Γεώργιος Μερκούρης

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Γεώργιος Μερκούρης, Έλληνας εθνικοσοσιαλιστής πολιτικός που διατέλεσε βουλευτής και υπουργός ενώ ήταν ιδρυτής και αρχηγός του «Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος Ελλάδος», γεννήθηκε το 1886 στην Αθήνα, όπου και πέθανε το Δεκέμβριο του 1943.

MERKOURIS GIORGOS.JPEG

Βιογραφία

Ήταν υιός του Δημάρχου της Αθήνας Σπυρίδωνος Μερκούρη και θείος της μετέπειτα ηθοποιού και πολιτικού, Μελίνας Μερκούρη, η οποία ήταν κόρη του μικρότερου αδελφού του Σταμάτη Μερκούρη. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και την Γαλλία.

Πολιτική δράση

Εκλέχθηκε βουλευτής Αττικοβοιωτίας το 1915 με το «Κόμμα Εθνικοφρόνων» του Δημήτριου Γούναρη. Στις 20 Ιουνίου του 1920 θα σταλεί ως πολιτικός εξόριστος στην Κορσική με εντολή του Ελευθέριου Βενιζέλου, «..διά την δημοσίαν ασφάλειαν...», όπως και πολλοί πολιτικοί αντίπαλοι του Βενιζέλου καθώς και εθνικιστές, όπως ο Ίων Δραγούμης, ο Ιωάννης Μεταξάς και άλλοι. Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1922 και ασχολήθηκε πάλι με την πολιτική, επανεκλέχθηκε βουλευτής και το 1922 ορκίστηκε Υπουργός Επισιτισμού της Κυβερνήσεως του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη. Την περίοδο 1926-1927 διετέλεσε Υπουργός Εθνικής Οικονομίας της κυβέρνησης Ζαΐμη. Το 1933 θα διαφωνήσει με τις πολιτικές του κόμματος και τις θέσεις του Παναγή Τσαλδάρη και παρότι αντιπρόεδρος του κόμματος του, το οποίο είχε μετονομαστεί σε «Λαϊκό Κόμμα», αποχώρησε απ' αυτό.

Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδος»

Δημιούργησε το «Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδος» και προσπάθησε να εκφράσει Φασιστικές και Εθνικοσοσιαλιστικές θέσεις. Στο κόμμα αυτό προσχώρησε μετά τη διάλυσή της και η οργάνωση Μελανοχιτώνων την οποία είχε σχηματίσει ο Αλέξανδρος Γιάνναρος και αρκετοί επιφανείς εθνικιστές και Αθηναίοι της εποχής. Ο Αλέξανδρος Γιάνναρος μαζί με τον πατέρα του εξέδιδαν την «Πρωινή» και την «Εσπερινή», δύο σημαντικές εφημερίδες της εποχής. Το 1934 θα προχωρήσει στην έκδοση της κομματικής εφημερίδας «Εθνική Σημαία» και τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους στα εγκαίνια των Γραφείων του κόμματος θα τονίσει την σκέψη και την κατεύθυνση του λέγοντας: «...είμεθα πραγματικώς μια πολιτική και κοινωνική επανάσταση..» και «...αποβλέπομεν εις την εθνικής ενότητα, εις την πρόοδο και την κοινωνική πειθαρχία». Η δε εφημερίδα θα έχει διαρκώς κείμενα που θα αναδεικνύουν το έργο του Εθνικοσοσιαλισμού και του Φασισμού καθώς και τις πολιτικές δράσεις των Ευρωπαϊκών εθνικιστικών κινημάτων..».

Λίγες μέρες μετά στο συνέδριο της Φασιστικής «Comitati d'Azione per l'Universalita di Roma» [«C.A.U.R.»], στο Μοντρέ της Ελβετίας, θα συμμετάσχει στις πολιτικές διεργασίες των Ευρωπαίων εθνικιστών. Αμέσως μετά το συνέδριο επισκέφτηκε τον Μπενίτο Μουσολίνι στην Ρώμη ενώ κατέθεσε και στεφάνι στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη στο Παλάτσο Βενέτσια. Το 1935 η εφημερίδα του θα δημοσιεύσει μια σειρά από κείμενα με θέμα τα Δωδεκάνησα και την Κύπρο, ζητώντας επί της ουσίας ειρηνική και διπλωματική απελευθέρωση από τους Ιταλούς και τους Βρετανούς, την ίδια στιγμή που το Κ.Κ.Ε με την 2 Ολομέλεια του 1934 καταδίκαζε την επιθυμία των εκεί Ελλήνων για Ένωση με την Μητέρα Πατρίδα.

Υπήρξε ολοκάθαρα Εθνικοσοσιαλιστής και υποστηρικτής των Αδόλφου Χίτλερ και Μπενίτο Μουσολίνι, όμως δεν κατόρθωσε να μετατρέψει το κόμμα του στην δύναμη την οποία ήθελε και να αποβάλει τα αστικά συμπλέγματα σε πολιτικό επίπεδο, ενώ εξαναγκάστηκε να κλείσει το κόμμα κατά την διάρκεια του Καθεστώτος της 4ης Αυγούστου του Ιωάννη Μεταξά, όταν πολλά μέλη του κόμματος του συνεργάστηκαν με το καθεστώς. Σε όλη την διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου, προσπάθησε από κοινού με φιλογερμανούς αξιωματικούς του Ελληνικού Στρατού και Εθνικοσοσιαλιστές, να πετύχει ανακωχή με την παρέμβαση των Γερμανών.

Κατοχική περίοδος

Κατά την είσοδο των Γερμανών το κόμμα του θα επαναλειτουργήσει δίνοντας μάχες με τους κομμουνιστές, ενώ ο ίδιος προσπάθησε να συγκροτήσει Ελληνική λεγεώνα για την αποστολή Ελλήνων εθνικιστών στο Ανατολικό Μέτωπο και από τις 28 Ιανουαρίου 1943 έως το θάνατό του, διατέλεσε διοικητής της Εθνικής Τράπεζας.

Όταν στην Αθήνα κυκλοφόρησαν φήμες ότι οι Γλέζος και Σάντας υπέστειλαν και αφαίρεσαν την Γερμανική σημαία από την Ακρόπολη, ο Μερκούρης δήλωσε:
«..Το υπό την ηγεσίαν του κ. Γ. Μερκούρη Εθνικοσοσιαλιστικόν Κόμμα της Ελλάδος εξέδωκεν ανακοίνωσιν, εν τη οποία, αφού καυτηριάζει την κλοπήν της γερμανικής σημαίας, λέγει τα εξής:
“Η αυθαίρετος και ακατονόμαστος πράξις της κλοπής της σημαίας του Ράιχ εκ της Ακροπόλεως είναι αδύνατον να είναι έργον Έλληνος ανεξαρτήτου την ψυχήν και το φρόνημα ελευθερωτικού πνεύματος. Αντιθέτως, πιστεύομεν ακραδάντως, ότι είναι ασχημία κατωτέρου ανθρώπου, ξένα συμφέροντα υπηρετούντος και παν συμφέρον έχοντος να ενσπείρη μεταξύ του γερμανικού Ράιχ και του ατυχούς ελληνικού λαού την παράτασιν των αγαγόντων μέχρι του σημερινού εθνικού δράματος ανοσίων εγκλημάτων. Ανεξαρτήτως αισθημάτων, φρονημάτων, πολιτικών αντιλήψεων, η Γερμανία και η Ελλάς ευρέθημεν αντιμέτωποι. Οι λαοί μας επετέλεσαν γενναίως το προς τας πατρίδας των και την τιμήν των καθήκον των. Εκ της συγκρούσεως ως ήτο επόμενον εξήλθον νικηταί και ηττημένοι. Εκατέρωθεν ανεγνωρίσθη και εθαυμάσθη το πνεύμα της αυτοθυσίας και του ηρωισμού. Επήλθεν ανακωχή. Τα ένδοξα ελληνικά όπλα έτυχον των αρμοζουσών εις αυτά τιμών. Οι αιχμάλωτοί μας αφέθησαν ελεύθεροι. Οι αξιωματικοί μας διετήρησαν τα ξίφη των. Η ελληνική κυριαρχία εφ’ όλων των κατεχομένων εδαφών ανεγνωρίσθη διά του σχηματισμού ελληνικής κυβερνήσεως. Υπεγράφη μεταξύ νικητών και ηττημένων μία ηθική σύμβασις κυρωθείσα διά πασών των ανωτέρω πράξεων, δεσμεύουσα εκατέρους και επ’ αμοιβαιότητι εις αλληλοσεβασμόν και αλληλοβοήθειαν να εξέλθωμεν εκ του κυκεώνος των τραγικών παρεξηγήσεων και να βαδίσωμεν προς μίαν αμοιβαίαν κατανόησιν. Τούτων ούτως εχόντων διά πάντα εκ καταγωγής Έλληνα και παραμείναντα τοιούτον και αιρόμενον άνωθεν των οδυνηρών περιστάσεων, η ξενόδουλος πράξις η μολύνασα τον φιλόξενον και ιερόν χώρον της Ακροπόλεως, μόνον ως κατά της ελληνικής πατρίδος στρεφομένη χαρακτηρίζεται και ως τοιαύτη μαζί με όλας τας άλλας τας προκαλεσάσας την εθνικήν συμφοράν παραδίδεται εις την γενικήν περιφρόνησιν και αποδοκιμασίαν”».

Το τέλος του

Απεβίωσε πριν την αποχώρηση των Γερμανικών στρατευμάτων από την Ελλάδα, ενώ μετά την αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής, πολλά στελέχη του κόμματος του διώχθηκαν από τα δικαστήρια του Ελληνικού κράτους.