηση της μαχητικής ικανότητας των ανδρών του κι έδινε ιδιαίτερη σημασία στην εκπαίδευση, την οποία επέβλεπε προσωπικά. Υπήρξε συνεργάτης και στενός φίλος του Στρατάρχου Αλέξανδρου Παπάγου, ενώ διατηρούσε φιλική σχέση με τους Χριστόδουλο Τσιγάντε και Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Πρότεινε την αξιοποίηση στελεχών του Στρατού - πρώην μελών των Ταγμάτων Ασφαλείας, στην Αντίσταση, επίσης από τα βρετανικά αρχεία. Μετά την αποστρατεία του ο Στανωτάς ασχολήθηκε με την παραγωγή και εμπορία πλαστικών ειδών.

Σύμφωνα με τους οικείους του την δεκαετία του 1950, ο τότε βασιλιάς Παύλος ζήτησε από το Στανωτά να αναλάβει θέση υπασπιστού του όμως εκείνος αρνήθηκε καθώς, όπως είπε: «...Δεν είμαι διατεθειμένος να πάω γιατί δεν θέλω να αλλάζω στολές. Δεν μου αρέσουν τα καραγκιοζιλίκια, οι στολές και τα πούπουλα». Το 1959 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, μέσω του πρώην επιτελάρχη του Στανωτά, του Στρατηγού Σόλωνα Γκίκα, του προσέφερε υπουργική θέση, όμως απέρριψε την προσφορά, λέγοντας: «..Δεν έχω καμία σχέση με την πολιτική, δεν γνωρίζω το αντικείμενο, είμαι στρατιωτικός». Στις 16 Ιουλίου 2015, στα Τρίκαλα, έγινε η Τελετή «Υιοθεσίας» των Αποφοίτων της Τάξεως 2015 της Σ.Μ.Υ., [Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών], παρουσία της εγγονής, συζύγου του Χρήστου Νοταρίδη, και του εγγονού του Στρατηγού Στανωτά, στους οποίους επιδόθηκε ειδικό αναμνηστικό μετάλλιο, με την προτομή του παππού τους. Στην διάρκεια της τελετής βραβεύθηκαν οι τρεις καλλίτερες εργασίες, με αντικείμενο τη δράση του Στρατηγού, μετά από διαγωνισμό που προκηρύχθηκε μεταξύ των σπουδαστών της Σ.Μ.Υ., [Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών].

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. Στρατιωτικαί τοποθετήσεις Εφημερίδα «Εμπρός», 15 Απριλίου 1914, σελίδα 2η.
  2. Νέαι προαγωγαί αξιωματικών εις το Πεζικόν. Εφημερίδα «Μακεδονία», 29 Οκτωβρίου 1930, σελίδα 10η.
  3. [Έκθεση του Λίνκολν Μακβή, Αμερικανού πρεσβευτή στην Αθήνα, τον Οκτώβριο του 1945, στην οποία αναφέρει ότι εκτός από τον ΙΔΕΑ, τουλάχιστον τρεις οργανώσεις αξιωματικών δραστηριοποιούνταν εκείνη την εποχή στο εσωτερικό του Ελληνικού στρατού.]
  4. Η κατάσταση εις Πελοπόννησον είναι μάλλον ικανοποιητική. Εφημερίδα «Εμπρός», 20 Αυγούστου 1947, σελίδα 4η.