Παναγιώτης Δαγκλής

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Παναγιώτης Δαγκλής, Έλληνας στρατιωτικός του Πυροβολικού με το βαθμό του Στρατηγού και πολιτικός, που διατέλεσε Βουλευτής και Υπουργός, γεννήθηκε στις 17 Νοεμβρίου 1853 στην Αταλάντη [1], όπου υπηρετούσε ο πατέρας του, και πέθανε στις 9 Μαρτίου 1924 στην Αθήνα, μετά από σύντομη ασθένεια, στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός». Η κηδεία του έγινε στις 10 το πρωί της 11ης Μαρτίου από το Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών και τάφηκε στο Α' νεκροταφείο Αθηνών.

Ήταν παντρεμένος με την Σοφία Μόστρα, αδελφή της Ειρήνης Μόστρα, η οποία ήταν σύζυγος του Κωνσταντίνου Σμολένσκη. Οι αδελφές Μόστρα, κόρες της Ελένης Λέοντος Μελά και του Σπυρίδωνος Μόστρα, κατάγονταν, από την πλευρά της μητέρας τους, από την οικογένεια Μελά και ήταν εξαδέλφες με τον Παύλο Μελά. Από το γάμο του Παναγιώτη Δαγκλή και της Σοφίας Μόστρα, γεννήθηκε μία κόρη, η Ελένη Δαγκλή, σύζυγος του πολιτικού Α. Μυλωνά.

Παναγιώτης Δαγκλής

Βιογραφία

Η οικογένεια Δαγκλή ή Νταγκλή, ήταν οικογένεια αγωνιστών από το Σούλι και μέλη της συμμετείχαν στους αγώνες κατά του Αλή Πασά και αργότερα ως αγωνιστές στην Επανάσταση του 1821, ενώ κάποια από τα μέλη της το 1834, εγκαταστάθηκαν στη Ναύπακτο. Ο παππούς του Παναγιώτης [Γιώτης] Δαγκλής, συμμετείχε στις πολεμικές συρράξεις στην περιοχή της Ηπείρου και της σημερινής Αιτωλοακαρνανίας. Πατέρας του ήταν ο Υποστράτηγος του Πεζικού Γεώργιος Π. Δαγκλής, λόγω των συχνών μετακινήσεων του οποίου, ο Παναγιώτης μεγάλωσε στη Στυλίδα και σε ηλικία 9 ετών επέστρεψε ή εγκαταστάθηκε στο Αγρίνιο, όπου, ακολουθώντας την οικογένειά του, ολοκλήρωσε τα μαθήματα του Γυμνασίου.

Μητέρα του ήταν η Ζαφειρούλα Γεωργίου Μαλάμου, με την οποία ο πατέρας του παντρεύτηκε στις 22 Οκτωβρίου 1842 στο Μεσολόγγι [2] και είχε δύο αδελφές, μια μεγαλύτερη, τη Χριστίνα, μετέπειτα σύζυγο από τις 3 Ιουνίου 1873, του φαρμακοποιού Αγρινίου Γεωργίου Παπαγιαννόπουλου, τη μητέρα του ταγματάρχη Βασιλείου Παπαγιάννη, που σκοτώθηκε στη μάχη του Σκρά και μια μικρότερη την Πολυξένη, μετέπειτα σύζυγο του αξιωματικού του Στρατού Δημητρίου Παλαιολόγου. Οι γονείς του είχαν αποκτήσει και άλλα παιδιά, κυρίως αγόρια, τα οποία πέθαναν σε νεαρή ηλικία. Νονός του Παναγιώτη ήταν ο Συνταγματάρχης Ζάχος Μίλιος, διοικητής της μονάδος στην οποία υπηρετούσε, τότε, ο πατέρας του.

Σπουδές

Παρακολούθησε τα μαθήματα του Δημοτικού στην Αταλάντη και από το 1860 έως το 1862 στο Ιδιωτικό εκπαιδευτήριο Περίδου στην Αθήνα, όπου είχε μετατεθεί ο πατέρας του και στα μέσα του 1862, η οικογένεια εγκαταστάθηκε στο Αγρίνιο, λόγω της μεταθέσεως του πατέρα του ως Υποδιοικητού στη Διοίκηση του 6ου Τάγματος, το οποίο είχε έδρα την Αμφιλοχία. Στο Αγρίνιο ολοκλήρωσε το Αλληλοδιδακτικό και στη συνέχεια για τρία χρόνια το Ελληνικό Σχολείο και το Σχολαρχείο. Το Σεπτέμβριο του 1867, μετά τις καλοκαιρινές του διακοπές στον Άγιο Βλάσιο Τριχωνίδος, όπου ήταν δήμαρχος ο θείος του Σπύρος Πεσλής, μετακόμισε στην Αθήνα και εγκαταστάθηκε στο σπίτι της γιαγιά του Χάιδως Μαλάμου και το σχολικό έτος 1867-68 παρακολούθησε μαθήματα στο Βαρβάκειο Γυμνάσιο. Παρακολούθησε τα μαθήματα των υπολοίπων τάξεων στο Γυμνάσιο Μεσολογγίου από το οποίο αποφοίτησε τον Ιούλιο του 1870 και στις 23 Αυγούστου επέστρεψε στην Αθήνα, έχοντας επιλέξει σταδιοδρομία στο στράτευμα.

Στρατιωτική δράση

Έδωσε εξετάσεις στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων το Σεπτέμβριο του 1870 και στις 6 Νοεμβρίου του ίδιο χρόνου άρχισε να παρακολουθεί τα μαθήματα της 1ης τάξεως μα καταβολή διδάκτρων ύψους 500 δραχμών ετησίως. Αποφοίτησε μετά από γραπτές εξετάσεις τον Αύγουστο του 1877 με το βαθμό του Ανθυπασπιστού Πυροβολικού και στις Φεβρουαρίου 1878 πήρε το βαθμό του Ανθυπολοχαγού του Πυροβολικού, πρώτος στην τάξη του με αριθμό στρατιωτικού μητρώου 1336. Στις 7 Απριλίου 1878 μετατέθηκε στο Αγρίνιο, όπου ήταν η πρώτη του τοποθέτηση και ακολούθησαν πολλές μεταθέσεις του την επόμενη διετία, ενώ από τις τελευταίες εβδομάδες του 1883 έως το Σεπτέμβριο του 1884, μετεκπαιδεύτηκε στο Βέλγιο, αρχικά στις Βρυξέλλες και στη συνέχεια στη Λιέγη. Το 1880 προβιβάστηκε σε Υπολοχαγό, το 1883 σε Λοχαγό και διατέλεσε υπασπιστής του στρατηγού Βοσσέρ, αρχηγού της Γαλλικής Στρατιωτικής Αποστολής από το 1884 έως το Δεκέμβριο του 1887, το 1892 σε Ταγματάρχη, το 1902 σε αντισυνταγματάρχη, το 1907 σε συνταγματάρχη, το 1911 σε υποστράτηγο και το 1913 σε αντιστράτηγο. Το 1896 υπηρέτησε ως Ταγματάρχης στο Αγρίνιο, τη χρονιά αυτή που ο Αντιστράτηγος πατέρας του άφησε την τελευταία του πνοή.

Συμμετείχε στον άτυχο πόλεμο του 1897, έχοντας ως διοικητή τον αντιστράτηγο Δημήτριο Μπαϊρακτάρη από το Αγρίνιο -μετέπειτα Φρούραρχο Αθηνών που συνέδεσε το όνομα του με την καταπολέμηση των κουτσαβάκηδων, και η μονάδα τους πέτυχε την μοναδική νίκη του πολέμου, στη θέση Γρίμποβο, έξω από την Άρτα. Κατά περιόδους διετέλεσε καθηγητής της πυροβολικής ως Λοχαγός, ήταν καθηγητής του Πρίγκιπα Ανδρέα, και το 1910 υπηρέτησε ως Διευθυντής στην Σχολή Ευελπίδων, καθώς και Φρούραρχος της Χωροφυλακής στην Αθήνα. Το 1912 διορίστηκε αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, θέση που διατήρησε ως το τέλος του Α΄ Βαλκανικού πολέμου. Το πρωί της 27ης Οκτωβρίου 1912 μπήκε στη Θεσσαλονίκη, με την ιδιότητα του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού και εγκαταστάθηκε στο Διοικητήριο της πόλεως, καθώς στις 1:30 μετά τα μεσάνυχτα, είχε υπογραφεί στο Διοικητήριο το πρωτόκολλο παραδόσεως της στον ελληνικό στρατό. Το κείμενο είχε συνταχθεί στη γαλλική γλώσσα από τον τότε έφεδρο δεκανέα Ίωνα Δραγούμη, το οποίο συνυπέγραψαν από την ελληνική πλευρά ο ταγματάρχης Βίκτωρ Δούσμανης και ο λοχαγός Ιωάννης Μεταξάς και από την τουρκική ο Χασάν Ταχσίν Πασάς. Στις 21 Μαΐου ο Δαγκλής έλαβε από τον βασιλέα Κωνσταντίνο το ακόλουθο τηλεγράφημα,
«...Επί τη σημερινή εορτή μου, επιθυμώ να δώσω ημίν δείγμα της ευαρέσκειάς μου και δι' υμών εις το στράτευμα το οποίον τόσον επιτυχώς και ανδρείως εδιοικήσατε κατά το διάστημα του πολέμου, απονέμω υμίν τον ανώτερον Ταξιάρχη του Βασιλικού μου τάγματος του Σωτήρος. Η απονομή του υψηλού τούτου παράσημου εξωτερικεύει τον θαυμασμό του έθνους για τας ενδόξους σελίδας τας οποίας ΧΡΥΣΟΙΣ ΓΡΑΜΜΑΣΙ εχάραξατε και εις την στρατιωτικήν ιστορίαν της πατρίδος, εφ΄ώ εκφράζω ημίν τας βασιλικάς μου ευχαριστίας! Τα διάσημα θέλουσιν αποσταλεί υμίν εξ Αθηνών.
Κωνσταντίνος Α'».

Αναφερόμενη στο γεγονός του Βασιλικού τηλεγραφήματος η εφημερίδα «Εστία» έγραψε [3] «...Τηλεγράφημα όπως αυτό που συνοδεύει το παράσημον, ίσον τουλάχιστον εις σημασίαν προς το παράσημον, δεν ημπορεί να καυχηθεί ότι έχει άλλος Έλλην...».

Ο Παναγιώτης Δαγκλής παρέλαβε την πόλη των Ιωαννίνων από τον Τούρκο στρατιωτικό Διοικητή της. Το 1913 στο Β΄ Βαλκανικό πόλεμο ανέλαβε την αρχηγία του στρατού της Ηπείρου και συμμετείχε στις μάχες στη Δοϊράνη [4], Σκρά, Γρίμποβο, Μπιζάνι, Φλώρινα, ενώ τον ίδιο χρόνο συμμετείχε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο στη Διάσκεψη Ειρήνης του Λονδίνου, με την ιδιότητα του Τεχνικού Συμβούλου. Στο τέλος Δεκεμβρίου 1913 ανακλήθηκε στην Αθήνα και τον αντικατέστησε ο Υποστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας, ενώ η απομάκρυνση του από τα Ιωάννινα συσχετίσθηκε με το θέμα της Βορείου Ηπείρου και αποδόθηκε σε αξιώσεις των Μεγάλων Δυνάμεων. Στις εφημερίδες της 22ας Νοεμβρίου 1913 δημοσιεύθηκε η είδηση παραιτήσεως του με σκοπό να αναλάβει την διεύθυνση της άμυνας της Ηπείρου. Η κυβέρνηση του ζήτησε να προχωρήσει σε επώνυμη διάψευση στην οποία θα αναγραφόταν, «..Ο βαθμός μου και η εθνική εν Ιωαννίνοις θέσις μου μοί επιβάλλουσι, οιαδήποτε κι αν ώσι τα αισθήματα μου, υπακούω πάντοτε μόνας τας διαταγάς του Βασιλέως μου και της Κυβερνήσεως του..».

Πυροβόλο Σνάιντερ [Schneider]-Δαγκλή

Επινόησε το λυόμενο ορειβατικό πυροβόλο Σνάιντερ [Schneider]-Δαγκλή, που χρησιμοποιήθηκε από την Ορειβατική Πυροβολαρχία του Ελληνικού Πυροβολικού μέχρι και τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Πρόκειται για Ορεινό ταχυβόλο, γαλλικής κατασκευής και ελληνικής σχεδιάσεως, με ραβδωτή κάννη, υδροπνευματικό σύστημα οπισθοδρόμησης, κλείστρο έμφραξης, και ιδιόρρυθμο σύστημα κάνης. Έβαλε ολομερείς φύσιγγες, που έχουν ως χαρακτηριστικό τη μικρή ελαστικότητα των πυρών και την μεγαλύτερη φθορά της κάνης. Τα εκρηκτικά βλήματα του πυροβόλου είχαν βάρος 6,5 κιλά και μικρής εκρηκτικής ικανότητας, ενώ και τα βολιδοφόρα ήταν ίδιου βάρους. Το πυροβόλο ήταν λυόμενο και μεταφερόταν από έξι ημιόνους. Εξ αιτίας της σχετικά περιορισμένης μέγιστης ανύψωσης του σωλήνα του, σε συνδυασμό με τις ολομερείς φύσιγγες, παρείχε περιορισμένη κάλυψη. Λόγω της εντατικής χρήσης που είχαν υποστεί στους Βαλκανικούς πολέμους και στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία τα πυροβόλα δεν επιτύγχαναν το θεωρητικό μέγιστο βεληνεκές των 5.800 μέτρα αλλά έβαλαν μέχρι τα 4.500 μέτρα.

Το πυροβόλο είχε μικρό χρόνο αρμολόγησης, περί το 1,5 λεπτό από εκπαιδευμένο πλήρωμα, ιδιαίτερα εξ αιτίας του ιδιόρρυθμου αλλά επιτυχούς σχεδιασμού που επέτρεπε στην κάννη να εισάγεται μέσα σε κυλινδρική θήκη η οποία επίσης έφερε σταθερά και το σύστημα του κλείστρου. Το πυροβόλο των 75 χιλιοστών αποτέλεσε μία από τις βασικές αγορές της κυβερνήσεως Γεωργίου Θεοτόκη που είχε αναλάβει την αναδιοργάνωση και τον επανεξοπλισμό του στρατού. Αποτέλεσε το βασικό ορειβατικό πυροβόλο του Ελληνικού Στρατού στους Βαλκανικούς Πολέμους, καθώς και το ένα από τα δύο βασικά ορειβατικά πυροβόλα του στη Μικρασιατική Εκστρατεία. Επιλέχθηκε μετά από διαγωνισμό στον οποίο αντιπαρατέθηκε με το ορειβατικό πυροβόλο Κρουπ-Λυκούδης, που είχε σχεδιαστεί από τον Έλληνα Ταγματάρχη του Μηχανικού Λυκούδη.

Αυτονομία Βορείου Ηπείρου

Στις 17 Δεκεμβρίου 1913 οι Μεγάλες Δυνάμεις αποφάσισαν με το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας να αποδώσουν το βόρειο τμήμα της Ηπείρου στο νεοσύστατο αλβανικό κράτος. Η Πανηπειρωτική Συνέλευση του Αργυροκάστρου που συγκλήθηκε από τις 30 Ιανουαρίου έως τις 5 Φεβρουαρίου 1914, τον πρότεινε ως μέλος της «Οργανωτικής Επιτροπής», για την ανακήρυξη της Αυτονομίας της Βορείου Ηπείρου, μαζί με τους Γεώργιο Ζωγράφοκαι τους Μητροπολίτες Δρυϊνουπόλεως Βασίλειο, Βελλάς και Κονίτσης Σπυρίδωνα και Κορυτσάς Γερμανό, στους οποίους έστειλε κρυπτογραφικά τηλεγραφήματα με τα οποία αναγγελλόταν η απόφαση. Ο Δαγκλής απάντησε ότι δεν μπορούσε να αποκρυπτογραφήσει το μήνυμα, διότι έλειπε ο Αλέξανδρος Καραπάνος, Υπουργός Εξωτερικών αργότερα της Αυτόνομης Ηπείρου, που είχε τον κώδικα. Έτσι οι αντιπρόσωποι της Συνελεύσεως αποφάσισαν την μετάβαση των Μητροπολιτών Βελλάς και Δρυϊνουπόλεως στην Κέρκυρα για να του αποστείλουν νέο τηλεγράφημα, όμως η απάντηση του ήταν αρνητική [5], παρά την επιστολή που του απέστειλε ο Μητροπολίτης Βασίλειος. Ο Ιεράρχης στην επιστολή του την απόγνωση απόγνωση του Ηπειρωτικού λαού για την τροπή που έπαιρνε το ζήτημα της Βορείου Ηπείρου και ανέφερε, «...Αν δεν δύναται να μας βοηθήσει ούτε εμμέσως χάριν των γενικότερων συμφερόντων του Έθνους, δεν λέγω του Ελληνισμού, καθότι και η Ήπειρος είναι Ελληνική, δεν είναι μόνον αι Νήσοι Ελληνικαί, τότε να παρακληθή να μας αφήσει ελευθέρους να σκεφθώμεν, ενεργήσωμεν, αποφασίσωμεν περί της σωτηρίας μας, της ανεξαρτησίας μας και μη μας θεωρή ως res (πράγματα) ή ανταλλάγματα...».

Ο Δαγκλής την ίδια ημέρα, στις 3 Φεβρουαρίου, έστειλε και επιστολή προς τον Μητροπολίτη Βελλάς και Κονίτσης Σπυρίδωνα, στον οποίο εξηγούσε την άρνηση του καθώς και τους λόγους για τους οποίους η Ελληνική Κυβέρνηση δεν ήταν δυνατό να υποστηρίξει τον αγώνα των Βορειοηπειρωτών, υποστηρίζοντας ότι «..Το έθνος περιστοιχίζεται έτι υπό πολλών κινδύνων, των εχθρών αυτού καραδοκούντων πάσαν περιπλοκήν. θα ήτο δε προδοτικόν εκ μέρους Ελλήνων και δη κατεχόντων επίσημον θέσιν, να ωθήσωσι δι’ ασυνέτων ενεργειών το έθνος εις σοβαροτάτας περιπλοκάς προς την Ιταλίαν και Αυστρίαν. Αντίστασις ενεργουμένη υπό ολίγων Ηπειρωτών, άνευ σχεδόν χρηματικών πόρων και άνευ φυσιγγίων δύναται να βλάψη εν γένει το έθνος και άκαρπος θέλει αποβή..». Λίγες ημέρες αργότερα και συγκεκριμένα στις 8 Φεβρουαρίου, η επιστολή του στο Μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως είχε ανάλογο παρόμοιο περιεχόμενο, «...Ρητώς μοι λέγωσιν (σ.σ. Βασιλιάς και Κυβέρνηση) ότι δεν θέλουσι χορηγήσει ούτε έναν στρατιώτην, ούτε εν φυσίγγιον. Η αντίστασις κατά των Αλβανών φοβούμαι όμως ότι θα καταστή εις το μέλλον αδύνατος η συμφιλίωσις και συμβίωσις μεταξύ των δύο φυλών, προς μεγάλην ζημίαν του Ελληνισμού και προς όφελος των εχθρών αυτού..». Η άρνηση του Δαγκλή προκάλεσε έντονες συζητήσεις [6] κι αφού εξετάσθηκαν όλες οι προτάσεις, με εισήγηση του Μητροπολίτη Βελλάς και Κονίτσης Σπυρίδωνα, αποφασίσθηκε να κληθεί να αναλάβει ως στρατιωτικός ηγέτης ο Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης.

Κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης

Μετά την εκθρόνιση του βασιλιά Κωνσταντίνου, όταν η Ελλάδα πήρε μέρος στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, διορίστηκε αρχιστράτηγος του ελληνικού στρατού και με βάση τους μαχητές της Εθνικής άμυνας ανασυγκρότησε δέκα μεραρχίες, με πρωτοπόρες τη μεραρχία Αρχιπελάγους, Κρήτης και Σερρών. Πολέμησε στο απόρθητο οχυρό των Βουλγάρων στο Σκρα ντί Λεγκεν και η νίκη του προκάλεσε τον θαυμασμό των συμμάχων, όμως στη μάχη σκοτώθηκε στις 17/30 Μαΐου 1918, ο ανιψιός του Δαγκλή και γιος της αδελφής του, ταγματάρχης Βασίλειος Παπαγιάννης [7] [8]. Ο Δαγκλής αποστρατεύτηκε το 1920, όμως στη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας, επανήλθε στην ενεργό υπηρεσία και τοποθετήθηκε Αρχιστράτηγος του ελληνικού στρατού στις συμμαχικές στρατιές της Ανατολής, με δικαιοδοσίες στη διοίκηση, εκπαίδευση, παράσταση και πειθαρχία του στρατού.

Πολιτική δράση

Υπήρξε πρώτος Πρόεδρος του ιστορικού σωματείου της «Ηπειρωτικής Εταιρείας», που ιδρύθηκε στα Γιάννενα και συνέβαλε στην απελευθέρωση της Ηπείρου, ενώ οργάνωσε την μυστική απελευθερωτική οργάνωση «Πανελλήνιος Οργάνωσις» κι είχε την ευθύνη του στρατιωτικού σκέλους του «Μακεδονικού κομιτάτου» των Αθηνών για την απελευθέρωση της Μακεδονίας και της Θράκης, ενώ μετά τον θάνατο του Παύλου Μελά ανέλαβε τον συντονισμό του Μακεδονικού Αγώνα με το ψευδώνυμο «Παρμενίων».

Στις 31 Μαΐου του 1915, πολιτεύτηκε και εκλέχθηκε βουλευτής Ιωαννίνων, ως επικεφαλής των 8 υποψηφίων εξέλεξε τους 7 και τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου διατέλεσε υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου. Μετά τη διαφωνία στέμματος και κυβέρνησης πήρε μέρος στην επανάσταση της Θεσσαλονίκης ως τρίτο μέλος της στην τριανδρία της «προσωρινής κυβέρνησης της Εθνικής Άμυνας", Ελευθερίου Βενιζέλου-Παύλου Κουντουριώτη-Παναγιώτη Δαγκλή. Ο Βενιζέλος μεταφέρει στη Θεσσαλονίκη την προσωρινή κυβέρνηση που έχει ήδη σχηματίσει στην Κρήτη, όπου είχε πάει αναχωρώντας από την Αθήνα μετά την παραίτησή του. Η τριανδρία ανέλαβε την ανώτατη αρχή και αποφάσισε την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ [Εntente]. Κατά την διάρκεια του εθνικού διχασμού το Δημοτικό Συμβούλιο Αγρινίου αποφάσισε σε εκδήλωση αποδοκιμασίας την διαγραφή του από τα μητρώα του Δήμου, αλλά μεταγενέστερα η απόφαση αυτή ανακλήθηκε. Το 1920 εκλέχθηκε βουλευτής και μετά την αποτυχία και την αυτοεξορία του Βενιζέλου στο Παρίσι, ανέλαβε την αρχηγία του Φιλελεύθερου κόμματος.

Στις εκλογές της 16 Δεκεμβρίου 1923 μετά την παραίτηση του Στυλιανού Γονατά, το κόμμα των Φιλελευθέρων κερδίζει τις εκλογές, υπό την ηγεσία του Δαγκλή και ο αντιβασιλεύς ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης του ανέθεσε το σχηματισμό κυβερνήσεως, όμως αντέδρασε ο βουλευτής του κόμματος Γεώργιος Καφαντάρης και ο Δαγκλής κατέθεσε την εντολή. Παρέμεινε στη θέση του αρχηγού του «Κόμματος των Φιλελευθέρων» ως τις 22 Φεβρουαρίου 1924 όταν παραιτήθηκε. Το όνομα του αναφέρεται στον κατάλογο των Ελλήνων Τεκτόνων, ως μέλος της Στοάς «Αθηνά» [9].

Εθνική δράση / Διακρίσεις

Ίδρυσε μαζί με άλλους ή διετέλεσε μέλος σε 4 τουλάχιστον μυστικές εταιρείες, στρατιωτικού σχεδιασμού και απελευθερωτικού προσανατολισμού, την Άνοιξη του 1894 στην «Εθνική Εταιρεία» [10], στην οποία συνυπήρξαν και οι Ανδρέας Καρκαβίτσας, Γρηγόριος Ξενόπουλος, Νικηφόρος Λύτρας, Κωστής Παλαμάς και Νικόλαος Πολίτης. Τον Μάιο του 1908 συμμετείχε στο «Μακεδονικό Κομιτάτο» και μετά το θάνατο του Παύλου Μελά ανέλαβε την αρχηγία και το συντονισμό του Μακεδονικού Αγώνα με το ψευδώνυμο «Παρμενίων», τον ίδιο χρόνο ανέλαβε τη διοίκηση της οργανώσεως «Πανελλήνια Οργάνωσις», ενώ το 1913, συμμετείχε ως μέλος στην οργάνωση «Ηπειρώτικη Εταιρεία» ή «Ηπειρωτικό Κομιτάτο».

Απαγόρευσε στον επίσκοπο Δωδώνης, ο οποίος είχε συστήσει Ερανική Επιτροπή για να στήσουν την προτομή του, και αφού τον ευχαρίστησε του ζήτησε να μη συνεχίσει την προσπάθειά του. Τιμήθηκε με πολλά ελληνικά και ξένα μετάλλια και παράσημα, αντίστοιχα του βαθμού του και των θέσεων που κατείχε, ενώ το 1950 ο Ελληνικός Στρατός έστησε με την προτομή του στο Μνημείο του τότε στρατηγείου στου Έμιν Αγά έξω από το Τέροβο στο Νομό Ιωαννίνων.

Το τέλος του

Λίγες ημέρες πριν το θάνατο του είχε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση. Πέθανε στις 2 μετά το μεσημέρι της Κυριακής 9 Μαρτίου 1924 στο νοσοκομείο όπου νοσηλεύονταν. Η σορός του μεταφέρθηκε στο παρεκκλήσι του νοσοκομείου και στη συνέχεια στο σπίτι του στην οδό Κωνσταντίνου Κανάρη στην Αθήνα. Η κηδεία του έγινε με δημόσια δαπάνη και του απονεμήθηκαν οι ανώτατες προβλεπόμενες τιμές Αντιστρατήγου εν ενεργεία [11]. Τις ταινίες του φερέτρου του κρατούσαν αξιωματικοί εν ενεργεία και κατά την ταφή του ερρίφθησαν οι προβλεπόμενοι έντεκα κανονιοβολισμοί.

Εργογραφία

Μέρος του τεράστιου αρχείου του, που το αποτελούν επιλεκτικά χίλιες περίπου σελίδες, εκδόθηκαν και κυκλοφόρησαν με τον τίτλο

  • «Στρατηγού Π.Γ. Δαγκλή: Αναμνήσεις, Έγγραφα, Αλληλογραφία.Το Αρχείον του» [12] [13] δίτομο έργο το 1965, επιμέλεια Ξενοφώντας Λευκοπαρίδης, εκδόσεις «Βιβλιοπωλείον Ε.Γ. Βαγιονάκη», ΑΘήναι.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. «Στρατηγού Π.Γ. Δαγκλή: Αναμνήσεις, Έγγραφα, Αλληλογραφία.Το Αρχείον του» Τόμος 1ος, σελίδα 69, επιμέλεια Ξενοφώντας Λευκοπαρίδης, εκδόσεις «Βιβλιοπωλείον Ε.Γ. Βαγιονάκη», ΑΘήνα
  2. «Στρατηγού Π.Γ. Δαγκλή: Αναμνήσεις, Έγγραφα, Αλληλογραφία.Το Αρχείον του» Τόμος 1ος, σελίδα 30, επιμέλεια Ξενοφώντας Λευκοπαρίδης, εκδόσεις «Βιβλιοπωλείον Ε.Γ. Βαγιονάκη», ΑΘήναι
  3. [Εφημερίδα «Εστία», φύλλο της 24ης Μαΐου 1913]
  4. [Σε επιστολή του προς τον Βενιζέλο έγραφε, «...τα ελληνικά τμήματα εγκαταλείφθησαν υπό των Βρεττανών, υποστάντα βαρυτάτας απωλείας....».]
  5. [«Βασιλεύς και Κυβέρνησις θεωρούσιν επιζημίαν εις συμφέροντα Ελληνισμού άμυναν Ηπειρωτών και ου μόνον ουδεμίαν δύνανται παράσχειν έμμεσον επικουρίαν, αλλά και ρητώς απαγορεύουσιν ανάμιξιν εις πάντα αξιωματικόν και στρατιώτην… αναγκάζομαι καταπνίξαι αισθήματα μου και μη αποδεχθήναι γενομένην μοι μεγίστην τιμήν».] Απάντηση του Δαγκλή με κρυπτογραφικό τηλεγράφημα, στις 3 Φεβρουαρίου 1914, προς τον Μητροπολίτη Βασίλειο στην Κέρκυρα
  6. Από το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας στην ανακήρυξη της Αυτονομίας Θεόδωρος Ασβεστόπουλος, Ηλεκτρονική εφημερίδα «Ελληνικές Γραμμές», 17 Φεβρουαρίου 2010
  7. [Στο χωριό Σκρά ο Δήμος Αξιούπολης έχει αναγείρει μνημείο και προτομή του Βασίλη Παπαγιάννη, ενώ έδωσε το όνομά του σε κεντρική πλατεία της πόλεως και στις 17 Μαΐου κάθε χρόνου τελούνται εκδηλώσεις μνήμης προς τιμήν των πεσόντων.]
  8. [Στη μάχη του Σκρα σκοτώθηκε ο επίσης Αγρινιώτης Υπολοχαγός Γεώργιος Μιχαλακέας, που υπηρετούσε στο ίδιο Τάγμα του 5ου συντάγματος της Μεραρχίας Αρχιπελάγους που σήκωσε το κύριο βάρος της επίθεσης..]
  9. Δαγκλής Παναγιώτης Μεγάλη Στοά της Ελλάδος
  10. [Η «Εθνική Εταιρία» ήταν μια οργάνωση αξιωματικών που ιδρύθηκε στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου του 1894 κι έφτασε στην ακμή της μετά το Σεπτέμβριο του 1895, όταν τροποποιήθηκε το καταστατικό της και μέλη της μπορούσαν να είναι και μη στρατιωτικοί. Σε αυτή συμμετείχαν και πολύ γνωστά ονόματα της ελληνικής κοινωνίας, όπως οι καθηγητές του Πανεπιστημίου της Αθήνας Σπυρίδων Λάμπρος, Νικόλαος Πολίτης, Γεώργιος Χατζιδάκις, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, ο Γεώργιος Σουρής, ο Νικηφόρος Λύτρας, ο Παύλος Μελάς, που θεωρείται από τους ιδρυτές της καθώς και ο Λεωνίδας Παρασκευόπουλος.]
  11. Ο θάνατος του Στρατηγού Δαγκλή Εφημερίδα «Εμπρός», 11 Μαρτίου 1924, σελίδα 2
  12. [«Στρατηγού Π.Γ. Δαγκλή: Αναμνήσεις, Έγγραφα, Αλληλογραφία.Το Αρχείον του» Ολόκληρος ο 1ος Τόμος, επιμέλεια Ξενοφώντας Λευκοπαρίδης, εκδόσεις «Βιβλιοπωλείον Ε.Γ. Βαγιονάκη», ΑΘήνα
  13. [«Στρατηγού Π.Γ. Δαγκλή: Αναμνήσεις, Έγγραφα, Αλληλογραφία.Το Αρχείον του» Ολόκληρος ο 2ος Τόμος, επιμέλεια Ξενοφώντας Λευκοπαρίδης, εκδόσεις «Βιβλιοπωλείον Ε.Γ. Βαγιονάκη», ΑΘήνα