Ιωάννης Θεοφανόπουλος

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Ιωάννης Θεοφανόπουλος Έλληνας εθνικιστής, Μηχανολόγος Μηχανικός, Πανεπιστημιακός καθηγητής στην έδρα «Στοιχείων Μηχανών και Λεβήτων» του Ε.Μ.Π. [Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο], που εκλέχθηκε αντιπρύτανης, Πρύτανης και προπρύτανης του ιδρύματος, γεννήθηκε το 1876 στο χωριό Χαλανδρίτσα του νομού Αχαΐας και δολοφονήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 1945 στην Αράχοβα Βοιωτίας από συμμορίτες, οπαδούς μέλη και στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος [1].

Ο Ιωάννης Θεοφανόπουλος ήταν παντρεμένος με την Ιφιγένεια Καραλοπούλου [2] και από το γάμο του έγινε πατέρας τεσσάρων παιδιών, του Παναγιώτη, καθηγητή του Μικρού Πολυτεχνείου, του Νικολάου, καθηγητή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και διάδοχό του στην έδρα, την Ειρήνη μετέπειτα σύζυγο του καθηγητή της Νομικής Σχολής Αθηνών Κωνσταντίνου Ρόκα και του Θεοφάνη, καθηγητή Σχεδίου στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.

Ιωάννης Θεοφανόπουλος
Συνοπτικές πληροφορίες
Γέννηση: 1876
Τόπος: Χαλανδρίτσα, Αχαΐα (Ελλάδα)
Δολοφονία: 12 Ιανουαρίου 1945
Τόπος: Αράχοβα, Βοιωτία (Ελλάδα)
Υπηκοότητα: Ελληνική
Σύζυγος: Ιφιγένεια Καραλοπούλου
Τέκνα: Παναγιώτης, Νικόλαος
Ειρήνη, Θεοφάνης.
Ασχολία: Μηχανολόγος Μηχανικός
Καθηγητής Πανεπιστημίου

Βιογραφία

Ο Ιωάννης Θεοφανόπουλος ήταν απόγονος αστικής οικογένειας. Πατέρας του Ιωάννη ήταν ο δάσκαλος Παναγιώτης Θεοφανόπουλος, γόνος οικογένειας εθνικών αγωνιστών από τη Μάνη που εγκατέλειψαν την περιοχή διαφωνώντας με την οικογένεια Μαυρομιχάλη για την δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια και κατέφυγαν στην Αχαΐα υπό τον φόβο βεντέτας. Ο Παναγιώτης Θεοφανόπουλος από το γάμο του έγινε πατέρας τριών αγοριών, του Ιωάννη, του Κλεάνθη μετέπειτα δικηγόρου, που διατέλεσε πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών πολιτικός και υπουργός Δικαιοσύνης, του Αριστοτέλη μετέπειτα δικαστικού και συμβολαιογράφου και μιας κόρης, της Ξανθίππης. Ο Θεοφανόπουλος έλαβε την εγκύκλια μόρφωση στην Πάτρα όπου αποφοίτησε από το 1ο Γυμνάσιο της πόλεως το 1898 σε ηλικία 17 ετών. Τα παιδιά της οικογένειας Θεοφανόπουλου εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα μετά την ολοκλήρωση των σπουδών τους.

Ενήλικη ζωή

Στην Αθήνα ο Ιωάννης μετά την προπαρασκευαστική φοίτηση στην τελευταία τάξη του Πρακτικού Λυκείου πέτυχε την εισαγωγή του στην Σχολή Μηχανουργίας του τότε αποκαλούμενου Σχολείου Βιομηχάνων Τεχνών [3] από το οποίο αποφοίτησε το 1899 με πτυχίο μηχανουργού. Συνέχισε τις σπουδές του και μετεκπαιδεύτηκε στη Γερμανία, όπου επί μια επταετία παρακολούθησε κατ' εκλογή μαθήματα σε διάφορα Πανεπιστήμια, κατέθεσε τη διατριβή του και ανακηρύχθηκε διδάκτορας. Παράλληλα εργάστηκε σε μεγάλα μηχανουργεία και ως μηχανικός εργοστασίων στις εταιρείες αντλιών «Hoffmann» και «Heckmann» κι αργότερα ως Αρχιμηχανικός στο διάσημο Ναυπηγείο και Μηχανοποιείο «Κieler Howaldswerke» στο Κίελο.

Καθηγητής Πανεπιστημίου

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα ο Θεοφανόπουλος εργάστηκε στο σχεδιασμό και την υλοποίηση διαφόρων τεχνικών εργασιών όπως ο ηλεκτροφωτισμός της πόλεως της Λιβαδειάς και η εγκατάσταση μηχανών σε βιομηχανικά εργοστάσια της περιοχής των Πατρών. Στις 3 Μαρτίου 1907, εκλέχθηκε καθηγητής στην έδρα των «Στοιχείων Μηχανών και Λεβήτων» στο Πολυτεχνείο Αθηνών, αν και κατά καιρούς δίδαξε και άλλα μαθήματα, όπως Υδροκινητηρίους μηχανής, Ανυψωτικής μηχανής, Θερμοδυναμική, Ατμομηχανής, Σιδηροδρομικός ατμαμάξας, Λέβητας και εμβολοφύρους αντλίες. Το 1908 εκλέχθηκε πρώτος πρόεδρος της Ενώσεως Μηχανικών του Πολυτεχνείου, η οποία είχε σκοπό την εξεύρεση εργασίας στους αποφοίτους του Ε.Μ.Π. και τον ίδιο χρόνο πρωτοστάτησε στην δημιουργία του Π.Ο.Α [Ποδοσφαιρικός Όμιλος Αθηνών] που σήμερα είναι γνωστός ως Παναθηναϊκός Αθλητικός Όμιλος. Ως αξιωματικός του Πυροβολικού πήρε μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους και το 1914 από κοινού με άλλους Μηχανικούς ο Θεοχαρόπουλος συνέβαλε στην ίδρυση του Υπουργείου Συγκοινωνίας και ως αξιωματικός Πυροβολικού συμμετείχε στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Διατέλεσε διευθυντής έλξεως και υλικού της Εταιρίας Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου το διάστημα 1917-20, σύμβουλος Διοικούσης Επιτροπής Τ.Ε.Ε. την περίοδο 1927-29, του θεραπευτηρίου «Ευαγγελισμός», μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Σιβιτανιδείου Σχολής. Παράλληλα, το 1932 ανέλαβε διευθυντής του μηχανουργικού εργοστασίου-εργαστηρίου της Σχολής Μηχανολόγων Μηχανικών, το οποίο δημιούργησε με προσωπική του φροντίδα φέρνοντας από την Ευρώπη τα περισσότερα μηχανήματα, για την πρακτική εφαρμογή των φοιτητών, προώθησε την κατασκευή του πρώτου τετράχρονου κινητήρα Diesel στη Σχολή, ισχύος 5 ίππων, και πρωτοστάτησε στην επέκταση του Μηχανουργείου στην οδό Τοσίτσα [4]. Ο Θεοφανόπουλος υπήρξε εκ των ιδρυτών του κλάδου της Κεντρικής Θερμάνσεως και των Εξαερισμών στην Ελλάδα και τα τελευταία χρόνια της Πανεπιστημιακής παρουσίας δίδασκε αυτό το μάθημα στις σχολές Μηχανολόγων και Αρχιτεκτόνων. Το 1938 διατέλεσε για δεύτερη φορά μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου των Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου.

Τα Ακαδημαϊκά έτη από το 1939 έως το 1941 ο Θεοφανόπουλος διετέλεσε Αντιπρύτανις, με πρύτανη τον κομμουνιστή Νικόλαο Κιτσίκη πατέρα του Δημήτρη Κιτσίκη, από το 1941 έως το 1943 πρύτανις και από το 1943 ως τη δολοφονία του, προπρύτανις του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Στις 6 Νοεμβρίου 1942, ο Θεοφανόπουλος απέστειλε επιστολή [5] που σχετίζεται με το επισιτιστικό πρόβλημα των φοιτητών και ζητούσε από τις κατοχικές αρχές και την Γερμανική διοίκηση την ενίσχυση του συσσιτίου τους. Τέλος, στις 23 Μαρτίου 1943 συνυπέγραψε επιστολή [6] από κοινού με τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό και άλλους διανοούμενους προς τον Άλτενμπουργκ και τον εθνικιστή Πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Λογοθετόπουλο ζητώντας την προστασία των Ελλήνων Εβραίων καθώς όσοι υπέγραψαν, επισήμαιναν «...το άσκοπον της διώξεως ειδικώς των Ελλήνων Ισραηλιτών...» [7]. Όταν εξ αιτίας αυτής της επιστολής τους, οι εκπρόσωποι των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων άρχισαν να συλλαμβάνονται από τις Γερμανικές αρχές κατοχής, ο Θεοφανόπουλος ειδοποιήθηκε ότι ήταν σκόπιμο να κρυφτή για ν' αποφύγει τη σύλληψη. Στον υπάλληλο που του τηλεφώνησε ο Θεοφανόπουλος απάντησε: «Ο Πρύτανις τοY Πολυτεχνείου δεν δύναται, ούτε επιτρέπεται να εγκαταλείψη την θέσιν του και σήμερον εξαιρετικώς δι' αυτό θα έλθη και το απόγευμα εις το γραφείον του» και του επιβλήθηκε ποινή τριών μηνών απολύσεως για απείθεια. Το 1944 αποδέχθηκε προσωρινά τη θέση του Γενικού διευθυντή των Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, ενώ δεν έπαψε να συνεργάζεται με τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό και τον Άγγελο Έβερτ για την διάσωση με πλαστές ταυτότητες φοιτητών Εβραϊκής καταγωγής αλλά στη συνέχεια και άλλων.

Τον Ιανουάριο του 1944 οι πρυτάνεις των Α.Ε.Ι. παρουσιάστηκαν στον υπουργό Δημοσίας Τάξης και τους ζητήθηκε να κλείσουν τα ιδρύματα κατόπιν αποφάσεως του Γερμανού Διοικητού, το Ε.Μ.Π. όμως «δύναται να κάμει ό,τι θέλει» με ευθύνη του πρύτανη. Ο σύλλογος φοιτητών του ΕΜΠ ζήτησε τον αποκλεισμό από το Πολυτεχνείο οκτώ σπουδαστών του, όμως ο πρύτανης απάντησε ότι δεν θα δεχθεί «εγκατάστασιν σοβιέτ σπουδαστών» ενώ στη Σύγκλητο, ένα μήνα νωρίτερα, δήλωσε ότι «δεν είναι δυνατόν να γίνη ανεκτόν να υποκατασταθεί η αρχή της συγκλήτου από άλλην εξουσίαν των σπουδαστών... βεβαίως η σύγκλητος υπέστη μείωσιν κατά το παρελθόν, ότε την δύναμιν εφαίνετο ότι κατείχε η άλλη παράταξις». Στη Σύγκλητο στις 2 Φεβρουαρίου 1944 ο προπρύτανης Θεοφανόπουλος αναφέρει: «Το Πολυτεχνείον κατώρθωσε να ενεργήσει εκλογάς εκ των οποίων προέκυψεν ότι υπάρχει μεγάλη πλειοψηφία Εθνικοφρόνων σπουδαστών. Επράξαμεν παν το δυνατόν δια να κρατήσωμεν τους σπουδαστάς εις εν πνεύμα νομιμοφροσύνης... οι Καθηγηταί του και οι σπουδασταί του πιθανόν να είναι ολίγον αριστεροί, αλλ’ όχι αντεθνικοί» [8].

Αιχμαλωσία Θεοφανόπουλου

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ναυάρχου Δ. Οικονόμου, όπως την κατέθεσε στις 29 Ιανουαρίου 1945, αλλά και κατά την μαρτυρία και του αδελφού του Κλεάνθη Θεοφανόπουλου, ο Πρύτανης Θεοφανόπουλος υποδείχθηκε στις συμμορίες του ΕΛΑΣ για σύλληψη από τους κομμουνιστές συναδέλφους του, Νικόλαο Κιτσίκη πρώην συνεργάτη του Εθνικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου υπό τον Ιωάννη Μεταξά, και Αχιλλέα Παπαπέτρου, συνελήφθη μέσα στο γραφείο του στο Πανεπιστήμιο στα μέσα του Δεκεμβρίου 1944, από ένοπλους των συμμοριών του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος [Κ.Κ.Ε.], ειδικότερα από την Πολιτοφυλακή, αλλά και φοιτητές μέλη της κομμουνιστικής Ε.Π.Ο.Ν. Σπουδάζουσας. Μαζί με άλλους 160 πολίτες οδηγήθηκαν στο Περιστέρι όπου τους αφαιρέθηκαν τα χρήματα και τα τιμαλφή τους. Εκεί σχηματίστηκε φάλαγγα και μέσω Ασπροπύργου, απ' όπου αναχώρησαν στις 3 το πρωί της 5ης Ιανουαρίου 1945, οι κομμουνιστικές συμμορίες οδήγησαν, τους συνολικά δέκα χιλιάδες ομήρους, με κατεύθυνση προς τη Μάνδρα. Έφτασαν εκεί τις πρώτες νυχτερινές ώρες και διανυκτέρευσαν στο σχολείο, ενώ στις 10 το πρωί της επομένης αναχώρησαν με προορισμό το Μάζι, όμως στις 10 το βράδυ τους υποχρέωσαν να κατευθυνθούν στο Κριεκούκι. Οι όμηροι διέσχισαν την ίδια νύχτα την χαράδρα της Κάζας στον Κιθαιρώνα μέσα στα χιόνια και στις 7 Ιανουαρίου 1945, έφτασαν στο Κριεκούκι, όπου κατέλυσαν στην εκκλησία.

Η πορεία θανάτου των ομήρων συνεχίστηκε και στις 5 το απόγευμα έφτασαν στη Θήβα, ενώ στις 8 το βράδυ της ίδιας μέρας αναχώρησαν για το Μούλκι, κι εκεί τους οδήγησαν σε μια αποθήκη προϊόντων της Λίμνης Κωπαΐδος. Το πρωί της 8ης Ιανουαρίου η πορεία τους συνεχίστηκε με προορισμό τη Λιβαδειά, όπου έφτασαν στις 7 το απόγευμα της ίδιας μέρας. Στη Λιβαδειά ο Θεοφανόπουλος οδηγήθηκε ενώπιον του αποκαλούμενου Λαϊκού δικαστηρίου του κομμουνιστικού λόχου σπουδαστών «Λόρδος Βύρων» [9], ο οποίος είχε Διοικητή τον Γρηγόρη Φαράκο, μετέπειτα Γενικό Γραμματέα του ΚΚΕ, και μέλη του τον ιατρό Πέτρο Κόκκαλη και τον τότε φοιτητή και μετέπειτα γνωστό σκηνοθέτη, Νίκο Κούνδουρο.

Δολοφονία Θεοφανόπουλου

Ιωάννης Θεοφανόπουλος [10]

Την καταδίκη του Θεοφανόπουλου με την δήθεν απόφαση του κομμουνιστικού δικαστηρίου ακολούθησε νέα πεζοπορία με κατεύθυνση αυτή τη φορά προς την Αράχοβα, όμως πριν την αναχώρηση από την πόλη δολοφονήθηκαν αρκετοί από τους ομήρους [11]. Στην Αράχοβα Βοιωτίας, στις 12 Ιανουαρίου 1945, μετά από παραμονή ημερών, οι κομμουνιστές δολοφόνοι, αφού απογύμνωσαν τον Θεοχαρόπουλο τον εκτέλεσαν δια τυφεκισμού, έξω από το εξωκλήσι του Αγίου Τρύφωνα. Η σορός του, όπως και των υπολοίπων θυμάτων, βρέθηκε θαμμένη σε κοινό τάφο κι όπως διαπιστώθηκε κατά την εκταφή της -η οποία έγινε παρουσία μελών της οικογένειας του Θεοχαρόπουλου, ήταν φρικτά παραμορφωμένη και ακρωτηριασμένη με ιδιαίτερη αγριότητα.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που συγκέντρωσε η οικογένεια του Θεοφανόπουλου, όπως περιγράφονται σε βιβλίο [12] που αναφέρεται στα γεγονότα εκείνης της εποχής: «Είναι ένα από τα πιο τερατώδη κακουργήματα, από τα διαπραχθέντα κατά τα Δεκεμβριανά, η ανατριχιαστική ιστορία της εκτελέσεως των 13 επιφανών όμηρων. Θα παραθέσομε όσα στοιχεία υπάρχουν δια την ασύλληπτου τραγικότητος ομαδικήν αυτήν δολοφονίαν κατά αφήγησιν του προέδρου του δικηγορικού συλλόγου Αθηνών και βουλευτού ήδη της πρωτευούσης κ. Κλ. Θεοφανοπούλου και των κ. κ. Παναγιώτη και Νικολάου Θεοφανοπούλου. Ο πρώτος είναι αδελφός του εκ των 13 εκτελεσθέντων καθηγητού και προπρυτάνεως του Πολυτεχνείου Ιωάννου Θεοφανοπούλου και οι δυο άλλοι υιοί του αυτού τραγικού θύματος της ελασιτικής θηριωδίας. Η εκλογή μας έλαχεν εις την οικογένειαν Θεοφανοπούλου, διότι οι υιοί του εκτελεσθέντος προωθήθησαν κατά τας δραματικάς ημέρας της τραγωδίας μέχρι Λεβαδείας ο ένας και μέχρι Αμφίσσης ο άλλος. Από τους συγγενείς δε όλων των θυμάτων μόνον ο κ. Νικόλαος Θεοφανόπουλος με τον εκ Ψυχικού ενδιαφερόμενον δια τον εκτελεσθέντα Ανδρουλήν κ. Μπέζην παρευρέθησαν, όταν πέρυσι κατά τας αρχάς Φεβρουάριου ανεκαλύφθησαν, οι τάφοι έξω από την Αράχωβαν και έγινεν η εκταφή των πτωμάτων των 13 αδικοσκοτωμένων. Κατά συνέπειαν η οικογένεια Θεοφανοπούλου εμφανίζεται κατέχουσα τας περισσοτέρας λεπτομέρειας αναφορικώς με το ανείπωτον αυτό δράμα. Έως τώρα, που μας αφηγείται ο κ. Π. Θεοφανόπουλος, δεν γνωρίζομεν επακριβώς πως έγινεν η εκτέλεσις, διότι δεν υπήρξεν αυτόπτης μάρτυς ή μάλλον κανείς από τους τυχόν αυτόπτας μάρτυρας δεν ηθέλησεν από φόβον να μιλήση και ν’ αποκαλύψη τας ακριβείς συνθήκας του στυγερού εγκλήματος. Εκείνο που γνωρίζομεν είναι, ότι εις τας 7 το πρωί της 11ης Ιανουαρίου, ολίγας ώρας αφού απέδρασεν από την Αράχωβαν ο Μητροπολίτης Κορυτσάς, ο επί κεφαλής της συνοδείας Βασίλειος Τσώκος ή όπως αυτωνομάζετο «Καπετάν Βλαχάβας», διέταξε σύναξιν της φάλαγγος εις τον κύριον δρόμον της κωμοπόλεως και άμεσον αναχώρησιν. Άλλ’ οι όμηροι ήσαν φοβερά εξηντλημένοι από την αδιάκοπον και την επίπονον πεζοπορίαν μέσα εις τα χιόνια και οι περισσότεροι από τους πρεσβυτέρους της ομάδος εδήλωσαν αδυναμίαν να συνεχίσουν. Ο μαέστρος της «Λυρικής Σκηνής» κ. Λεωνίδας Ζώρας, που εκοιμήθηκεν εκείνην την νύκτα ανάμεσα εις τον πατέρα μου και τον Σπύρον Τρικούπην και εις τον θάλαμον, όπου διενυκτέρευσαν οι περισσότεροι από τους 13, που συνέθεσαν τον μοιραίον όμιλον, αφηγείται ότι, όταν ο Βλαχάβας έδωσε την εντολήν να βγουν έξω στο δρόμο και να ετοιμασθούν δια καινούργια οδοιπορία, όλοι εδήλωσαν αδυναμίαν, τόσον που ο «καπετάνιος» άρπαξε ένα αυτόματο και έκαμεν, ότι ετοιμάζεται να βάλη εναντίον των, λέγοντας
- «Τι στάσι μου κάνετε εδώ πέρα εσείς;»
Όταν του αντετάχθη, ότι δεν ήταν έλλειψις διαθέσεως υπακοής, αλλά πλήρης πλέον ανεπάρκεια δυνάμεων, ο Βλαχάβας εφάνη δήθεν καμπτόμενος και τους είπε να εξέλθουν και θα εφρόντιζε εκείνος να εύρη τίποτε σούστες δια να τους μεταφέρη με αυτές. Τότε όλοι εβγήκαν και ετάχθησαν με μέτωπον προς το σπίτι που είχαν κοιμηθή, κατά τριάδας εις φάλαγγα, που η μια της άκρα ευρίσκετο προς την κατεύθυνσιν του Ζεμενό και η άλλη προς το μέρος Χρισσού και Άμφίσσης. Ο Βλαχάβας διέσχισε την παράταξιν και εσταματούσε κάθε τόσο και ερωτούσε τους όμηρους πως ελέγοντο, από που ήσαν, τι επηγγέλλοντο, και εξεχώριζε σιγά-σιγά διαφόρους. Η εντύπωσις ήτο, ότι η επιλογή απετέλει έκδηλωσιν εύνοιας, εφ’ όσον πρωτίστως επροτιμώντο εκείνοι, που την προτεραίαν είχαν πέσει από εξάντλησιν εις τις πλαγιές του Παρνασσού. Ο αυτόπτης μαέστρος προσθέτει, ότι υπήρξαν ωρισμένοι, όπως π.χ. ο Κοριζής, που ενώ ήσαν υγιείς και σχετικώς ακμαίοι, νομίζοντες ότι επρόκειτο να ληφθή φροντίς ευεργετική, εζήτησαν από τον Βλαχάβαν να τους κρατήση.
Και εξεχώρισε πράγματι ο αιμοχαρής «καπετάνιος» 12. Ήτοι τον αρεοπαγίτην Γ. Κερασιώτην, τον πρώην υπουργόν Σπύρον Τρικούπην, τον γενικόν διευθυντήν των φυλακών του υπουργείου Δικαιοσύνης Θ. Παπαευσταθίου, τον πολιτικόν μηχανικόν και αδελφόν του πρωθυπουργού Σ. Κοριζήν, τον μηχανικόν μεταλλειολόγον της εταιρείας Λιπασμάτων Δημουλίτσαν, τον πρόεδρον της κοινότητος Εκάλης Αποστολίδην, τον διευθυντήν του Ταμείου νομικών κ. Σ. Σταυρόπουλον, τον στρατηγόν Κορτζάν, πρώην υπουργόν εις Αλεξάνδρειαν, τον τέως γενικόν διοικητήν Μακεδονίας I. Ηλιάκην, τον εκ Ψυχικού προανεφερθέντα Ανδρουλήν, τον Δ. Ριοταν, πού είχε ένα πόδι ψεύτικο, και τον στρατηγόν Κατσιγιαννάκην. Διέταξεν επίσης ο Βλαχάβάς να μείνουν και μερικές γυναίκες, πού ηκολούθουν την φάλαγγα.
-Τον πατέρα σας δεν τον συμπεριέλαβε;
-Ο πατέρας μου, πάντοτε κατά τας βεβαιώσεις του μαέστρου Ζώρα, είχε μείνει τελευταίος μέσα εις το κατάλυμά των, διότι ο καϋμένος είχε στερηθή του ενός νεφρού και συνεπεία ανεπιτυχούς εγχειρήσεως είχε από 25ετίας χαΐνον τραύμα, που ήθελε καθημερινήν αλλαγήν και που αντιλαμβάνεσθε εις ποιαν δοκιμασίαν τον είχε φέρει κατά την απάνθρωπον μεταγωγήν του εις τα βουνά. Βγήκε λοιπόν, μόλις ετελείωνε η επιλογή, και εζήτησεν ο ίδιος να συμπεριληφθή εις εκείνους, που θα έμεναν διa να σταλούν εις το Χρισσό με κάποιο μεταγωγικόν μέσον. Ο Βλαχάβας το άπεδέχθη παρευθύς σαν να το επιζητούσε...
-Φρονείτε ότι εκείνην την στιγμήν ήταν αποφασισμένη η εκτέλεσις;
Ευρίσκομαι εις αδυναμίαν να το προσδιορίσω. Γεγονός πάντως είναι ότι η φάλαγξ εξεκίνησεν αμέσως και ότι οι 13 έμειναν όρθιοι εις ένα τοίχον. Και ακόμη αναφέρεται, ότι ο πολιτευτής κ. Γ. Στράτος εζήτησε και εκείνος να μετάσχη του ομίλου, ένας δε ελασίτης τον απώθησε και τον εξηνάγκασε να επανέλθη εις την γραμμήν του. Ο ελασίτης αυτός, λέγουν ότι είχεν υποχρεώσεις εις τον κ. Στράτον και ότι, εάν τον υποχρέωσε με ξύλο ν’ ακολουθήση τnν φάλαγγα, το έκαμε μόνον και μόνον, διότι προφανώς εγνώριζε ποία μοίρα επεφυλάσσετο εις τ’ άτυχή 13 αθώα θύματα, που παρέμεναν εις την Αράχωβα με την ψευδαίσθησιν, ότι θα εξυπηρετούντο!
-Και πότε έγινεν η εκτέλεσις;
Δεν επέρασε πολλή ώρα. Ο όμιλος των μελλοθανάτων ωδηγήθη εις ένα σημείον απέχον περί τα δύο χιλιόμετρα από την Αράχωβα. Εις την θέσιν Άγιος Τρύφωνας, όπου υπάρχει μια εκκλησία και λίγο πιο πέρα μια δεξαμενή με νερό. Εκεί τους διέταξαν όλους να γδυθούν. Φαίνεται, ότι τους εγύμνωσαν μέσα εις την εκκλησία, διότι σε μια γωνιά της ανευρέθη μία ταυτότης ανήκουσα εις τον πατέρα μου.
-Και πώς ξέρετε, ότι εγυμνώθησαν και οι 13;
Τα πτώματα ευρέθησαν όλα με φανέλλα, εσώβρακα -μερικά μάλιστα μόνον με φανέλλα- και με τις κάλτσες. Υπήρξεν η εκδοχή -την ανέφερεν από πληροφορίες που συνεκέντρωσεν από τους κληρικούς Αραχώβης ο Σεβασμιώτατος Κορυτσάς -ότι, αφού τους εγύμνωσαν τους υπεχρέωσαν να πέσουν εις την δεξαμενήν του ποτίσματος, μέσα εις το παγωμένο νερό, και πως μετά από αυτό το φρικτό χειμερινό λουτρό επεδόθησαν οι δήμιοι εις το απάνθρωπον, εγκληματικόν όργιον των. Άλλ’ αυτή η εκδοχή δεν επιστοποιήθη άλλοθεν. Το πιθανώτερον είναι ότι μάλλον τους επερίμεναν και μόλις εξήρχοντο γυμνοί από την εκκλησίαν τους εσκότωναν αμέσως!...».

Μνήμη Θεοφανόπουλου

Στις 7 Απριλίου 1945 σε αίθουσα του Ε.Μ.Π. τελέστηκε τελετή στη μνήμη του Ιωάννη Θεοφανόπουλου και εκφωνήθηκε επιμνημόσυνος λόγος [13] από τον καθηγητή Κουτσοκώστα. Για την δολοφονία του καθηγητή Θεοχαρόπουλου κατηγορήθηκε ο κομμουνιστής συνάδελφος του, καθηγητής της Πειραματικής Φυσικής, Αχιλλέας Παπαπέτρου. Ο ίδιος ο γιος του Θεοφανόπουλου, αλλά και ο Κλεάνθης Θεοφανόπουλος, ο δικηγόρος αδελφός του Πρύτανη, τον κατηγορούν -καθώς και τον Νικόλαο Κιτσίκη- με επιστολές τους [14] στα Μ.Μ.Ε. της εποχής και ζητούν με επίταση την απομάκρυνσή του ενώ ο μαρξιστής καθηγητής Νικόλαος Κριτικός και άλλοι ομοϊδεάτες του αναλαμβάνουν την υπεράσπιση του Παπαπέτρου, την ώρα που αυτός επέλεξε ως προσωπική του στάση τη σιωπή. Τα γεγονότα που προηγήθηκαν της ομηρίας και ακολούθησαν την δολοφονία του Θεοφανόπουλου οδήγησαν στην απομάκρυνση του Παπαπέτρου από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.

Προτομή του Ιωάννη Θεοφανόπουλου υπήρχε επί χρόνια πίσω από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, στην οδό Μπουμπουλίνας σχεδόν στην συμβολή με την οδό Στουρνάρη. Πλέον στη θέση αυτή υπάρχει μεταλλικό κουτί τύπου ΚΑΦΑΟ (καλωδιοκατανεμητή του ΟΤΕ), εκτός λειτουργίας και κλειδωμένο με ένα χοντρό λουκέτο. Σύμφωνα με αναρχική ιστοσελίδα το συγκεκριμένο κουτί καλύπτει το μνημείο του Ιωάννη Θεοφανόπουλου. Το Πολυτεχνείο δεν τιμά και δεν μνημονεύει τους καθηγητές του, Θεοφανόπουλο, Σαρρόπουλο, Κορώνη, δεν έχει αναρτήσει τιμητικώς στις αίθουσες του φωτογραφίες των σπουδαστών του, της Ευγενίας Λύτρα, εγγονής του ζωγράφου Νικηφόρου Λύτρα και ανεψιά του καθηγητή Χόρς, του Νικολάου Κορυζή, ανεψιού του πρωθυπουργού Αλέξανδρου Κορυζή και γιου του επίσης δολοφονημένου Στυλιανού Κορυζή, των αδελφών Ευστάθιου και Δανάης Ιατρίδου και των άλλων, δολοφονημένων από τις συμμορίες του ΚΚΕ σπουδαστών του.

Συγγραφικό έργο

Ο Θεοφανόπουλος έγραψε και δημοσίευσε σειρά από μελέτες καθώς και το έργο:

  • «Στοιχεία Μηχανών και Εμβολοφόρων Αντλιών».

Εσωτερική αρθρογραφία

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Ιωάννης Θεοφανόπουλος. Ένα ακόμη θύμα της ΕΑΜικής θηριωδίας. Εφημερίδα «Ένωσις» Πατρών, Φύλλο 15ο, 6 Μαρτίου 1945, σελίδα 1η, (ανακτήθηκε 20 Οκτωβρίου 2020).]
  2. [Η Ιφιγένεια Θεοφανοπούλου το γένος Καραλοπούλου, ήταν κόρη του Νικόλαου Καραλόπουλου και της Αικατερίνης Βοκοτοπούλου. Γεννήθηκε το 1876 και πέθανε το 1967 στην Αθήνα. Είχε οκτώ αδέλφια, μεταξύ τους την Μαίρη Ανερούση και την Σοφία Μαλούχου.]
  3. [Το 1837 δημιουργήθηκε το Σχολείο των Τεχνών -ουσιαστικά ως προπομπός του Ε.Μ.Π. [Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο]- σε επίπεδα Βασικής, αργότερα Μέσης και πολύ αργότερα, το 1887, Ανώτερης Τεχνικής Εκπαιδεύσεως ως «Σχολείο των Βιομηχάνων Τεχνών». Το Σχολείο περιελάμβανε δύο ανώτερες τεχνικές Σχολές τετραετούς φοιτήσεως, Πολιτικών Μηχανικών και Μηχανουργών. Το 1915 είχαν αποφοιτήσει από αυτό 49 Διπλωματούχοι Μηχανουργοί.]
  4. Τεχνική Επετηρίς της Ελλάδος, σελίδα 76η.
  5. Επιστολή Θεοφανόπουλου Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας.
  6. Περιοδικό «Χρονικά», τεύχος 125, Μάρτιος-Απρίλιος 1993, σελίδα 11.
  7. [Ολόκληρο το κείμενο της επιστολής των φορέων είναι το ακόλουθο: «Ευχόμεθα όπως οι Αρχαί Κατοχής αντιληφθούν εγκαίρως το άσκοπον της διώξεως ειδικώς των Ελλήνων Ισραηλιτών, οίτινες καταλέγονται μεταξύ των ειρηνικοτέρων και παραγωγικοτέρων στελεχών του τόπου. Εάν όμως, παρ' ελπίδα ήθελαν εμμείνετε αμεταπείστως εις την πολιτικήν της εκτοπίσεως αυτών, φρονούμεν ότι η κυβέρνήσις, ως φορεύς της απομενούσης πολιτικής εξουσίας εν τω τόπω, θα έδει να λάβει θέσιν σαφή έναντι των συντελουμένων, αφίνουσα εις τους ξένους ολοκλήρον την ευθύνην της διαπραττομένης προδήλου αδικίας. Διότι νομίζομεν ότι ουδείς δικαιούται να λησμονεί ότι πάσαι οι πράξεις τας δυσχερούς ταύτης περιόδου, ακόμα και όσαι κείνται έξω της θελήσεως και της δυνάμεως ημών, θα ερευνηθούν μίαν ημέραν από το Έθνος, δια τον προσήκοντα ιστορικόν καταλογισμόν. Κατά δε των στιγμήν της κρίσεως θα βαρύνει μεγάλως εις την συνείδησιν του Έθνους η πλευρά των ηθικών ευθυνών, τας οποίας οι άρχοντες επωμίζονται και δι' αυτάς έτι τας πράξεις των ισχυρών, εφ' όσον παρέλειψαν να εκδηλώσουν, δια χειρονομίας υψηλόφρονας και γενναίας, τον κατά πάντα εύλογον δυσφορίαν του Έθνους δι' ενεργείας θιγούσας κυρίως την εθνικήν ενότητα και φιλοτιμίαν ως η αρξαμένη εκτόπισις των Ελλήνων Ισραηλιτών». Το κείμενο προσυπογράφουν ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Δαμασκηνός, ο Πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών Σπυρίδων Δοντάς, ο εθνικιστής Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών Ερρίκος Σκάσσης, ο Πρύτανης του Ε.Μ.Π. Ιωάννης Θεοφανόπουλος, οι Πρυτάνεις άλλων ΑΕΙ, καθώς και οι Πρόεδροι των επιστημονικών και επαγγελματικών Συλλόγων της Ελλάδος, σελίδα 124η.]
  8. Από την ιστορία του Πολυτεχνείου, σελίδα 155η.
  9. [Ο σπουδαστικός λόχος του ΕΛΑΣ, «Λόρδος Μπάυρον», είχε καπετάνιο τον τότε σπουδαστή της Σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανολόγων του ΕΜΠ, Γρηγόρη Φαράκο. Ο λόχος που χρησιμοποιούσε ως ορμητήριο τα κτίρια του Ε.Μ.Π. στην Πατησίων, στις 6 Δεκεμβρίου του 1944 δέχτηκε επίθεση από αγγλικά τεθωρακισμένα και πεζικό. Το κτίριο καταλήφθηκε την ίδια μέρα μετά από μάχη που στοίχισε πολλούς νεκρούς και τραυματίες.] Γρηγόρης Φαράκος, «Μαρτυρίες και Στοχασμοί, 1941-1991. 50 Χρόνια Πολιτικής Δράσης», Αθήνα, εκδόσεις «Προσκήνιο», 1993, σελίδα 57η.
  10. [Φωτογραφία του Πρύτανη του Πρύτανη του Πολυτεχνείου Ιωάννη Θεοφανόπουλου, έργο του Νικολάου Ζωγράφου στα μέσα της δεκαετίας του 1930 στην Αθήνα.]
  11. [Μεταξύ των δολοφονηθέντων πριν την αναχώρηση των εθνικιστών και αντικομμουνιστών ομήρων για την Αράχοβα ήταν οι: Θεόδωρος Παπαευσταθίου, Γενικός διευθυντής φυλακών, Σπυρίδων Τρικούπης πρώην πρόεδρος της Βουλής, Στυλιανός Κορυζής, πολιτικός μηχανικός-αδελφός του πρωθυπουργού Αλέξανδρου Κορυζή, Γεώργιος Κερασιώτης, Αρεοπαγίτης, Σπυρίδων Δημουλίτσας, μεταλλειολόγος-μηχανικός της Εταιρείας Λιπασμάτων, Α. Αποστολίδης, Πρόεδρος της κοινότητος Εκάλης, Σ. Σταυρόπουλος, Δικηγόρος, Διευθυντής του Ταμείου Αλληλεγγύης Δικηγόρων, Ιωάννης Ηλιάκης, πρώην Γενικός Διοικητής Μακεδονίας, οι στρατηγοί Κατσιγιαννάκης, Βασίλειος Ανδρούλης και Ρώτας, Δ. Οικονομόπουλος, Δικηγόρος, ο καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου Σπυρίδων Κορώνης της Πολιτικής Οικονομίας -σχεδιαστής της κοινωνικής πολιτικής του Ελευθέριου Βενιζέλου καθώς και οκτώ, σύμφωνα με τον Κλεάνθη Θεοφανόπουλο ή σύμφωνα με άλλες πηγές, δώδεκα φοιτητές του Πολυτεχνείου, ενώ ο καθηγητής Γεώργιος Σαρρόπουλος της σχολής Μηχανολόγων του Ε.Μ.Π., πέθανε λίγο καιρό αργότερα καταβεβλημένος από τις κακουχίες και τους βασανισμούς εκείνης της περιόδου.]
  12. [Μητροπολίτης Ευλόγιος Κουρίλας Λαυριώτης, «Πανεπιστημιακά-Τό Κράτος τῆς Ἀληθείας, Δεκεμβριανή Τραγωδία τῶν Ὁμήρων (Δεκεμβριανά). Η έκτη των επιλέκτων φάλαγξ και η των Κρορών πορεία του θανάτου», Αθήνα 1953, σελίδες 96η-99η. (Το βιβλίο ολόκληρο). Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1953, επανεκδόθηκε το 2003 από τον εθνικιστικό εκδοτικό οίκο «Ελεύθερη Σκέψις» κι είναι πλέον εξαντλημένο. Ο συγγραφέας του περιγράφει την περίοδο της ομηρίας του από τους κομμουνιστές αντάρτες του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. και περιέχει μαρτυρίες ομήρων.]
  13. [Νεκρολογίαι-Ιωάννης Θεοφανόπουλος, Περιοδικό «Τεχνικά Χρονικά», τεύχος 256ο-258ο, σελίδες 108η-109η.]
  14. [Επιστολή του δικηγόρου Κλεάνθη Θεοφανόπουλου, αδελφού του δολοφονηθέντος Ιωάννη Θεοφανόπουλου. Αθηναϊκή εφημερίδα «Εμπρός» της 23ης Μαΐου 1945.]