Γεώργιος Σαραντάρης

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Γιώργος Σαραντάρης, Έλληνας εθνικιστής, ένας απ’ τους πιο σημαντικούς διανοουμένους του ελληνικού εθνικοκοινωνισμού, λογοτέχνης, αισθαντικός ποιητής, φιλόσοφος και συγγραφέας φιλοσοφικών δοκιμίων της γενιάς του 1930, γεννήθηκε στις 20 Απριλίου 1908 στην Κωνσταντινούπολη, αν και στα επίσημα χαρτιά του φαινόταν γεννημένος στον Πειραιά και ήταν γραμμένος στα Μητρώα του ομώνυμου Δήμου, και πέθανε στις 25 Φεβρουαρίου 1941 στην Αθήνα, από κοιλιακό τύφο.

Η κηδεία του έγινε στο Α' νεκροταφείο Αθηνών παρουσία συγγενών, ελαχίστων προσωπικών του φίλων του ποιητή καθώς και φίλων της οικογένειας του.

Γεώργιος Σαραντάρης

Βιογραφία

Οικογενειακή κατάσταση

Καταγόταν από αρχοντική οικογένεια της Τσακωνιάς [1] της οποίας οι ρίζες φθάνουν ως το Βυζάντιο. Οι οικογένειες των πάππων του και των γιαγιάδων του κι απ’ τις δύο μεριές ήταν από τις σημαντικότερες και παλαιότερες της περιοχής. Οι πρόγονοί του ζούσαν από τα χρόνια των Παλαιολόγων και για αιώνες στο ορεινό χωριό Πραστός [2], που βρίσκεται στον Πάρνωνα, σε υψόμετρο 740 μέτρων, όπου σώζεται ο πατρογονικός πύργος των Σαραντάρηδων από την εποχή της Τουρκοκρατίας, καθώς και ο πύργος της οικογένειας της γιαγιάς του από τη πλευρά της μητέρας του, Ελένης Γούνελου ή Γούλελου. Στον κλάδο της οικογένειας του ανήκε ο αγωνιστής της Εθνεγερσίας του 1821, ο Γιαννάκης Σαραντάρης. Μετά την πυρπόληση του οικισμού από τον Ιμπραήμ και τα στρατεύματά του το 1826, η οικογένεια κατέβηκε στο παραθαλάσσιο Λεωνίδιο, όπου σώζεται το πατρογονικό σπίτι, το οποίο κατοικείται από τους κληρονόμους του εξαδέλφου του ποιητή, του Παναγιώτη Ιω. Σαραντάρη. Ο Γιώργος Σαραντάρης ήταν απόγονος αστών ευκατάστατων εμπόρων της ναυτιλίας και αρκετοί από τους συγγενείς του κατοικούσαν στην Ιταλία, όπου στο νεκροταφείο του Μονταπόνε υπάρχουν οι τάφοι του πατέρα του και του θείου του Παναγιώτη, που ήταν ευκατάστατος επιχειρηματίας.

Ο πατέρας του ποιητή, ο Δημήτριος Σαραντάρης γεννήθηκε το 1879 στον Πειραιά, από γονείς Λεωνιδιώτες, το Γιώργο Σαραντάρη και την Ελένη, κόρη του γιατρού Γεωργίου Παπαδόπουλου, από αρχοντική επίσης οικογένεια της Τσακωνιάς, κι ήταν γραμμένος στα Μητρώα του ∆ήµου Πειραιώς. Είχε εγκατασταθεί στην Ιταλία στο τέλος του 19ου αιώνα και παράλληλα διατηρούσε στον Πειραιά μια εταιρεία χημικών προϊόντων καθώς και την «Εταιρία Εορτών» για διοργάνωση εκδηλώσεων, στην οδό Νοταρά, ταξίδευε για εμπορικούς λόγους στη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη, όπου γνώρισε και παντρεύτηκε τη μητέρα του ποιητή, τη Ματθίλδη ή Ματίλδα Κωνσταντίνου Σωτηρίου ή Σωτήρου, που η οικογένεια της καταγόταν επίσης από το Λεωνίδιο της Κυνουρίας. Ο Γιώργος Σαραντάρης, που είχε μία μικρότερη αδελφή, την Ελένη [Λέλα] Σαραντάρη-Μιχοπούλου, μετέπειτα σύζυγος του Τάσου Μιχόπουλου, διευθυντή στο Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας, η οποία γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου είχε επιστρέψει η έγκυος μητέρα του, προκειμένου να βρίσκεται κοντά στη μητέρα της και στις τέσσερις αδελφές της.

Εγκατάσταση στην Ιταλία

Το 1912 η οικογένεια του ποιητή μετακόμισε οριστικά στην Ιταλία, ύστερα από πρόσκληση ενός εμπόρου θείου του πατέρα του, ενώ το 1920 η οικογένεια εγκαταστάθηκε στο ερειπωμένο σήμερα αρχοντικό της, στο χωριό Μονταπόνε κοντά στην Ανκόνα. Ο Σαραντάρης μεγάλωσε στην Ιταλία και παρακολούθησε μαθήματα στο Ιταλικό καθολικό Collegio di San Luigi, δίπλα στο σπίτι του στη Μπολόνια, στο Gimnasio Galvani και στο Liceo Galvani, όπου πήρε ιταλική και αρχαία ελληνική παιδεία. Οι επιδόσεις του στα µαθήματα ήσαν μέτριες ενώ δεν του άρεσε η μαθητική του ζωή λόγω του καθολικισμού και του συντηρητισμού τους. Σε ηλικία 16 ετών διάβαζε Όμηρο, άλλους αρχαίους Έλληνες και Λατίνους συγγραφείς, ενώ ασχολήθηκε με τους συγγραφείς του Μεσαίωνα και της Αναγεννήσεως.

Από έξι χρονών παίζει και πιάνο και στο κολλέγιο φτάνει να δίνει ρεσιτάλ. Ο θάνατος του Ανατόλ Φρανς του εμφύσησε το πάθος για τη λογοτεχνία και ξεκίνησε δημοσιεύοντας ποιήματα στον Τύπο της Ιταλίας, ενώ λίγο αργότερα έγινε μέλος της Ιταλικής Εταιρείας Νέων Λογοτεχνών. Έγραψε τους πρώτους στίχους του, στα ιταλικά και στα ελληνικά και δημοσίευσε ποιήματα στην ιταλική και γαλλική γλώσσα. Στην ίδια ηλικία είχε αναδειχθεί σε άριστο σκακιστή και συνθέτη σκακιστικών προβλημάτων, που δημοσιεύθηκαν σε περιοδικά της Ιταλίας. Το 1926 γράφηκε στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια όπου σπούδασε Νομικά για τρία χρόνια και μετά το 1930 και την οικονομική χρεοκοπία του πατέρα του συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Ματσεράτα, κοντά στο σπί τι του στο Montappone [3], όπου το Νοέμβριο του 1930 απέκτησε διδακτορικό δίπλωμα με διατριβή που είχε τίτλο, «Το δίκαιο ως τεχνικός κανόνας», [«Il diritto comme norma tecnica»], και αναγορεύθηκε Dottore di Giurisprudenza.

Εγκατάσταση στην Ελλάδα

Μετά τις πανεπιστημιακές του σπουδές ήρθε στην Ελλάδα το Μάρτιο του 1931, για να υπηρετήσει στον Ελληνικό Στρατό, όπως όλα τα αρσενικά µέλη της οικογένειας στην Ιταλία, προϋπόθεση για να διατηρήσει την ελληνική του υπηκοότητα. Παράλληλα, εγγράφεται και παρακολουθεί για λίγο μαθήματα στο Τµήµα Πολιτικών Επιστημών της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Υπηρετεί το στρατιωτικό του και στη συνέχεια εγκαθίσταται στο σπίτι της θείας του, Ευαγγελίας Σαραντάρη-Μίχα και της οικογένειάς της, στην οδό Κοδριγκτώνος 42Α. Προσπάθησε να εξασκήσει κάποιο επάγγελμα, όμως δεν κατάφερε ποτέ να εργαστεί, αν και κάποιες φορές του προσφέρθηκαν θέσεις μισθωτού σε τράπεζα και ιδρύματα, τις οποίες αρνήθηκε. Για ένα μικρό χρονικό διάστημα απασχολήθηκε ως ασκούμενος δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο ενός φίλου του πατέρα του, όμως εγκατέλειψε γρήγορα το δικηγορικό επάγγελμα. Αποφάσισε να ζήσει με μοναδικό εισόδημα τα ενοίκια από ακίνητα της οικογένειάς του στην Αθήνα, γεγονός το οποίο αποτελούσε αιτία τριβής µε τον πατέρα του.

Στην Αθήνα εργάστηκε ως δημοσιογράφος και συνεργάστηκε με την εφημερίδα «Καθημερινή» δημοσιεύοντας κριτικά λογοτεχνικά σημειώματα και δικούς του στίχους, ενώ συνδέθηκε με τον ιδεοκρατικό φιλοσοφικό όμιλο των Κωνσταντίνου Τσάτσου και Παναγιώτη Κανελλόπουλου, με την ομάδα του εθνικοσοσιαλιστή Ιωάννη Συκουτρή και του Δημοσθένη Δανιηλίδη καθώς και με το περιοδικό «Ελληνικά Γράμματα» του Ανδρέα Καραντώνη. Στο αρχείο του έχουν βρεθεί επιστολές και επιστολόχαρτα του εθνικιστικού «Εθνικού Παμφοιτητικού Συλλόγου», ενώ διατηρούσε στενή σχέση με τον Ν.Γ. Πεντζίκη, τη Μελισσάνθη και τη Ζωή Καρέλη. Σύμφωνα με το Γιώργο Μαρινάκη, έναν από τους μελετητές του έργου του, που συγκέντρωσε και επιμελήθηκε τα κείμενα του Σαραντάρη, ήταν βαριά μύωπας, καχεκτικός και φιλάσθενος, ταλαιπωρούνταν ψυχικά από το γεγονός ότι τον θεωρούν «αργόσχολο», επιβίωνε με ένα μικρό εισόδημα, ποσοστό από κληρονομιά ενοικίων, ενώ δεν έδινε την παραμικρή σημασία στο ντύσιμο και στην υπόδηση του. Ασχολήθηκε κυρίως, με τη λογοτεχνία και την ποίηση και το 1932 έγινε ο πρώτος που μετέφρασε στα ιταλικά, τα ποιήματα

  • «Ζωγραφισμένα»,
  • «Εν πόλει της Οσροηνής» και
  • «Στου καφενείου την είσοδο», του Κωνσταντίνου Καβάφη, τα οποία δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Cronache» [4], ενώ το 1934 γνωρίστηκε και έγιναν φίλοι, με τον Οδυσσέα Ελύτη. Στην Ιταλία πραγματοποίησε δύο σύντομα ταξίδια το 1934 και το 1935, όταν πέθανε ο πατέρας του.

Πολιτικές & Κοινωνικές απόψεις

Εκτιμούσε ιδιαίτερα τον Περικλή Γιαννόπουλο για τον οποίο θεωρούσε ότι στάθηκε «...ο πιο θερμός, ο πιο ενθουσιώδης κι ο πιο πειστικός υποστηρικτής της ανωτερότητας της ελληνικής φυλής...» κι ότι «... πιο γνήσια από κάθε άλλο νεοέλληνα στον αιώνα μας αντιμετώπιζε θεωρητικά το πρόβλημα του νεοελληνισμού. Προπάντων η αντιευρωπαϊκή του θέση, μ' όλο το βάρος της ευθύνης που σηκώνει, θα σταματήσει την προσοχή και της δικής μας και των γενεών που θα έρθουν όταν από τη βάση ατενίζεται ο προορισμό τους έθνους...». Εξαιρετική ήταν η άποψη του Σαραντάρη για τον Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο. Ο Γεώργιος Σαραντάρης υπήρξε ο µόνος εκπρόσωπος των ποιητών της γενιάς του 1930 που ασχολήθηκε µε τον Ιταλό εθνικιστή ποιητή και φιλόσοφο Γκαμπριέλε Ντ’ Αννούντσιο, δημοσιεύοντας άρθρο στο Ιταλόφωνο περιοδικό «Olimpo» [«Rivista di cultura mediterranea»] [5].

Ο μαρξιστής ποιητής και κριτικός Νίκος Κάλας είχε αναφέρει σε συνέντευξή του, «...ήμουν πολύ εναντίον του Σαραντάρη, έβλεπα ότι ήταν πολύ εξαρτημένος από το φασισμό. Άκουσα τελευταία τον Μάριο Βίττι στο Παρίσι, σε μια ομιλία του για την ελληνική ποίηση, να λέει ότι ο Σαραντάρης «είχε τη λόξα να θαυμάζει τον Μουσολίνι». Δεν ήταν λόξα καθόλου, ήταν απολύτως μέσα στην ιδεολογία του...». Ο Κάλας, που δυσανασχετούσε με την κατακύρωση του έργου του Σαραντάρη στις συνειδήσεις του πνευματικού κόσμου, είχε και έναν φιλολογικό διαξιφισμό με τον τελευταίο, ενόσω εκείνος ζούσε, στον τύπο της εποχής, όπου τον κατηγορούσε για μίμηση του ύφους του Ουνγκαρέττι, οι σχέσεις του οποίου με το Φασιστικό καθεστώς ήταν γνωστές.

Θεωρούσε παρακμιακές ιδεολογίες το μαρξισμό και το φροϋντισμό, για τις οποίες πίστευε ότι «...θυσιάζουν τον άνθρωπο στο θάνατο, και δεν το γνωρίζουν. είναι διαστροφές που γεννήθηκαν από έναν αχαλίνωτο ηδονισμό.. στην επιφάνεια χαρίζουν το μίσος στο βάθος την πεποίθηση του θανάτου...η ηδονή του θανάτου, του θανάτου όλου του κόσμου, τις διατρέχει. Γι' αυτό η πίστη μας στην ύπαρξη οφείλει να γίνει κοσμοθεωρία...γιατί δεν αρκεί ν’ αναγκάσεις στη σιωπή τους ανθρώπους προορισμένους στο θάνατο, αλλά και τις θεωρίες τους, τις τόσο φλύαρες, πρέπει να εξουδετερώσεις και ύστερα ν’ αντικαταστήσεις...».

Ο Σαραντάρης υποστήριζε την ιδέα της λεγόμενης οργανικής κοινωνίας και αντιτάχθηκε στον ηδονισμό, τον υλιστικό προσανατολισμό της ζωής, τον ατομισμό και τον κερματισμό-διάσπαση του ανθρωπίνου προσώπου, τη γνωσιοκρατία και τον εμπειρικό σχετικισμό. Η φιλοσοφική σκέψη του είναι υποστασιακή και άμεσα εθνοκοινωνική. Επηρεάστηκε από τον Πλάτωνα, τον χριστιανικό υπαρξισμό του Κίρκεγκορ, αλλά και τον Φρειδερίκο Νίτσε, τον Τζιοβάνι Τζεντίλε και τον Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, διακηρύσσει την πίστη του στην αιωνιότητα της ύπαρξης του ανθρώπου και τη δυνατότητα να φτάσει στο απόλυτο. Βασικός άξονας της σκέψεως του είναι ο αντιδυτικισμός και θεωρούσε ότι «...Η φιλοσοφία της Ευρώπης είναι φτωχή και ανεπαρκής για την τωρινή νεότητα ακριβώς γιατί σα φιλοσοφία δε νίκησε το φόβο του θανάτου”, θα πει και θα τονίσει την ανεπάρκεια του δυτικού πολιτισμού...». Κινήθηκε στα πλαίσια της αναζήτησης του απολύτου ενάντια στη φθορά της ανθρώπινης υπόστασης, εκφρασμένης μέσω της κατάργησης της παραδοσιακής ποιητικής φόρμας και γλωσσικής έκφρασης. Δέχτηκε επιδράσεις από τη σκέψη των Τζουζέπε Ουνγκαρέτι, Φρειδερίκου Νίτσε, του Δανού φιλόσοφου Σαίρεν Κίρκεργκαρντ, Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Σεστώφ και Μπερντιάγιεφ.

Σε επιστολή του το 1932, στον Γκαετάνο Αρκάντζελι, ποιητή από την Μπολόνια, γράφει, «....Οι καλλίτεροι ποιητές του αιώνα μας είναι ο Ουνγκαρέττι και ο Καρνταρέλλι». Μεταφράσεις ποιημάτων του Φασίστα Ουνγκαρέττι δημοσιεύθηκαν ήδη από το 1935 στο λογοτεχνικό περιοδικό «Κύκλος». Στο εισαγωγικό σημείωμα του ο Σαραντάρης γράφει, «... ο Ουνγκαρέττι είναι ανάμεσα στους τρεις (Ουνγκαρέττι, Μοντάλε, Σάμπα) κατά την γνώμη μας, ο μόνος που μπορεί να ονομαστεί Ευρωπαίος ποιητής. Το όνομα του δικαιούται να περάσει τα σύνορα της πατρίδας του. Βέβαια η ποίησή του δεν έχει το πλάτος, την γενναία εκείνη ευρύτητα που απαντάμε σε άλλους μεγάλους ποιητές της εποχής μας. Είναι στεγνός όπως ο δικός μας Καβάφης, αλλά η απαισιοδοξία του αγγίζει κάποτε τα βάθη ενός Λεοπάρντι. Είναι άγνωστη σε εμάς τους Έλληνες και ίσως χρειάζεται να την γνωρίσουμε...». Ο Σαραντάρης το 1938, σε άρθρο του στο Ιταλόγλωσσο περιοδικό της Θεσσαλονίκης «Olimpo», εκθειάζει το ύφος και την στιχουργία, τον ψυχικό κόσμο του Ουνγκαρέτι, πράγματα που δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από αυτό που χαρακτηρίζεται σαν κλασικό.

Εργογραφία

Ο Σαραντάρης, πρότυπο Ορθόδοξου στοχαστή και ποιητή, γράφει ότι η παιδεία πρέπει να αρχίσει από την Καινή Διαθήκη και τον Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, «...τον πιο χριστιανό συγγραφέα του 19ου αιώνα, που δημιούργησε παραδείγματα για τις επόμενες γενιές, μιας ζωής που δεν είναι ηδονιστική». Σημειώνει πως όταν ο ηδονισμός γίνεται η μοναδική βίωση του ανθρώπου, τον οδηγεί να απολυτοποιήσει τη γνώση, κάτι που υπαρξιακά δεν μπορεί να δικαιώσει τον άνθρωπο, παρά μονάχα επιφανειακά, διότι η γνώση, η ηδονή, η ύλη, η φύση δεν αποτελούν τα πραγματικά απόλυτα. Θεωρεί πως ο Θεάνθρωπος δεν θα επιτύχει να διαμορφώσει τη ζωή των ανθρώπων και να είναι παρών στις πράξεις τους, όταν αυτοί έχουν στις φλέβες τους το δηλητήριο του ηδονισμού. Ο Σαραντάρης προσθέτει ότι καμία δύναμη δεν μπορεί να σβήσει την ιστορία ή το παράδειγμα του Χριστού.

Ασχολήθηκε με την ποίηση και τη φιλοσοφία από νεαρή ηλικία κι εμφανίστηκε στους φιλολογικούς κύκλους, αρχικά της Αθήνας και στη συνέχεια της Θεσσαλονίκης, στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Ξεκίνησε τη λογοτεχνική του διαδρομή ως οπαδός των θεωριών του Φρειδερίκου Νίτσε για τη δύναμη, τελικά όμως τάχθηκε στο πλευρό της χριστιανικής ορθοδοξίας και του μυστικισμού. Συνεργάστηκε με τα λογοτεχνικά περιοδικά «Il libro gel giorno», «Cronache», «Olimpico», «Νέα Ζωή», «Ιδέα», «Ο κύκλος», «Νέα Γράμματα», «Νέα Φύλλα», «Εργασία», «Προπύλαια», «Νέα Εστία», «Κρητικές Σελίδες», «Καθημερινή» και «Μακεδονικές Ημέρες» της Θεσσαλονίκης. Ανήκει ως μέλος της γενιάς του τριάντα, όμως ακολούθησε ανεξάρτητη προσωπική διαδρομή κι άφησε πλούσιο λογοτεχνικό έργο, που το αποτελούν πέντε ποιητικές συλλογές, τα τρία φιλοσοφικά δοκίμια και αρκετές δημοσιεύσεις σε εφημερίδες και περιοδικά. Μεγάλο μέρος του έργου του εκδόθηκε μετά το θάνατό του, ενώ σημαντικό τμήμα παραμένει ανέκδοτο και τα πρωτόλεια του είναι γραμμένα στα ιταλικά.

Ανέδειξε και επηρέασε τον Οδυσσέα Ελύτη, ο οποίος έγραψε για το Σαραντάρη ότι ήταν «...ο αιρετικός της ύλης αλλ’ ομόθρησκος των αετών...», σε ποίημα αφιερωμένο στη μνήμη του. Ο Ελύτης έγραψε για τον ποιητή, «...Δεν έχω γνωρίσει, θάθελα να το διακηρύξω, μορφή πνευματικού ανθρώπου αγνότερη από τη δική του. Άπραγος, αδέξιος, ανίκανος για οτιδήποτε πρακτικό, ζούσε με το τίποτε και δεν του χρειαζότανε τίποτε άλλο έξω από την ποίηση. Δηλαδή το αντίθετο ακριβώς απ' αυτό που ονειρεύονται οι αστοί για τα παιδιά τους. Έτσι όμως είχε φτάσει ως το σημείο να μπορεί να υψώνει τα μεγάλα του ασθενικά μάτια ως τις Πλατωνικές Ουσίες. Η παρουσία του την εποχή εκείνη, νομίζω, ήταν καίρια…». Το έργο του αποτέλεσε αντικείμενο μελέτης του διανοούμενου Ζήσιμου Λορεντζάτου, που εξέδωσε ένα δίτομο έργο, αφιερωμένο στον Σαραντάρη.

Άφησε έναν τεράστιο όγκο ανέκδοτου έργου. Τα χειρόγραφά του περισυνέλεξε η εξαδέλφη του Λούλα Μίχα-Καλοδίκη από το σπίτι της θείας του όπου ζούσε ο ποιητής, και τα παρέδωσε στο φίλο του Γιώργο Μαρινάκη, ο οποίος τα διαφύλαξε ως το θάνατό του. Το αρχείο του ποιητή φιλοξενείται στη Βικελαία ∆ημοτική Βιβλιοθήκη του Ηρακλείου, όπου το παρέδωσε η σύζυγος του Μαρινάκη μετά το θάνατο του. Το 2013 θεσπίστηκε βραβείο στη μνήμη του Γιώργου Σαραντάρη, από τον Οίκο της Ποίησης του Κιαμπερλέ, το οποίο θα απονέμεται κάθε χρόνο σε ένα Γάλλο ποιητή.

Λογοτεχική διαδρομή

Ο Σαραντάρης δανείστηκε υφολογικά στοιχεία από την ποίηση ενώ και η στιχουργία του δεν έμεινε άθικτη από τις επιδράσεις του Ιταλού εθνικιστή ποιητή Τζουζέπε Ουνγκαρέτι. Ο στίχος του ξεφεύγει από τους αυστηρούς κανόνες του μέτρου και της ρυθμικής χωρίς τις ακρότητες του Ιταλού ποιητή, ενώ ταυτίζει την αθωότητα με τα παιδικά χρόνια, εκείνη την περίοδο της ζωής, όπου ο άνθρωπος είναι αγνός σε πολύ μεγάλο βαθμό. Όταν όμως ενηλικιώνεται αναζητά εναγώνια αυτή την αθωότητα των παιδικών του χρόνων, στον υπόλοιπο χρόνο της ζωής του.

Εμφανίστηκε στην Ελληνική λογοτεχνία το 1933, μέσα από το περιοδικό «Νέα Ζωή», όπου δημοσίευσε το διήγημα

  • «Μάρθας βίος», με το οποίο εισήγαγε στον ελληνικό χώρο το είδος του γαλλικού αντι–μυθιστορήματος, [antiroman].

Εξέδωσε επίσης το πεζογράφημα

  • «Γράμματα σε μια γυναίκα».

Tο σύνολο του έργου του που το αποτελούσαν οι ποιητικές του συλλογές, τα ανέκδοτα ποιήματα του 1940 και όλα του τα κείμενα, εκδόθηκε αρχικά το 1961 σε έναν τόμο, ενώ τα ποιήματα που έγραψε στα Ιταλικά και Γαλλικά κυκλοφόρησαν σε ξεχωριστό τόμο, όμως έγινε ευρύτερα γνωστός μετά το 1987, όταν εκδόθηκαν σε πέντε τόμους τα ποιητικά του

  • «Άπαντα».

Ποιητικό έργο

Υπήρξε ένας από τους πρώτους ανανεωτές Έλληνες ποιητές του μεσοπολέμου και ένας από τους πρώτους εισηγητές του υπαρξισμού στη χώρα μας. Ασχολήθηκε με το φιλοσοφικό δοκίμιο και τις ποιητικές μεταφράσεις. Ήταν οπαδός της μοντέρνας τεχνοτροπίας στην ποίηση, ένας από τους ανανεωτές ποιητές του μεσοπολέμου και ένας από τους πρώτους εισηγητές του υπαρξισμού στην Ελλάδα.

Η πρώτη του ποιητική συλλογή είχε τίτλο

  • «Οι αγάπες του χρόνου», και δημοσιεύθηκε το 1933.
  • «Το αίσθημα του ονείρου»,
  • «η Ευφροσύνη».

Παρουσίασε ακόμη, τις ποιητικές συλλογές,

  • «Ουράνια», το 1934,
  • «Αστέρια», το 1935,
  • «Στους φίλους μιας άλλης χαράς», στις αρχές του 1940, η οποία προκάλεσε ευμενή σχόλια από το Μήτσο Παπανικολάου.

Φιλοσοφικά δοκίμια

Με τα φιλοσοφικά του δοκίμια, που εκδόθηκαν από το λογοτεχνικό περιοδικό «Κύκλος» του Αποστόλη Μελαχρινού,

  • «Συμβολή σε μια φιλοσοφία της υπάρξεως», το 1937,
  • «Η παρουσία του ανθρώπου», το 1938,
  • «Δοκίμια της λογικής ως θεωρία του απολύτου και του μη απολύτου», το 1939,

έγινε ο εισηγητής στην Ελλάδα του χριστιανικού κλάδου της υπαρξιακής φιλοσοφίας.

Το τέλος του

Στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, εκδηλώνοντας την έντονη φιλοπατρία του, αδυνατισμένος, ασθενικός και με δεκαπέντε βαθμούς μυωπίας, συμμετείχε ως στρατιώτης στην πρώτη γραμμή του Αλβανικού μετώπου, ακολουθώντας την πίστη του πως «...Όταν .... νιώσεις την αναγκαιότητα της θυσίας σαν μόνο τρόπο επιτυχίας της ύπαρξης του Ανθρώπου, τότε ο ηρωισμός θα σου φανεί, όπως είναι, ο λογικός και αναπότρεπτος βίος του συνειδητού ατόμου τού ηθικού εγώ...». Ο ποιητής με την ασθενική κράση και το αδύναμο σώμα, παραπαίει στα βουνά της Ηπείρου έχοντας χάσει τα χοντρά μυωπικά γυαλιά του και μην μπορώντας να ακολουθήσει την υπόλοιπη φάλαγγα, ενώ οι κακουχίες δρουν επιβαρυντικά, ώσπου αρρώστησε από τύφο και μεταφέρθηκε σε κλινική των Αθηνών στην οδό Τροίας, με τη μεσολάβηση του γαμπρού και συζύγου της αδελφής του. Η μαρτυρία της ποιήτριας Μελισσάνθης δίνει την τελευταία εικόνα του: «..αποσαρκωμένος σαν βυζαντινός άγιος», «....άνθρωπος κάποιου άλλου κόσμου».

Το τέλος του, σύμφωνα με τη μαρτυρία της αδελφής του, της Λέλας Σαραντάρη-Μιχοπούλου, ήταν συνέχεια των σκέψεων και των απόψεων που διακήρυσσε στη καθημερινότητά του, «...Εμείς, οι συγγενείς και οι φίλοι, περιτριγυρίζαμε το κρεβάτι του και κλαίγαμε βουβά. Μας είδε και με το γλυκύ του χαμόγελο, γεμάτος ειρήνη και πίστη, άρχισε εκείνος να μας παρηγορεί και να μας ενδυναμώνει, παροτρύνοντας μας να μην κλαίμε, διότι η ζωή δεν τελειώνει στον κόσμο αυτόν, διότι η ζωή είναι αιώνια και συνεχίζεται, διότι μετά τον θάνατο του θα ζήσει μιαν άλλη, μεγαλύτερη χαρά....». Έχασε τη ζωή του στις 25 Φεβρουαρίου του 1941 κι ο ουρανός, «η ζεστή μας πατρίδα», που «...θα μιλήσει για μας / Όταν εμείς θα πιούμε το τραγούδι του θανάτου..», τον πήρε κοντά του. Ο ποιητής υπέκυψε στην ασθένεια του εξαιτίας ελλείψεως αντιβιοτικών.

Ο Οδυσσέας Ελύτης χαρακτήρισε το θάνατό του «..σχεδόν δολοφονία...» ενώ κατήγγειλε ότι «...Ήταν η μόνη και πιο άδικη απώλεια. ...{...}... το επιστρατευτικό σύστημα που επικρατούσε την εποχή εκείνη και που, δεν ξέρω πως, κατάφερε να κρατήσει στα γραφεία και τις επιμελητείες όλα τα χροντρόπετσα θηρία των αθηναϊκών ζαχαροπλαστείων και να ξαποστείλει στην πρώτη γραμμή το πιο αγνό και ανυπεράσπιστο πλάσμα. Έναν εύθραυστο διανοούμενο που μόλις στεκόταν στα πόδια του, που όμως είχε προφθάσει να κάνει τις πιο πρωτότυπες και γεμάτες από αγάπη σκέψεις για την Ελλάδα και το μέλλον της...».

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Η Τσακωνιά είναι δύσβατη περιοχή στα σύνορα των νομών Αργολίδος, Αρκαδίας και Λακωνίας στην Πελοπόννησο.]
  2. Ένας Ποιητής από τη Τσακωνιά.
  3. [Στον πύργο του Μονταπόνε πέθανε το 1935 ο πατέρας του ποιητή. Η μητέρα του ποιητή έζησε κλεισμένη εκεί µε μοναδική παρέα μια οικιακή βοηθό, ως το 1973, οπότε επέστρεψε ασθενής και πέθανε στην Αθήνα, δίχως να μάθει ποτέ το θάνατο του γιου της, που συνέχισε να τον περιμένει ως το θάνατο της. Το αρχοντικό ανήκει πλέον κατά το ένα τρίτο στην Κοινότητα του Μονταπόνε και το υπόλοιπο σε συγγενείς του Σαραντάρη.]
  4. [Περιοδικό «Cronache», τεύχος 11-12, Μπέργκαμο, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1932-ΧΙ, σελίδα 7.]
  5. [Το Ιταλόφωνο περιοδικό «Olimpo» [«Rivista di cultura mediterranea»] κυκλοφορούσε στη Θεσσαλονίκη μεταξύ 1936 και 1940, είχε προπαγανδιστική αποστολή και επιχορηγούνταν από το αρτισύστατο Ιταλικό Υπουργείο λαϊκής μορφώσεως. Η ύλη του περιοδικού περιλάμβανε κατά τα τρία τέταρτα ιταλικά κείμενα. Το τεύχος του Μαΐου 1938, λόγω του θανάτου του ήταν αφιερωμένο στον Ντ’ Ανούντσιο, ενώ υπήρχε και μια μετάφραση κειμένου του.]