Γρηγόρης Λαμπράκης

Από Metapedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Γρηγόριος Λαμπράκης Έλληνας αθλητής που υπήρξε Βαλκανιονίκης, γιατρός γυναικολόγος, φοιτητής, βοηθός και συνεργάτης του κατοχικού πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Λογοθετόπουλου και υφηγητής της Ιατρικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ιδρυτικό μέλος της «Ελληνικής Επιτροπής για τη Βαλκανική Συνεννόηση», από τους ιδρυτές της «Ελληνικής Επιτροπής για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη» [E.E.Δ.Y.E.] και πολιτικός που διατέλεσε βουλευτής συνεργαζόμενος με το κόμμα «Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά» [Ε.Δ.Α.] γεννήθηκε στις 3 Απριλίου 1912 στο χωριό Κερασίτσα στα ορεινά της επαρχίας Τεγέας του νομού Αρκαδίας και πέθανε τις πρώτες πρωινές ώρες της 27ης Μαΐου 1963 στο νοσοκομείο «ΑΧΕΠΑ» της Θεσσαλονίκης από κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις που υπέστη μετά από επίθεση σε βάρος του ή σύμφωνα με άλλη εκδοχή από κάποιον από τους συνοδούς του [1] [2] στη διάρκεια της μεταφοράς του στο νοσοκομείο. Η νεκρώσιμη ακολουθία του τελέστηκε από το μητροπολιτικό ναό Αθηνών και τάφηκε στο Α' νεκροταφείο της Ελληνικής πρωτεύουσας.

Παντρεύτηκε με τη Δήμητρα [Ρούλα] Μπαταριά, το γένος Παναγιώτη Χαραλάμπους από τη Χαλκίδα, κόρη ανώτερου συνταξιούχου αξιωματικού, και από το γάμο του έγινε πατέρας ενός γιου, του Θοδωρή, ενώ είχε άλλους δύο γιους [3], το Γιώργο από τη σχέση του με την Κωνσταντίνα Κεράνη, τον οποίο ο Λαμπράκης υιοθέτησε εν ζωή, και το Γρηγόρη, από τη σχέση του με τη Μαρία Τσιρώνη, ο οποίος αναγνωρίστηκε μετά το θάνατο του Γρηγόρη και του δόθηκε το όνομα Γρηγόρης, καθώς ήταν αβάπτιστος όταν πέθανε ο πατέρας του.
Γρηγόρης Λαμπράκης

Πίνακας περιεχομένων

Βιογραφία

Πατέρας του ήταν ο Γεώργιος Λαμπράκης που απέκτησε 18 παιδιά από δύο γάμους και ο Γρηγόρης ήταν το 14ο και τελευταίο παιδί από το δεύτερο γάμο του πατέρα του. Ένας από τους ετεροθαλείς αδελφούς του Γρηγόρη ήταν ο Θεόδωρος Λαμπράκης, ιατρός και βουλευτής με το κόμμα «Εθνική Πολιτική Ένωση Κέντρου» [«Ε.Π.Ε.Κ.»]. Ο Γρηγόρης ολοκλήρωσε τα μαθήματα της εγκυκλίου και της Μέσης εκπαιδεύσεως στη γενέτειρα του και στη συνέχεια το Σεπτέμβριο του 1931 γράφτηκε στην ιδιωτική Εμπορική και Λογιστική Σχολή «Παναγιωτόπουλου» με σκοπό να ακολουθήσει τον εν λόγω κλάδο. Τον Ιούνιο του 1932 ολοκλήρωσε τη Σχολή Παναγιωτόπουλου και επέστρεψε στην Κερασίτσα με την προοπτική να ασχοληθεί με τη γεωργία, με το πατρικό μικρομάγαζο και το τοπικό μικρεμπόριο. Το Σεπτέμβριο του 1933, έδωσε εισαγωγικές εξετάσεις στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών στην οποία εισήχθη μεταξύ των πρώτων και κατόρθωσε να λάβει υποτροφία.

Ως φοιτητής υπήρξε υποστηρικτής του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου και του κυβερνήτη Ιωάννη Μεταξά. Στην ιστορική στήλη με τίτλο «80 χρόνια πριν» της εφημερίδος «Καθημερινή» των Αθηνών, αναδημοσιεύθηκε ανακοίνωση φοιτητών της εποχής με την οποία «...Αι εκλεγείσαι επιτροπαί (σ.σ. του ακαδημαϊκού έτους 1937-38) των φοιτητών καλούν τους συναδέλφους των εις την συγκέντρωσιν κατά την οποίαν θα ομιλήση προς την σπουδάζουσαν νεολαίαν ο αρχηγός της κυβερνήσεως κ. Ιωάννης Μεταξάς και αναπτύξη τους σκοπούς της «Οργανώσεως της Εθνικής Νεολαίας» […] Η επιτροπή: […]. Ιατρικής […] Γρηγόριος Λαμπράκης […]» [4]. Ο Λαμπράκης αποφοίτησε το Μάιο του 1939 και ειδικεύτηκε στη γυναικολογία, ενώ υπήρξε πρωτοπόρος της γυναικολογικής ενδοκρινολογίας στην Ελλάδα. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στη Σχολή εφέδρων Αξιωματικών στη Σύρο. Στην διάρκεια της κατοχής διοργάνωνε με άλλους συναθλητές του αγώνες, διαθέτοντας τα έσοδα σε λαϊκά συσσίτια, ενώ εργάστηκε στην κλινική «Ερυθρός Σταυρός» στον Πειραιά, η οποία ανήκε στον ετεροθαλή αδερφό του Θεόδωρο. Στα τέλη του 1948 συνελήφθη και φυλακίστηκε για έξι μήνες στου Γουδή.

Αθλητική δράση

Αγώνες & Μετάλλια

Υπήρξε αθλητής του Πειραϊκού Συνδέσμου και από το 1931 ασχολήθηκε με τον κλασικό αθλητισμό, ενώ στα 19 του αναδείχθηκε πρώτος πανελληνιονίκης στο τριπλούν. Το 1933 εντάχθηκε στην Ελληνική εθνική ομάδα στίβου, ενώ τον ίδιο χρόνο κατέκτησε το πρώτο του διεθνές μετάλλιο, όταν και καταλαμβάνει την τρίτη θέση στο τριπλούν στην διοργάνωση των Βαλκανικών αγώνων της Αθήνας. Σημείωσε πανελλήνιες και βαλκανικές νίκες. Είχε αναδειχθεί πανελληνιονίκης τέσσερις φορές στο άλμα εις μήκος, δύο στο τριπλούν και από μία στα 100 μέτρα και στα 200 μέτρα. Ήταν μόνιμο μέλος της εθνικής ομάδας στα 100 και τα 200 μέτρα, στο μήκος και στο τριπλούν για έξι χρόνια και συμμετείχε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1936 στο Βερολίνου όπου κατατάχθηκε 11ος στο μήκος ενώ το 1937 κατέλαβε την 4η θέση στους Παγκόσμιους Φοιτητικούς αγώνες του 1937 στο Παρίσι. Συνολικά κατέκτησε δεκαέξι μετάλλια στους Βαλκανικούς αγώνες εκ των οποίων τα εννέα χρυσά και στα τέσσερα αγωνίσματα που διακρίθηκε. Το 1935 αναδείχθηκε πανελληνιονίκης στο τριπλούν και τον Αύγουστο του 1938 πέτυχε πανελλήνιο ρεκόρ στο άλμα εις μήκος, το οποίο κατείχε για 21 χρόνια [ως το 1959] με επίδοση 7,37 μέτρα. Ο τελευταίος αγώνας στον οποίο συμμετείχε ήταν στις 2 Απριλίου 1940 στις 17:30 το απόγευμα, στο Παναθηναϊκό στάδιο.

Ένωση Ελλήνων Αθλητών

Στις αρχές της Ανοίξεως του 1942, ο Λαμπράκης συμμετείχε στην ίδρυση της «Ενώσεως Ελλήνων Αθλητών», με σκοπό την οικονομική, υλική και ηθική στήριξη των ασθενών και άνεργων αθλητών, καθώς και τη διοργάνωση αθλητικών εκδηλώσεων από τα έσοδα των οποίων να λειτουργούν τα λαϊκά συσσίτια στις αθηναϊκές συνοικίες. Ο Λαμπράκης εκλέχθηκε Αντιπρόεδρος στο διοικητικό συμβούλιο της Ενώσεως, η οποία είχε Πρόεδρο τον Φραγκούδη. Η Ένωση διοργάνωσε τα πρώτα συσσίτια και ετοίμασε ποδοσφαιρικό αγώνα στο γήπεδο της λεωφόρου Αλεξάνδρας και αθλητική γιορτή στο Παναθηναϊκό Στάδιο για την οικονομική ενίσχυση των εξαθλιωμένων από τη φυματίωση αθλητών, εκδήλωση που είχε θέσει υπό την προστασία του ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος.

Οι διοργανωτές αντιμετώπισαν την αντίδραση του Σ.Ε.Γ.Α.Σ. που αρνήθηκε να παράσχει οποιαδήποτε άδεια για διοργανώσεις αθλητικών εκδηλώσεων και ομάδα αθλητών στην οποία συμμετείχε ο Λαμπράκης εισέβαλε στα γραφεία του Σ.Ε.Γ.Α.Σ. και προκάλεσε επεισόδια. Στη συνέχεια οι συγκεντρωμένοι κατευθύνθηκαν στην πλατεία Φιλικής Εταιρείας για να στεφανώσουν το μνημείο του Ξάνθου τραγουδώντας τον εθνικό ύμνο. Τελικά, η αθλητική γιορτή τελέστηκε στο Στάδιο με έπαρση της ελληνικής σημαίας και ανάκρουση του εθνικού ύμνου, ενώ οι Γερμανικές αρχές κατοχής αντιμετώπισαν την κατάσταση με ανοχή, λόγω της προσωπικής σχέσεως του Λαμπράκη με τον πρωθυπουργό Λογοθετόπουλο. Μετά τον πόλεμο ο Λαμπράκης πρωτοστάτησε στην ανασυγκρότηση του ΣΕΓΑΣ και έγινε μέλος του Διοικητικού του Συμβουλίου, ενώ δημιούργησε το Ταμείο Υγείας και Περίθαλψης Αθλητών [Τ.Υ.Π.Α.], στο οποίο δραστηριοποιήθηκε ως το τέλος της ζωής του.

Συνεργασία με τον Λογοθετόπουλο

Πριν την κατοχή της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονα ο Λαμπράκης υπήρξε προστατευόμενος, ενώ διατέλεσε βοηθός και συνεργάτης του κατοχικού πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Λογοθετόπουλου και μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας, καθώς οι υπόλοιποι συνεργάτες και βοηθοί του παραιτήθηκαν σε ένδειξη διαμαρτυρίας ή απομακρύνθηκαν καθώς δεν συμφωνούσαν για τη συνεργασία του Λογοθετόπουλου με τις δυνάμεις κατοχής. Σύμφωνα με τον Νικόλαο Λούρο, καθηγητή της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, γυναικολόγο-ιατρό στο νοσοκομείο «Μαρίκα Ηλιάδη» που διώχθηκε ως «μη συμπαθών» τους Γερμανούς, ο Λαμπράκης αρνήθηκε να παραιτηθεί κι έμεινε στη θέση του στο νοσοκομείο, από την οποία συνεργάστηκε με τον Λογοθετόπουλο [5]. Στις 23 Μαΐου 2013 ο ιστότοπος «Χρυσή Αυγή» [6] έφερε στη δημοσιότητα μία φωτογραφία και δύο ιδιόχειρα σημειώματα που φέρονται να ανήκουν στον Λαμπράκη, τα οποία, κατά τον ιστότοπο, επιβεβαιώνουν τις πληροφορίες για τον πολιτικό καιροσκοπισμό του Λαμπράκη. Πρόκειται για μια φωτογραφία που λήφθηκε στους Βαλκανικούς αγώνες στις 20 Οκτωβρίου 1940, «…8 μέρες πριν μας κηρύξουν τον πόλεμο οι Ιταλοί», όπως χαρακτηριστικά γράφει ο ίδιος, στο ιδιόχειρο σημείωμά του στο πίσω μέρος της φωτογραφίας. Σ’ αυτήν ο Λαμπράκης φαίνεται να χαιρετά έχοντας υψωμένη τη δεξιά του παλάμη. Παράλληλα ο ιστότοπος δημοσιεύει ευχετήρια κάρτα του Λαμπράκη, την οποία απέστειλε από την Γερμανία στις 13 Αυγούστου 1936, την περίοδο της διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων στο Βερολίνο. Ο Λαμπράκης περιγράφει στην φίλη του, στην οποία έστειλε την κάρτα, την κατάσταση στη Γερμανία και καταλήγει χαιρετώντας της με την προσφώνηση «Heil Hitler».

Επιστημονική δραστηριότητα

Ο Λαμπράκης έκανε την πρακτική του στο μαιευτήριο «Έλενα» και ξεκίνησε την ιατρική του σταδιοδρομία το 1940 ως βοηθός στο μαιευτήριο Μαρίκα Ηλιάδη, όπου παρέμεινε μέχρι τον Αύγουστο του 1945, όταν διορίστηκε επιμελητής στο Τζάνειο Νοσοκομείο του Πειραιά, ενώ την περίοδο από το 1947 έως το 1952, ήταν επιμελητής στο Δημόσιο Μαιευτήριο Αθηνών. Το 1950, αναγορεύτηκε υφηγητής Μαιευτικής και Γυναικολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το ίδιο έτος, έγινε διευθυντής της Μαιευτικής και Γυναικολογικής Κλινικής του θεραπευτηρίου Λευκός Σταυρός, θέση που διατήρησε ως το 1957. Εργάστηκε στο βιοχημικό εργαστήριο του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός», στο Ινστιτούτο Παστέρ και στο Δημόσιο Μαιευτήριο. Υπήρξε μέλος της Μαιευτικής Γυναικολογικής Εταιρείας Αθηνών, της Ιατρικής Εταιρείας, των Εταιρειών Μαιευτικής, Χειρουργικής και Ιατροχειρουργικής, της Ενώσεως Επιστημονικού Προσωπικού Θεραπευτηρίου «Ευαγγελισμός» και εξέδωσε ένα τεύχος με 19 έρευνές του, το οποίο αποτέλεσε και την πρότασή του για την υφηγεσία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Πολιτική δράση

Ο Λαμπράκης στις εκλογές του 1956 βοήθησε τον αδελφό του Θεόδωρο, στην οργάνωση του πολιτικού του γραφείου ως βουλευτή Πειραιώς του κόμματος «Δημοκρατική Ένωσις», του σχήματος με το οποίο κατήλθε στις εκλογές της χρονιάς εκείνης το κόμμα «Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά», ενώ στις εκλογές της 29ης Οκτωβρίου 1961, εκλέχθηκε ο ίδιος βουλευτής Πειραιώς, με το «Πανδημοκρατικό Αγροτικό Μέτωπο Ελλάδος» [«Π.Α.Μ.Ε.»] ως συνεργαζόμενος με το κόμμα «Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά» [«Ε.Δ.Α.»]. Ως βουλευτής ανέλαβε καθοριστικό ρόλο στο Κίνημα Ειρήνης και στις 19 Μαρτίου 1962 συμμετείχε σε πανευρωπαϊκή Συνδιάσκεψη Ειρήνης στη Βιέννη και έδωσε σειρά διαλέξεων για τον αφοπλισμό και την ειρήνη. Στο τέλος των εργασιών του Α’ Συνεδρίου της ΕΕΔΥΕ, που πραγματοποιήθηκε στις 24 Ιουνίου 1962, ο Λαμπράκης εκλέχθηκε αντιπρόεδρος της και ως μέλος της αντιπροσωπίας της ΕΕΔΥΕ συμμετείχε τον Ιούλιο του 1962, στο Παγκόσμιο Συνέδριο Ειρήνης στη Μόσχα. Στις 21 Απριλίου 1963, προσπάθησε να πραγματοποιήσει την 1η Μαραθώνια πορεία Ειρήνης, όταν βάδισε το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής μόνος του, όμως τελικά συνελήφθη και κρατήθηκε για διάστημα μερικών ωρών. Στις 25 Απριλίου ταξίδεψε στο Λονδίνο, σε διεθνή φιλειρηνική συνάντηση, την οποία είχε συγκαλέσει ο Βρετανός Μπερνάρντ Ράσελ, το τετραήμερο του Πάσχα των Καθολικών του 1963, έτος που το καθολικό Πάσχα συνέπιπτε με το Ορθόδοξο.

Ο Λαμπράκης συμμετείχε στην πορεία ειρήνης στο Όλντερμάστον της Αγγλίας, ως μέλος αντιπροσωπείας της επιτροπής για την Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη [Ε.Ε.Δ.Υ.Ε.], μαζί με τους Λεωνίδα Κύρκο, Μανώλη Γλέζο και Σπύρο Λιναρδάτο, στο διάστημα από τις 12 έως τις 15 Απριλίου 1963. Η πορεία ξεκίνησε από το Όλντερμαστον [Aldermaston], χωριό του Μπέρκσαιρ, όπου υπήρχε Ερευνητικό Εργαστήριο Ατομικών Όπλων και κατέληξε στο Λονδίνο. Την ίδια περίοδο Έλληνες και Άγγλοι διαδηλωτές ζητούσαν την απελευθέρωση των κομμουνιστών κρατουμένων στην Ελλάδα, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Αντώνης Αμπατιέλος. Στόχος των διαδηλωτών υπήρξε η βασίλισσα Φρειδερίκη της Ελλάδος, η οποία βρισκόταν στο Λονδίνο, προκειμένου να παραστεί σε βασιλικούς γάμους, ενώ η Αγγλίδα σύζυγος του Αμπατιέλου επιτέθηκε λεκτικά στην Φρειδερίκη. Στις 26 ή τις 27 Απριλίου, ο Λαμπράκης επέστρεψε στο Λονδίνο, μαζί με τον Κύπριο ποιητή Τεύκρο Ανθία ο οποίος τον συνοδέψει στην πορεία του Μαραθώνα και στις 28 Απριλίου ζήτησε ακρόαση από τη βασίλισσα Φρειδερίκη που δεν έγινε δεκτή και παραχώρησε συνέντευξη στα αγγλικά μέσα ενημέρωσης.

Η επίθεση σε βάρος του

Στις 20:20 το βράδυ της 22ας Μαΐου 1963,, ο Λαμπράκης ξεκίνησε από το ξενοδοχείο «Κοσμοπολίτ» της Θεσσαλονίκης, για να πάει στη συγκέντρωση για την Ειρήνη, στην οποία ήταν κεντρικός ομιλητής. Αρχικά κύριος ομιλητής ήταν ο Ζάνας, πολιτευτής Θεσσαλονίκης του κόμματος Ένωσις Κέντρου με καταγωγή από παλαιά πολιτική οικογένεια, ο οποίος αρρώστησε και δεν μπορούσε να μιλήσει και γι’ αυτό οι διοργανωτές κάλεσαν τον Λαμπράκη. Στον τόπο της συγκεντρώσεως βρίσκονταν 180 χωροφύλακες και ο Κωνσταντίνος Μήτσου, υποστράτηγος-επιθεωρητής Χωροφυλακής Βόρειας Ελλάδας, αλλά και ο Ευθύμιος Καμουτσής, συνταγματάρχης-διευθυντής των αστυνομικών δυνάμεων της πόλεως. Ο Λαμπράκης εκφώνησε το λόγο του, από το κτίριο στη γωνία των οδών Τσιμισκή και Bενιζέλου, όπου βρίσκονταν τα γραφεία του «Δημοκρατικού Συνδικαλιστικού Κινήματος». Ολοκληρώνοντας την ομιλία του, ο βουλευτής φέρεται να είπε από το μικρόφωνο, «....Εδώ βουλευτής Λαμπράκης. Σαν εκπρόσωπος του Έθνους και του Λαού, καταγγέλλω ότι υπάρχει σχέδιο δολοφονίας μου και καλώ τον υπουργό Βορείου Ελλάδος, τον νομάρχη, τον εισαγγελέα, τον στρατηγό Χωροφυλακής Μήτσου, τον διευθυντή της Αστυνομίας και τον διοικητή Ασφαλείας να προστατέψουν τη συγκέντρωση και τη ζωή μου». Στο χώρο εμφανίστηκε ο μοίραρχος Τρύφωνας Παπατριανταφύλλου, ο οποίος είπε στο Λαμπράκη ότι η περιοχή είχε εκκαθαριστεί από αντιφρονούντες και βγαίνοντας ο βουλευτής συνάντησε τον συνταγματάρχη Καμουτσή, στον οποίο διαμαρτυρήθηκε και ξεκίνησε για το ξενοδοχείο όπου διέμενε.

Στις 22:15 ο Λαμπράκης βαδίζοντας προς το ξενοδοχείο και διασχίζοντας το δρόμο, ενώ τον συνόδευαν ο Σύλλας Παπαδημητρίου, ο Κώστας Βέρρος και ακολουθούσε από απόσταση δύο περίπου μέτρων ο Νίκος Τζένας, γραμματέας της νομαρχιακής επιτροπής Θεσσαλονίκης και μέλος της Διοικούσας Επιτροπής της Ε.Δ.Α., ένας από τους «μαυροσκούφηδες» του Άρη Βελουχιώτη, δέχθηκε επίθεση από τρίκυκλη μοτοσυκλέτα, την οποία οδηγούσε ο Σπυρίδων Γκοτζαμάνης, ενώ άτομο που επέβαινε στο πίσω μέρος του οχήματος φέρεται να χτύπησε το βουλευτή στο κεφάλι. Ένας από τους συνοδούς του Λαμπράκη, ο Εμμανουήλ Χατζηαποστόλου, γνωστός με το ψευδώνυμο «Τίγρης», τορναδόρος στο επάγγελμα, πήδηξε στην καρότσα του τρικύκλου και συνεπλάκη με τον Μανώλη Εμμανουηλίδη, το άτομο που κατηγορήθηκε ότι χτύπησε στο κεφάλι το βουλευτή. Ο τροχονόμος Χαράλαμπος Ασπιώτης, που εκτελούσε υπηρεσία στην περιοχή συνέλαβε τους δράστες μετά από υπόδειξη διερχομένων πολιτών. Ο βουλευτής μεταφέρθηκε τραυματισμένος στο νοσοκομείο με ένα ιδιωτικό αυτοκίνητο, ιδιοκτήτης του οποίου ήταν ο φίλος του Ιωάννης Χολέβας, γραμματέας του υπουργείου Βορείου Ελλάδος, αρχικά στο σταθμό Α' βοηθειών του νοσοκομείου «Ερυθρός Σταυρός» και στη συνέχεια στο νοσοκομείο «ΑΧΕΠΑ».

Η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή διέθεσε αεροσκάφος το οποίο μετέφερε στη Θεσσαλονίκη τον ειδικό νευροχειρουργό Δώρο Οικονόμου [7], η γνωμάτευσή του οποίου ανέφερε ότι το χτύπημα δεν ήταν θανατηφόρο και ότι δεν υπήρχε ελπίδα σωτηρίας, κι ήταν ταυτόσημη με εκείνη καθηγητή Νικόλαου Καβαζαράκη, του νοσοκομείου της Θεσσαλονίκης. Παρόντες ήταν και τέσσερις ξένοι επιστήμονες που ήρθαν από τις χώρες τους και τον εξέτασαν, ο Ούγγρος καθηγητής Ζόλνταν Λάσλο, ο Βρετανός καθηγητής του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου Νόρμαν Ντοτ, ο Ρώσος καθηγητής του Πανεπιστημίου της Μόσχας Αλεξέι Σλίκοφ και ο Τσεχοσλοβάκος καθηγητής του Πανεπιστημίου της Πράγας Καρλ Πετρόφσκι.

Ο θάνατος του

Το Σάββατο, στις 10 το βράδυ, ο Άγγλος καθηγητής Τοτ, δήλωσε στα μέλη της οικογένειας του ότι «Μόνο σε θαύμα θα πρέπει να ελπίζει κανείς για να σωθεί ο ασθενής». Ο Λαμπράκης εξέπνευσε τέσσερις μέρες μετά τον τραυματισμό του, στη 1:22 μετά τα μεσάνυχτα της Κυριακής προς Δευτέρα 27 Μαϊου 1963. Ο θάνατος του προήλθε από κάταγμα της δεξιάς κροταφοβρεγματικής χώρας, που προκλήθηκε από πλήξη με αμβλύ όργανο στο κεφάλι, ενώ η κατάσταση του επιβαρύνθηκε από τη βίαιη πτώση που προήλθε από το τρίκυκλο όχημα, από την οποία υπέστη κακώσεις στην πρόσθια επιφάνεια της δεξιάς κνήμης του. Η σορός του ταριχεύθηκε το πρωί του θανάτου του και στη συνέχεια μεταφέρθηκε σιδηροδρομικά στην Αθήνα με έκτακτο συρμό, που δεν σταμάτησε σε κανένα σταθμό από το φόβο επεισοδίων, και στο σταθμό Λαρίσης, την υποδέχθηκαν χιλιάδες οπαδών της Αριστεράς. Ταυτόχρονα και πριν την ανακοίνωση της ημέρας που θα τελούνταν η νεκρώσιμη ακολουθία, ξέσπασαν διαδηλώσεις στην Αθήνα, στον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη.

Στην Αθήνα η σορός του εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στο ναό του Αγίου Ελευθερίου. Η νεκρώσιμη ακολουθία τελέστηκε στη Μητρόπολη Αθηνών, στις 4 μετά το μεσημέρι της 28ης Μαΐου και την παρακολούθησαν όλοι οι αρχηγοί και οι βουλευτές των κομμάτων της αντιπολίτευσης και χιλιάδες πολιτών, καθώς ο θάνατος του που προκάλεσε αγανάκτηση στην κοινή γνώμη, οξύτατη πολιτική κρίση και τη διεθνή κατακραυγή, αποτέλεσε αντικείμενο ακραίας πολιτικής εκμεταλλεύσεως. Η ταφή του στο Α' Νεκροταφείο αποτέλεσε αφορμή συναντήσεως δεκάδων χιλιάδων αντικυβερνητικών, οι οποίοι διαδήλωσαν εναντίον της συντηρητικής κυβερνήσεως του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του θεσμού της Βασιλείας.

Προανάκριση για το θάνατο του

Το βράδυ της Παρασκευής 24 Μαΐου στη Θεσσαλονίκη, συγκλήθηκε σύσκεψη υπό τον εισαγγελέα Εφετών Μανδραπήλια, στην οποία συμμετείχαν ο αντεισαγγελέας Εφετών Παύλος Δελαπόρτας, οι εισαγγελείς Πρωτοδικών Π. Αργυρόπουλος και Δ. Παπαντωνίου, που αργότερα αντικαταστάθηκε από τον εισαγγελέα Στυλιανό Μπούτη. Η υπόθεση ανατέθηκε στον πρωτοδίκη-ανακριτή του Γ' Τμήματος Χρήστο Σαρτζετάκη, ο οποίος παρίστατο στη σύσκεψη, με τον χαρακτηρισμό «απόπειρα ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως» για την επίθεση στο Λαμπράκη και «επικίνδυνος σωματική βλάβη εκ προθέσεως» για τον τραυματισμό του βουλευτή Γιώργου Τσαρουχά. Ο ορισμός του Σαρτζετάκη υπήρξε και προσωπική απόφαση του Κωνσταντίνου Κόλλια, τότε Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου [8] [9].

Ο ανακριτής και οι εισαγγελείς εξέτασαν 162 μάρτυρες κατηγορίας. Οι κατηγορούμενοι αστυνομικοί, αλλά και οι Γκοτζαμάνης και Εμμανουηλίδης, οι οποίοι κατηγορήθηκαν ως οι κύριοι δράστες, επέμεναν να γίνει αναπαράσταση, πράξη που απέφυγαν με κάθε τρόπο ο ανακριτής και οι Εισαγγελείς της υποθέσεως, αλλά και η πλευρά της πολιτικής αγωγής. Στις 27 Μαΐου 1963 απολογήθηκαν οι δύο φυσικοί αυτουργοί της δολοφονίας, οι Εμμανουήλ Εμμανουηλίδης και Σπύρος Γκοτζαμάνης. Από την ανάκριση που διενήργησε προέκυψαν αποχρώσες ενδείξεις ευθυνών κατά 31 συνολικά ατόμων, μεταξύ τους και έξι Ανώτατων στελεχών των Αστυνομικών αρχών της Βορείου Ελλάδος. Στις 11 Ιουνίου 1963, επήλθε η πτώση της κυβερνήσεως Κωνσταντίνου Καραμανλή που αναχώρησε για το Παρίσι με διαβατήριο στο οποίο αναφέρονταν με το όνομα «Τριανταφυλλίδης», ενώ τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου ο Χρήστος Σαρτζετάκης απήγγειλε κατηγορίες για ηθική αυτουργία στην ανθρωποκτονία εκ προθέσεως εναντίον του υπομοίραρχου Εμμανουήλ Καπελώνη, διοικητή του αστυνομικού τμήματος Τριανδρίας, και του Ξενοφώντα Γιοσμά.

Στις 14 Σεπτεμβρίου, με ομοφωνία ανακριτού και εισαγγελέως προφυλακίστηκαν ο υποστράτηγος Κωνσταντίνος Μήτσου, επιθεωρητής Βορείου Ελλάδος, οι συνταγματάρχες Ευθύμιος Καμουτσής, διευθυντής αστυνομίας, και Μιχαήλ Διαμαντόπουλος -για συνέργεια στη δολοφονία- και ο μοίραρχος Τρύφωνας Παπατριανταφύλλου, για κατάχρηση εξουσίας, οι οποίοι αποφυλακίστηκαν μετά από ένα μήνα με απόφαση του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Στις 22 Νοεμβρίου 1963 και αφού είχε επέλθει αλλαγή κυβερνήσεως μετά την επικράτηση του κόμματος «Ένωσις Κέντρου» υπό την ηγεσία του Γεωργίου Παπανδρέου, το ανακριτικό συμβούλιο επέβαλε την ποινή της προσκαίρου παύσεως στους αξιωματικούς της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής Κωνσταντίνο Μήτσου, Ευθύμιο Καμουτσή, Κωνσταντίνο Δόλκα, Διαμαντόπουλο, Δημήτριο Σέττα και Τρύφωνα Παπατριανταφύλλου.

Η δίκη των υπευθύνων

Παραπεμπτικό βούλευμα

Το Φεβρουάριο του 1966 εκδόθηκε το βούλευμα [10] του Συμβουλίου Εφετών, με το οποίο παραπέμφθηκαν ως φυσικοί αυτουργοί σε «ανθρωποκτονία εκ προθέσεως» οι Σπύρος Γκοτζαμάνης και Μανώλης Εμμανουηλίδης, ως ηθικοί αυτουργοί ο υπομοίραρχος Εμμανουήλ Καπελώνης και ο Ξενοφών Γιοσμάς, για επικίνδυνες σωματικές βλάβες σε βάρος του Γιώργου Τσαρουχά οι Αντώναρος Πιτσάκος και Χρήστος Φωκάς, για παράβαση καθήκοντος οι αξιωματικοί της Χωροφυλακής Κωνσταντίνος Μήτσου, Ευθύμιος Καμουτσής συνταγματάρχης, Μιχαήλ Διαμαντόπουλος αντισυνταγματάρχης, Κωνσταντίνος Δόλκας και Δημήτριος Σέττας ταγματάρχες και Τρύφων Παπατριανταφύλλου μοίραρχος, ενώ για διατάραξη κοινής ειρήνης παραπέμφθηκαν 23 άτομα [11]. Με την ίδια απόφαση το Συμβούλιο Εφετών, αποφάνθηκε ταυτόσημα με το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών [12], και συντάχθηκε με τις προτάσεις του ανακριτή Χρήστου Σαρτζετάκη και του εισαγγελέα Στυλιανού Μπούτη, απορρίπτοντας τις κατηγορίες που είχαν διατυπωθεί από την πολιτική αγωγή εναντίον πολιτικών προσώπων, όπως των Κωνσταντίνου Καραμανλή, Κωνσταντίνου Τσάτσου, Δημήτρη Μακρή, Τρύφωνος Τριανταφυλλάκου και άλλων.

Δίκη & Απόφαση

Η δίκη των κατηγορουμένων άρχισε τη Δευτέρα 3 Οκτωβρίου του 1966, στο Μικτό Ορκωτό Κακουργιοδικείο Θεσσαλονίκης. Πρόεδρος του δικαστηρίου ορίστηκε ο Εφέτης Ιωάννης Γραφανάκης, σύνεδροι οι Εφέτες Βασίλειος Λαμπρίδης και Ερμής Χριστοφορίδης και εισαγγελέας ο αντεισαγγελέας Εφετών Παύλος Δελλαπόρτας. Δύο καθηγητές, οι Συμεωνίδης και Καβαζαράκης, καθώς και ο ιατροδικαστής Ροβίθης, βεβαίωσαν το δικαστήριο ότι ο Λαμπράκης είχε χτυπηθεί όρθιος, όμως ο ιατροδικαστής Σπύρος Καψάσκης, γνωμάτευσε ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του, οφείλονταν στην πτώση του στο έδαφος από το χτύπημα του τρικύκλου οχήματος. Παράλληλα, δεν βρέθηκαν τα πειστήρια της επιθέσεως εναντίον του Λαμπράκη, δηλαδή η σιδερόβεργα ή το αστυνομικό γκλομπ με το οποίο υποτίθεται ότι χτυπήθηκε στο κεφάλι ο βουλευτής, αλλά και το πιστόλι το οποίο όπως κατέθεσε ο Χατζηαποστόλου κρατούσε ο Εμμανουηλίδης και μ' αυτό τον απείλησε στη διάρκεια της πάλης τους πάνω στο τρίκυκλο όχημα.

Ο εισαγγελέας στην αγόρευση του είπε μεταξύ άλλων ότι, «......Σήμερα, εδώ, ένα σύμφυρμα κλεφτών, βιαστών, δοσίλογων και κάθε είδους κακοποιών, εμφανίζεται -προς εθνοκαπηλεία και ανομολόγητους ιδιοτελείς σκοπούς- ως προστάτης κοινωνικών καθεστώτων, ως φύλακας ιερών και οσίων και ως Κέρβερος του νόμου και της τάξης. Τι άλλο έπρεπε να περιμένει κανείς απ' αυτό πλην του ότι θα εξελισσόταν σε κακοήθη νεοπλασία της κοινωνίας;..».. Παρά τον κατηγορηματικό και προσβλητικό τόνο της αγορεύσεως του οι δέκα ένορκοι έκριναν ότι «Εξ αμελείας προήλθε ο θάνατός του» Λαμπράκη, και το δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν προέκυψαν στοιχεία ενοχής για 22 από τους κατηγορουμένους. Παράλληλα αθώωσε και τους έξι κατηγορούμενους αξιωματικούς της Χωροφυλακής, που είχαν καθίσει στο εδώλιο ως κατηγορούμενοι .

Συγκεκριμένα η απόφαση εκδόθηκε στις 28 Δεκεμβρίου, μετά από ακροαματική διαδικασίαν 66 ημερών κι έπειτα από 12ωρη σύσκεψη των δέκα ενόρκων [13], η οποία διήρκεσε από τις 10:45 το πρωί ως τις 10:45 τη νύχτα. Ο προϊστάμενος των ενόρκων Δ. Τούσας διάβασε την απόφασή τους που αποφαίνονταν ότι, «...Όχι. Δεν είναι ένοχοι οι Σπ. Γκοτζαμάνης και Εμμ. Εμμανουηλίδης ότι την 22αν Μαΐου 1963 εκ προθέσεως απέκτειναν τον βουλευτήν Γρ. Λαμπράκην, επιβαίνοντες τρικύκλου, με οδηγόν τον πρώτον, το οποίον επέπεσε κατ' αυτού και ότι δι' αμβλέος οργάνου έπληξαν τούτον εις την κεφαλήν. Δια παμψηφίας οι ένορκοι απεφάνθησαν ότι: Όχι. Δεν είναι ένοχοι οι Εμμ. Καπελώνης και Ξεν. Γιοσμάς δι' ηθικήν αυτουργίαν εις την προαναφερθείσαν πράξιν. Δια της νομίμου πλειοψηφίας εγένετο δεκτόν ότι: Ναι. Είναι ένοχος ο Σπ. Γκοτζαμάνης διότι εκ προθέσεως επροξένησε σωματικήν κάκωσιν δια τρικύκλου που ωδήγει ο ίδιος και επέπεσε κατά του Λαμπράκη και του επροξένησε τραύμα -ουχί δι' αμβλέος οργάνου, αλλά δια του τρικύκλου- εις την κεφαλήν, εκδοράς εις τους πόδας και εκχυμώσεις εις τους οφθαλμούς, τον περιήγαγεν εις πλήρη αφασίαν και του προεκάλεσε σωματικήν βλάβην, η οποία επέφερε τον θάνατον. Ναι. Εσκόπει ο Γκοτζαμάνης να προκαλέση βαρείαν σωματικήν βλάβην εις τον Λαμπράκην... Όχι. Οι αξιωματικοί Κ. Μήτσου, αντιστράτηγος ε.α., Ευθ. Καμουτσής, συνταγματάρχης ε.α., Μ. Διαμαντόπουλος, αντισυνταγματάρχης ε.α., Κ. Δόλκας, αντισυνταγματάρχης ε.α., Δ. Σέττας, ταγματάρχης και Τρ. Παπατριανταφύλλου, μοίραρχος, δεν είναι ένοχοι δια παράβασιν καθήκοντος...».

Επιβληθείσες ποινές

Η ακροαματική διαδικασία κατέληξε στο σκεπτικό ότι δεν υπήρξε δολοφονία, παρά τροχαίο δυστύχημα, το οποίο επέφερε θανατηφόρο τραυματισμό. Με βάση την απόφαση των ενόρκων οι δικαστές επέβαλαν τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές σε εννέα κατηγορουμένους που κρίθηκαν ένοχοι. Ο Σπυρίδων Γκοτζαμάνης καταδικάστηκε σε 11 χρόνια κάθειρξη για «θανατηφόρες σωματικές βλάβες» σε βάρος του Λαμπράκη και «διατάραξη της κοινής ειρήνης», ενώ ο Εμμανουηλίδης καταδικάστηκε σε 8 χρόνια κάθειρξη, αλλά και στους δύο αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό του «προτέρου έντιμου βίου», γεγονός που ο εισαγγελέας Δελλαπόρτας χαρακτήρισε «...ελαφρώς προσβλητικόν». Παράλληλα το δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν «ενήργησαν από ταπεινά αίτια». Ο Ξενοφών Γιοσμάς, ο οποίος κατηγορήθηκε ως ηθικός αυτουργός, καταδικάστηκε σε ένα χρόνο φυλάκιση για διατάραξη της κοινής ειρήνης, ο λιμενεργάτης Χρήστος Φωκάς καταδικάστηκε σε φυλάκιση 15 μηνών, για τον τραυματισμό του βουλευτή Γεωργίου Τσαρουχά κατά τη διάρκεια των αναταραχών στην εκδήλωση και 10μηνη φυλάκιση για διατάραξη κοινής ειρήνης, οι Γιώργος Λεονάρδος και Ιωάννης Τόγκας σε 10 μήνες φυλακίσεως για διατάραξη κοινής ειρήνης, ο Κωνσταντίνος Παραπάρας σε έξι μήνες και οι Παναγιώτης Κουντουλέας και Νίκος Παπαδόπουλος σε τρεις μήνες φυλακίσεως και οι δύο για διατάραξη κοινής ειρήνης. Για όλους πλην των δύο πρώτων η ποινή μετατράπηκε με την υποχρέωση της καταβολής 100 μεταλλικών δραχμών ημερησίως για κάθε ημέρα φυλακίσεως. Αθωώθηκαν οι αξιωματικοί της Εθνικής Ασφάλειας που κατηγορούνταν ως ηθικοί αυτουργοί καθώς και οι αστυνομικοί που κατηγορούνταν για παράβαση στην άσκηση των καθηκόντων τους. Ο εισαγγελέας Δελλαπόρτας σχολίασε (!) την απόφαση λέγοντας ότι «..Το χυθέν διά της αποφάσεως φως εις την υπόθεσιν ομοιάζει με φως ριπτόμενον από εξησθενημένην ηλεκτρικήν στήλην..». Η δίκη είχε διάρκεια 65.550 ώρες, οι μάρτυρες ήταν 165, οι συνήγοροι Υπερασπίσεως και Πολιτικής Αγωγής 20, ενώ η δικογραφία είχε βάρος 11 κιλά.

Μετά τη δίκη

Σε δηλώσεις του, την 30η Δεκεμβρίου 1966 και μετά την ανακοίνωση της αποφάσεως του δικαστηρίου ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ανέφερε μεταξύ άλλων ότι, «....Επί τρία έτη και επτά μήνας διεσύρθη το όνομα της Ελλάδος. Και τώρα έρχεται, μάλιστα, η Ελληνική Δικαιοσύνη και αποκρούει, εις την περίπτωσιν του Λαμπράκη, τον εκ προθέσεως φόνον; Τι να είπω δια την ανίερον εκμετάλλευσιν του τραγικού τέλους ενός ατυχούς συναδέλφου...{...}... προς τον εθνικώς και ηθικώς απαράδεκτον σκοπόν της ενσταλάξεως εις τας αθώας ψυχάς ανίδεων Ελληνοπαίδων του δηλητηρίου του μίσους κατά του Κράτους, κατά των Σωμάτων Ασφαλείας και κατά παντός θεσμού;....».

Λίγα χρόνια αργότερα ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, από το Παρίσι όπου κατοικούσε, απαντώντας σε γραπτή ερώτηση του δημοσιογράφου Γεωργίου Ρούσσου χαρακτήρισε την υπόθεση Λαμπράκη «....ιστορικό ψεύδος, το μεγαλύτερο ψεύδος της νεοελληνικής ιστορίας...{...}... Το θλιβερόν δια την πολιτικήν ζωήν αυτού του τόπου είναι ότι οι αντίπαλοί μου εχρησιμοποίησαν εν πλήρει γνώσει της τερατώδους αναληθείας και του παραλογισμού των ισχυρισμών των, την υπόθεσιν αυτήν...{...}... Η πολιτική ευθύνη δια το έγκλημα λογικώς απεκλείετο: Πρώτον, διότι η κυβέρνησίς μου μόνον ζημία ηδύνατο να αναμένη εξ αυτού. Δεύτερον, διότι ο Λαμπράκης, ως πολιτικός παράγων, ήτο ασήμαντος, δια να μην είπω ανύπαρκτος. Και τρίτον και σπουδαιότερον, διότι μόνον οι ηλίθιοι θα ηδύναντο να οργανώσουν μιαν επισφαλή δολοφονίαν με τρίκυκλον και εν μέσω Αγοράς... Ο ανακριτής και εισαγγελεύς, οι οποίοι εχειρίζοντο την υπόθεσιν, απελάμβανον της εμπιστοσύνης της Ενώσεως Κέντρου. Και μολονότι τούτο ήταν γνωστόν εξ αρχής, απέφυγα από ευθυξίαν να τους απομακρύνω από την υπόθεσιν αυτήν....».

Πολιτική εκμετάλλευση

Σε δηλώσεις του ο Γεώργιος Παπανδρέου ανέφερε ότι, «...Η Ένωση Κέντρου καταγγέλλει τον αρχηγό της ΕΡΕ Κωνσταντίνο Καραμανλή ως ηθικό αυτουργό της δολοφονίας του βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη. Ο κ. Καραμανλής προβαίνει στην οργάνωση τρομοκρατικών ομάδων δια τα εγκλήματα των οποίων βεβαίως καθίσταται ηθικός αυτουργός. Θα πρέπει δια τούτο όχι μόνο να ντρέπεται αλλά και να λογοδοτήσει ενώπιον του Λαού και της Δικαιοσύνης», ενώ ο Κωνσταντίνος Καραμανλής απάντησε ότι «Με τη σημερινή του δήλωση, ο Γεώργιος Παπανδρέου θα ντρέπεται εις όλη του τη ζωή». Ο δημοσιογράφος Γιώργος Ρωμαίος σε ψευδές δημοσίευμα του έφερε τον τότε πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή, να διερωτάται «Ποιος κυβερνάει αυτό τον τόπο;». Μετά το θάνατο του Λαμπράκη με πρωτοβουλία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος [Κ.Κ.Ε.] ιδρύθηκε η «Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη», που ανέλαβε καθοδηγητικό ρόλο στο κίνημα νεολαίας τη δεκαετία του 1960, με πρώτο γραμματέα της το Μίκη Θεοδωράκη, γνωστό μουσικοσυνθέτη, πρώην μέλος στην «Εθνική Οργάνωση Νεολαίας» [«Ε.Ο.Ν.»] του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου του Ιωάννη Μεταξά και δηλωσία κομμουνιστή.

Η υπόθεση της δολοφονίας του Λαμπράκη καταγράφηκε στο μυθιστορηματικό «Ζ» -από το «Ζει»- του αριστερού συγγραφέα Βασίλη Βασιλικού, ενώ το βιβλίο κινηματογραφήθηκε σε ταινία, με ομώνυμο τίτλο, από τον Έλληνα σκηνοθέτη Κώστα Γαβρά. Στην ταινία εμφανίζεται ο Γάλλος ηθοποιός Υβ Μοντάν στο ρόλο του Λαμπράκη, ο Ζαν Λουί Τρεντινιάν στο ρόλο του ανακριτή Χρήστου Σαρτζετάκη και τη Ειρήνη Παππά στο ρόλο της συζύγου του Λαμπράκη. Μετά το 1974, διάφορα αστικά ακίνητα όπως τα δημοτικά στάδια της Καλλιθέας και του Ζωγράφου στην Αθήνα, η λεωφόρος στην Τούμπα της Θεσσαλονίκης, πήραν το όνομα του Λαμπράκη, ενώ από το 1983 ο Κλασικός Μαραθώνιος Αθηνών διεξάγεται κάθε Νοέμβριο κι είναι αφιερωμένος στη μνήμη του Λαμπράκη. Στις 9 Μαρτίου 1985 ο Χρήστος Σαρτζετάκης τότε ανακριτής της υποθέσεως, προτάθηκε από τον Ανδρέα Παπανδρέου και ως το αντίπαλο δέος του Κωνσταντίνου Καραμανλή, εκλέχθηκε Πρόεδρος της Δημοκρατίας στις 29 Μαρτίου 1985, στην 3η και τελική ψηφοφορία, συγκεντρώνοντας τις, οριακά απαραίτητες, 180 ψήφους των κομμάτων «Πα.Σο.Κ.» και «Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος».

Σύμφωνα με όσα γράφει ο γιος του Θεόδωρος Λαμπράκης, σε άρθρο του που δημοσιεύθηκε στο διαδίκτυο «....Το πάθος του (σ.σ. Λαμπράκη) για την ζωή, μιας και το ζούσε καθημερινά ως γυναικολόγος, τον έκανε να ασχοληθεί με την πολιτική, για ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά που έφερνε στον κόσμο. Η εσωτερική του φωνή για ειρήνη, κοινωνική δικαιοσύνη, δημοκρατία σε πολύ δύσκολες πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά εποχές, τον έκανε να ασχοληθεί με την πολιτική. ...{...}... Ήθελε να συμμετέχει (σ.σ. στις εκλογές) με το κόμμα του Κέντρου αλλά του αρνήθηκαν με αποτέλεσμα να κατέβει με την ΕΔΑ. Δεν ήταν πολιτικά αριστερός. ...{...}... Το όνομα του το καπηλεύτηκε το ΚΚΕ και μάλιστα είχε ταυτιστεί με αυτό, μέχρι το 1983 όταν εμφάνισα το ιδιόγραφο ημερολόγιό του που έλεγε ότι ήταν ανεξάρτητος, συνεργαζόμενος με την ΕΔΑ...» [14].

Στις δημοτικές εκλογές του 2010 ο Θεόδωρος Λαμπράκης, γιος του Λαμπράκη, ήταν υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος με τον συνδυασμό του υποψηφίου Δημάρχου που υποστήριξε το κόμμα «Νέα Δημοκρατία», ενώ ο αρχηγός της ο Κώστας Καραμανλής, στις εκλογές της 6ης Μαΐου του 2012, τον τοποθέτησε ως υποψήφιο βουλευτή στην όγδοη θέση στο ψηφοδέλτιο επικρατείας του κόμματος. Η Ελληνική Βουλή τίμησε τη μνήμη Λαμπράκη για πρώτη φορά στις 18 Ιουνίου 2013, όταν η Αλέκα Παπαρήγα μιλώντας στην ολομέλεια του Σώματος αναγνώρισε ότι «...δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να συνδέει τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και την Ε.Ρ.Ε. [Εθνική Ριζοσπαστική Ένωσις] με τη δολοφονία Λαμπράκη. ...{...}... Πολιτικές ευθύνες ...{...}... υπάρχουν... {...}... όλα τα στοιχεία δείχνουν, παρότι δεν έχει ολοκληρωθεί η έρευνα, ότι το ξεκίνημα αυτής της συνωμοσίας ήταν το Παλάτι» [15]. Ο Γρηγόρης, γιος του Λαμπράκη από τη σχέση του με τη Μαρία Τσιρώνη, έχει δημιουργήσει ένα ίδρυμα στη μνήμη του πατέρα του.

Η άλλη άποψη

Το 2003 με αφορμή την επέτειο του θανάτου του Λαμπράκη Ελληνικοί τηλεοπτικοί σταθμοί μετέδωσαν αφιερώματα στα οποία απέδωσαν το θάνατο του σε συνωμοσία του Γεωργίου Παπαδόπουλου, του Γιώργου Γεωργαλά και του Συμβουλίου Μελετών της Κεντρικής Υπηρεσίας Πληροφοριών [Κ.Υ.Π.], προκειμένου να απομακρυνθεί από την εξουσία ο Καραμανλής και να ανοίξει ο δρόμος για την επιβολή του καθεστώτος της 21ης Απριλίου. Όμως στην εκπομπή του διαύλου της ΕΤ3, η οποία μεταδόθηκε την Πέμπτη 22 Μαΐου 2003, εμφανίστηκε ο Γρηγόρης Λαμπράκης, ο γιος του βουλευτή, που είπε, «….Πριν λίγα χρόνια, έτυχε να κάνω συμπτωματικά μπάνια στη Θάσο, μαζί με τον κ. Χρήστο Σαρτζετάκη. Του είπα ποιος είμαι και τον ρώτησα τι ξέρει... Και ο κ. Σαρτζετάκης μου είπε ότι δεν είναι ακόμη η στιγμή για να βγάλουμε την αλήθεια για την υπόθεση Λαμπράκη στην επιφάνεια...».

Στην ίδια εκπομπή μεταδόθηκε συνέντευξη του Μανόλη Χατζηαποστόλου, γνωστού ως «Τίγρη», ο οποίος ήταν αυτός που πήδησε στο πίσω μέρος του τρίκυκλου οχήματος και με την πράξη του βοήθησε να συλληφθούν επ’ αυτοφώρω ο Εμμανουηλίδης με το γκλομπ και ο οδηγός του Σπυρίδων Γκοτζαμάνης. Ο Χατζηαποστόλου είπε στην δημοσιογράφο ότι ο Λαμπράκης δεν πέθανε από την επίθεση που δέχθηκε με το τρίκυκλο του Γκοτζαμάνη ούτε από το χτύπημα με το γκλομπ του Εμμανουηλίδη και ανέφερε ότι ο Λαμπράκης δολοφονήθηκε στο αυτοκίνητο που τον μετέφερε στο Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ της Θεσσαλονίκης, όπου και εξέπνευσε. Σύμφωνα με το Μανώλη Χατζηαποστόλου, τον Λαμπράκη τον δολοφόνησαν οι αριστεροί σύνοδοι του, αυτοί που τον μετέφεραν στο ΑΧΕΠΑ, μάλλον ο Κώστας Βέρρος, στέλεχος του ΚΚΕ και μετέπειτα βουλευτής του, ώστε να αποκτήσει η Αριστερά έναν ήρωα. Η δημοσιογράφος ρώτησε τον Χατζηαποστόλου, γιατί δεν τα έλεγε αυτά τόσο καιρό, και κείνος απάντησε ότι, «Θα μου λέγανε ότι πουλήθηκα. Ξέρεις τι βρώμικη είναι η Πολιτική;», ενώ ζήτησε από τη δημοσιογράφο να δημοσιοποιήσει την συνέντευξή του, μετά τον θάνατό του, υπόσχεση που τήρησε η δημοσιογράφος.

Παράλληλα στην εκπομπή του κομμουνιστή δημοσιογράφου Στέλιου Κούλογλου, μετέπειτα ευρωβουλευτού του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., η οποία μεταδόθηκε στις 22 Μαΐου από τον τηλεοπτικό σταθμό ΝΕΤ1, ο Γεώργιος Ράλλης, στενός συνεργάτης του Καραμανλή και πρωθυπουργός, διευκρίνισε ότι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ποτέ δεν είπε την φράση «Ποιος κυβερνάει, επιτέλους, αυτόν τον Τόπο;», την οποία του απέδωσε με πρωτοσέλιδο δημοσίευμα της η Αθηναϊκή εφημερίδα «Το Βήμα». Την αλήθεια του λόγου του Ράλλη αποδέχθηκε στην ίδια εκπομπή ο Γιώργος Ρωμαίος, πρώην υπουργός των κυβερνήσεων του Ανδρέα Παπανδρέου που εργάζονταν τότε ως πολιτικός συντάκτης στην εφημερίδα. Ο Ρωμαίος, που ερεύνησε την υπόθεση του θανάτου του Λαμπράκη και είναι αυτός που υπέγραψε το σχετικό πρωτοσέλιδο, παραδέχτηκε ότι δεν γνωρίζει αν ο Καραμανλής είπε ποτέ αυτή την φράση, αλλά ο ίδιος καλά έκανε και του την έβαλε στο στόμα, διότι αποδίδει το κλίμα της εποχής. Η Ελένη Βλάχου, δημοσιογράφος και εκδότης της Αθηναϊκής εφημερίδος «Η Καθημερινή» στο αυτοβιογραφικό έργο της «Δημοσιογραφικά χρόνια ΠΕΝΗΝΤΑ ΚΑΙ ΚΑΤΙ», είναι ιδιαίτερα επικριτική απέναντι στο Γρηγόρη Λαμπράκη και γράφει ότι «πέθανε σε δυστύχημα». Αναφέρει επίσης ότι «....Ήταν θύμα και άτυχος, και ασήμαντη προσωπικότης -ένας γιατρός που προχωρούσε σε πολλές απαγορευεμένες εγχειρήσεις, ένας σύζυγος που ήταν χωρισμένος από τη γυναίκα του, ένας αντιστασιακός που εκμεταλλευόταν την πολιτική...{...}... Δεν άξιζε την προβολή ο Γρηγόρης Λαμπράκης. Αλλά δεν είχαν και άλλον..».

Συγγραφικό έργο

Έγραψε και δημοσίευσε περισσότερες από 40 επιστημονικές εργασίες, καθώς και το δίτομο έργο

  • «Κλινική ενδοκρινολογία Α' μέρος», το 1955,
  • «Κλινική ενδοκρινολογία Β' μέρος», το 1957.

Ο γιος του Θεόδωρος Λαμπράκης, επί δημαρχίας του Σπύρου Ζάγαρη, δώρισε στο δήμο Μαραθώνα, που έφτιαξε μουσείο του μαραθώνιου, ότι είχε από τον πατέρα του, μετάλλια, κύπελλα, παπούτσια και προσωπικά του αντικείμενα.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. Η Ομολογία του Τίγρη Video< απόσπασμα από τη συνέντευξη του Μανώλη Χατζηαποστόλου σε δημοσιογράφο της ΕΤ3.
  2. Ο γαμπρός του Ξενοφώντα Γιοσμά, Αρχιμήδης Σταμπολίδης, αποκαλύπτει: «Οι κομμουνιστές έστησαν την υπόθεση Λαμπράκη!» «Ελεύθερος Κόσμος», 22 Μαΐου 2015.
  3. [Επιστολή του Θόδωρου Γρηγορίου Λαμπράκη. Εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», Κυριακή 25 Μαΐου 1997.]
  4. «Καθημερινή»: Ο Γρηγόρης Λαμπράκης υμνητής του Μεταξά και της ΕΟΝ.
  5. [«.... Ύστερα από λίγο, πήραν από τον Κόκκαλη κι από μένα τις διευθύνσεις των Κλινικών του «Άρεταίειου». Σχεδόν ταυτόχρονα, ο Λογοθετόπουλος διέλυσε παράνομα το Διοικητικό Συμβούλιο του Μαιευτηρίου «Μαρίκα Ηλιάδη» και εγκατέστησε εκεί το Δημόσιο Μαιευτήριο με όλο το επιτελείο του, αφού με έδιωξε φυσικά από τη διεύθυνση. Για λίγο καιρό ακόμα δεν πραγματοποιήθηκε και ή έξωση μου από το σπίτι μου, αλλά ήταν φανερό πώς δεν επρόκειτο ν' αργήσει. Τα αποχαιρετιστήρια από το Μαιευτήριο «Μαρίκα Ηλιάδη» ήταν συγκλονιστικά. Οι περισσότεροι από τους συνεργάτες μου παραιτήθηκαν, εκτός από έναν νέο υποβοηθό, πού τον είχα συμπαθήσει για την αθλητική του προϊστορία αυτός έμεινε και συνεργάστηκε με τον Λογοθετόπουλο. Ο νέος ονομαζόταν Γρηγόριος Λαμπράκης!...] «Χτες», Νικόλαος Λούρος, σελίδα 201.
  6. ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ: Χαιρετούσε «φασιστικά» και ο Γρηγόρης Λαμπράκης; xryshaygh.com
  7. Υπόθεση Λαμπράκη Video, απόσπασμα από τη συνέντευξη του Δώρου Οικονόμου σε δημοσιογράφο της ΕΤ3.
  8. Κωνσταντίνος Κόλλιας κατηγορήθηκε ότι αναμίχθηκε παράτυπα στην υπόθεση της ανακρίσεως για τη δολοφονία του βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη, με απώτερο σκοπό και στόχο να συσκοτίσει τη διερεύνηση της, καθώς επιδίωξε το χωρισμό της δικογραφίας για τους φυσικούς και τους ηθικούς αυτουργούς, ώστε οι δεύτεροι να μην τιμωρηθούν και επίσης, ότι παρενέβη για να μην προφυλακισθεί κανείς αξιωματικός της αστυνομίας ή της χωροφυλακής. Η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου διέταξε έρευνα, η οποία ανατέθηκε στον αρεοπαγίτη Αντώνιο Φλώρο, ο οποίος στην έκθεση του, κατέγραψε τις υποτιθέμενες παρεμβάσεις του Κόλλια. Στηριζόμενος στην έκθεση, ο Υπουργός Δικαιοσύνης άσκησε πειθαρχική δίωξη εναντίον του Κόλλια και τον παρέπεμψε στο Ανώτατο πειθαρχικό συμβούλιο στις 11 Απριλίου 1964, με την κατηγορία της απόπειρας παρεμποδίσεως του ανακριτή Σαρτζετάκη, ενώ ο υπουργός της Δικαιοσύνης Νικόλαος Μπακόπουλος, με εισήγηση του Γενικού γραμματέα του Υπουργείου Κίμωνα Σούρλα, του επέβαλλε, παράτυπα, ποινή εξάμηνης αργίας. Ο Κόλλιας κατέθεσε αίτηση ακυρώσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο με την απόφαση 2942/1964 αποδέχθηκε την αίτηση «...ελλείψει νομίμου κι' επαρκούς αιτιολογίας...» και εξάλειψε την ποινή της αργίας. Το κατηγορητήριο σε βάρος του Κόλλια επαναδιατυπώθηκε και του επιβλήθηκε ποινή 3 1/2 μηνών προσωρινής αργίας από τον Υπουργό, που παρέπεμψε την υπόθεση στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με το ερώτημα της οριστικής απολύσεως του Κόλλια, με τις κατηγορίες της επεμβάσεως για το χωρισμό των δικογραφιών και τις μη προφυλακίσεις. Στη συνεδρίαση της στις 26 Μαρτίου 1965, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, με πρόεδρο τον Στυλιανό Μαυρομιχάλη, που είχε διατελέσει και υπηρεσιακός πρωθυπουργός, έκρινε ως αντισυνταγματικό το αίτημα και με βάση την αρχή της διάκρισης των εξουσιών αποφάσισε ότι ο Υπουργός δεν είχε εξουσία να επιβάλει πειθαρχική ποινή σε ανώτατους δικαστές και αποφάνθηκε ότι το μόνο αρμόδιο ήταν το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο. Έτσι έκρινε την υπουργική απόφαση άκυρη και ο Κωνσταντίνος Κόλλιας επανήλθε στην υπηρεσία, καθώς ακόμη και ο ανακριτής Χρήστος Σαρτζετάκης αρνήθηκε ότι υπήρξε παρέμβαση από την πλευρά Κόλλια.]
  9. Οι Εισαγγελείς, ο κ. Σαρτζετάκης και ο μπουρτζόβλαχος Εφημερίδα «Το Βήμα», 2 Αυγούστου 1998.
  10. [Βούλευμα υπ' αριθμόν 133/1965 του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.]
  11. [Ως κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν 25 πολίτες και έξι αξιωματικοί της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής, συνολικά 31 άτομα, οι: Βασίλειος Γαλάνης, Ξενοφών Γιοσμάς, Σπυρίδων Γκοτζαμάνης, Μιχαήλ Διαμαντόπουλος, Κωνσταντίνος Δόλκας, Εμμανουήλ Εμμανουηλίδης, Ιωάννης Ευθυμιάδης, Σωκράτης Ζλατάνος, Ευθύμιος Καμούτσης, Εμμανουήλ Καπελώνης, Βασίλειος Κασελάς, Παναγιώτης Κοντουλέας, Παύλος Κουλούρης, Ελευθέριος Κυνηγός, Γεώργιος Λεονάρδος, Αθανάσιος Μαδεμλής, Χρήστος Μακρίδης, Κωνσταντίνος Μάντζιος, Κωνσταντίνος Μήτσου, Πολύκαρπος Μολοδοβανίδης, Ιωάννης Ντόκας, Νικόλαος Παπαδόπουλος, Τρύφων Παπαντριανταφύλλου, Κωνσταντίνος Παραπαράς, Νικόλαος Παραπαράς, Αντώνιος Πιτσώκος, Δημήτριος Σέττας, Ιωάννης Τζιτζιλόγλου, Γεώργιος Τόγκας, Ανδρέας Τουλής, Ιωάννης Τουλής και Χρήστος Φωκάς.]
  12. [Βούλευμα υπ' αριθμόν 1126/1964 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης.]
  13. [Το σώμα των ενόρκων της δίκης του Γρηγόρη Λαμπράκη αποτελούσαν οι πολίτες, Βύρων Αντωνιάδης, Βιομήχανος, Θ. Αργυρίου, Καθηγητής Μαθηματικών, Μαρία Αρτακιανού, Υπάλληλος του Δήμου Θεσσαλονίκης, Ιωάννης Αστερίου, Συμβολαιογράφος, Μαρία Βαλαγεώργη, Καθηγήτρια Γυμνασίου, Αχιλλέας Γραικός, Υπάλληλος Εθνικής Τραπέζης, Αλίκη Καρύδα, Μέλος του Λυκείου Ελληνίδων, Νικόλαος Οικονόμου, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης, Στ. Σαββίδης, Έμπορος, Δημήτριος Τούσας, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης. Αναπληρωματικά μέλη είχαν εκλεγεί οι Ιωάννης Λιάτσης, Συμβολαιογράφος και Ε. Σέμπης, Οδοντίατρος.]
  14. Γρηγόρης Λαμπράκης: Η ψυχή του, οι ιδέες του, οι πράξεις του είναι για την Ελλάδα του μέλλοντος. Άρθρο του Θεόδωρου Λαμπράκη.
  15. Άφεση αμαρτιών σε Κ. Καραμανλή και ΕΡΕ από το ΚΚΕ για τη δολοφονία Λαμπράκη Εφημερίδα «Το Βήμα», 18 Ιουνίου 2013.