Ίων Δραγούμης

Από Metapedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Ίωνας ή Ιωάννης Δραγούμης, Έλληνας εθνικιστής, ο θεμελιωτής και ο κύριος εκφραστής του Ελληνικού Εθνικισμού στις αρχές του 20ου αιώνος, ακούραστος Εθνικός αγωνιστής, φιλόσοφος, δημοσιολόγος, οικονομολόγος, κοινωνιολόγος, διπλωμάτης, πολιτικός, πολιτικός στοχαστής και λογοτέχνης, μία από τις πλέον σημαντικές προσωπικότητες της Νεώτερης Ελλάδος, το γνωστότερο δολοφονημένο θύμα των Βενιζελικών εκκαθαρίσεων, ο οποίος διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στην ελληνική πολιτική σκηνή των αρχών του 20ου αιώνα, γεννήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1878 στην Αθήνα και δολοφονήθηκε [1] στις 16:00 μετά το μεσημέρι της Παρασκευής 31ης Ιουλίου 1920, από τα Βενιζελικά «Τάγματα Ασφαλείας» του Παύλου Γύπαρη, σε σημείο απέναντι ακριβώς από εκεί που βρίσκεται σήμερα το ξενοδοχείο «Χίλτον». Η νεκρώσιμη ακολουθία και ο ενταφιασμός του Ίωνα Δραγούμη πραγματοποιήθηκαν εσπευσμένα την 1η Αυγούστου το πρωί, ημέρα Σάββατο, παρουσία μόνο των μελών της οικογένειας του.

Ο Ίωνας ήταν άγαμος και δεν απέκτησε απογόνους.
Ίων Δραγούμης

Πίνακας περιεχομένων

Βιογραφία

Η οικογένεια του Ίωνα Δραγούμη κατάγονταν από το χωριό Βογατσικό της Δυτικής Μακεδονίας [2]. Παππούς του Ίωνα ήταν ο Νικόλαος Δραγούμης και γιαγιά του η Ευφροσύνη, κόρη του Στέφανου Γεωργαντά, μεγαλέμπορου στην Κωνσταντινούπολη, που κατάγονταν από την Τραπεζούντα. Ο Ίωνας ήταν ο δευτερότοκος γιος και το τέταρτο από τα παιδιά του Στέφανου Δραγούμη, πολιτικού που διατέλεσε και πρωθυπουργός, με καταγωγή από το Βογατσικό Καστοριάς και μητέρα του ήταν η Ελισάβετ ή Ελίζα Κοντογιαννάκη-Δραγούμη, κόρη του Ιωάννη Κοντογιαννάκη [3] και της Ναταλίας Κουπτσίνσκι.

Ο Ίωνας είχε δέκα αδέλφια, το ζωγράφο Νικόλαο Δραγούμη, τη Ναταλία, σύζυγο Παύλου Μελά, τη Μαρίκα, σύζυγο Ιωάννη Καζούλη, την Έφη, σύζυγο Ιωάννη Καλλέργη, τη Χαρίκλεια, σύζυγο Ι. Κοκκώνη, τη Ζωή, σύζυγο Jolio Palencia, την Αλεξάνδρα, σύζυγο σε πρώτο γάμο του Γεωργίου Ξύδη με τον οποίο απέκτησαν τέσσερα παιδιά, και σε δεύτερο του ναυάρχου Αντώνη Κριεζή [4] [5], καθώς και τους Φίλιππο Δραγούμη, και Αλέξανδρο, αρχιτέκτονα, σύζυγο Σόνιας Δουλγκέρωφ, με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά, την Λίζα το 1916, την Ελένη το 1917, τον Στέφανο 1918 και τον Ίωνα το 1919. Ο Ίων το 1894 γράφτηκε και στη συνέχεια σπούδασε στη Νομική σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Στη διάρκεια των σπουδών του συμμετείχε ως εθελοντής στον πόλεμο του 1897 και μετά την αποφοίτηση του έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι.

Διπλωματική δράση

Ο Ίωνας το 1899 κατατάχθηκε στο διπλωματικό σώμα και στη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα υπηρέτησε ως προξενικός υπάλληλος στα προξενεία Μοναστηρίου το 1902, όπου τοποθετήθηκε μετά από δική του αίτηση, Σερρών, Πύργου, Φιλιππούπολης. Τα αμέσως επόμενα χρόνια βρέθηκε διαδοχικά ως προξενικός αντιπρόσωπος της Ελλάδος, στις Σέρρες, τη Φιλιππούπολη, τον Πύργο, την Ανδριανούπολη, την Αλεξανδρούπολη και την Κωνσταντινούπολη. Στην θητεία του στα ελληνικά προξενεία, υπήρξε ηγετική μορφή, οργανωτής και εμψυχωτής των κατά τόπους Ελλήνων ομογενών, ενώ βοήθησε στην οργάνωση και την άμυνα των Ελληνικών κοινοτήτων της Μακεδονίας, σε συνεργασία με τον πατέρα του και τον Παύλου Μελά, για το θάνατο του οποίου, δημοσίευσε το πιο γνωστό έργο του, το «Μαρτύρων και Ηρώων Αίμα» χρησιμοποιώντας ψευδώνυμο, ένα βιβλίο που τάραξε την ελληνική κοινωνία και ανάγκασε το Ελληνικό Υπουργείο των Εξωτερικών να τον μεταθέσει σε πρεσβεία εκτός των Βαλκανίων.

To 1904 υπηρέτησε στην Αλεξάνδρεια όπου γνώρισε και έγινε φίλος με τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Η παρουσία του στο Κάιρο συνέπεσε με την εκεί εγκατάσταση της οικογένειας του Στέφανου Δέλτα. Ο Ίωνας Δραγούμης γοητεύτηκε και γοήτευσε την σύζυγο του Στέφανου, την Πηνελόπη Δέλτα, κόρη του Εμμανουήλ Μπενάκη, με την οποία δημιούργησε μια πολύκροτη ερωτική σχέση που κράτησε τη Δέλτα αιχμάλωτη της αναμνήσεως της ως την αυτοκτονία της το 1941, μετά την εισβολή των δυνάμεων του Άξονα στην Ελλάδα. Το 1907 ο Ίωνας μετατέθηκε στην Ελληνική πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης, όπου με την βοήθεια του αξιωματικού, επιστήθιου φίλου και ομοϊδεάτη του, Αθανασίου Σουλιώτη-Νικολαΐδη ίδρυσε την «Οργάνωση Κωνσταντινουπόλεως», η οποία είχε στόχο να εξοπλίσει τους Έλληνες της Κωνσταντινουπόλεως, και να τους συμφιλιώσει με την οθωμανική διοίκηση, σε μια σχέση ισοτιμίας, με κοινό αντίπαλο τους Σλάβους. Ταυτόχρονα, στην Πόλη ήρθε σε επαφή και συζήτησε για το έθνος και τις ανάγκες του, με τον Γεώργιο Παπανδρέου, και η κυβέρνηση ενοχλημένη από τη δραστηριότητα του τον μετέθεσε, το 1909 στη Ρώμη και το 1910 στο Λονδίνο. Αναμίχθηκε ενεργά στην Επανάσταση του Γουδί το 1909 και ήταν το πρώτο πρόσωπο που συζητήθηκε στον Στρατιωτικό Σύνδεσμο για να αναλάβει τις πολιτικές του τύχες, δεύτερος ήταν ο Δημήτριος Γούναρης, πριν επιλεγεί τελικά ο Ελευθέριος Βενιζέλος

Το 1911, ο Ίωνας οργάνωσε στην Πάτμο το συνέδριο των Δωδεκανήσων, το οποίο ζήτησε την ένωση τους με την Ελλάδα. Πριν την κήρυξη του Α' παγκοσμίου πολέμου, υπηρετεί στις Πρεσβείες της Βιέννης, του Βερολίνου και με τις αναφορές του προτρέπει για ένταξη της Ελλάδος στην συμμαχία κατά των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Κατατάχθηκε και με το βαθμό του δεκανέα συμμετείχε στον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο. Στη διάρκεια του πολέμου αποσπάστηκε και υπηρέτησε ως πολιτικός σύμβουλος του Γενικού Στρατηγείου κοντά στον Αρχιστράτηγο τότε Διάδοχο Κωνσταντίνο Α'. Συνέταξε ιδιοχείρως το πρωτόκολλο της παραδόσεως της Θεσσαλονίκης στον Ελληνικό στρατό και συνόδευσε τους επιτελείς αξιωματικούς Ιωάννη Μεταξά και Βίκτωρα Δούσμανη ως μέλος της επιτροπής που παρέλαβε την πόλη από τον Τούρκο διοικητή της Ταχσίν Πασά, ενώ ο Δραγούμης ήταν αυτός που ύψωσε την ελληνική σημαία στο Αρχιεπισκοπικό μέγαρο και στο δημαρχείο της πόλεως.

Το 1913 τέθηκε σε δίμηνη διαθεσιμότητα από το διπλωματικό σώμα, γιατί ενέκρινε την ένωση του Καστελλόριζου χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με το υπουργείο και οργάνωσε επιτροπή Δωδεκανησίων η οποία ζήτησε από την Ιταλική κυβέρνηση, την ένωση με την Ελλάδα. Το 1914 διορίσθηκε πρέσβης στην Πετρούπολη της Ρωσίας, όπου διαπραγματεύθηκε το ζήτημα του Αγίου Όρους και οργάνωσε τις ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας, ενώ προέτρεψε για την συμμετοχή της Ελλάδος στην εκστρατεία στα Δαρδανέλια, φοβούμενος πιθανή κάθοδο των Ρώσων στην Κωνσταντινούπολη.

Πολιτική δράση

Στις αρχές του 1915 και ενώ υπηρετούσε ακόμη στην Πετρούπολη, ο Δραγούμης παραιτήθηκε και πολιτεύτηκε στο νομό Φλώρινας επικεφαλής ανεξάρτητου συνδυασμού, όπου αρχικά απέτυχε, για να εκλεγεί τελικά στις επαναληπτικές τοπικές στις 31 Μαΐου 1915, ανεξάρτητος βουλευτής Φλώρινας. Τον Ιανουάριο του 1916 εξέδωσε το περιοδικό «Πολιτική Επιθεώρησις», σε συνεργασία με τους βουλευτές Γεώργιο Μπούσιο και Α. Καραπάνο, καταγγέλλοντας τη Βουλή-οπερέτα, καθώς με βασιλικά διατάγματα ακυρώθηκαν οι εκλογές του 1916 και επανήλθε η προηγούμενη σύνθεση της χωρίς εκλογές, τη βία και τη λειτουργία των αντιλαϊκών μηχανισμών. Ο Δραγούμης διατηρούσε στενή σχέση με τον εθνικιστή λογοτέχνη Άγγελο Σικελιανό ο οποίος του γράφει σε μια από τις επιστολές που αντάλλαξαν:
«Αξιότιμε Φίλε,
Αν άργησα υπερβολικά κι ελπίζω όχι ασυγχώρητα να σας πω τη βαθιά μου τιμή για το βιβλίο σας «Όσοι Ζωντανοί» και να σας σφίξω εγκάρδια το χέρι, σας παρακαλώ να το αποδώσετε στην καθόλου βιαστικήν υπόληψη που του ώφειλα. Καθώς ίσως θα ώφειλα ν’ απαντήσω με μια λέξη στο λοξό ερώτημα σας για την ανθρώπινη μου πίστη: «Είμαι τετρακάθαρα Εθνικιστής». Μόνο που και πάλι βιαστικός ο λόγος μου, όσο δεν τον φανερώνει το έργο που αφιέρωσα τη ζωή μου. Και το λέγω μόνο με την απλή ιδέα πως αν συναντιέται με την σκέψη σας, δε δείχνει παρά μία απ’ τις εσώτερες αφορμές της εκτίμησης μου. Θα ήθελα και ό,τι άλλο ετυπώσατε· αλλά καθώς σε λίγο και πολύ πιθανό να περάσω στην Ελλάδα για κάμποσο, θα σας δώσω διεύθυνση απ’ αλλού, αν δεν τύχει να σας ιδώ. Μένω ωστόσο με τιμή.
Άγγελος Σικελιανός».

Εξορία

Με άρθρο του που δημοσιεύθηκε στις 16 Ιουνίου 1917 στο περιοδικό «Πολιτική Επιθεώρησις» ο Δραγούμης εξαπέλυσε οξύτατη επίθεση εναντίον της Αντάντ και του Ελευθέριου Βενιζέλου κατακρίνοντας την πολιτική Βενιζέλου που κατάργησε την εθνική κυριαρχία με την ταπεινωτική εισβολή των συμμάχων στην Ελλάδα, ενέργεια που αποτελούσε προσβολή της εθνικής κυριαρχίας, της λαϊκής βουλήσεως και ανεξαρτησίας, εγκαθιστώντας αποικιακά στρατεύματα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Η παρέμβαση του Δραγούμη προκάλεσε την οργή του ντόπιου και ξένου κατεστημένου και ο Σαρλ Ζονάρ, Ύπατος Αρμοστής της Γαλλίας στην Ελλάδα, ζήτησε την εξορία του στην Κορσική.

Στα υπομνήματα διαμαρτυρίας που έστελνε από την Κορσική υποστήριζε με πάθος πως «...δεν δύναται να νοηθεί Κράτος αυτοτελές και ανεξάρτητον όταν μια μερϊς πολιτική προς επικράτησίν της καλεί τους ξένους εις βοηθειά της». Το 1918 από την εξορία στο Αιάκειο της Κορσικής, όπου έγραψε το έργο με τίτλο «Σταμάτημα», έστειλε υπόμνημα στις Βερσαλίες, υποδεικνύοντας τις υπηρεσίες που πρόσφεραν οι κυβερνήσεις πριν την επιβολή της Βενιζελικού καθεστώτος, δείχνοντας την πολιτική του οξύνοια και διαύγεια, αλλά και την οριστική του τοποθέτηση στην παράταξη του Δημητρίου Γούναρη. Ο Δραγούμης παρέμεινε εξόριστος στην Κορσική για διάστημα 23 μηνών.

Στις 29 Απριλίου 1919 επέστρεψε στην Ελλάδα μετά την λήξη της εξορίας στη Γαλλία, όμως είχε ήδη αποφασισθεί ο εκτοπισμός του στη Σκόπελο. Κρατήθηκε υπό απάνθρωπες συνθήκες και είναι χαρακτηριστικό ότι το καθεστώς Βενιζέλου απαγόρευσε στο Δραγούμη ακόμη και να κατέβει από το πλοίο στον Πειραιά, προκειμένου να χαιρετίσει τον υπέργηρο πατέρα του. Στο ατμόπλοιο «Κατίνα», όπου παρέμεινε στο διάστημα της παραμονής του στο λιμάνι του Πειραιά, ανέβηκε και τον συνάντησε ο αδελφός του Φίλιππος Δραγούμης, ενώ το ξημέρωμα της 30ης Απριλίου αναχώρησε με το ατμόπλοιο «Κωνσταντίνος Τόγιας» με προορισμό τη Σκόπελο, όπου έφτασε το βράδυ της ίδια ημέρας και εγκαταστάθηκε στο σπίτι του Κωνσταντίνου Καλαμίδα, μαζί με τους συνεξόριστους συναγωνιστές του, τον υποστράτηγο Ανδρέα Μπαΐρα και τον Αντισυνταγματάρχη Στ. Ρήγα.

Στην εξορία πληροφορήθηκε την απόβαση των Ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη και γράφει

«Ρωτώ, μπορούσε ο ελληνισμός ν' ακολουθήσει δύο δρόμους; Ή τη διατήρηση της Τουρκίας και την καλυτέρεψη της ζωής των Ελλήνων εκεί ή την πολιτική της προσθήκης κομματιών της Τουρκίας στην Ελλάδα: (ή την αυτονόμηση των ελληνικών περιφερειών της Τουρκίας);»

Όμως καταγράφει στο ημερολόγιό του τον Μάιο του 1919, Ο Βενιζέλος «πήγε και έγινε των ξένων όργανο για να διώξει το βασιλιά και να ευχαριστήσει το πάθος του». Ο Δραγούμης ανακλήθηκε από την εξορία και επέστρεψε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 1919, κι ήταν ο τελευταίος πολιτικός εξόριστος που επέστρεψε από την Σκόπελο, καθώς νωρίτερα είχαν επιστρέψει όλοι οι υπόλοιποι πολιτικοί και στρατιωτικοί συναγωνιστές του. Όταν επέστρεψε στην Αθήνα αναδείχθηκε σε ηγετική μορφή της αντιπολιτεύσεως.

Απόπειρα εναντίον Βενιζέλου

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος επέστρεφε στις 30 Ιουλίου 1920 από την Γαλλία στην Ελλάδα με το τρένο από τον σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών, όπου δυο απότακτοι αντιβενιζελικοί αξιωματικοί -ο υπολοχαγός μηχανικού Γεώργιος Κυριάκης και ο υποπλοίαρχος Απόστολος Τσερέπης, αποπειράθηκαν να τον δολοφονήσουν, πυροβολώντας τον με τα περίστροφα τους από κοντινή απόσταση. Ο Βενιζέλος τραυματίστηκε ελαφρά στον αριστερό ώμο και στο χέρι, καθώς οι επίδοξοι δολοφόνοι του επέδειξαν ανεξήγητη αστοχία. Ο πρωθυπουργός νοσηλεύτηκε για μια μέρα σε Γαλλικό νοσοκομείο και τις επόμενες ημέρες παρέστη ως μάρτυρας κατηγορίας στην δίκη, ενώ στην κατάθεση του άφησε ευθείς υπαινιγμούς για συνωμοσία κατά της ζωής του από τον εξόριστο Βασιλιά Κωνσταντίνο. Οι δύο κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε πολυετείς ποινές, μένοντας για πολλά χρόνια στις Γαλλικές φυλακές

Τι ακολούθησε

Η είδηση της απόπειρας έγινε γνωστή στην Αθήνα το μεσημέρι της 31ης Ιουλίου του 1919, καθώς ο Εμμανουήλ Ρέπουλης, τότε αντιπρόεδρος της κυβερνήσεως, προσπάθησε να αποκρύψει την είδηση, όμως οι φήμες διέδιδαν τον θάνατο του Βενιζέλου. Αμέσως μετά πλήθος Βενιζελικών παρακρατικών ξεχύθηκε στους δρόμους της Αθήνας κρατώντας ρόπαλα και λοστούς. Οι παρακρατικοί επιτέθηκαν στα γραφεία των Αντιβενιζελικών εφημερίδων, μεταξύ τους «Η Πολιτεία», «Η Καθημερινή», «Σκριπ», «Εσπερινή», τα οποία κατέστρεψαν ολοσχερώς. Στη συνέχεια επιτέθηκαν στις οικείες των συγγενών των επίδοξων δολοφόνων, προκάλεσαν τεράστιες ζημιές στο θέατρο της Κοτοπούλη, ζημιές σε ζαχαροπλαστεία, καφενεία και άλλα καταστήματα γνωστών αντιβενιζελικών πολιτών, ενώ λεηλάτησαν τις οικείες των ηγετών της «Ηνωμένης Αντιπολιτεύσεως», καταστρέφοντας σχεδόν ολοσχερώς την οικεία του πρώην πρωθυπουργού Στέφανου Σκουλούδη. Το όργιο βίας και λεηλασίας ξεκίνησε στις 12.00 το μεσημέρι και ολοκληρώθηκε στις 19.00 εκείνης της ημέρας, την ώρα που ξεκίνησε η δοξολογία στην Μητρόπολη για την σωτηρία του Βενιζέλου. Τα στελέχη της Αντιπολιτεύσεως κρύβονταν, κανείς αντιβενιζελικός δεν αντέδρασε, λόγος για τον οποίο δεν υπήρξαν θύματα, ενώ τα όργανα της τάξεως του κράτους παρακολουθούσαν με απάθεια την κατάλυση κάθε έννοιας έννομης τάξης, ενώ οι υλικές ζημιές που προκλήθηκαν ήταν τεράστιες.

Δολοφονία Δραγούμη

Ο Δραγούμης συζούσε με τη Μαρίκα Κοτοπούλη σε σπίτι στην οδό Ξενίας και μετά τη γνωστοποίηση στην Αθήνα της δολοφονικής απόπειρας εναντίον του Βενιζέλου, οι οπαδοί του Κρητικού πολιτικού επιτέθηκαν και κατέστρεψαν το θέατρο «Μαρίκα Κοτοπούλη» καθώς και γραφεία της εφημερίδας «Καθημερινή», αλλά και σπίτια πολιτικών αντιπάλων του Βενιζέλου, όπως του Στέφανου Σκουλούδη. Έτσι ο Δραγούμης αποφάσισε για λόγους ασφαλείας να πάνε με την Κοτοπούλη στο σπίτι της αδελφής του Ναταλίας Μελά στην Κηφισιά καθώς η Μαρίκα Κοτοπούλη ήταν ανεπιθύμητη στο πατρικό του σπίτι του. Οι άνδρες των παρακρατικών Βενιζελικών ταγμάτων σταμάτησαν το αυτοκίνητο του Δραγούμη κοντά στην έπαυλη Θων, στη συμβολή Κηφισίας & Αλεξάνδρας, όμως τους άφησαν να φύγουν. Φθάνοντας στην Κηφισιά παρά την αντίθετη άποψη της Κοτοπούλη, ο Δραγούμης έφυγε για να επιστρέψει στην Αθήνα, στα γραφεία του περιοδικού «Πολιτική επιθεώρησις» και επέλεξε να ακολουθήσει την ίδια διαδρομή.

Κατέβηκε με το μάρκας Ford αυτοκίνητο του την οδό Κηφισίας ως το ύψος των Αμπελοκήπων στην τότε έπαυλη Θων, όπου τον σταμάτησε η ίδια ένοπλη ομάδα. Ο Δραγούμης διαισθάνθηκε τον κίνδυνο και ζήτησε από τον οδηγό του να προχωρήσει. Οι ένοπλοι όμως ακινητοποίησαν το αυτοκίνητο, συνέλαβαν τον Δραγούμη τον κτύπησαν στο πρόσωπο και τον οδήγησαν με τη βία στον στρατώνα του τάγματος τους. Στο προαύλιο του στρατώνα βρίσκονταν ο Παύλος Γύπαρης, γνώριμος του Δραγούμη από τον Μακεδονικό Αγώνα. Λίγο αργότερα έφτασαν στο σημείο ο Πέτρος Βούλγαρης που ζήτησε να μεταφερθεί ο Δραγούμης στο Φρουραρχείο, αλλά και ο Εμμανουήλ Μπενάκης, του οποίου η παρουσία ήταν ανεξήγητη παρά τις εκ των υστέρων ανεπιτυχείς προσπάθειες να δικαιολογηθεί.

Η αναμονή του αιχμαλώτου διήρκεσε 20 λεπτά. Μετά ο Γύπαρης διέταξε 18 οπλισμένους στρατιώτες, να οδηγήσουν τον Δραγούμη αιχμάλωτο, πεζή ως το φρουραρχείο προκειμένου να μεταφερθεί και να παραδοθεί στη Στρατιωτική Διοίκηση Αθηνών που είχε εκεί την έδρα της. Η ομάδα ενόπλων με επικεφαλής το λοχία Κίτσου συνόδευσε το Δραγούμη στη διάρκεια της μεταφοράς του. Κοντά και απέναντι από το σημείο όπου βρίσκεται σήμερα το ξενοδοχείο «Hilton», στη συμβολή των οδών Παπαδιαμαντοπούλου & Κηφισίας,έφτασε τη φρουρά ένας λοχίας που μετέφερε μια εντολή στον επικεφαλής λοχία. Αμέσως μετά η φρουρά έστησε τον Ίωνα μπροστά από ένα εκτελεστικό απόσπασμα και ο λοχία Κίτσου έριξε την πρώτη βολή.

Συγκλονιστική είναι η περιγραφή του στρατιώτη Α. Χριστοδουλάκη, που συμμετείχε στην εκτέλεση του Δραγούμη, σχετικά με τις τελευταίες του στιγμές, καθώς όπως αναφέρει: «....Άλλοι μας βάλανε… Δεν είπε λέξη (ο Δραγούμης). Στη θέση του σπασμένου μονόκλ έβαλε ένα άλλο. Μας κοίταγε στα μάτια και περίμενε. Πυροβολήσαμε, όταν ο λοχίας μας απείλησε ότι θα μας τουφεκίσει...». Αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονία του ήταν και ο Ρώσος στρατιωτικός Ιγκόρ Λεμπέντιεφ που αναφέρει στη μαρτυρία του: «...την προσοχήν μου επέσυρεν ομάς στρατιωτικών αγόντων εν συνοδεία έναν πολίτην καλού παρουσιαστικού και βαδίζοντος μετά πολλής αξιοπρέπειας [...] οι στρατιώτες επυροβόλησαν [...] Ουδέν πρόσταγμα ηκούσθη. Ο πυροβοληθείς πολίτης κατέπεσεν άπνους χωρίς να βγάλει κραυγήν, χωρίς να πεί τι.» [6].

Η σορός του δολοφονημένου Δραγούμη παρέμεινε στο πεζοδρόμιο για πολλές ώρες. Το σούρουπο μεταφέρθηκε στο νεκροτομείο του Στρατιωτικού νοσοκομείου, όπου μετά από ειδοποίηση αργά το βράδυ, προσήλθε ο υπέργηρος πατέρας του, ο Στέφανος Δραγούμης πρώην πρωθυπουργός και τελευταίος ύπατος αρμοστής στην Κρήτη, για να αναγνωρίσει τον νεκρό. Η οικογένεια του Ίωνα απαίτησε να διενεργηθεί νεκροψία η οποία έδειξε, όπως πιστοποίησε ένας νεαρός ανθυπίατρος, ότι έφερε δεκατρείς σφαίρες στο κορμί του, έντεκα λογχισμούς διαμπερείς δια ξιφολόγχης, που δεν πιστοποιήθηκε αν έγιναν πριν ή μετά την δολοφονία του, καθώς και κάταγμα του αριστερού μηρού που προκλήθηκε από κτύπημα υποκοπάνου όπλου.

Τι ακολούθησε

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος καταδίκασε τη δολοφονία του Δραγούμη και έστειλε συλλυπητήριο τηλεγράφημα στον πατέρα του, το Στέφανο Δραγούμη. Την επομένη ημέρα δεν κυκλοφόρησε καμία εφημερίδα της Αντιπολιτεύσεως, καθώς είχε προηγηθεί η λεηλασία και ο βανδαλισμός τους την προηγούμενη ημέρα. Οι Βενιζελικές εφημερίδες φιλοξενούσαν την είδηση της απόπειρας κατά του Βενιζέλου, όμως απέφυγαν εντέχνως κάθε αναφορά στη δολοφονία του Δραγούμη, ενώ η Βενιζελικών πεποιθήσεων εφημερίδα «Καιροί», παραποίησε τα γεγονότα [7]. Άλλες εφημερίδες υποστήριξαν ότι οι δολοφόνοι του Δραγούμη ήταν σε αυτοάμυνα γιατί δήθεν τους άνοιξε πυρ ο Δραγούμης με το περίστροφο του. Εφημερίδες της αντιπολιτεύσεως κυκλοφόρησαν δέκα μέρες μετά τη δολοφονία του Δραγούμη αποκαθιστώντας την αλήθεια. Φυσικοί αυτουργοί της δολοφονίας του [8] του Δραγούμη ήταν τα «Τάγματος Ασφαλείας» του Βενιζελικού λοχαγού Παύλου Γύπαρη, οι «γυπαραίοι» [9], με πρωτοστάτη τον επιλοχία Σαρτζέτη ή Σαρτζετάκη, ενώ τα μέλη του εκτελεστικού αποσπάσματος φυγαδεύτηκαν στην Κρήτη από τους Βενιζελικούς.

Μετά από ανακρίσεις που διέταξε ο αντιπρόεδρος της Κυβερνήσεως Εμμανουήλ Ρέπουλης, οδηγήθηκαν σε δίκη ως κατηγορούμενοι οι Παύλος Γύπαρης, Εμμανουήλ Μπενάκης, Πέτρος Βούλγαρης και Γεωργαντάς, όμως όλοι αθωώθηκαν. Η δολοφονία του Ίωνα ήταν, πιθανόν, πράξη αντεκδικήσεως για την απόπειρα δολοφονίας σε βάρος του Ελευθερίου Βενιζέλου στο σιδηροδρομικό σταθμό της Λιόν της Γαλλίας την προηγούμενη ημέρα, από τους απόστρατους Βασιλόφρονες αξιωματικούς του στρατού, Γεώργιο Κυριάκη και Απόστολο Τσερέπη. Στον τόπο της στυγερής δολοφονίας τοποθετήθηκε επιτύμβια στήλη στην οποία αναφέρεται ότι «Εδώ την 31η Ιουλίου 1920 εφονεύθη υπό μισθοφὀρον τυραννίας ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ ο οποίος καθὀλην την ζωήν αυτού ηγωνίσθη υπέρ των ελευθεριών του και υπέρ της αναγεννήσεως του ελληνισμού και της Ανατολής. Η εν Αθήναις Συντακτική των Ελλήνων Συνέλευσις ανέθηκεν».

Η Μαρίκα Κοτοπούλη έμαθε για την εκτέλεση του Δραγούμη 23 μέρες αργότερα. Αρχικά της είπαν ότι στάλθηκε εξορία, της έκρυβαν τις εφημερίδες και μόνο όταν αποφάσισε η ίδια να επισκεφθεί τον Βενιζέλο για να της δώσει εξηγήσεις, της το αποκάλυψαν. Η Κοτοπούλη, «το αγριμάκι», όπως την αποκαλούσε ο Δραγούμης, όρμησε στο πάτωμα κι άρχισε να γδέρνει με τα νύχια της τα σανίδια γεμίζοντας αίματα και ουρλιάζοντας. Πέντε χρόνια αργότερα έκανε μόνη της κάποια ταξίδια στην Ευρώπη κι επισκέφθηκε πολλά από τα μέρη που είχε πάει με τον Δραγούμη, όπως στη Ρώμη, όπου επισκέφθηκε τη βίλα Μποργκέζε κι αντίκρισε για τελευταία φορά τα ονόματά τους, «Ίων-Μαρίκα», σκαλισμένα στο μαρμάρινο παραπέτο.

Κατηγορητήριο της Εισαγγελίας Αθηνών

Τον Ιανουάριο του 1922 συντάχθηκε το επίσημο κατηγορητήριο της Εισαγγελίας Αθηνών για την παραπομπή των κατηγορουμένων της δολοφονίας Δραγούμη, που προέκυψε μετά από πολλές ανακρίσεις και έρευνες. Ο φάκελος «χάθηκε» μετά το πραξικόπημα των αδιάφθορων Νικολάου Πλαστήρα και Στυλιανού Γονατά. Σύμφωνα με το εισαγγελικό πόρισμα «...αλαλαγμοί των ορδών του Γύπαρη και των άλλων μισθοφόρων δολοφόνων δονούσι τον αέρα «νάτος, νάτος, σκοτώστε τον προδότη τον κακούργον, τον δολοφόνον, ήτο και η Κοτοπούλη μαζί του, που είναι η Κοτοπούλη» άμα ως εθεάθη, μακρόθεν σχετικώς, το φέρον τον Δραγούμην αυτοκίνητον. Τούτο φθάσαν προ της επαύλεως σταματά αναγκαστικώς, πολίται δε και στρατιώται του Γύπαρη επιτίθενται κατά αυτού μετά μανίας και βια τον καταβιβάζουσιν αυτού, ενώ συγχρόνως δέχεται χτυπήματα δια ξιφολογχών, ροπάλων και γρόνθων. Μεταξύ των επιτεθέντων αναγνωρίζονται οι κατηγορούμενοι Αντωνιάδης όστις εξαγάγων το περίστροφο του εζήτησε να επιτεθεί κατά αυτού, Μαλιγκουνάκης, Χατζόπουλος και Πεζαζόγλου, ενώ ο κατηγορούμενος επιλοχίας Σαρτζέτης ο ορισθείς κατόπιν ως αρχηγός της της συνοδείας δις δια περιστρόφου απεπειράθει να τον φονεύσει, ανεχαιτίσθει όμως υπό του Γύπαρη.

Και ενώ τοιούτον διέτρεχε κίνδυνον η ζωή του Δραγούμη από στιγμήν προς στιγμή ο κατά τας αγρίας ταύτας επιθέσεις παριστάμενος κατηγορούμενος Μπενάκης, ο τόσο ασκών επιβολή επί των Βενιζελικών όχι μόνο ουδεμίαν καταβάλλει προσπάθειαν όπως αποτρέψει τούτον, αλλά και τουναντίον θέτει έλαιον εις την πυράν λέγων προς τους παρευρισκόμενους «εδώ τον πρόεδρο μας σκοτώνουν και ημείς θα τους φυλάμε». ...{...}... Εν τω οικήματι εισέρχονται συγχρόνως οι κατηγορούμενοι Αντωνιάδης, Μελιγκουνάκης, Χατζόπουλος, ένθα συσκέπτονται μετά του Γύπαρη, όστις εξέρχεται μετ΄ολίγον και εκλέγει εκ των προσφερόμενων όπως συνοδεύσωσιν τον Δραγούμη απόσπασμα εκ των Θ. Κατσίγαρη Λοχίου, Γιαλεδάκη, Δασκαλογρηγοράκη, Καλλιτσάκη, Καραβανάκη, Μαυρογένη, Ξυδάκη, Παντελάκη, Χαλκιαδάκη, Χριστοδουλάκη απάντων στρατιωτών του σώματος Γύπαρη και κατηγορουμένων. Παραλαβόντες ούτοι αμέσως τον Δραγούμην και φέροντες ανηρτημένα τα όπλα των επ΄ώμου πορεύοντο πεζή προς τας Αθήνας καίτοι εστάθμευον εκεί αυτοκίνητα.

Όταν δ΄ αυτή ούτω βαδίζουσα είχε πλησιάσει κάτωθι των Στρατιωτικών λοτρών, και εις την θέσιν εν η υπάρχει το υψηλότερον φυσικόν προτείχισμα, ο επί κεφαλής ταύτης Σαρτζέτης σταματά δια των λέξεων «αυτού, αυτού» μετά δε την στάσην της, απευθυνόμενος προς τον Δραγούμην του λέγει «στάσου, θα σε σκοτώσωμεν», συγχρόνως δε τον ώθει μετά σκαιότητος προς το πεζοδρόμιον, τον τοποθέτει προ του προτειχίσματος με μέτωπον προς την οδόν επί του άκρου της οποίας παρατάσσονται αμέσως οι στρατιώται προς ους δίδεται αμέσως το παράγγελμα «πυρ». Μια ομοβροντιά διασχίζει τον ορίζοντα, και ο Δραγούμης όστις, κατ΄αυτήν πίπτει νεκρός, αλλά και κατ΄αυτού άπνου πεσόντος και δια δευτέραν φοράν εκκενούσι τα όπλα των οι δολοφόνοι και μετ΄αυτό λογχίζουν το άψυχο σώμα. Η ιατρική έκθεσις πιστοποιεί δεκατρία τραύματα πυροβόλου όπλου, πέντε δια ξιφολόγχης, κάταγμα τέλειον του δεξιού μηριαίου οστού..» [10].

Η δολοφονία του Ίωνα και ο Εμμανουήλ Μπενάκης

Τη μέρα της δολοφονίας, ο Εμμανουήλ Μπενάκης επιχειρηματίας της εποχής, Βενιζελικός υπουργός, Δήμαρχος Αθηναίων και βουλευτής, ο πατέρας της Πηνελόπης Δέλτα, με την οποία ο Ίωνας Δραγούμης διατηρούσε ερωτική σχέση και την εγκατέλειψε δημιουργώντας σχέση με την ηθοποιό Μαρίκα Κοτοπούλη, περνώντας από τον τόπο της συλλήψεως του Ίωνα, σταμάτησε, ρώτησε τι συμβαίνει, είχε συζήτηση με τον λογαχό Παύλο Γύπαρη, ο οποίος ήταν επικεφαλής του αποσπάσματος και στη συνέχεια αναχώρησε με το αυτοκίνητό του, ενώ σύμφωνα με μάρτυρα ακούστηκε να λέει «..Χρειάζεται λεπίδι για να τελειώσωμε μια για πάντα με την κατάστασι αυτή...». Η κατάθεση αυτή τον μετέτρεψε σε κατηγορούμενο για ηθική αυτουργία της δολοφονίας και ενώ το συμβούλιο Πλημμελειοδικών απάλλαξε τον Μπενάκη από την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας, τον κήρυξε ένοχο σε βαθμό πλημμελήματος διότι αδιαφόρησε, ενώ μπορούσε να επέμβει ώστε να εμποδίσει το έγκλημα. Με βούλευμα του Εφετείου περιελήφθη μεταξύ των ηθικών αυτουργών, αν και η οικογένεια του νεκρού απέκλεισε την περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, όμως οι εφέτες δεν πείστηκαν και τον παρέπεμψαν σε δίκη το Μάρτιο του 1922, στην οποία, ο Μπενάκης, ερημοδίκησε. Μόλις στην εξουσία επανήλθαν οι Βενιζελικοί, αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή επί καθεστώτος των Νικολάου Πλαστήρα-Στυλιανού Γονατά, ζήτησε ο ίδιος να εκδικαστεί η υπόθεση και στις 19 Νοεμβρίου 1922 έγινε δίκη στην οποία κηρύχθηκε αθώος. [11]

Το Μάιο του 1935 ο Γύπαρης που δικάζονταν για τη συμμετοχή του στο κίνημα του Μαρτίου του ίδιου χρόνου, απολογούμενος υπέδειξε τον νεκρό Εμμανουήλ Mπενάκη, [12], ως εκείνον ο οποίος διέταξε τη δολοφονία του Δραγούμη, και τον Ελευθέριο Βενιζέλο ως εκείνον ο οποίος συγκάλυψε την υπόθεση της δολοφονίας. Το γεγονός της ομολογίας του Παύλου Γύπαρη προκάλεσε την αντίδραση του Αντώνη Μπενάκη που έστειλε απαντητική επιστολή [13] στους ισχυρισμούς του, η οποία δημοσιεύθηκε στις Αθηναϊκές εφημερίδες την 29ην Μαΐου 1935. Οι καταθέσεις δύο ακόμη αυτοπτών και αυτήκοων μαρτύρων, εμπίστων ανθρώπων του Εμμανουήλ Μπενάκη, του προσωπικού του οδηγού Βασιλείου καθώς και του Μπαβαβέα, που ήταν ο ιδιαίτερος γραμματέας του, δεν διασώθηκαν.

Ιδεολογικές απόψεις

Ο Ίωνας Δραγούμης ήταν αντισυντηρητικός, αντιφιλελεύθερος και αντικομμουνιστής που ένιωθε περιφρόνηση για την κοινοβουλευτική δημοκρατία διότι πίστευε ότι εξυπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα και όχι τον λαό. Υποστήριζε ότι όση γη δεν καλλιεργείται από τους γαιοκτήμονες πρέπει να κατασχεθεί από το κράτος και θα δοθεί σε φτωχούς αγρότες, δίχως να απαιτεί τη δήμευση του συνόλου της περιουσίας των πλουσίων. Ιδεολογικά τοποθετείται στο πολιτικό-φιλοσοφικό κίνημα του τέλους του 19ου-αρχές του 20ου αιώνα που χαρακτηρίζεται ως «πρωτο-φασιστικό», κίνημα παρόμοιο με τον φασισμό το οποίο προϋπήρξε της ιδρύσεως του Ιταλικού Φασιστικού Κόμματος το 1919 από τον Μπενίτο Μουσολίνι, κι είχε επηρεαστεί από ορισμένους πρωτο-φασίστες διανοούμενους αλλά κυρίως από τον προσωπικό του φίλο τον Γάλλο εθνικιστή διανοούμενο Μορίς Μπαρές καθώς και από τον Φρειδερίκο Νίτσε.

Αν και ήταν θαυμαστής και φίλος του Μορίς Μπαρές αλλά και του Άρθρουρ Γκομπινό ο Δραγούμης τοποθετήθηκε αρνητικά απέναντι στις φιλελεύθερες, δυτικές ιδέες και ειδικότερα απέναντι στη Γαλλία και του αποδίδεται η πατρότητα του όρου «Φραγκολεβαντίνος». Σύμφωνα με τον Δραγούμη, η Ελλάδα ήταν τόσο μοναδική ανάμεσα στα άλλα ευρωπαϊκά κράτη, ώστε οι Έλληνες όχι μόνο δεν θα έπρεπε να διακατέχονται από αισθήματα κατωτερότητας, αλλά και να συνειδητοποιήσουν πόσο ξεχωριστή θέση είχαν ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή. Βασιζόμενος στην ιδιαιτερότητα της Ελλάδας και αντλώντας από τον Γάλλο Maurice Barrés, απέρριψε το κοινοβουλευτικό σύστημα, τον κοσμοπολιτισμό και τον αντιμιλιταρισμό ως ευρωπαϊκά κακά, τοποθετώντας έτσι τον εαυτό του ως τον κατεξοχήν θεωρητικό του εθνικισμού στην Ελλάδα.

Ο Δραγούμης αποτέλεσε μία από τις πιο ιδιάζουσες αλλά και από τις πιο αξιόλογες προσωπικότητες της νεώτερης Ελλάδος και ιδεολόγος που μετέφερε μαχητικά τις ιδέες του στην πράξη. Η κοσμοθεωρία του βασίζεται στο αξίωμα ότι το έθνος είναι βαθμίδα ανυψώσεως του ατόμου. Οι πολιτικές δοξασίες του ήταν απίθανα προοδευτικές για την εποχή και την παράταξη στην οποία ανήκει• κοινοτική οργάνωση, διοικητική αποκέντρωση, συνεργατικοί συνεταιρισμοί. Οι δοξασίες του για το Ανατολικό ζήτημα και εργάσθηκε με φανατισμό προς αυτή την κατεύθυνση, πλησιάζοντας τους Νεότουρκους, μετά την τουρκική επανάσταση του 1908, είναι ακόμη ευρύτερες και επισημαίνουν ένα πνεύμα με οξύτατη πολιτική διορατικότητα. Πίστευε στη συνεννόηση και την συνεργασία των λαών της Ανατολής, με αντικειμενικό σκοπό την σύμπτυξη μιας μεγάλης Ανατολικής Ομοσπονδίας.

Μάχονταν υπέρ της υγιεινής, για άνδρες και γυναίκες, όπως ο Περικλής Γιαννόπουλος και ο Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς, οι οποίοι αντιδρούσαν στην ευρωπαϊκή επίδραση στο ανδρικό και γυναικείο ένδυμα με την αιτιολογία ότι το κλίμα της Ελλάδας δεν επέτρεπε ενδυμασία που είχε σχεδιαστεί για το ψυχρό κλίμα των βορειο-ευρωπαϊκών χωρών. Ο Δραγούμης κατέκρινε την κυριαρχία της βρετανικής μόδας στην Ελλάδα και αντιδρούσε στα μαύρα υφάσματα, τα σκληρά κολάρα, τα ημίψηλα καπέλα, και τα παπούτσια από σκληρό δέρμα.

Θεωρείται ως ο θεμελιωτής και ο κύριος εκπρόσωπος του Ελληνικού Εθνικισμού και στάθηκε πιστός στις ιδέες του μέχρι το τέλος. Επιζητούσε την οργάνωση σε Κοινότητες -θεσμό ελληνικό- θεωρώντας ότι το κράτος που φροντίζει για όλες τις ανάγκες των πολιτών καταστρέφει τις δημιουργικές του δυνάμεις και υποστήριζε

«...Το υγιές κύτταρο του ελληνισμού είναι οι κοινότητες. Η δραστηριοποίηση τους θα αποκεντρώσει το υδροκεφαλικό αθηναϊκό κράτος, που αγνοεί της ανάγκες της περιφέρειας. Πρέπει να δοθούν αυξημένες αρμοδιότητες στις κοινότητες για να ανθήσει παντού ο ελληνισμός και να αποφευχθεί ο συγκεντρωτισμός και ο κοσμοπολιτισμός των αστικών κέντρων...».

Περιέγραψε το νεοελληνικό του όραμα και ήθελε ο πολιτισμός του να βασισθεί στη γλώσσα, στα έθιμα, στον τρόπο ζωής του απλού ελληνικού λαού. Θεωρούσε ότι έπρεπε να διατηρηθούν οι ελληνικές παροικίες στα κατεχόμενα από την Τουρκία εδάφη και η Ελλάδα να προσπαθήσει να αναπτύξει την άμυνά της προς το βορρά, μέσα από μια ομοσπονδία, εμπόδιο στην κάθοδο των Σλάβων κατά των οποίων η απέχθεια του είχε ενταθεί από τον Μακεδονικό Αγώνα, και η οποία θ' άρχιζε από την Αδριατική και θα έφτανε ως τη Συρία, ώστε ο Ελληνισμός να παραμείνει στις εστίες του κυριαρχώντας πολιτισμικά.

Αγαπούσε το Ελληνικό Έθνος για το οποίο έγραψε

«Ο καθένας πρέπει να φαντάζεται πως αυτός πρέπει να σώσει το έθνος του. Να μην κοιτάζω τι κάνουν οι άλλοι και να φαντάζομαι μόνον πως εγώ έχω το μεγάλο χρέος της σωτηρίας. Δεν είναι εύκολο να πείσεις ένα έθνος. Εγώ βλέπω τόσα πράγματα που πρέπει να γίνουν και όμως οι άλλοι Έλληνες τα βλέπουν αλλιώς. Αν είμαι δυνατός θα τους πείσω».

Η σκέψη του, ένα αμάλγαμα εθνικισμού, φιλελευθερισμού, σοσιαλισμού και κυρίως πρωτοφασισμού, εκφράζει τον ουμανιστικό, τον έλλογο και λειτουργικό εθνικισμό, που σέβεται το ανθρώπινο πρόσωπο, είναι προσηλωμένος στις αρχές της άμεσης δημοκρατίας, του Κοινοτισμού, απορρέει από τον Ελληνικό πολιτισμό και υπερασπίζεται τις ελευθερίες και τα δικαιώματα των Ελλήνων.

Τα αξιακά του προτάγματα είναι

  • η ελευθερία,

ως εθνική ή αυτοδιάθεση των υποδούλων Ελλήνων ή στο επίπεδο της προσωπικής αυθυπαρξίας του ανθρώπου, για την οποία αναφέρει «Ακουμπώντας στο έθνος μου να γίνω πιο άνθρωπος. Δεν μπορεί κανείς να είναι άνθρωπος ξεχνώντας την καταγωγή του. Να θυμάται κανείς από πού βγήκε, που μεγάλωσε, ποιο έθνος τον ανέθρεψε. Μου αρέσει να βλέπει κανείς τους δεσμούς του. Αυτό θα πει ελευθερία».

στον οποίο προσβλέπει ως «νομιμοποιητική» βάση της αξίας του έθνους και γράφει «Ποιος είναι ο τελικός των εθνών, πες τον προορισμό, πες τον αποστολή; Ο πολιτισμός! Να ένα έργο άξιο για τα έθνη, έργο αληθινά ανθρώπινο. Να η δικαιολογία των εθνών. Να πως τα έθνη είναι χρήσιμα στην ανθρωπότητα και να που έσφαλε ο Μαρξ πολεμώντας τα έθνη. Πολιτισμούς γεννούν τα έθνη και αυτά μονάχα. Δεν φθάνει όμως να είναι ένα έθνος πολιτισμένο, πρέπει να είναι πολιτισμένο και από δικό του πολιτισμό. Σε αυτό λοιπόν χρησιμεύουν τα έθνη. Οι πολιτισμοί γεννιούνται ο καθένας σε κάποια πατρίδα, σε κάποια εποχή και σε κάποιο έθνος. Έξω από αυτά δεν μπορεί να σταθεί πολιτισμός».

Στις 18 Μαρτίου του 1919, σχεδόν ένα χρόνο πριν την δολοφονία του ο Δραγούμης σημείωσε στο ημερολόγιο του: «....Αγαπώ πάρα πολύ τον άνθρωπο για να γίνω στενός σοσιαλιστής. Αγαπώ πάρα πολύ τον άνθρωπο για να γίνω στενός πατριώτης. Αγαπώ πάρα πολύ τον άνθρωπο για να νοιώσω τον εαυτό μου άτομο. Από άνθρωπος μιας τάξης με ορισμένα συμφέροντα τάξης, γίνομαι σοσιαλιστής με την πλατιά έννοια, και θέλω μια καινούρια οικονομία της κοινωνίας μου και των άλλων κοινωνιών. Από στενός πατριώτης, γίνομαι εθνικιστής, με τη συνείδηση του έθνους μου και όλων των άλλων εθνών, γιατί οι διαφορές των εθνών πάντα θα υπάρχουν, και έχω τη συνείδησή τους και χαίρομαι που υπάρχουν αυτές οι διαφορές, που με τις αντιθέσεις τους, με τις αντιλήψεις τους, υψώνουν την ανθρώπινη συνείδηση και ενέργεια. Από άτομο γίνομαι άνθρωπος....». Η σημείωση του έχει σημαντική σημασία καθώς απαντά σ' όσους κάνουν λόγο για την πιθανότητα «ιδεολογικής στροφής» του Δραγούμη, καθώς μαζί με βιβλία του Νίτσε, του Μορίς Μπαρές και του Άρθρουρ Γκομπινό στην βιβλιοθήκη του βρέθηκαν επίσης έργα του Κροπότκιν και του Μπακούνιν.

Μνήμη Ίωνα Δραγούμη

Ο αδελφός του Ίωνα, ο Φίλιππος Δραγούμης γράφει στο ημερολόγιό του, «..Ντρέπομαι ότι όλα αυτά έγιναν από Έλληνες και μάλιστα από τα όργανα της εξουσίας, από τους μισθοφόρους σωματοφύλακες του Βενιζέλου. Αυτός ο κωμωδός ετηλεγράφησε στο σπίτι να συλυπηθή!!!». Το 1925, η Ναταλία Μελά, αδερφή του Ίωνος και σύζυγος του Παύλου Μελά, συνάντησε τυχαία τον Βενιζέλο στο σπίτι της Πηνελόπης Δέλτα. Δεν του έδωσε το χέρι και, «...μετά από μια παγωμένη παύση, θα του γυρίσει την πλάτη και θα βγει απ’ το δωμάτιο».

Ο Άγγελος Σικελιανός συνέθεσε ελεγεία για τη δολοφονία του και ο Κωστής Παλαμάς έγραψε

«Λευκή ας βαλθεί όπου έπεσες κολώνα
(πως έπεσες γραφή να μην το λέει)
λευκή με της πατρίδας την εικόνα
μόνο εκείνη ταιριάζει να σε κλαίει,
βουβή, μαρμαρωμένη να σε κλαίει»
.

Στη σύντομη ζωή του δεν συμβιβάσθηκε, ούτε προσπάθησε να αναδειχθεί σε ηγετική μορφή της αντιπολιτεύσεως στο Βενιζέλο και πολιτεύτηκε ανεξάρτητος, χωρίς να πλησιάσει ποτέ το Βασιλικό περιβάλλον. Επιστρέφοντας από τη δεύτερη εξορία του επανεξέδωσε το περιοδικό του, ασκώντας δριμύτατη κριτική στους Βενιζελικούς. Η δολοφονία του είχε τεράστιο εθνικό κόστος και αποστέρησε στον τόπο ένα ανιδιοτελή πολιτικό και επιφανή διανοούμενο, ο οποίος πάλεψε για την Ελληνική ιδέα.

Στον σημείο όπου δολοφονήθηκε, στον αριθμό 77Α επί της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, υπάρχει επιτύμβια μαρμάρινη στήλη [14], έργο του 1921 κατασκευασμένο σε μάρμαρο από τον γλύπτη Αριστοτέλη Ζάχο, ενώ διοργανώνονται ετήσιες τιμητικές εκδηλώσεις. Την δεκαετία του 1980 ανεγέρθηκε ανδριάντας του Δραγούμη επί της Πλατείας Μακεδονομάχων στην πόλη της Θεσσαλονίκης, έργο του γλύπτη Γιάννη Παππά, ενώ το χωριό πρώην Στράιστα του νομού Πέλλης, σήμερα οικισμός του δήμου Αλμωπίας, μετονομάσθηκε σε «Ίδα» προς τιμήν του. Στην Αθήνα λειτουργεί από το 2004 το Ίδρυμα «Ίωνας Δραγούμης».

Ρήσεις Δραγούμη

«...Ο εθνικισμός είναι μορφή ενέργειας. Όλοι λοιπόν οι ενεργητικοί άνθρωποι είναι εθνικιστές, είτε το ξέρουν είτε όχι. Ο διεθνιστής είναι στοιχείο θανάτου για το έθνος του...».

«...Τα Ελληνικά σχολεία είναι για δύο σκοπούς: να ανοίγουν τα μυαλά και να φουσκώνουν το παιδί με τον εθνισμό του. Η παράδοση είναι ο σύνδεσμος των ατόμων μίας φυλής, τωρινών και περασμένων, που τα κάνει έθνος. Ιστορία είναι η συνείδηση του συνδέσμου αυτού. Να νοιώθεις την καταγωγή σου, την συνέχεια του εθνικού εγώ σου, την ιστορία που σου κάνει συνειδητό το πέρασμα του έθνους σου μέσα στους αιώνες...».

  • Για τους νεοραγιάδες,

«...Τι θα πει ραγιάς; Ραγιάς είναι εκείνος που τρέμει τους μπάτσους του Τούρκου, που είναι σκλάβος του φόβου του. Ο ραγιάς είναι μισός άνθρωπος. Την ραγιαδοσύνη του την ονομάζει αναγκαία φρονιμάδα. Τον κυνηγάς και κρύβεται. Τον δέρνεις και ακόμα σκύβει. Τον σκοτώνεις και σωπαίνει...».

  • Για την Ενωμένη Ευρώπη,

«...Ναι, το βλέπω πως η Ευρώπη ενώνεται, πως τα έθνη και οι φυλές ζυγώνουν η μία την άλλη. Αλλά εγώ είμαι ένας και εγώ θα ακουμπήσω επάνω στους γύρω μου ανθρώπους. Και αυτοί είναι οι Έλληνες...».

«...Τόσο αγαπώ την Ελληνική ύπαρξη, που αν ήταν να γίνουμε όλοι οι άνθρωποι κοσμοπολίτες, θα έλεγα να μην ονομαζόμασταν Έλληνες. Δεν χρειάζεται η λέξη Έλληνες όταν όλοι οι άνθρωποι της γης γίνουν κοσμοπολίτες μίας απέραντης δημοκρατίας...».

«...Μόνο εμείς, όσοι νοιώθουμε την δική μας την πατρίδα, μπορούμε να νοιώσουμε και των άλλων τις πατρίδες. Πρώτα πρέπει να νοιώσω τον εαυτό μου καλά, έπειτα καλά το έθνος μου και έτσι φθάνω στην ανθρωπότητα. Όσοι λένε πως είναι κοσμοπολίτες και δεν περνούν από όλα αυτά τα στάδια δεν μπορούν να νοιώσουν την ανθρωπότητα...».

«...Το Σύνταγμα θέλησε να δώσει στο έθνος αντιπροσώπους και είπε να υπάρχουν βουλευτές. Επρόκειτο αυτοί οι βουλευτές να αντιπροσωπεύσουν το έθνος. Αλλά η πραγματικότητα τα χάλασε και οι βουλευτές δεν είχαν κανένα συμφέρον να καταγίνουν με το έθνος. Τέτοιοι μια φορά δεν είναι. Για όνομα του Θεού, βρείτε άλλους να αντιπροσωπεύσουν το έθνος...».

Συγγραφικό έργο

Ήταν ένθερμος υποστηρικτής της δημοτικής γλώσσας, πρωτοστάτησε για την ίδρυση του «Εκπαιδευτικού Ομίλου», ενός σημαντικού συλλόγου δημοτικιστών και συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά και εφημερίδες με το ψευδώνυμο «Ίδας». Στα περισσότερα από τα έργα του κυριαρχούν αυτοβιογραφικά στοιχεία και οι περί του πρακτέου ιδέες και θεωρίες του που τόσο μαχητικά επιχείρησε να μεταφέρει στην πράξη και να τις επιβάλει. Στο συγγραφικό του έργο εμφανίζονται οι πρώτες σελίδες της πεζογραφίας μας που είναι γραμμένες σ' αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε αττική δημοτική γλώσσα, μια ολοφάνερη και επιτυχημένη προσπάθεια προσανατολισμού της δημοτικής σε ένα αφηγηματικό ύφος, πλαστικό και απαλλαγμένο από βαναυσότητες.

Συνέγραψε πλήθος πολιτικών μελετών και άρθρων και δημοσίευσε λογοτεχνικά έργα, μεταξύ τους τα βιβλία

  • «Τετράδια του Ίλιντεν».

Στο έργο του ο Δραγούμης γράφει για έναν επικεφαλής βουλγαρικού στρατιωτικού σώματος, ονόματι Τσακαλάροφ, ότι «...θα ξοδέψω χρήματα για την δολοφονία του· το ίδιο πρέπει να γίνει και για άλλους», μεθοδολογία δράσεως που ακολούθησε κι όταν μετατέθηκε από την ελληνική κυβέρνηση στο Προξενείο της Κωνσταντινουπόλεως.

  • «Μαρτύρων και ηρώων αίμα»,

το πρώτο λογοτεχνικό του έργο, που δημοσίευσε το 1907 και σε δεύτερη έκδοση το 1914, με το ψευδώνυμο «Ίδας», είναι ένα μυθιστορηματικό δοκίμιο που αγγίζει θαρραλέα, όσο και βασανιστικά, τα μεγάλα προβλήματα του Ελληνισμού.

  • «Η μεγάλη ιδέα» [15], το 1908,
  • «Σαμοθράκη», το 1908,

βιβλίο γραμμένο με αφορμή την επίσκεψη του στο νησί, όπου όμως αναζητά και πραγματεύεται τα χνάρια του Ελληνισμού στην Ελληνική ύπαιθρο,

  • «Όσοι ζωντανοί» [16], το 1911,
  • «Ελληνικός πολιτισμός»,

στο οποίο καταγράφει τις αντιλήψεις του για την υπεροχή του έθνους έναντι του κράτους, περιγράφει με ζωντανά χρώματα την προτεραιότητα του πολιτισμικού έθνους σε σχέση με το φυλετικό και στηλιτεύει την προγονοπληξία και τον λογιοτατισμό, καταλήγοντας σε πρακτικές πολιτιστικές προτάσεις για τον νέο ελληνισμό που πίστευε ότι αναδυόταν.

Ο αδελφός του, Φίλιππος Δραγούμης, διαφύλαξε το έργο του και δημοσίευσε μετά το θάνατό του Ίωνος ορισμένα από τα ανέκδοτα έργα του, όπως το

  • «Μονοπάτι», το 1902 και το
  • «Σταμάτημα», το 1917, το βιβλίο είναι γραμμένο στη διάρκεια της εξορίας του στην Κορσική,
  • «Εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία», το 1919,
  • «Ο Ελληνισμός και οι Έλληνες».

Μετά τη δολοφονία του Ίωνα, ο Δημήτριος Ταγκόπουλος συγκέντρωσε σε μία έκδοση, ως μνημόσυνο φιλολογικό, δέκα από τα αντιπροσωπευτικότερα άρθρα του, που είχαν δημοσιευθεί στο περιοδικό «Νουμάς», συνήθως με το φιλολογικό ψευδώνυμο «ΙΔΑΣ», από τα αρχικά του ονοματεπώνυμου «Ι» και «Δ». Μέσα απ' αυτά εκτίθενται αναλυτικά οι ιδέες του για την πολιτική, την κοινωνία, το γλωσσικό ζήτημα και το μέλλον του Ελληνικού Έθνους. Το έργο ονομάζεται

  • «Μελέται» [17] και αποτελείται από 10 άρθρα του Δραγούμη.

Το αρχείο του φυλάσσεται [18] «The American School of Classical Studies at Athens».

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. Πως εφονεύθη ο Ιωάννης Δραγούμης Εφημερίδα «Εμπρός», 1η Αυγούστου 1920, σελίδα 4.
  2. Φίλιππος Δραγούμης, αδελφός του Ίωνα, σε επιστολή του προς την εφημερίδα «Μακεδονία-Θράκη» το 1960, έγραψε σχετικά με την προέλευση του ονόματος της οικογένειας του, όπου καταρρίπτει κάθε ισχυρισμό για την τουρκική προέλευση του ονόματος της οικογένειας Δραγούμη:«...Επειδή εξακολουθούσαν οι επιδρομές εξισλαμισμένων Αλβανών ή Τουρκαλβανών και ο συστηματικός εξισλαμισμός των κατοίκων της Ηπείρου, όσοι δεν δέχονταν ν' αλλαξοπιστήσουν και δεν εύρισκαν πια καταφύγια στα ορεινά μέρη της Ηπείρου, κατέφευγαν άλλοι στα Επτάνησα, άλλοι στη Βενετία η στην Νότιαν Ιταλίαν και Σικελία, άλλοι στην Κρήτη και στα νησιά του Αιγαίου και άλλοι στη Μακεδονία κλπ. Έτσι και η οικογένειά μου κατά τον 16ο η 17ο αιώνα κατέφυγε μόνη ή μ' άλλους συμπατριώτες της στη Δυτική Μακεδονία, στο Βογατσικό της Καστοριάς, για να μην τουρκέψη. Εκεί ξέρουμε θετικά πως εγεννήθη ο προπάππος μου Μάρκος Αθανασίου Δραγούμης στα 1770, που πέθανε στην Αθήνα στα 1854. Τ' όνομά μας λοιπόν προέρχεται από την Ήπειρο και την Αλβανία και δεν έχει καθόλου τουρκικήν προέλευση».]
  3. [Ο Ιωάννης Γ. Κοντογιαννάκης γεννήθηκε το 1817 στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας και πέθανε στις 14 Μαρτίου του 1888 στην Πετρούπολη της Ρωσίας. Καταγόταν από την Κρήτη και με τον αδελφό του κατέφυγαν από τη Σμύρνη στη Νότια Ρωσία σε πολύ μικρή ηλικία, όπου βρέθηκε υπό την προστασία του Δημήτριου Βερναρδάκη. Ο Κοντογιαννάκης ασχολήθηκε με το εμπόριο και ίδρυσε στην Πετρούπολη την πρώτη ιδιωτική τράπεζα στη Ρωσία, ενώ διορίστηκε επίτιμος Γενικός Πρόξενος της Ελλάδος. Παντρεύτηκε τη Ναταλία Κουπτσίνσκι, που γεννήθηκε το 1827 και πέθανε το 1891, Ρωσίδα, καταγόμενη από τη Μόσχα. Ο Κοντογιαννάκης χορήγησε χρήματα για την ίδρυση του Βρεφοκομείου του Δήμου Αθηναίων, έκανε δωρεές στην «Αρχαιολογική Εταιρεία», στην «Εταιρεία των Φίλων του Λαού», στο Ωδείο Αθηνών και σε άλλα κοινωφελή ιδρύματα.]
  4. [O ναύαρχος Αντώνιος Επαμ. Κριεζής, εγγονός του Υδραίου αγωνιστή και πρωθυπουργού της Ελλάδος, εκτελέστηκε από μέλη των ενόπλων συμμοριών του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, στις 22 Δεκεμβρίου 1944, στα Κιούρκα Αττικής. Μαζί του εκτελέστηκε και η Φαίνη Δραγούμη-Ξύδη, κόρη της Αλεξάνδρας Δραγούμη και ανιψιά του Ίωνα. Τα πτώματα τους βρέθηκαν μετά από δυόμιση μήνες στα Κιούρκα. Η Αλεξάνδρα και μία κόρη της, η Ρωξάνη Ξύδη, διέφυγαν το θάνατο, μετά από 25 μερόνυχτα ομηρίας. Το ημερολόγιο της Αλεξάνδρας Δραγούμη-Ξύδη-Κριεζή, εμπιστεύτηκε στο Σπύρο Μαρκεζίνη η κόρη της Ρωξάνη.]
  5. [«Μια μαρτυρία από τον Εμφύλιο», Αλεξάνδρα Κριεζή, εκδόσεις «Εστίας»]
  6. Μαρτυρία αυτόπτου δια τον φόνον του Δραγούμη Εφημερίδα «Σκριπ», 23 Σεπτεμβρίου 1920, σελίδα 1.
  7. [«...Καθ' ον η φρουρά αυτή φόνευσε τον Δραγούμην, διότι ηθέλησε να δραπετεύσει..»
  8. Η ιατρική έκθεσις δια τον φόνον Δραγούμη. Εφημερίδα «Σκριπ», 10 Νοεμβρίου 1920, σελίδα 3.
  9. [Το συγκεκριμένο τάγμα αποτελείτο αποκλειστικά από Κρητικούς και ονομαζόταν έτσι γιατί ή αποστολή του ήταν η προσωπική ασφάλεια του Βενιζέλου. Αποκαλούνταν και «Γυπαραίοι» και ουσιαστικά ήταν λόχοι μισθοφόρων που έπαιρναν 150 έως 180 δραχμές το μήνα, όταν ο μισθός λοχαγού ήταν 600 δραχμές.]
  10. [Περιοδικό «Λαβύρινθος», Δημοσθένης Κούκουνας]
  11. [Το Κακουργιοδικείο Αθηνών διά της υπ’ αριθ. 73 της 19ης Νοεμβρίου 1922 αποφάσεώς του τον έκρινε αθώο με το ακόλουθο σκεπτικό, «...Επειδή εκ του συνόλου της αποδεικτικής διαδικασίας ουδαμώς απεδείχθη η ενοχή του κατηγορουμένου Εμμανουήλ Μπενάκη, διότι ουδείς των εξετασθέντων μαρτύρων κατέθηκέ τι το επιβαρυντικόν διά τον κατηγορούμενον διά την εις αυτόν αποδιδομένην πράξιν της ηθικής αυτουργίας του φόνου του Ι. Δραγούμη. Μάλιστα δε και αυταί αι αδελφαί του παθόντος αποκλείουσι σαφώς το δυνατόν της υπάρξεως της ηθικής αυτουργίας διά τον κατηγορούμενον Εμμ. Μπενάκην, παραπονούμεναι μόνον ότι ηδιαφόρησε διά την σωτηρίαν του παθόντος. Αλλ’ εντεύθεν δεν παρέπεται ότι υπάρχουσι τα στοιχεία της λεγομένης αρνητικής συνεργείας του άρθρου 74 παράγρ. 3 του Ποινικού Νόμου, διότι ουδόλως είναι αποδεδειγμένον ότι ο κατηγορούμενος ούτος εγνώριζεν ότι επέκειτο ο φόνος του Ι. Δραγούμη ή εμελετάτο τοιούτος, διά να κατορθώση και προλάβη τούτον, δεδομένου μάλιστα ότι ο φόνος ούτος εγένετο πολύ ύστερον μετά την αναχώρησιν του Μπενάκη εκ του τόπου της συλλήψεως του Ι. Δραγούμη και εις έτερον μέρος, μάλιστα δε, καθ’ α κατατίθησιν ουσιώδης μάρτυς, όταν μετά ώρας διεδόθη ο φόνος του Δραγούμη, ο κατηγορούμενος εξέφρασεν αληθή λύπην διά την δημιουργουμένην κατάστασιν, και ότι ενόμιζεν ότι ο συλληφθείς ην ουχί ο Ίων Δραγούμης, αλλ’ ο αδελφός αυτού Φίλιππος, εν γένει δ’ εκ της αποδεικτικής διαδικασίας ουδέν στοιχείον ενοχής προκύπτει...»]
  12. [«...Ήλθεν ένα τηλεγράφημα ότι έγινεν απόπειρα κατά του Βενιζέλου εις την Λυών. Εγώ είχα ένα τηλεγράφημα ότι δεν εκινδύνευεν η ζωή του ...{...}.... Εξεκίνησα και επέστρεψα εις το τάγμα, όταν έξω είδα ένα αυτοκίνητον σταματημένο και κόσμον μαζεμένον γύρω και μαινόμενον. Με το πιστόλι εις το χέρι άνοιξα δρόμο και επήγα κοντά. Μέσα εις το αυτοκίνητον ήτο ο Ίων Δραγούμης. Τον παρέλαβα και τον ωδήγησα μέσα και έκαμα ένα τηλεφώνημα εις το Φρουραρχείον διά να τον στείλω εκεί όπως είχα στείλει και τους άλλους που είχαν συλληφθή. Όταν εσχηματίσθη το απόσπασμα που θα τον συνώδευε, και τον παρέλαβε, παρουσιάσθη ένας κύριος μεγαλόσχημος και τους εφώναξε: “Σκοτώστε τον! Τι τον φυλάτε”. Πρέπει να σας πω ότι ήτο άνθρωπος μεγάλης επιρροής και ηκούετο πολύ, διότι εις το σπίτι του έμενε πάντοτε ο Βενιζέλος στην Κηφισιάν. Και οι στρατιώται τον υπήκουσαν. Και... έγινε το δυστύχημα. Οι στρατιώται δεν ετολμούσαν μετά την πράξιν των να πλησιάσουν εις το τάγμα, διότι έμαθαν ότι είχα γίνει έξω φρενών, αλλά μου έστειλαν ένα άλλον στρατιώτην. “Πήγαινε, είπα, και πες στον επιλοχία σου να ’ρθουν εδώ. Αλλά αυτοί δεν ήλθαν ούτε τότε. Επήγαν εις τον κ. Εκείνον στην Κηφισιάν, ο οποίος τους έδωσε 20.000 δραχμάς, τους υπεσχέθη να επέμβη στο Βενιζέλο για να μη τιμωρηθούν και να τους στείλη στην Αίγυπτο. Δεν ετήρησεν όμως τον λόγον του και δεν τους έστειλεν εις την Αίγυπτον και οι στρατιώται επήγαν στην Κρήτη, όπου εφυγοδικούσαν. Έστειλα ένα απόσπασμα στην Κρήτη με επί κεφαλής αξιωματικόν, ο οποίος τους ευρήκε και τους συνέλαβε, τους έφερε στο τάγμα και τους παρέδωσε στας αρχάς. Το 1920 μετά την 1ην Νοεμβρίου, ενώ εγώ έφυγα εις την Γαλλίαν, οι στρατιώται εδικάσθησαν και είπαν ποίος υπέβαλε να σκοτώσουν τον Δραγούμη. Εγώ τότε ήμουν μακρυά από την Ελλάδα και οι στρατιώται δεν ήσαν υπό την επιρροήν μου. Αν τους είχα βάλει εγώ να σκοτώσουν τον Δραγούμη θα το έλεγαν εις την δίκην των. Πρέπει να σας πω ακόμη, κύριοι στρατοδίκαι, ότι την ημέραν που συνέβη ο φόνος του Δραγούμη εμπήκα στο αυτοκίνητο να πάω στην Κηφισιά να τον σκοτώσω τον κ. Εκείνον. Έπεσαν όμως όλοι οι αξιωματικοί του τάγματος και με εκράτησαν. Όταν ήλθεν ο Βενιζέλος επήγα και του είπα ότι θα έκαμνα δημοσίευμα να αποκαλύψω τον κ. Εκείνον, αλλά ο Βενιζέλος μου είπε: “άφησε, δεν πειράζει”. Από τότε γεννήθηκε η κατακραυγή εναντίον μου και γι’ αυτό εδημοσίευσα μίαν επιστολήν στην ελληνικήν εφημερίδα “Μέλλον” των Παρισίων και ήθελα να την στείλω και στας αθηναϊκάς εφημερίδας, αλλά και πάλιν με ημπόδισεν ο Βενιζέλος...».] Εφημερίδα «Έθνος», 2 Μαΐου 1935
  13. [Έγραφε ο Αντ. Μπενάκης, «...Εξ αφορμής δημοσιευομένης εις πρωινήν εφημερίδα αναδρομικής εξιστορήσεως σχετικής με τον φόνον του Ίωνος Δραγούμη αναταράσσεται και πάλιν η μνήμη του πατρός μου και επιζητείται να εμπλακή το όνομα αυτού μεταξύ των υπευθύνων του τραγικού εκείνου γεγονότος. Παρομοίαν προσπάθειαν κατέβαλε και ο Π. Γύπαρης, απολογούμενος κατά την ενώπιον του Στρατοδικείου δίκην. Αλλ’ εάν, ως εκ της προνομιακής θέσεως, ήτις αναγνωρίζεται εις κάθε απολογούμενον, έκρινα ότι δεν υπήρχε λόγος να ανασκευάσω τότε τα λεχθέντα, αισθάνομαι την υποχρέωσιν, αφ’ ης στιγμής υπό μορφήν ιστορικού δημοσιεύματος θίγεται η μνήμη του πατρός μου να διαμαρτυρηθώ διά την ύβριν την γιγνομένην εις νεκρόν, αδυνατούντα με την ειλικρίνειαν της φωνής του να διαλύση κάθε συκοφαντίαν. Ευτυχώς, την δημιουργηθείσαν και παρά τοις δικαστικοίς προσώποις πρόχειρον εντύπωσιν εκ του ότι τυχαίως παρέστη κατά την υπό του Τάγματος Ασφαλείας σύλληψιν του Ίωνος Δραγούμη παρά την έπαυλιν Θων, εφρόντισε ζων ο πατήρ μου να διαλύση, ζητήσας την εκδίκασιν της υποθέσεώς του ενώπιον του Κακουργιοδικείου Αθηνών, το οποίον διά της υπ’ αριθ. 73 της 19ης Νοεμβρίου 1922 αποφάσεώς του “απεφήνατο αυτόν αθώον”,...{...}.... Με το σκεπτικόν αυτό αποφάσεως, εκδοθείσης καθ’ ον χρόνον είχε μεν χορηγηθή αμνηστεία διά του από 22 Οκτωβρίου 1922 Ν.Δ., ρητώς όμως είχεν εξαιρεθή αυτής το αδίκημα του φόνου του Ι. Δραγούμη, αρκούμαι ν’ απαντήσω, τόσον προς αποκατάστασιν της αληθείας, όσον και διά ν’ ανταποκριθώ εις τα εύλογα συναισθήματα εκείνων, οι οποίοι διατηρούσι μετ’ ευλαβείας πάντοτε του πατρός μου την μνήμην. Πέραν τούτου, και οιανδήποτε και αν λάβη μορφήν η δημοσιογραφική εμφάνισις του ζητήματος υπό τύπον εντυπωσιακών ειδήσεων ή σχολίων, η Οικογένεια Μπενάκη δεν θα προσθέση ουδέ λέξιν. Διότι, και την παρακολούθησιν τοιούτων δημοσιευμάτων προς ανασκευήν αυτών εκ νέου, θα εθεώρει ύβριν προς την μνήμην του αρχηγού αυτής.»]
  14. Μνημείο Ίωνα Δραγούμη-Ion Dragoumis Memorial
  15. «Η μεγάλη ιδέα» Ολόκληρο το βιβλίο
  16. «Όσοι ζωντανοί» Ολόκληρο το βιβλίο
  17. «Μελέται» Ολόκληρο το έργο.
  18. Αρχείο Ίωνος Δραγούμη