Κωνσταντίνος Σμολένσκη

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Κωνσταντίνος Σμολένσκη ή Σμολένσκυ, Έλληνας ανώτατος αξιωματικός του Στρατού με το βαθμό του Αντιστρατήγου του Πυροβολικού, ήρωας του Ελληνοτουρκικού πόλεμου του 1897 και πολιτικός που διατέλεσε δύο φορές βουλευτής και δυο φορές Υπουργός Στρατιωτικών, γεννήθηκε τον Φεβρουάριο του 1843 στην Αθήνα και πέθανε στις 12:30 το μεσημέρι της Κυριακής 27 Σεπτεμβρίου 1915 στο σπίτι του στην Αθήνα. Η νεκρώσιμη ακολουθία του τελέστηκε στις 4 το απόγευμα της Δευτέρας 28 Σεπτεμβρίου στον Μητροπολιτικό ναό Αθηνών και ακολούθησε η ταφή του στο Α' νεκροταφείο της πόλεως, όπου βρίσκεται ο τάφος της οικογένειας Σμολένσκη.

Στις 22 Νοεμβρίου 1875 παντρεύτηκε με την Χαριτίνη ή Χαρίκλεια Μελά [1], κόρη του Λέοντος Μελά, η οποία γεννήθηκε το 1858 και πέθανε το 1898, πρώτη εξαδέλφη του Ανθυπολοχαγού Παύλου Μελά ήρωα του Μακεδονικού Αγώνα. Ο Σμολένσκη από το γάμο του απέκτησε πέντε κόρες, από τις οποίες επέζησαν τρεις, η Μαρία σύζυγος Αθανασίου Γκινοπούλου, η Ραλλού που αυτοκτόνησε στις 27 Ιουνίου 1905 σε ηλικία 20 ετών, λέγεται για κληρονομικούς λόγους, αν και σύμφωνα με δημοσίευμα εφημερίδος [2] της εποχής έπασχε από μελαγχολία μετά τον θάνατο της μητέρας της, καθώς και η υστερότοκη Σοφία Σμολένσκη.

Κωνσταντίνος Σμολένσκη

Βιογραφία

Ο Κωνσταντίνος Σμολένσκη ήταν απόγονος της οικογένειας Δήμου, η οποία έλαβε τίτλο ευγενείας στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους, καταγόταν από το χωριό Φούρκα της Ηπείρου και ήταν εγκατεστειμένη στη Μοσχόπολη της Μακεδονίας. Μέλη της οικογένειας διακρίθηκαν στα γράμματα, την τυπογραφία, το εμπόριο και την βιομηχανία. Ο τίτλος ευγενείας όριζε ως νέο όνομα της οικογένειας το Σμολένσκη, καθώς δήλωνε με αυτό τον τρόπο τη φεουδαρχική κατοχή του όρους Σμόλικα της οροσειράς της Πίνδου, όπου οι Δήμου ήταν φοροεισπράκτορες πριν καταφύγουν στο κράτος των Αψβούργων και είχαν στην ιδιοκτησία τους μεγάλες εκτάσεις από την εποχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή το 1769, μετά την καταστροφή της Μοσχοπόλεως από τους Αρβανίτες, ο προπάππος του Σμολένσκη μετανάστευσε στην Ουγγαρία. Εκεί απέκτησε κτήματα και μια έπαυλη σε κτήμα στο βορρά, κοντά στην πόλη Τζόμολνοκ, [Tzolnolnok]. Το κτήμα ονομάζονταν «Σμόλκ» κι απ’ αυτό προήλθε το επώνυμο της οικογένειας Σμολένσκη.

Μετανάστευση & επάνοδος

Στην Ουγγαρία το επίθετο το επίθετο της οικογένειας προφέρονταν ως Σμολένιτς. Ο Σίμων Σμολένσκη το 1794 τιμήθηκε από τον Φραγκίσκο Β' με τον τίτλο του βαρώνου. Στις εμπορικές του δραστηριότητες τον διαδέχθηκε ο πρωτότοκος γιος του Ιωάννης Σμολένσκη, ενώ ο δευτερότοκος γιος του Σίμωνα ο Νικόλαος διεύθυνε τις εμπορικές δραστηριότητες της οικογένειας στην Βιέννη. Στην Ουγγαρία ο Λεωνίδας Σμόλενιτς, ο γιος του Νικολάου Σμολένσκη και πατέρας του Κωνσταντίνου, ήταν αξιωματικός στον Πολωνικό στρατό. Το 1825 ο Λεωνίδας ήλθε στην Ελλάδα και υπηρέτησε στον Ελληνικό Στρατό στις περιόδους του Εθνικού Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, της Αντιβασιλείας και της βασιλείας του Όθωνα, φτάνοντας στο βαθμό του Αντιστρατήγου και αναλαμβάνοντας -δύο φορές- καθήκοντα Υπουργού Στρατιωτικών. Ο Λεωνίδας Σμολένιτς παντρεύτηκε στην Αθήνα με την Μαρία Κ. Αξιώτη, κόρη του οπλαρχηγού της Ελληνικής εθνεγερσίας, ο οποίος κατάγονταν από τη Νάξο και από το γάμο τους γεννήθηκαν δύο αγόρια, ο Νικόλαος Σμόλενιτς, ανώτατος αξιωματικός και μετέπειτα Υπουργός Στρατιωτικών και ο Κωνσταντίνος Σμολένσκη [3] [4], ο οποίος βαπτίστηκε με το μικρό όνομα του παππού του Κωνσταντίνου Αξιώτη.

Στρατιωτική σταδιοδρομία

Ο Κωνσταντίνος το 1857, σε ηλικία δεκαπέντε ετών, αποπεράτωσε τις εγκύκλιες σπουδές του και στη συνέχεια εισήλθε εις την Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, όμως με την υπογραφή του πατέρα του ο οποίος τότε ήταν Υπουργός των Στρατιωτικών, στην κυβέρνηση του Δημητρίου Βούλγαρη, αποβλήθηκε, με Διάταγμα, λόγω του ζωηρού και φύσει άτακτου χαρακτήρα του. Το 1860 αναχώρησε για το Βέλγιο, όπου φοίτησε στη Στρατιωτική σχολή Βρυξελλών. Στο δίπλωμα που έλαβε ο Σμολένσκη από τη Βελγική Στρατιωτική Σχολή και κάτω από την υπογραφή ενός των καθηγητών του, ανωτέρου αξιωματικού, υπάρχει η εξής ιδιόχειρη σημείωση: «Cet officier sera un our tres utile a son pays», δηλαδή «Ο αξιωματικός αυτός θα φανή μία μέρα πολύ χρήσιμος εις την πατρίδα του.» Στις 5 Δεκεμβρίου 1863, ο Σμολένσκη επέστρεψε στην Αθήνα και κατατάχθηκε στον Ελληνικό στρατό με το βαθμό του ανθυπασπιστή Πυροβολικού. Στις 5 Μαΐου 1854, προήχθη στο βαθμό του Ανθυπολοχαγού και την περίοδο 1866-67, συμμετείχε και διακρίθηκε στην Κρητική Επανάσταση, στις μάχες στο Μυλοπόταμο και τα Αμπελάκια, με αποτέλεσμα στις 7 Σεπτεμβρίου 1868 να προβιβαστεί στο βαθμό του Υπολοχαγού. Στις 27 Νοεμβρίου 1868, διεκόπησαν οι διπλωματικές σχέσεις Ελλάδος και Τουρκίας λόγω της Κρητικής Επαναστάσεως, σχέσεις που αποκαταστάθηκαν το Δεκέμβριο του 1869, όταν κατεστάλη η εξέγερση στην Κρήτη. Τότε ο Σμολένσκη που στο μεταξύ είχε επιστρέψει στην Αθήνα, επιλέχθηκε και πραγματοποίησε στρατιωτικές σπουδές στη Γερμανία και τη Γαλλία. Το 1874 επέστρεψε στην Ελλάδα και στις 23 Φεβρουαρίου του 1877 προήχθη στο βαθμό του Λοχαγού Πυροβολικού.

Την περίοδο από τις 22 Φεβρουαρίου έως 23 Μαρτίου 1881, του ανατέθηκε και συνέταξε το νέο κανονισμό των Ελληνο-Τουρκικών μεθορίων, με τον οποίο προστέθηκαν στην Ελλάδα ολόκληρη η Θεσσαλία και μέρος της Ηπείρου. Στις 16 Ιουλίου 1881, ο Σμολένσκη προήχθη στο βαθμό του Ταγματάρχου και κατά την επιστρατεία του 1885-86 του ανατέθηκε η οχύρωση της μεθορίου και έκτοτε τοποθετήθηκε καθηγητής της Οχυρωματικής στη Σχολή Ευελπίδων και επιτελάρχης του Αρχηγού του Στρατού. Στις 13 Σεπτεμβρίου 1888 προήχθη κατ’ επιλογή στο βαθμό του Αντισυνταγματάρχου και του ανατέθηκαν καθήκοντα Στρατοδίκη και διατέλεσε Πρόεδρος του Α’ διαρκούς Στρατοδικείου. Στην εφημερίδα «Παλιγγενεσία» [5] δημοσιεύεται η πληροφορία ότι: «Χθες περί ώραν 2 μ.μ. εν τω πολυγώνω του πυροβολικού έλαβε χώραν η ένεκα του μεταξύ των ιλάρχων κ. Τριγγέτα και Μεταξά λαβόντος χώραν επεισοδίου προκληθείσα μονομαχία. Κατά ταύτην γενομένην από αποστάσεως 25 βημάτων και ενώπιον των κ.κ. Κ. Σμόλενιτς, αντισυνταγματάρχου του πυροβολικού και Ιφ. Κοκκίδου, αντισυνταγματάρχου του μηχανικού, παραστάντων ως μαρτύρων του πρώτου και των κ.κ. Αργυρόπουλου και Βακάλογλου, ταγματαρχών του πυροβολικού και του ιατρού κ. Βελλίνη, η σφαίρα του κ. Τριγγέτα απέκοψε το κατά την οσφύν κομβίον της περισκελίδος του κ. Μεταξά, μεθ’ ο, τη παρεμβάσει των μαρτύρων εθεωρήθη λήξασα η μονομαχία». Στις 26 Μαΐου 1895, ο Σμολένσκη προήχθη στο βαθμό του Συνταγματάρχου.

Το 1896 του ανατέθηκε η Διοίκηση του 3ου Συντάγματος Πυροβολικού και με την με την ιδιότητα του διηύθυνε τις δυνάμεις της 3ης Ταξιαρχίας, την οποία αποτελούσαν το 7ο και 8ο Συντάγματα Πεζικού, το 6ο, 8ο και 9ο Τάγματα Ευζώνων, μία διλοχία Μηχανικού και 2 ίλες Ιππικού. Στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, επικεφαλής της 3ης Ταξιαρχίας αμύνθηκε στα στενά του Ρεβενίου, υποχωρώντας στα Φάρσαλα, ενώ στη συνέχεια στάλθηκε στο Βελεστίνο, προκειμένου να ανακόψει την προέλαση του Τουρκικού στρατού προς την πόλη του Βόλου. Κατέλαβε τα υψώματα παρά το «Πιλάφ τεπέ», και στις 17, 23 και 24 Απριλίου απόκρουσε τις τουρκικές επιθέσεις. Ο Σμολένσκη απέτρεψε τους στρατιώτες του από την άτακτη φυγή και τη λιποταξία και διατήρησε τις θέσεις του για όσο χρόνο χρειάστηκαν οι υπόλοιπες δυνάμεις, για να υποχωρήσουν από τα Φάρσαλα στο Δομοκό. Το Βελεστίνο εγκαταλείφθηκε από τις δυνάμεις του Σμολένσκη, οι οποίες συμπτύχθηκαν στον Αλμυρό μόλις ολοκληρώθηκε με η ανασύνταξη στον Δομοκό. Ο Σμολένσκη έφτασε στις 18 Μαΐου από τον Αλμυρό και διατάχτηκε να κρατήσει το πέρασμα στις Θερμοπύλες. Όταν ο υπόλοιπος Ελληνικός στρατός υποχώρησε από τα Φάρσαλα και υπήρξε κίνδυνος εγκλωβισμού της 3ης Ταξιαρχίας, ο Σμολένσκη διατάχθηκε να οδηγήσει την Ταξιαρχία στη Λαμία και δεν χρειάστηκε να πολεμήσει αφού ο Σουλτάνος διέταξε παύση πυρός στις 20 Μαΐου μετά από προτροπή του Ρώσου Τσάρου.

Στις 7 Μαΐου 1897 προήχθη επ’ ανδραγαθία στο βαθμό του Υποστρατήγου και διορίστηκε μέραρχος του Ελληνικού στρατού στις Θερμοπύλες, ως αναγνώριση της αποτελεσματικής του άμυνας στο Βελεστίνο. Κατά το Κίνημα του 1909, με νόμο της Ελληνικής Βουλής προήχθη στο βαθμό του Αντιστρατήγου και διορίστηκε Αρχηγός στρατού μετά την ψήφιση ειδικού νόμου, καθώς είχε καταληφθεί από το όριο ηλικίας. Τις πρώτες μέρες του Φεβρουαρίου του 1910 ο Σμολένσκη σε συνέντευξη που παραχώρησε σε εφημερίδα δήλωσε έτοιμος να επέμβει για να τερματιστεί η ανώμαλη κατάσταση που επικρατούσε στην Ελλάδα, είδηση που προκάλεσε έντονη ανησυχία στα μέλη του «Στρατιωτικού Συνδέσμου». Ωστόσο, μετά από συνάντηση του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο στις 9 Φεβρουαρίου ο Σμολένσκη έδωσε διαβεβαιώσεις για τη νομιμοφροσύνη του και τη στήριξη του στην Αναθεωρητική Εθνοσυνέλευση. Ο Σμολένσκη ανέλαβε και την προεδρία του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου, με τη νομοθετική πρόβλεψη να αναλάβει την αρχηγία του Στρατού σε περίπτωση πολέμου. Τέθηκε σε διαθεσιμότητα στις 21 Απριλίου 1911 και αποστρατεύθηκε στις 27 Μαρτίου του 1912.

Πολιτική δράση

Ο Σμολένσκη μετά την αποστρατεία του πολιτεύθηκε και στις πρώτες εκλογές μετά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο εκλέχθηκε Βουλευτής Αττικοβοιωτίας. Επί Κυβερνήσεως του Αλέξανδρου Ζαΐμη, ειδικότερα από τις 21 Σεπτεμβρίου έως τον Απρίλιο του 1899 του ανατέθηκαν καθήκοντα Υπουργού Στρατιωτικών όπως και το 1903, όταν επανεκλέχθηκε βουλευτής, ορίστηκε Υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση του Γεωργίου Θεοτόκη. Έχει γραφεί [6] ότι ο Σμολένσκη αποδείχθηκε «απελπιστικά ανεπαρκής» στην άσκηση των υπουργικών του καθηκόντων.

Στις 2 Φεβρουαρίου 1904 κατά τη συζήτηση ενός νομοσχεδίου για στρατιωτικά θέμα ο Θεοδόσης Λυμπρίτης, βουλευτής Τυρνάβου και πρώην υπουργός Στρατιωτικών είπε ότι «...οι κυβερνώντες ανοήτως αποστέλλουσι τους κληρωτούς εις την Σχολήν χωρίς προηγουμένως να τους δοκιμάσωσι» προκαλεί την αντίδραση του υπουργού Στρατιωτικών Σμολένσκη. Ο Υπουργός ζήτησε εξηγήσεις και ο Λυμπρίτης διευκρίνισε «...ότι διά της φράσεως “κυβερνώντες ανοήτως” δεν εσκόπει να προσβάλη τον κ. Σμολένσκην», όμως έσπευσε να διευκρινίσει ότι «..παρέσχε τας εξηγήσεις ουχί διότι επτοήθη» κι είναι πρόθυμος «...να αποδεχθή πάσαν πρόκλησιν». Τότε ο Σμολένσκη σηκώθηκε από το υπουργικό έδρανο κι είπε «...Εγώ δεν προκαλώ αλλ' αμυνόμενος θα σου στείλω τους μάρτυράς μου...», ορίζοντας στο ρόλο αυτό τους βουλευτές Τσαμαδό και Γρίβα [7]. Το πρωτόκολλο της μονομαχίας Σμολένσκη-Λυμπρίτη συντάχθηκε στο ιδιαίτερο γραφείο του εφόρου της βιβλιοθήκης της Βουλής και η μονομαχία τους έγινε στις 8 το πρωί της 4ης Φεβρουαρίου στο Μπραχάμι χωρίς να υπάρξει τραυματισμός, καθώς οι δύο πρώην στρατιωτικοί αστόχησαν και έδωσαν τα χέρια.

Μνήμη Σμολένσκη

Για την μάχη του Βελεστίνου γράφει ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος: «....Η τουρκική επίθεσις ήτο σφοδρά και τμήματα τινά εκάμφθησαν ...{...}... Αλλά ο Σμολένσκης δεν ήτο εκ των ανθρώπων που κλονίζονται με την πρώτην ατυχίαν. Ωδήγησεν αυτοπροσώπως προς την απειλούμενην πτέρυγα τμήμα της εφεδρείας του, συνεκράτησεν τους υποχωρούντας και, ου μόνον επανέφερεν τους φυγάδας εις τας θέσεις των, αλλά και δι ερρωμένης αντεπιθέσεως απώθησεν τον εχθρόν εις αρκετήν απόστασιν. Ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Σμολένσκης ήτο ανήρ υψηλού αναστήματος και με ευρύτατους ώμους, πραγματικός γίγας. Κατά την στιγμήν της κρίσεως ανεφάνη εις το μέσον των υποχωρούντων και, κρατών, πάλλων ογκώδη ράβδον δια της δεξιάς ανεφώνησεν με την βαρείαν φωνήν του : «Ντροπή σας! Φωνάζατε ζήτω ο πόλεμος και τώρα φεύγετε σαν γυναικούλες»! Το αποτέλεσμα υπήρξε άμεσον. Οι φυγάδες εσταμάτησαν, ανεστράφησαν και ανακατέλαβαν τας θέσεις των. Το επεισόδιον αυτό, το οποίον μου αφηγήθει αυτόπτης μάρτυς, ο αείμνηστος Χατζηανέστης, υπασπιστής του Σμολένσκη, αποδεικνύει την υψίστη σημασίαν που έχει εν πολέμω η προσωπική αξία του αρχηγού και η άμεσος παρέμβασίς του εις ωρισμένας κρισίμους στιγμάς του αγώνος...».

Ο στρατηγός Μαζαράκης πλέκει το εγκώμιο του Σμολένσκη με τα λόγια: «....Ο κόσμος είχε ανάγκη κάπου να αναπαύσει το βλέμμα του και δι αυτό εθεοποίησε τον Σμολένσκη. Αν είχε την φιλοδοξία και την ικανότητα ηδύνατο να γίνει τότε δικτάτωρ. Αλλά ήτο μικρότερος των περιστάσεων», ενώ ο Ιωάννης Μεταξάς κριτικάρει με σκληρότητα τον Σμολένσκη, γράφοντας: «....Μετά την εν Λαρίσση υποχώρησιν, όσον εμειούτο το γόητρον του Διαδόχου τόσον υψούτο το του Σμολένσκη. Ήτο ου μόνον ήρως αλλά και έξοχος στρατιωτικός νους. Απεσιωπήθη τελείως υπό των εφημερίδων η εκ Ρεβενίου άτακτος και εν πλήρει αποσυνθέσει υποχώρησίς του, η πρώτη εν Βελεστίνω κατά την 15 Απριλίου αποτυχία του ένεκα της κακής πορείας της Ταξιαρχίας του. Συγχρόνως, αι εφημερίδες εκαλύφθησαν υπό πλήθους επεισοδίων των ηρωικών πράξεων του εξόχου στρατηγού. Τα επεισόδια ταύτα απολύτως ψευδή, εδόθησαν ή διεδόθησαν παρ' αυτού του ιδίου ή των συγγενών του. Άλλα επλάστηκαν υπό των ανταποκριτών των εφημερίδων τους οποίους επεριποιήθει, και οι οποίοι σχεδόν πάντες έτυχον τοιούτων περιποιήσεων παρά του Διαδόχου ή του Σαμπουτζάκη. Άλλα επλάστηκαν παρά των επιθυμούντων την κατάληψιν της αρχής Ράλλης π.χ. ...{...}... Ο ήρως Σμολένσκη αποδεικνύεται εις αμαθής στρατηγός πλειστάκις εκθέσας τον στρατόν του εις καταστροφήν και πολλαχού υποστάς αποτυχίας, επιμελώς υπό των εν Αθήναις φίλων του και συγγενών αποκρυβείσας...»..

Ο Κωνσταντίνος Σμολένσκη, που είχε υπασπιστή του τον Γεώργιο Χατζηανέστη, μετέπειτα Αρχιστράτηγο -έναν από τους έξι εκτελεσθέντες για την Μικρασιατική καταστροφή, τιμήθηκε για την γενναιότητα του την 1η Δεκεμβρίου 1886 από την Ελληνική κυβέρνηση, που τον παρασημοφόρησε με τον Χρυσό Σταυρό των Ιπποτών του Σωτήρος, ενώ ανάλογες τιμές έλαβε από το Βέλγιο και τη Σερβία. Επίσης του απονεμήθηκε τιμητική σπάθη εκ μέρους του Δήμου Αθηναίων, η οποία κατασκευάστηκε με χρήματα εράνου. Παράλληλα τιμήθηκε με τον Μεγαλόσταυρο του Σωτήρος. Ανακηρύχθηκε επίτιμος δημότης Πάτρας, Αργοστολίου, Τριπόλεως, Νηλείας, Παμίσου και Καλαβρύτων. Διέθετε ακίνητη περιουσία και κατοικία στην οδό Γεωργίου Σταύρου 4, μετέπειτα Σοφοκλέους 25, στο κέντρο της Αθήνας και εξοχική κατοικία, νεοκλασικού ρυθμού με πρόστυλο και τριγωνικό αέτωμα, στην οδό Σμολένσκη 19, σήμερα συμβολή των οδών Ελευθερίου Βενιζέλου και Σμολένσκη 25, στο Νέο Φάληρο. Με τη διαθήκη του [8] η οποία αναγνώστηκε στις 11 Οκτωβρίου του 1915 σε δημόσια συνεδρίαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, κληροδότησε 1000 δραχμές της εποχής στον ιερό ναό της Αγίας Ειρήνης, 100ο δραχμές στην Ελεήμονα Εταιρεία αθηνών και 800 δραχμές στοον κεντρικό ιερό Ναό της κωμοπόλεως του Βελεστίνου. Η κατοικία Σμολένσκη στο Φάληρο χαρακτηρίστηκε διατηρητέα το 1982 [9] όταν ιδιοκτήτης του ακινήτου ήταν η Άννα Ματιάτου. Στο Φάληρο, όπως και στο κέντρο της Αθήνας υπάρχουν οδοί που φέρουν το όνομα του, ενώ στο Βελεστίνο έχει ανεγερθεί μνημείο εις ανάμνηση της μάχης την οποία έδωσε επικεφαλής της 3ης Ταξιαρχίας.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Εσωτερική αρθρογραφία

Παραπομπές

  1. Οι δρόμοι μας-Στρατηγού Σμολένσκι
  2. Εφημερίδα «Εμπρός», φύλλο της 28ης Ιουνίου 1905.
  3. [Ο Κωνσταντίνος ήταν ο πρώτος της οικογένειας που χρησιμοποίησε επίσημα το επίθετο Σμολένσκης αντί του Σμόλενιτς.]
  4. [Ο Μοσχοπολίτης Θεόφραστος Γεωργιάδης στο έργο του Μοσχόπολις που εκδόθηκε το 1975 στην Αθήνα γράφει: «...όταν το 1911 τον είχα επισκεφθεί, με πατριωτικό ενδιαφέρον μου ζητούσε να μάθει λεπτομέρειες για την Μοσχόπολη, από την οποία είχαν αποδημήσει ο προπάππους του στην Ουγγαρία..».]
  5. [«Παλιγγενεσία», φύλλο 20ής Ιανουαρίου 1894.]
  6. [Γιάννης Γιαννουλόπουλος «Η ευγενή μας τύφλωσις», σελίδα 170, Αθήνα-Μάρτιος 2003, εκδόσεις «Βιβλιόραμα».]
  7. [Εφημερίδα «Ακρόπολις», φύλλο 3ης Φεβρουαρίου 1904]
  8. Η διαθήκη του Σμολένσκη Εφημερίδα «Εμπρός», 12 Οκτωβρίου 1915, σελίδα 2η.
  9. [Προεδρικό Διάταγμα που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 410/Δ/1982.]