Αλέξανδρος Μαζαράκης-Αινιάν

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Αλέξανδρος Μαζαράκης-Αινιάν Έλληνας στρατιωτικός που διατέλεσε τρεις φορές αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού [Γ.Ε.Σ.], Μακεδονομάχος, μέλος της Ακαδημίας Αθηνών [1], Υπουργός επί των Στρατιωτικών στην Οικουμενική κυβέρνηση του Αλέξανδρου Ζαΐμη και συγγραφέας, γεννήθηκε στις 27 Δεκεμβρίου 1874 στην Αθήνα όπου και πέθανε στις 11 Δεκεμβρίου 1943.

Ήταν παντρεμένος με τη Δέσποινα Μαζαράκη, που πέθανε το 1993 στην Αθήνα, και ήταν Μουσικολαογράφος και φλαουτίστρια.

Αλέξανδρος Μαζαράκης

Βιογραφία

Πατέρας του Αλέξανδρου ήταν ο στρατιωτικός γιατρός Ιωάννης Μαζαράκης, που κατάγονταν από το νησί της Κύθνου και μητέρα του η Αγανίκη, κόρη του Γεωργίου Αινιάν [2], που έζησε για πολλά χρόνια στην Κωνσταντινούπολη και κατάγονταν από το χωριό Μαυρίλο Τυµφρηστού Φθιώτιδος, ενώ είχε τέσσερα αδέλφια, τον Γεώργιο, τον Κωνσταντίνο, τον Περικλή και την Αδριανή.

Ο Αλέξανδρος διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα από τη μητέρα του και ιδιώτες δασκάλους στο σπίτι του και το 1881 παρακολούθησε τα μαθήματα της τελευταίας τάξεως του Δημοτικού σχολείου στην Αθήνα. Φοίτησε στο δημόσιο Γυμνάσιο στην περιοχή της Νεαπόλεως στην Αθήνα κι ήταν καλός αλλά ζωηρός μαθητής. Το καλοκαίρι του 1886, ήταν ακόμη μαθητής του Γυμνασίου, ταξίδεψε μαζί με τον πατέρα και τον αδελφό του Κωνσταντίνο, στην κατεχόμενη από τους Τούρκους, Θεσσαλία. Τον ίδιο χρόνο ιδρύθηκε το Πρακτικό λύκειο και μετά από εξετάσεις γράφηκε στην τρίτη τάξη του Γυμνασίου, καθώς σκόπευε να ακολουθήσει καριέρα στρατιωτικού, όπως ο αδελφός του Κωνσταντίνος Μαζαράκης. Μεταξύ των καθηγητών του στο Πρακτικό Λύκειο ήταν ο Παύλος Καρολίδης.

Στρατιωτική καριέρα

Με την επιμονή των γονέων του και παρά την επιθυμία του να ακολουθήσει στρατιωτική καριέρα, αποφάσισε να εγγραφεί στη Νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, προκειμένου να ασχοληθεί με το διπλωματικό κλάδο. Παρακολούθησε δύο χρόνια τις παραδόσεις των μαθημάτων στη Νομική και στη συνέχεια εισήλθε μετά από εξετάσεις στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, που τότε έδρευε στον Πειραιά, στην οποία είχε διοικητή το Συνταγματάρχη του Πυροβολικού Θρασύβουλο Μάνο, πατέρα των Πέτρου Μάνου και Κωνσταντίνου Μάνου, παππού της Ασπασίας και της Ραλλούς Μάνου. Το 1895 αποφοίτησε με το βαθμό του ανθυπολοχαγού Πυροβολικού και υπηρέτησε επί τριετία στη Χαρτογραφική Υπηρεσία, τη σημερινή Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού [Γ.Υ.Σ.].

Συμμετείχε στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και περιέγραψε στα «Απομνημονεύματα» του την υποχώρηση των Ελληνικών στρατευμάτων μετά τη Μάχη του Νεζερού, όταν στις 13 Απριλίου 1897, οι τουρκικές δυνάμεις κατέλαβαν τη Λάρισα [3]. Με το βαθμό του Υπολοχαγού συμμετείχε για τρία χρόνια στον Μακεδονικό αγώνα με το ψευδώνυμο «Almaz», για τον οποίο είχε συντάξει μια προσεκτική παρουσίαση των συνεπειών της ελληνικής ασυνεννοησίας και απροετοιμασίας, όπως είναι φανερό από τη σχετική περικοπή,της μελέτης του, στην οποία αναφέρει, «...Δυστυχώς... δεν υπήρξε και απέναντι του νέου τούτου εχθρού [της ρουμανικής προπαγάνδας, όπως και της βουλγαρικής] προσήκουσα πάντοτε η πολιτεία των ιθυνόντων το έθνος και την εκκλησίαν και των εν Μακεδονία αντιπροσώπων αυτών. Δεν ειργάσθησαν κυρίως όπως διαφωτίσωσιν επαρκώς τους ελληνοβλαχικούς πληθυσμούς...».

Βαλκανικοί/1ος Παγκόσμιος Πόλεμος

Μετά το τέλος του Μακεδονικού αγώνα πέτυχε πρώτος σε εξετάσεις στην Ανωτέρα Σχολή Πολέμου στο Παρίσι της Γαλλίας. Έλαβε μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους και από το 1914 έως το 1916 διατέλεσε Επιτελάρχης της Vης Μεραρχίας Πεζικού στη Δράμα. Υποστήριξε το Κίνημα Εθνικής Αμύνης του Ελευθερίου Βενιζέλου και υπηρέτησε σε διάφορες διευθύνσεις του Γενικού Επιτελείου Στρατού [Γ.Ε.Σ.] και το 1918 διετέλεσε τεχνικός σύμβουλος του Ελευθερίου Βενιζέλου στο Συνέδριο Ειρήνης. Τον Ιούλιο του 1919 ανέλαβε ως συνταγματάρχης τη διοίκηση της Μεραρχίας Σμύρνης και αντιπροσώπευσε την Ελλάδα στη διεθνή ανακριτική επιτροπή για τα γεγονότα στην απόβαση της Σμύρνης, για την οποία υπέβαλε έκθεση αναιρώντας τα συμπεράσματα των ξένων μελών της επιτροπής σε βάρος της Ελλάδος, ενώ βραβεύτηκε για την εργασία του.

Μικρασιατική εκστρατεία

Τον Μάιο του 1921, μια νηοπομπή, από είκοσι δύο φορτηγά πλοία, αποβίβασε τη Μεραρχία Ξάνθης, στην οποία ήταν Διοικητής ο αδελφός του Κωνσταντίνος Μαζαράκης-Αινιάν, στην Αλεξανδρούπολη και αφού έγινε η υποστολή της Γαλλικής σημαίας και η έπαρση της Ελληνικής, ο αστυνομικός διευθυντής Κ. Δανιήλ του παρέδωσε την πόλη. Ως διοικητής μεραρχίας στη Μικρά Ασία συμμετείχε στις επιχειρήσεις προς Προύσσα τον Ιούνιο-Ιούλιο 1920 και κατέλαβε με το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων το Αξάριο και το Μπαληκεσίρ, την Κρεμαστή και προέλασε μέχρι την Προύσσα. Στη συνέχεια κλήθηκε από τον Αρχιστράτηγο στον Πάνορμο και επικεφαλής Μονάδων αποβιβάστηκε στην Ηράκλεια και τη Ραιδεστό στην Ανατολική Θράκη και με γρήγορη προέλαση βρέθηκε στα νώτα του Τουρκικών δυνάμεων που διοικούσε ο Τζαφέρ Ταγιάρ, τον οποίο αιχμαλώτισε και κατέλαβε την Αδριανούπολη, με την βοήθεια από την κοιλάδα του Έβρου της ΙΧ και της Μεραρχίας της Ξάνθης. Στη συνέχεια επανήλθε με τη Μεραρχία Σμύρνης στην Μικρά Ασία, όπου εγκαταστάθηκε στον Β.Α. τομέα Προύσσης και διεξήγαγε πετυχημένες επιχειρήσεις στη γραμμή Νίκαιας-Κιοπρού Χισάρ. Είχε την άποψη ότι έπρεπε να υπάρξει απαγκίστρωση του Ελληνικού στρατού και στο σημείο αυτό συνέπιπτε με αυτήν του Ιωάννη Μεταξά, ενός από τους στενότερους συνεργάτες του βασιλιά Κωνσταντίνου. Ο Μαζαράκης-Αινιάν απομακρύνθηκε, για πρώτη φορά, από το στράτευμα την 1η Νοεμβρίου 1921.

Κίνημα του 1922

Μετά την Μικρασιατική καταστροφή [4] ορίσθηκε το Σεπτέμβριο του 1922, μαζί με τον Πτολεμαίο Σαρηγιάννη, ως αντιπρόσωπος στη σύνοδο Ειρήνης στα Μουδανιά [5], όμως αντιλήφθηκε ότι υπήρχε προσχεδιασμένη συμφωνία από τους Ευρωπαίους με σκοπό την παράδοση της Ανατολικής Θράκης στους Τούρκους [6] και αρνήθηκε να υπογράψει την ανακωχή που υπογράφηκε τον Οκτώβριο του 1922, ενώ κατέθεσε έγγραφη διαμαρτυρία, αρνήθηκε να υπακούσει στους συμμάχους και στις 30 Σεπτεμβρίου 1922, επέστρεψε στην Αθήνα [7].

Στην Αθήνα είχαν εκδηλωθεί και κινηθεί υπέρ του Κινήματος οι στρατηγοί Θεόδωρος Πάγκαλος, Παναγιώτης Γαργαλίδης, Αλέξανδρος Μαζαράκης-Αινιάν, Μανέτας και Τσερούλης, οι συνταγματάρχαι Σκανδάλης, Σακελλαρόπουλος καί Χαβίνης, ο πλοίαρχος Αλέξανδρος Χατζηκυριάκος, οι αντιπλοίαρχοι Ιωάννης Δεμέστιχας, Κολιαλέξης καί Γιαννικώστας οι οποίοι είχαν συλλάβει τους θεωρούμενους υπευθύνους πολιτικούς, ενώ είχαν συγκεντρωθεί στα γραφεία τής εφημερίδος «Ελεύθερον Βήμα», τα οποία αποτέλεσαν το Στρατηγείο τους. Είχαν συλληφθεί και κρατούνταν στη Διεύθυνση της Αστυνομίας οι Δημήτριος Γούναρης, Νικόλαος Στράτος, Νικόλαος Θεοτόκης, Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, Βίκτωρ Δούσμανης, Κωνσταντινόπουλος και Τσόντος-Βάρδας.

Σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Μαζαράκη–Αινιάν, όπως γράφει στα «Απομνημονεύματα» του, «....Κι αν υπήρχε μια μικρή πιθανότητα να διασωθεί η Ανατολική Θράκη (παρά την κατάπτωση του ηθικού του ελληνικού στρατού και την αποδιοργάνωσή του), φρόντισαν, τόσο ο Ελ. Βενιζέλος στο Παρίσι όσο και η επαναστατική κυβέρνηση στην Αθήνα, να δώσουν τη χαριστική βολή γιατί αποδέχθηκαν αμέσως και μάλιστα την άμεση εκκένωσιν της.». Η συνθήκη τέθηκε σε ισχύ από τα μεσάνυχτα της 1/14 προς 2/15 Οκτωβρίου 1922, ενώ η στρατιωτική εκκένωση της Ανατολικής Θράκης, με εξαίρεση την περιοχή της Καλλιπόλεως, θα έπρεπε να συντελεσθεί εντός προθεσμίας 15 ημερών και η έξοδος των ελληνικών πληθυσμών θα ολοκληρωνόταν μέσα σε 30 ημέρες μετά το πέρας της αποχωρήσεως του Ελληνικού Στρατού.

Μετακινηματική δράση

Ως επιτελάρχης της Στρατιάς Έβρου συμμετείχε στην Ελληνική αντιπροσωπεία ως στρατιωτικός τεχνικός σύμβουλος στις συζητήσεις που κατέληξαν το 1923, στη συνθήκη της Λωζάννης. Την περίοδο από το 1924 έως το 1925 ορίστηκε Αρχηγός του ΓΕΣ και προετοίμασε την απαραίτητη νομοθετική εργασία για τον οργανισμό ανεφοδιασμού του Ελληνικού Στρατού, η οποία περιλάμβανε την εκπαίδευση και τον προγραμματισμό εξοπλισμού. Απομακρύνθηκε, για δεύτερη φορά, από το Στράτευμα επί δικτατορίας του Θεόδωρου Πάγκαλου, όμως τον Σεπτέμβριο του 1926, επανήλθε ως Αρχηγός του Επιτελείου επί κυβερνήσεως του Γεωργίου Κονδύλη. Το Μάρτιο του 1926 διορίστηκε Γενικός Επιθεωρητής Στρατιωτικών Σχολών, το 1928 διορίστηκε μέλος του Ανωτάτου Στρατιωτικού Συμβουλίου, ενώ το 1929 επανήλθε για τρίτη και τελευταία φορά στη θέση του Αρχηγού ΓΕΣ.

Πολιτική δράση

Διατέλεσε

  • Υπουργός Στρατιωτικών, από τις 4 Δεκεμβρίου 1926 έως τις 17 Αυγούστου 1927, στην πρώτη Οικουμενική Κυβέρνηση του Αλέξανδρου Ζαΐμη [8],
  • Υπουργός Στρατιωτικών, από τις 17 Αυγούστου 1927 έως τις 8 Φεβρουαρίου 1928, στη δεύτερη Οικουμενική Κυβέρνηση του Αλέξανδρου Ζαΐμη [9], ενώ ενδιαμέσως είχε ορκιστεί προσωρινά,
  • Υπουργός Υγιεινής Προνοίας και Αντιλήψεως, από τις 9 έως τις 12 Σεπτεμβρίου 1927, στην ίδια κυβέρνηση.
  • Υπουργός Παιδείας-Θρησκευμάτων και Εξωτερικών, από τις 6 έως τις 10 Μαρτίου 1933, στην κυβέρνηση του Αλέξανδρου Οθωναίου [10].

Η κυβέρνηση Οθωναίου ανέλαβε μετά την πτώση της κυβερνήσεως του Ελευθερίου Βενιζέλου, λόγω του κινήματος που έκανε ο Νικόλαος Πλαστήρας για να αποτρέψει την άνοδο του Παναγή Τσαλδάρη στην εξουσία μετά τη νίκη του τελευταίου στις εκλογές. Το κίνημα ανατράπηκε από την ηγεσία του Στρατού σε συνεννόηση με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ενώ η κυβέρνηση Οθωναίου παρέδωσε την εξουσία σε Κυβέρνηση υπό τον Παναγή Τσαλδάρη.

Συμμετείχε και απέτυχε να εκλεγεί, με σύνθημα τον τερματισμό του διχασμού, στις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936, στις οποίες συνέπραξε με προσωπικότητες όπως ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο Φίλιππος Δραγούμης, ο Νικόλαος Κολυβάς, και άλλοι.

Συγγραφικό & Διδακτικό έργο

Το Σεπτέμβριο του 1928, εκλέχτηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών [11] και σχετικά με την κατάργηση των τόνων υποστήριζε ότι, «...διὰ τὴν κατάργησιν πνευμάτων καὶ τόνων τὸ κῦρος καὶ ὁ πανελλήνιος σεβασμὸς πρὸς τὴν μνήμην τοῦ ἀειμνήστου σοφοῦ ἐπιστήμονος καὶ θερμοῦ πατριώτου Γεωργίου Χατζιδάκι, τοῦ εἰσηγηθέντος πρό τινων ἐτῶν εἰς τὴν Ἀκαδημίαν Ἀθηνῶν παρομοίαν μεταρρύθμισιν, θὰ ἔπρεπε νὰ σταματήσῃ κάπως τοὺς κατηγόρους ταύτης…».

Από τον Ιανουάριο του 1921 δημοσίευσε σειρά άρθρων με τίτλο

  • «Η συνθήκη των Σεβρών»,

στα οποία τόνιζε τους κινδύνους από τις επιθετικές επιχειρήσεις στην Μικρασιατική ενδοχώρα και υποδείκνυε ως μοναδική λύση τη διεξαγωγή αμυντικών επιχειρήσεων για επίλυση του Μικρασιατικού, με οργάνωση σε μικρές και ευέλικτες μονάδες μέχρι τη ζώνη που είχε φθάσει τότε ο Ελληνικός Στρατός, εννοώντας το όριο γραμμής Κίος-Προύσσα-Ουσάκ-Ντενιζλί-Αϊδίνιο-Σώκια ή Αϊδίνιο-Μούγλα.

Στις 25 Μαρτίου 1931, εκφώνησε την πανηγυρική ομιλία στην Ολομέλεια της Ακαδημίας Αθηνών, με αφορμή τον εορτασμό της επετείου της Εθνεγερσίας του 1821 και είπε μεταξύ άλλων ότι, οι Φιλικοί «.....καλώς ενήργησαν προπαρασκευάσαντες την Ελληνικήν Επανάστασιν δια το 1821...», ενώ στο ερώτημα για το χρόνο της εκρήξεως της Επαναστάσεως είπε, «....μήπως η Ελληνική Επανάστασις εξερράγη προώρως και μήπως θα είχε μεγαλύτερα αποτελέσματα εάν εκηρύσσετο μετά τινας δεκάδας ετών, θα απαντήσωμεν, παρ' όλην την ευλάβειαν προς μεγάλους Έλληνας εκφράσαντας αντίθετον γνώμην, ότι, στρατιωτικώς τουλάχιστον, η Επανάστασις εξερράγη εις ευνοϊκήν δια τους Έλληνας και εις δυσμενή δια τους Τούρκους στιγμήν, διότι πάσα αναβολή θα εστέρει την Επανάστασιν του σημαντικού για της αποστασίας του Αλή πασά αντιπερασπισμού και θα παρείχεν εις την Τουρκίαν χρόνον, τον οποίον πιθανώτατα θα εχρησιμοποίει αύτη με την βοήθειαν και ξένων οργανωτών, όπως έκαμεν ο Μεχμέτ Αλή πασάς (της Αιγύπτου), μετατρέπουσα τον στρατόν και τον στόλον της εις συγχρονισμένην πολεμικήν δύναμιν. [...]...».

Δίδαξε ως καθηγητής στην Ανωτέρα Σχολή Πολέμου. Εξέδωσε μελέτη με θέμα τη Διοίκηση και δημοσίευσε μεγάλο αριθμό μελετών και άρθρων στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο, ενώ εκπόνησε μελέτη για την εξέλιξη του Μακεδονικού ζητήματος και μία τετράτομη εργασία που αφορούσε την προπαρασκευή-οργάνωση-σχεδιασμό και διεξαγωγή των επιχειρήσεων στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εξέδωσε μελέτη περί Διοικήσεως καθώς και στατιστική–εθνολογική στρατιωτική προμελέτη της Ηπείρου, Θράκης και Μικράς Ασίας για διεκδικήσεις.

Συνέγραψε τα έργα

  • «Ιστορική μελέτη 1821-1897 και ο πόλεμος του 1897»,
  • «Ο ελιγμός του Κιλκίς»,
  • «Μémoires»,
  • «Διδασκαλία διά την Σχολήν Πολέμου»,
  • «Μελέτη περί του Παγκοσμίου Πολέμου», καθώς και το έργο
  • «Απομνημονεύματα» [12], σε 668 σελίδες, που εκδόθηκε το 1948, λίγα χρόνια μετά το θάνατο του και με την επιμέλεια της συζύγου του, από τον εκδοτικό οίκο «Ίκαρος».

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. Τακτικά μέλη της Ακαδημίας Αθηνών κατά σειρά εκλογής
  2. [Οι Αινιάνες ήταν αρχαία Ελληνική φυλή η οποία εγκαταστάθηκε περί την Φωκίδα και ζούσε στη περιοχή δυτικά του Σπερχειού. Πολλοί Έλληνες, ίσως λόγω καταγωγής, άλλαζαν το ονοματεπώνυμό τους ή την προσέθεταν μετά το πραγματικό τους επώνυμο (Αινιάν =Φωκιδεύς).]
  3. [«…Τη νύχτα εκείνη χωρίς να ηξεύρη κανείς διατί διετάχθημεν να υποχωρήσωμεν προς Λάρισαν. Εκείνην την νυχτερινήν υποχώρησιν θα την ενθυμούμαι σε όλην μου την ζωήν. Όλαι αι μονάδες είχον αναμιχθή. Πεζοί, Ιππείς, πυροβοληταί, οι φεύγοντες κάτοικοι με τας αποσκευάς των και με τα ποίμνια των. Όλοι εις μίαν άμορφον μάζαν. Όλοι έφευγον μέσα εις το σκότος. Καμία διαταγή. Καμία Διοίκησις! Πράγματι στις 13 Απριλίου 1897 οι Τούρκοι κατέλαβαν τη Λάρισα. Οι Ελληνικές δυνάμεις υποχώρησαν στα Φάρσαλα....»] Αλέξανδρος Μαζαράκης-Αινιάν, «Απομνημονεύματα».
  4. [Ο αντιστράτηγος Αλέξανδρος Μαζαράκης-Αινιάν γράφει στα απομνημονεύματά του: «Πρέπει να εννοήσουν όλοι οι Έλληνες, οι μεταγενέστεροι τουλάχιστον, ότι η Μικρασιατική καταστροφή, ανεξαρτήτως της πολιτικής η οποία την παρεσκεύασε, στρατιωτικώς οφείλεται αποκλειστικώς, σχεδόν, εις το κολοσσιαίον, αναλόγως της δυνάμεώς του, μέτωπον το οποίον κατείχεν ο Ελληνικός Στρατός απέναντι εχθρού αναλαμβάνοντας την πρωτοβουλία των επιχειρήσεων».]
  5. [Οι αντιπρόσωποι στη σύσκεψη ήταν οι αρμοστές-στρατηγοί Harrington από την Αγγλία, Mombelli από την Ιταλία και Charpy από τη Γαλλία, ενώ ο στρατηγός Ισμέτ Ινονού πασάς αντιπροσώπευσε την Τουρκία και ο στρατηγός Αλέξανδρος Μαζαράκης-Αινιάν και ο συνταγματάρχης Πτολεμαίος Σαρηγιάννης την Ελλάδα. Στις συζητήσεις παραβρέθηκε και ο Νικόλαος Πλαστήρας.]
  6. [«Της επιτροπής μετείχον εκ μέρους της Αγγλίας ο στρατηγός Χάριγκτον, της Γαλλίας ο στρατηγός Σαρπύ, της Ιταλίας ο στρατηγός Μομπέλλι, της Τουρκίας (τον οποίον διόλου δεν συνήντησα) ο στρατηγός Ισμέτ Πασσάς. Ούτοι δεν ανέμενον την άφιξίν μας αλλά συνεδριάσαντες την 20–21 είχον ήδη παρασκευάσει το κείμενον της ανακωχής το οποίον και μας παρουσίασαν προς αποδοχήν την 22αν. Εις την πρώτην συνεδρίασιν της 22ας Σεπτεμβρίου, γενομένην επί αγγλικού θωρηκτού, μας επέδειξαν κείμενον έτοιμον της συνθήκης της ανακωχής εις το οποίον είχον μείνει σύμφωνοι οι Τούρκοι και οι τέως σύμμαχοί μας, χωρίς καν να μας ερωτήσουν». «Αλλά θα ήτο η ιδία η στάσις της Αγγλίας εάν έβλεπε μετ’ ολίγας ημέρας, μετά ένα μήνα, σημαντικήν εις τη Θράκην ελληνικήν δύναμιν με την στερεάν απόφασιν να κρατήση και να αμυνθή αυτής; Θα ήτο διατεθειμένη τότε να συμμετάσχη με τας δύο άλλας δυνάμεις εις εκβιαστικά εναντίον της Ελλάδος μέτρα; Και επί πλέον, εάν αφιέμεθα μόνοι απέναντι των Τούρκων, θα ηδύναντο αυτοί, ενόσω με τον στόλον μας είμεθα κύριοι της Προποντίδος, να διαπεραιώσουν σημαντικάς δυνάμεις εξ Ασίας εις Θράκην; Βεβαίως όχι. Υπάρχει λοιπόν βάσιμος ελπίς ότι εάν παρετείναμεν την εκκρεμότητα, μη δεχόμενοι την εκκένωσιν της Θράκης και εν τω μεταξύ συντόνως ενισχύαμεν και ωργανούμεν τας εκεί στρατιωτικάς δυνάμεις μας, η μεν Ευρώπη δεν θα ήτο ηνωμένη δια να επέμβη, οι δε Τούρκοι δεν θα είχον εις χείρας των κανέν όπλον δια να εκβιάσουν και ημάς και την Ευρώπην...».] Αλέξανδρος Μαζαράκης-Αινιάν, «Απομνημονεύματα».
  7. Ελευθέριος Βενιζέλος με τηλεγράφημα του στην Ελληνική κυβέρνηση απότο Παρίσι, όπου ζούσε αυτοεξόριστος, της ζήτησε «……εάν κληθεί, ν’ αποστείλη αντιπρόσωπον εις Μουδανιά, προς διαπραγμάτευσιν της ανακωχής, δέον να αρνηθεί ούτος, απολύτως, την εκκένωσιν της Θράκης προ της υπογραφής της συνθήκης ειρήνης». Στο τηλεγράφημά του τόνιζε ότι η Ελληνική κυβέρνηση αν αποφασίσει εναντίον της γνώμης των συμμάχων και επέμενε να κρατήσει την περιοχή, εκείνος μεν ευχόταν στο έθνος ευόδωση του αγώνα του, δεν θα αποδεχόταν όμως την εντολή να την αντιπροσωπεύσει στο εξωτερικό, θεωρώντας εκ των προτέρων χαμένο, τον αγώνα για την Ανατολική Θράκη. Σ’ ένα από τα τηλεγραφήματα του πριν από την 28 Σεπτεμβρίου 1922, ζητούσε από το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών να ειδοποιήσει τον Μαζαράκη να δεχθεί ως γραμμή υποχώρησης του ελληνικού στρατού και συνεπώς ως γραμμή ανακωχής αυτήν που είχε καθοριστεί το 1915, με την τότε Τουρκοβουλγαρική συνθήκη. Η γραμμή βρισκόταν ολόκληρη ανατολικά του Έβρου παράλληλα και σε απόσταση 2 χιλιομέτρων απ’ αυτόν. Σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Μαζαράκη, το υπουργείο Εξωτερικών και το Γενικό Επιτελείο Στρατού αγνοούσαν του 1915, με συνέπεια γραμμή ανακωχής, και επομένως απόσυρσης του ελληνικού στρατού από την Ανατολική Θράκη, να οριστεί ο Έβρος ποταμός.
  8. Κυβέρνησις ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΖΑΪΜΗ Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης
  9. Κυβέρνησις ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΖΑΪΜΗ Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης
  10. Κυβέρνησις ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΟΘΩΝΑΙΟΥ Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης
  11. Τακτικά μέλη της Ακαδημίας Αθηνών κατά σειρά εκλογής
  12. Αλεξάνδρου Μαζαράκη-Αινιάνος-«Απομνημονεύματα» Πέτρος Χάρης, Περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχος 553, σελίδα 1225.