Γιάννης Αποστολάκης

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Ιωάννης Αποστολάκης Έλληνας συντηρητικός και αντικομμουνιστής, φιλόλογος, ερευνητής της νεοελληνικής ποιήσεως, κριτικός και φιλόσοφος, Πανεπιστημιακός καθηγητής, κριτικός της λογοτεχνίας, δημοσιογράφος και συγγραφέας, γεννήθηκε το 1886 στα Φιλιατρά και πέθανε [1] στις 3 Απριλίου 1947 στην Αθήνα.

Γιάννης Αποστολάκης

Βιογραφία

Αδελφός του ήταν ο Γεώργιος Αποστολάκης, τακτικός καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο Γιάννης Αποστολάκης ήταν ανιψιός του λαογράφου Νικόλαου Πολίτη και εξάδελφος των Φώτου, Γεωργίου, Άλκη και Λίνου Πολίτη. Τελείωσε το Γυμνάσιο της ιδιαίτερης πατρίδας του και στη συνέχεια σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1908 και έως το 1911, με υποτροφία του Πανεπιστημίου Αθηνών έφυγε στο Βερολίνο, και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές Ελληνικής Φιλολογίας και Φιλοσοφίας στο εκεί πανεπιστήμιο, όπου είχε καθηγητή τον περίφημο ελληνιστή Βιλαμόβιτς. Στο Βερολίνο ήρθε σε επαφή με τον σοσιαλιστικό κύκλο του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου και τη «Ριζοσπαστική Πολιτική Ένωση Σπουδαστών» του Βερολίνου. Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1911 και το 1913 αναγορεύθηκε διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αθηνών, καταθέτοντας τη διδακτορική διατριβή «Το καλόν παρά Καντίω».

Υπήρξε από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους τους δημοτικισμού και ήταν συνεργάτης του περιοδικού «Ο Νουμάς» ως το 1912, στον οποίο δημοσίευσε φιλολογικά άρθρα, χρησιμοποίησε τα ψευδώνυμα «Βάρδος», «Εγώ και συ», ενώ ήταν ο συντάκτης της Β' Προκήρυξης του Αδελφάτου της Δημοτικής. Το 1914 διαφώνησε με τους δημοτικιστές στις μαχητικές και τις γενικότερες αριστερές τους απόψεις και έκοψε μια για πάντα τις σχέσεις μαζί τους. Μέχρι το 1917 εργάστηκε ως φιλόλογος καθηγητής στη Μέση εκπαίδευση, στο «Ελληνικόν Εκπαιδευτήριον» Δ.Ν.Μακρή, όπου είχε μαθητή του τον Κ.Θ.Δημαρά. Από το 1918 έως το 1926, αποσπάστηκε και εργάστηκε ως ταξινόμος στο Λαογραφικό Αρχείο [2] της Ακαδημίας Αθηνών.

Το 1921 ο Φώτος Πολίτης δημοσίευσε μια σειρά από άρθρα στο οποία εξέφραζε τις ιδεαλιστικές αντιλήψεις και απόψεις και ανάλογα κείμενα δημοσίευσε ο Γιάννης Αποστολάκης. Ο Κώστας Βάρναλης τους επιτέθηκε και έγραψε αρκετά κείμενα στα πλαίσια της διαμάχης τους, ένα από αυτά είναι το «Λόγια και πράξις», μια σατιρική αντιμετώπιση των αισθητικών απόψεων του Αποστολάκη, ο οποίος το 1927, συνεργάστηκε με τον Αλέξανδρο Δελμούζο, δημοτικιστή και εκ των ιδρυτών του «Εκπαιδευτικού Ομίλου». Ο Αποστολάκης το 1926 με την ίδρυση του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, εκλέχθηκε και στις 2 Νοεμβρίου 1926 ορκίστηκε και διατέλεσε έως το 1948, που τον διαδέχθηκε ο Λίνος Πολίτης, καθηγητής της Νεοελληνικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Με τον διορισμό του αναγνωρίστηκε, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, ο τομέας της Νεοελληνικής Φιλολογίας σε αυτόνομο αντικείμενο σπουδών. Το ακαδημαϊκό έτος 1933-34 διατέλεσε Κοσμήτορας της Σχολής.

Υπήρξε μαζί με το Σπύρο Αλιμπέρτη και το Γεώργιο Ν. Πολίτη, ένας από τους εκδότες του περιοδικού «Κριτική και ποίηση», όπου δημοσιεύθηκαν οι πρώτες εκτενείς μελέτες του για το έργο του Άγγλου φιλοσόφου Thomas Carlyle, την αποστολή της κριτικής και τον Γιάννη Καμπύση. Συνεργάστηκε με το περιοδικό «Ελληνικά Γράμματα» του Κωστή Μπαστιά, που εκδόθηκε τον Ιούνιο του 1927 mε συνεκδότη το Βασίλη Μαλατάκη, και συμμετείχε στο μικρό ιδεολογικό κύκλο του περιοδικού, μαζί του οι Κωστής Μπαστιάς, Φώτος Πολίτης, Αλέξανδρος Δελμούζος, Κ. Θ. Δημαράς, Γ. Ν. Πολίτης, μεγαλύτερος αδελφός του Φώτου Πολίτη και με τα δημοσιεύματα τους υποστήριζαν τον Γερμανικό Ιδεαλισμό, τον εθνισμό και τον αντικομμουνισμό [3].

Εργογραφία

Ο Αποστολάκης μελέτησε και επηρεάστηκε από τον Γερμανικό Ιδεαλισμό και δημοσίευσε εξαιρετικές κριτικές μελέτες στο περιοδικό των δημοτικιστών «Νουμάς». Διέκρινε δύο κατηγορίες ποιητών. Τους ποιητές της Μνήμης και τους ποιητές της Απομνημονεύσεως. Στην απόλυτη κρίση του, μόνος ποιητής Μνήμης ήταν ο λαός του δημοτικού τραγουδιού και ο Διονύσιος Σολωμός, ενώ όλοι οι άλλοι ήταν ποιητές της Απομνημονεύσεως. Διέθετε οξύ γραπτό λόγο και με την κριτική του δεινότητα και αλήθεια επεδίωξε να απογυμνώσει τους Κωστή Παλαμά, Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, Κωνσταντίνο Κρυστάλλη, τον οποίο κατέγραψε ως «...λαθρέμπορο του δημοτικού τραγουδιού», Ανδρέα Κάλβο, Κωνσταντίνο Καβάφη, Άγγελο Σικελιανό, Ιωάννη Γρυπάρη, Μιλτιάδη Μαλακάση και άλλους, ενώ μόνο ένας διασώζεται, ο Διονύσιος Σολωμός.

Υπήρξε ιδιαίτερα οξυδερκής και σημαντικός κριτικός, όμως ήταν υπερβολικός στις κρίσεις του, γεγονός που σήμερα δεν τον τοποθετεί στην πρώτη γραμμή των μελετητών· από την άλλη, οι αισθητικές του αντιλήψεις τον οδήγησαν σε απαιτήσεις υψηλής ποιοτικής τελειότητας, που σποραδικά μόνο μπορούσε να συναντήσει ο ερευνητής, ακόμα και σε κείμενα της κλασικής λογοτεχνίας. Διέθετε αξιόλογη φιλολογική και φιλοσοφική μόρφωση, κριτικό πνεύμα, άσκησε δριμύτατη κριτική εναντίον των συγχρόνων του λογοτεχνών και του Κωστή Παλαμά. Πρώτος αυτός αντιμετώπισε το δημοτικό τραγούδι με κριτήρια όχι πια στενά λαογραφικά αλλά φιλολογικά, ενώ επιδόθηκε ιδιαίτερα σε αναλύσεις των έργων του Διονυσίου Σολωμού. Εντόπισε στην ποίηση και στην λογοτεχνία, το σημείο όπου μπορούμε «..να νιώσουμε, αν ένας λαός πορεύεται το σωστό δρόμο, αν ζητά και αν προσπαθεί να ζήση στον κόσμον απάνω σύμφωνα με τον προορισμό του ανθρώπου, που όλοι μας το μισοκαταλαβαίνουμε πως είναι κάτι πιο ψηλότερο και σπουδαιότερο πράμα παρά να μακραίνουμε μονάχα όπως–όπως μιαν ανώφελη ύπαρξη..».

Θεωρείται άκρως αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, γεγονός που επηρεάζει τη νηφάλια αποτίμηση του έργου του, όμως στα μεσοπολεμικά χρόνια υπήρξε μία από τις πιο ενδιαφέρουσες, θεωρητικά οπλισμένες, κριτικές φωνές. Μαζί με τον εξάδελφο του Φώτο Πολίτη, κατηγορήθηκε ότι υπήρξε φορέας ενός ελληνοκεντρισμού, που είχε προέλευση τον γερμανικό ιδεαλισμό. Επικρίθηκε για το δήθεν μονοδιάστατο χαρακτήρα της κριτικής του, δηλαδή ότι υπερτιμούσε τα αρνητικά και αδύνατα σημεία και παρέλειπε να αναφέρεται στα θετικά στοιχεία, οδηγώντας τον αναγνώστη σε λανθασμένο συμπέρασμα για το κρινόμενο πρόσωπο. Επίσης ότι με την κριτική του επιχείρησε να κλείσει την ελληνική πνευματική ζωή σε ένα σχήμα, που δεν έδιδε τις δυνατότητες για πρωτότυπη δημιουργία και εξέλιξη, ενώ ο Κώστας Βάρναλης τον στοχοποίησε για τις αντικομμουνιστικές του ιδέες και δεν έπαψε να του επιτίθεται, ακόμη και μετά το θάνατο του [4]. Η στάση του υπήρξε αριστοκρατική, αντιδημοκρατική κι εθνικίζουσα, λόγο για τον οποίο ο Γεώργιος Θεοτοκάς τον έκρινε υπερβολικά και απολύτως άδικα.

Συγγραφικό έργο

Εμφανίστηκε στα Ελληνικά γράμματα με τα έργα του

  • «Το καλόν παρά Καντίω», το 1913, διδακτορική διατριβή,
  • «Γιάννης Καμπύσης ένας φιλολογικός πρόλογος», το 1914,
  • «Ο Βίος του Θωμά Κάρλαϋλ», το 1915,
  • «Η ποίηση στη ζωή μας», το 1923, ογκώδης μελέτη για την νεοελληνική ποίηση, με αξιολόγηση των Νεοελλήνων ποιητών και ανάπτυξη των αισθητικών του απόψεων.

Είναι το πλέον φιλόδοξο εγχείρημα του ώστε να θέσει τις βάσεις μιας γενικής θεωρίας για την κριτική του πολιτισμού. Οι βασικές θέσεις της συγκεντρώνονται γύρω από τη θεμελίωση και την ανάπτυξη της έννοιας της «αρνητικής κριτικής», η οποία, με όπλο την απόρριψη, επιδιώκει να φθάσει στη βαθύτερη φύση και ουσία του φαινομένου της καθαρής δημιουργίας.

Δημοσίευσε επίσης τα έργα

  • «Τα δημοτικά μας τραγούδια. Α' Οι συλλογές», το 1929, έρευνα για το Ελληνικό δημοτικό τραγούδι, ερμηνευτική και κριτική.
  • «Τα τραγούδια μας», το 1934,
  • «Αριστοτέλης Βαλαωρίτης. Αισθητική μελέτη», το 1936,
  • «Ο Κρυστάλλης και το δημοτικό τραγούδι», το 1937, δοκίμιο,
  • «Το τραγούδι της Αγίας Σοφίας», το 1939,
  • «Η συλλογή του Αραβαντινού (το κλέφτικο τραγούδι)», το 1941.

Ήδη από το 1929 άρχισε να ερευνά τον τομέα των Κλέφτικων και Δημοτικών τραγουδιών των Ελλήνων και έγραψε το έργο,

  • «Το κλέφτικο τραγούδι. Το πνεύμα και η τέχνη του», τo 1950 από τις εκδόσεις «Ι.Δ.Κολλάρου-Εστία». Επαναδημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Εποπτεία», σε συνέχειες, στα τεύχη 76-82, από τον Φεβρουάριο του 1983 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1983 [5].

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Βιβλιογραφία

  • «Γιάννης Αποστολάκης-Φώτος Πολίτης», Κώστας Γεωργουσόπουλος, Συλλογικός τόμος «Η κριτική στη νεότερη Ελλάδα», Εταιρεία Σπουδών, Αθήνα 1981.

Παραπομπές

  1. Γιάννης Αποστολάκης Περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχος 475, σελίδα 501
  2. Το Κέντρο Λαογραφίας-Οι παλαιότεροι
  3. [Το περιοδικό «Ελληνικά Γράμματα» του Κωστή Μπαστιά, με συνεκδότη το Βασίλη Μαλατάκη, ήταν ένα δεκαπενθήμερο μαχητικό περιοδικό της δημοτικής. Κυκλοφόρησε από τις 15 Ιουνίου 1927 έως τις 15 Φεβρουαρίου 1930 και στέγασε την ομάδα του Αλέξανδρου Δελμούζου μετά τη διάσπαση του Εκπαιδευτικού Ομίλου, και ο Μπαστιάς δέχθηκε τις επιθέσεις της ελληνικής αριστεράς που με προεξάρχοντα τον Δημήτριο Γλυνό, που θεωρούσαν ότι αυτός και οι συνεργάτες του «...αντιπροσωπεύουν την αντίδραση..». Όπως εξηγούσε ο Μπαστιάς, σκοπός του ήταν η δημιουργία ενός μαχητικού περιοδικού της δημοτικής, που θα έθετε τον ιδεαλισμό, τον εθνισμό, την εθνική κληρονομιά, τις ελληνικές παραδόσεις, το Γερμανικό ιδεαλισμό, τον αντικομμουνισμό και το χριστιανισμό ως αντίβαρο στο μαρξισμό «...Το κλίμα την εποχή εκείνη ήταν αντιπαλαμικό και εγώ ήμουν και πολύ αντιαριστερός. Πολύ εναντίον του Κορδάτου. Πορευόμουν στην τροχιά του Αποστολάκη. Από εκείνον πρωτάκουσα ότι ο Μπαστιάς θα έβγαζε ένα περιοδικό. Ο Δελμούζος ήταν κοντά στον Μπαστιά. Ο Αποστολάκης, ο Φώτος Πολίτης και εγώ, νεώτερος, συμπορευόμαστε. [...] Ιδεολογικά το περιοδικό που ήμουνα ιδιαίτερα συνδεδεμένος ήταν τα Ελληνικά Γράμματα. Όταν κοιτάξεις για περιοδικά ιδεών δε βρίσκεις άλλο. Η Νέα Εστία ήταν μία καλή επιχείρηση χωρίς ιδεολογική τοποθέτηση. Τα Ελληνικά Γράμματα είχαν μία ελληνοκεντρική τοποθέτηση βασισμένη στις ιδέες του Δελμούζου, του Αποστολάκη και του Φώτου Πολίτη. Τα άλλα περιοδικά ιδεών της εποχής ήταν εκείνα που είχαν ένα κόμμα πίσω τους...»] Απόσπασμα από συνέντευξη το 1938, του καθηγητή Κ.Θ. Δημαρά, Γιάννης Κ. Μπαστιάς, «Ο Κωστής Μπαστιάς στα χρόνια του Μεσοπολέμου», «Εκδοτική Αθηνών», τόμος Β', σελίδα 472.
  4. Γιάννης Μ. Αποστολάκης-Ένας αρνητής που τον αγνόησε η ζωή και τον σκέπασε ο θάνατος Κώστας Βάρναλης, Εφημερίδα «Ριζοσπάστης», Πέμπτη 29 Μαΐου 1947, σελίδα 2
  5. Γιάννης Ἀποστολάκης - Τὸ κλέφτικο τραγούδι (Τὸ πνεῦμα καὶ ἡ Τέχνη του) Ολόκληρη η δημοσίευση