Αρχιεπίσκοπος Θεόκλητος Α'

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Κυρός Θεόκλητος, [κατά κόσμον Θεόδωρος Μηνόπουλος], Έλληνας Θεολόγος και διδάκτορας της Φιλοσοφίας, που εκλέχθηκε και διατέλεσε Μητροπολίτης Μονεμβασίας και Σπάρτης και στη συνέχεια 7ος και 9ος στη σειρά, δηλαδή με δύο θητείες, Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος [1] [2], μετά την ανακήρυξη του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος, Προκαθήμενος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος, Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Ελλάδος, του ανώτατου θεσμικού οργάνου διοικήσεως, καθώς και της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, γεννήθηκε το 1848 στην Τρίπολη του νομού Αρκαδίας και πέθανε στις 19 Δεκεμβρίου 1931 στην Αθήνα.

Αρχιεπίσκοπος Θεόκλητος Α' (ο Μηνόπουλος)
Συνοπτικές πληροφορίες
Γέννηση: 1848
Τόπος: Τρίπολη, Νομός Αρκαδίας (Ελλάδα)
Θάνατος: 19 Δεκεμβρίου 1931
Τόπος: Αθήνα (Ελλάδα)
Υπηκοότητα: Ελληνική
Συνοπτικές πληροφορίες αξιώματος
* 7ος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών *
Έναρξη 1ης Θητείας : 4 Νοεμβρίου 1902
Λήξη θητείας : 28 Σεπτεμβρίου 1917
Προκάτοχος
Διάδοχος
Συνοπτικές πληροφορίες αξιώματος
* 9ος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών *
Έναρξη 2ης Θητείας : 16 Νοεμβρίου 1920
Λήξη θητείας : Σεπτέμβριος 1922
Προκάτοχος
Διάδοχος

Βιογραφία

Ο Θεόκλητος κατάγονταν από οικογένεια του Σουλίου. Μετά την ολοκλήρωση των εγκύκλιων σπουδών του εκάρη δόκιμος μοναχός στη Μονή Γοργοεπηκόου Μαντινείας. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος μετά την αποφοίτηση του, ενώ διορίσθηκε διευθυντής της Ιερατικής Σχολής Τριπόλεως. Απέκτησε διδακτορικό τίτλο στη Φιλοσοφία από Γερμανικό Πανεπιστήμιο και διατέλεσε Ηγούμενος στη Μονή Γοργοεπηκόου.

Μητροπολίτης Μονεμβασίας & Σπάρτης

Το 1892, ο Θεόκλητος εκλέχθηκε Μητροπολίτης Μονεμβασίας και Σπάρτης και ανέλαβε τη διοίκηση της επαρχίας, η οποία βρίσκονταν σε άθλια πνευματική κατάσταση, λόγω της μακρόχρονης χηρείας της θέσεως του Μητροπολίτη. Στα δέκα χρόνια που υπηρέτησε στη Μητρόπολη παρουσίασε αξιόλογο έργο. Εγκαινίασε τον καθεδρικό ναό του Ευαγγελισμού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου την 26η Νοεμβρίου 1893, καθώς και της Αγίας Βαρβάρας.

Αναζωπύρωσε τη λησμονημένη μνήμη του πολιούχου της Λακεδαίμονος Οσίου Νίκωνος του «Μετανοείτε». Με ενέργειες του ιδρύθηκε προσωρινός ναός του Οσίου Νίκωνος, ανάμεσα στα 1897-1901, και από τότε καθιερώθηκε πανηγυρικός εορτασμός της μνήμης του Οσίου Νίκωνος με λιτανεία της εικόνας και με νόμο η ημέρα είναι αργία στην πόλη. Ίδρυσε τον Ιερατικό Σύνδεσμο, ειδική σχολή Εξομολόγων Ιερέων, τη Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία με την επωνυμία «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος Δραγάτης» στον Άγιο Δημήτριο Μυστρά -έργο της οποίας υπήρξε το Βυζαντινό Μουσείο Μυστρά, φιλόπτωχο Εταιρεία υπό την επωνυμία «Άγιος Νίκων ο Μετανοείτε», καθώς και Επαγγελματική σχολή.

Έκαμε δοκιμαστικές ανασκαφές στο Μυστρά, στην παλιά πρωτεύουσα των Παλαιολόγων. Εξέδωσε το περιοδικό «Δελτίον Εκκλησιαστικόν και Εκπαιδευτικόν» κι αναδιοργάνωσε τις μονές Ζερμπίτσας, Αγίων Τεσσαράκoντα, Αγίων Ανάργυρων, Γόλας και Καστρίου. Το 1900 με την έκδοση του Βασιλικού Διατάγματος της 22ας Ιανουαρίου, [Νόμος ΒΧΔ’] αναδιαρθρώθηκαν τα εκκλησιαστικά πράγματα και ορίστηκε μία Μητρόπολη, αυτή των Αθηνών και ισοπεδώθηκαν όλες οι εκκλησιαστικές επαρχίες της ελλάδος, οι οποίς ονομάστηκαν Επισκοπές. Στο Νομό Λακωνίας ορίστηκαν δύο επισκοπές: η της Μονεμβασίας και Λακεδαίμονος και η της Γυθείου και Οιίτύλου. Έτσι, τροποποιήθηκε ο νόμος του 1852 και η Αρχιεπισκοπή «Μονεμβασίας και Σπάρτης» μετονομάστηκε σε «Μονεμβασίας και Λακεδαίμονος», ενώ αποτελείται από τις επαρχίες Λακεδαίμονος και Επιδαύρου Λιμηράς με έδρα τη Σπάρτη.

Αρχιεπίσκοπος Αθηνών

Στις 4 Νοεμβρίου 1902, έπειτα από την παραίτηση του Αρχιεπισκόπου Προκοπίου Β' λόγω των «Ευαγγελιακών», εκλέχθηκε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και αντικατέστησε τον Τοποτηρητή του Μητροπολιτικού Θρόνου των Αθηνών, τον Μεθόδιο, Πανιερώτατο Αρχιεπίσκοπο Σύρου και Τήνου. Ο Θεόκλητος δια του από 14 Ιουλίου 1903 εγγράφου της Ιεράς Συνόδου, αναγνώρισε την ανάγκη της εφαρμογής του Γρηγοριανού ημερολογίου και της μεταρρυθμίσεως του Ιουλιανού Ημερολογίου, όμως έθεσε ως αναγκαία προϋπόθεση την ομόφωνη απόφαση όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών της Ανατολής, προς αποφυγή «...της διαταράξεως των θρησκευτικών συνειδήσεων των απλουστέρων, των μη δυναμένων διακρίναι τα δόγματα και τα λειτουργικά ζητήματα από των αστρονομικών ζητημάτων», αν και το Γρηγοριανό Ημερολόγιο, παραβίαζε την κανονική εκκλησιαστική τάξη. Ο Θεόκλητος υπήρξε μέλος της «Εθνικής Εταιρείας».

Ανάθεμα Βενιζέλου

Στις 11 Δεκεμβρίου 1916, Επιτροπή του Πανελληνίου Συνδέσμου των Συντεχνιών δημοσίευσε προκήρυξη στον Τύπο, με την οποία καλούσε το λαό να παραστεί και να συμμετάσχει στο Ανάθεμα του Βενιζέλου, που προγραμματίστηκε για την επόμενη ημέρα και αποφασίστηκε το κλείσιμο όλων των καταστημάτων για μία ώρα. Την ίδια ημέρα η Επιτροπή Επιστράτων, με επικεφαλής τον Πρόεδρο των Προέδρων Συντεχνιών Ιγγλέση, παρουσιάστηκε στον Θεόκλητο και τον πληροφόρησε ότι την επόμενη μέρα θα συγκεντρωθεί ο λαός στο πεδίο του Άρεως για να ρίξει λίθο Αναθέματος κατά του Βενιζέλου και απαίτησε να παραβρεθεί στην τελετή. Ο Θεόκλητος εξήγησε ότι σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας, δεν επιτρεπόταν προσωπικός αφορισμός εναντίον λαϊκών, παρά μόνο μετά από κυβερνητική έγκριση.

Στην έκτακτη συνεδρίαση της Συνόδου, τέθηκε θέμα αναρμοδιότητος της να συμμετάσχει, καθώς το ζήτημα αφορούσε μόνο στη Μητρόπολη Αθηνών και παράλληλα αποφασίστηκε να επιδοκιμαστεί απλώς η συμμετοχή του κλήρου στο Ανάθεμα. Την ίδια ημέρα ο Πρωθυπουργός Σπυρίδων Λάμπρος, κάλεσε τον Θεόκλητο και του εξέφρασε την επιθυμία του περί αποχής του κλήρου από το Ανάθεμα, ενώ την ίδια εντολή διαβίβασε στο Μητροπολίτη Αθηνών και ο Υπουργός Δικαιοσύνης Μενέλαος Σουλτάνης. Με τη σειρά του ο Θεόκλητος απέστειλε επιστολή στον Λάμπρο, ενημερώνοντας τον ότι δεν θα μετέβαινε ούτε ο ίδιος, ούτε ο κλήρος της Αθήνας στο Ανάθεμα, για να διευκολύνει τις κυβερνητικές συνεννοήσεις με την Αντάντ. Ζητούσε όμως μέτρα προστασίας της Μητροπόλεως, της Συνόδου και των ιερέων καθώς φοβόταν ότι οι διαδηλωτές ενδεχομένως να εκλάμβαναν την αποχή τους από το Ανάθεμα ως ένδειξη ανοχής απέναντι στην κυβέρνηση του Βενιζέλου. Ταυτόχρονα ο Θεόκλητος ενημέρωσε τον Πρόεδρο της Επιτροπής Επιστράτων για τις κυβερνητικές αποφάσεις και την αποχή της Εκκλησίας.

Ο Σπυρίδων Λάμπρος φοβούμενος το πολιτικό κόστος της αποφάσεως για την αποχή της Εκκλησίας, διαμήνυσε ότι δίνει τη συγκατάθεση του και διάθεσε δυνάμεις για τη φύλαξη της Μητροπόλεως. Έτσι στις 12 Δεκεμβρίου, τα μέλη της Συνόδου και αρχιερείς που βρίσκονταν στην Αθήνα, κληρικοί, υπάλληλοι της Συνόδου και μέλη του Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου ήταν παρόντες, στην περιοχή του Πολυγώνου, εκεί όπου κτίσθηκε αργότερα ο ναός του Αγίου Ελευθερίου Γκύζη, όταν ρίχτηκαν συμβολικά λίθοι από το συγκεντρωμένο πλήθος και εκφωνήθηκε το Ανάθεμα «Ελευθερίω Βενιζέλω επιβουλευθέντι την βασιλείαν και την Πατρίδα και καταδιώξαντι και φυλακίσαντι Αρχιερείς, ανάθεμα έστω» [3] κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Ο Θεόκλητος τον Μάρτιο του 1917 ανακοίνωσε στην Ιερά Σύνοδο ότι διάβασε σε εφηµερίδα της Θεσσαλονίκης για την πρόθεση της κυβερνήσεως της Εθνικής Άμυνας για σύγκληση των ιεραρχών των αποκαλουμένων Νέων Χωρών που προσχώρησαν στο κίνηµα «....ἵνα µεριµνήσωσι περὶ τῆς Αὐτοτελείας καὶ ἀνεξαρτησίας τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Νέου Κράτους», ενώ σύμφωνα με νεότερες πληροφορίες του στα µέσα Απριλίου «...σκοπὸς τῆς µελετωµένης ταύτης Συνόδου Ἀρχιερέων, εἶναι τὸ µὲν, ἡ ἀνακήρυξις τῆς Ἐκκλησίας τῶν ἀποσπασθεισῶν ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου χωρῶν εἰς ἀνεξάρτητον καὶ Αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν, τὸ δὲ ἡ ἀνάδειξις Διαρκοῦς Ἱ. Συνόδου ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ Μητρ. Θεσσαλονίκης, προσέτι δὲ ἡ πλήρωσις τῶν τυχὸν κενῶν ἐπισκοπικῶν ἑδρῶν καὶ ἄλλων».

Απομάκρυνση από το Θρόνο

Μετά την επικράτηση του κινήματος της Εθνικής Άμυνας, η κυβέρνηση Βενιζέλου αρνήθηκε να ορκιστεί από τον Θεόκλητο και ορκίστηκε από τον Αρχιμανδρίτη και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, ενώ το ανώτατο ειδικό εκκλησιαστικό δικαστήριο, στηριζόμενο στο Νομοθετικό Διάταγμα «Περί Τροποποιήσεως του Καταστατικού της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος», της κυβερνήσεως Βενιζέλου [4], καθαίρεσε τον Θεόκλητο, ο οποίος παραπέμφθηκε και απολογήθηκε σε ειδικό εκκλησιαστικό δικαστήριο [5] στις 28 Σεπτεμβρίου του 1917. Παρών στις περισσότερες εργασίες του ήταν και ο Αμίλκας Αλιβιζάτος, που εκτελούσε χρέη Βασιλικού Επίτροπου στην Ιερά Σύνοδο. Η Σύνοδος που συγκροτήθηκε, μετά την απομάκρυνση των αντιβενιζελικών αρχιερέων, ονομάστηκε «Αριστίνδην» και τα μέλη της διορίστηκαν άμεσα από την κυβέρνηση.

Οι αρχιερείς που αντικαταστάθηκαν παρέμειναν επιτηρούμενοι σε Μονές και οι Επισκοπές τους θεωρήθηκαν σχολάζουσες, ενώ ο Θεόκλητος παρέμεινε φρουρούμενος στη Μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην Αίγινα και με επιστολή του διαμαρτυρήθηκε για την απαλλαγή του από τα Συνοδικά του καθήκοντα και αμφισβήτησε τη νομιμότητα των μέτρων που είχαν ληφθεί εναντίον σημειώνοντας: «....Εγώ ουδέ υπό οιανδήποτε κατηγορίαν διατελώ, ουδέ έπαυσα να ήμαι Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, απέχων των προεδρικών καθηκόντων ουχί οικιοθελώς, αλλά προσωρινεί απαγορεύσει του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών, διαβιβασθείση μοι άμα τη συγκροτήσει του νέου Υπουργείου, και δια της υπό της Αστυνομικής Αρχής παρεμποδίσεως εμού να προσέλθω εις το κατάστημα της Ιεράς Συνόδου κατά την έναρξιν υμών ως Συνοδικών...». Στο Μητροπολιτικό θρόνο τον Θεόκλητο διαδέχθηκε ο εκλεκτός του Βενιζέλου, ο Μελέτιος Μεταξάκης.

Επάνοδος και δεύτερη καθαίρεση

Ο Μελέτιος απομακρύνθηκε με κυβερνητικό έγγραφο, μετά την επάνοδο του Κωνσταντίνου Α' από την εξορία και ο Θεόκλητος επανήλθε στο θρόνο, στις 16 Νοεμβρίου 1920 αμέσως μετά τις εκλογές. Στις 19 Δεκεμβρίου του 1920, αξιωματούχοι του Κράτους και της Εκκλησίας οργάνωσαν επίσημη υποδοχή για την επάνοδο του Μητροπολίτη Θεόκλητου στην Αθήνα, ο οποίος παρέμεινε στο Μητροπολιτικό θρόνο μέχρι το Σεπτέμβριο του 1922, μετά την Μικρασιατική καταστροφή. Τότε η κυβέρνηση του Στυλιανού Γονατά, που ορκίστηκε από τον Θεόκλητο, τον αντικατέστησε με απόφαση Μείζονος Συνόδου, η οποία του αναγνώρισε τον βαθμό και τον τίτλο, αλλά χωρίς να του αποδώσει την έδρα του, ακυρώνοντας την ποινή της καθαιρέσεως του 1917, δηλαδή απαλλάχτηκε εν μέρει από τις ποινές του καθώς αποκαταστάθηκε στο αρχιερατικό του αξίωμα, αλλά όχι και στο Μητροπολιτικό θρόνο των Αθηνών.

Στις 14 Οκτωβρίου 1922, ο Υπουργός Εκκλησιαστικών Ι.Σιώτης δήλωσε στις Αθηναϊκές εφημερίδες ότι «...τέσσαροι τρόποι ύπάρχουν διά τήν άπομάκρυνσιν τοΰ Μητροπολίτου θεοκλήτου, α) Νά παραιτηθή οίκειοθελώς. β) Νά παυθή διά Β.Δ. γ) Νά τού ύποδειχθή νά παραιτηθή διά λόγους υγείας, μέ τήν βεβαίωσιν, ότι θά λαμβάνη τόν μισθόν τοΰ Μητροπολίτου, καί δ). Νά μεταχειρισθή βίαν κατ’αύτού. Τό Υπουργείον θά έκλέξη έναν των μέσων τούτων άναλόγως τής στάσεως του κ. Θεοκλήτου..». Ο Θεόκλητος αδιαφόρησε για τις απειλές του Υπουργού της Επαναστάσεως, ζήτησε και έλαβε άδεια τριών μηνών από την Ιερά Σύνοδο, την οποία η επαναστατική κυβέρνηση πίεζε για να παραιτηθεί και στις 20 Οκτωβρίου η Ιερά Σύνοδος εξαναγκάστηκε σε παραίτηση. Ο Θεόκλητος στη διάρκεια της παρουσίας του στο Μητροπολιτικό θρόνο των Αθηνών ίδρυσε εκκλησιαστικό ταμείο, ιεροδιδασκαλεία και φιλανθρωπικά ιδρύματα, ενώ μετά την καθαίρεση του αποσύρθηκε στη Μονή Ασωμάτων Πετράκη.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. Αρχιεπίσκοποι Αθηνών-Πρόεδροι Ιεράς Συνόδου. Εκκλησία της Ελλάδος.
  2. [Ιστορικά ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Α' (ο Παπαδόπουλος) είναι ο ο πρώτος «Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος», καθώς όλοι οι προγενέστεροι απ' αυτόν ήταν Μητροπολίτες Αθηνών που απλώς έφεραν τον τίτλο και «Πάσης Ελλάδος» και συγκαλούσαν μεν την Ιεραρχία, αλλά δεν είχαν ακόμη τον τίτλο του Αρχιεπισκόπου.]
  3. [Οι διαδηλωτές λέγεται ότι επαναλάμβαναν τη φράση «Κατά Ελευθερίου Βενιζέλου φυλακίσαντος αρχιερείς και επιβουλευθέντος την βασιλείαν και την πατρίδαν, ανάθεμα έστω».]
  4. Ελευθέριος Βενιζέλος ήρε με νόμο την ισοβιότητα των δικαστών και την μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, με αποτέλεσμα να κηρυχθούν έκπτωτοι ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Θεόκλητος και οι Μητροπολίτες που είχαν πρωτοστατήσει στο «Ανάθεμα», να απολυθούν 570 δικαστικοί όλων των βαθμίδων και 6.500 δημόσιοι υπάλληλοι, ενώ αποστρατεύθηκε το 40% του συνόλου των μόνιμων αξιωματικών του στρατού.]
  5. Απολογία Θεοκλήτου Χ. Μηνόπουλου anemi.lib.uoc.gr]




Αρχιεπίσκοποι Αθηνών & Πάσης Ελλάδος
Αρχιεπίσκοπος Νεόφυτος (ο Μεταξάς) | Αρχιεπίσκοπος Μισαήλ (ο Αποστολίδης) | Αρχιεπίσκοπος Θεόφιλος (ο Βλαχοπαπαδόπουλος) | Αρχιεπίσκοπος Προκόπιος Α' (ο Γεωργιάδης) | Αρχιεπίσκοπος Γερμανός (ο Καλλιγάς) | Αρχιεπίσκοπος Προκόπιος Β' (ο Οικονομίδης) | Αρχιεπίσκοπος Θεόκλητος Α' (ο Μηνόπουλος) | Αρχιεπίσκοπος Μελέτιος (ο Μεταξάκης) | Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Α' (ο Παπαδόπουλος) | Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος (ο Φιλιππίδης) | Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός (ο Παπανδρέου) | Αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων (ο Βλάχος) | Αρχιεπίσκοπος Δωρόθεος (ο Κοτταράς) | Αρχιεπίσκοπος Θεόκλητος Β' (ο Παναγιωτόπουλος) | Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος (ο Βαβανάτσος) | Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β' (ο Χατζησταύρου) | Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Α' (ο Κοτσώνης) | Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ (ο Τίκας) | Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος (ο Παρασκευαΐδης) | Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Β' (ο Λιάπης)