Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Α'

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Κυρός Ιερώνυμος Α' [κατά κόσμον Ιερώνυμος Κοτσώνης], Έλληνας εθνικιστής, Θεολόγος, ο οποίος θεωρείται από τους σημαντικότερους του 20ου αιώνα στην Ελλάδα, και Πανεπιστημιακός καθηγητής που εκλέχθηκε και διατέλεσε 17ος στη σειρά Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος [1] [2], Προκαθήμενος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος, μετά την ανακήρυξη του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος, Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Ελλάδος, του ανώτατου θεσμικού οργάνου διοικήσεως, καθώς και της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, γεννήθηκε στις 25 Νοεμβρίου 1905, ή σύμφωνα με άλλη πηγή το 1904 [3] στο χωριό Υστέρνια στο νησί της Τήνου και πέθανε στις 15 Νοεμβρίου 1988, στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών όπου νοσηλευόταν.

Τάφηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του τα Υστέρνια της Τήνου, ως απλούς Μοναχός, με έξοδα των συγγενών του και των πνευματικών του παιδιών.

Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Α' (ο Κοτσώνης)
Συνοπτικές πληροφορίες
Γέννηση: 1904 ή 25 Νοεμβρίου 1905
Τόπος: Υστέρνια Τήνου (Ελλάδα)
Θάνατος: 15 Νοεμβρίου 1988
Τόπος: Ιατρικό Κέντρο, Αθήνα (Ελλάδα)
Υπηκοότητα: Ελληνική
Συνοπτικές πληροφορίες αξιώματος
* 17ος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών *
Έναρξη Θητείας : 14 Μαΐου 1967
Λήξη θητείας : 15 Δεκεμβρίου 1973
Προκάτοχος
Διάδοχος

Βιογραφία

Κατάγονταν από φτωχή οικογένεια του νησιού της Τήνου με ναυτική παράδοση. Πατέρας του ήταν ο Ιερώνυμος Κοτσώνης, ψαράς με καταγωγή από το χωριό Λάχι του νομού Λακωνίας και μητέρα του η Αγγελική. Ο πατέρας του ήταν ναυτικός και πέθανε δύο χρόνια μετά το γάμο του με την Αγγελική και τρεις μήνες πριν τη γέννηση του Ιερώνυμου, που πήρε το όνομα του σε ανάμνηση του νεκρού πατέρα του. Η Αγγελική Κοτσώνη, μετά το θάνατο του συζύγου της και πατέρα του Ιερώνυμου, μετακόμισε και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, προκειμένου να εργαστεί ως μαγείρισσα για να ζήσει την οικογένεια της, αφήνοντας τη φροντίδα του νεογέννητου σε συγγενικά της πρόσωπα. Ο Ιερώνυμος μεγάλωσε στην Τήνο μέχρι την ηλικία των 2,5 χρόνων, οπότε ήρθε κοντά στη μητέρα του στην Αθήνα, όπου παρακολούθησε τα μαθήματα της εγκυκλίου εκπαιδεύσεως.

Στη συνέχεια φοίτησε με υποτροφία και αποφοίτησε με άριστα από τη Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή επί της εποχής του Αρχιμανδρίτη Χρυσοστόμου Παπαδόπουλου, μετέπειτα Αρχιεπισκόπου Αθηνών. Το 1924, φοίτησε ως υπότροφος στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών από την οποία αποφοίτησε, το 1928, με Άριστα και υπηρέτησε ως ειδικός επιστημονικός γραμματέας του τότε Αρχιεπισκόπου Χρυσόστομου Παπαδόπουλου. Στην 1η συνεδρία της Ενώσεως Αποφοίτων Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής που συνήλθε στις 26 Νοεμβρίου 1928, ο Ιερώνυμος Κοτσώνης εκλέχθηκε Γραμματέας [4] του Διοικητικού της Συμβουλίου, με Πρόεδρο τον Ε. Μυτιληναίο, Ταμία τον Α. Λεβαντή και μέλη τους Γεράσιμο Κονιδάρη και Ιωάννη Ράμφο. Την περίοδο από το 1927 έως το 1934, ήταν βοηθός διευθυντής και στη συνέχεια διευθυντής του Παιδικού Τμήματος της οργανώσεως «Χριστιανική Αδελφότης Νέων», [«Χ.Α.Ν.»], γεγονός που ευνόησε την ανάπτυξη σχέσεων με παρόμοιες οργανώσεις άλλων δογμάτων διεθνώς. Το 1934, με υποτροφία του Μανούσειου κληροδοτήματος, μετέβη για μεταπτυχιακές σπουδές στη Γερμανία, όπου παρέμεινε επί έξι εξάμηνα στο Μόναχο, το Βερολίνο και τη Βόννη, στη συνέχεια δε επί ένα εξάμηνο στην Αγγλία. Στα τέλη του 1937 επανήλθε στο Βερολίνο, όπου είχε κληθεί από τον καθηγητή Χ. Λίτσμαν για να του αναθέσει τη γραμματεία για την έκδοση των χριστιανικών επιγραφών της Ελλάδος.

Θεολογική δράση

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα εντάχθηκε στην Αδελφότητα Θεολόγων «Η Ζωή» και ο πνευματικός του και τότε προϊστάμενος της αδελφότητας, ο Αρχιμανδρίτης Σεραφείμ Παπακώστας, τον συνέστησε στον Μητρπολίτη Τραπεζούντος, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρύσανθο. Ο Ιερώνυμος εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη. Στις 4 Ιανουαρίου 1939 χειροτονήθηκε διάκονος, από το μητροπολίτη Σάμου Ειρηναίο, και τοποθετήθηκε στον ιερό ναό της Αγίας Ειρήνης επί της οδού Αιόλου στην Αθήνα, θέση στην οποία υπηρέτησε και ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Μούσκος, ενώ ορίστηκε δεύτερος γραμματέας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Στις 21 Μαΐου 1939 συνυπέγραψε [5]μαζί με μια σειρά από συναποφοίτους του το Ιδρυτικό καταστατικό της Ενώσεως Αποφοίτων Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής. Στις 23 Ιουνίου 1940 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρύσανθο, προχρίστηκε αρχιμανδρίτης και τοποθετήθηκε εφημέριος του ιερού ναού Αγίου Δημήτριου Κηφισιάς και στη συνέχεια γενικός αρχιερατικός επίτροπος της περιφέρειας Κηφισιάς, που υπάγονταν στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών, ενώ τον ίδιο χρόνο αναγορεύτηκε διδάκτορας της Θεολογικής Σχολής Αθηνών.

Τα έτη 1939, 1940 και 1941 διεύθυνε το περιοδικό «Εκκλησία», βοηθούσε στην έκδοση του περιοδικού «Θεολογία» και εργάζονταν ως γραμματέας της Ιεράς Συνόδου και των Συνοδικών Δικαστηρίων. Κατά τη διάρκεια του πολέμου 1940-41, ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος τον τοποθέτησε επικεφαλής στην Υπηρεσία Προνοίας Στρατευομένων, στην οποία ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα. Όταν άρχισε η Κατοχή, διορίσθηκε από τον Χρύσανθο, ως εφημέριος του Ναού του Νοσοκομείου «Ευαγγελισμός», στη θέση που είχε κενωθεί με τη μυστηριώδη «εξαφάνιση» του, Άγγλου πράκτορα και Ορθόδοξου ιερέα, Δημητρίου Μπάλφουρ. Το Νοέμβριο του 1941, απολύθηκε από τις θέσεις που κατείχε, από την κυβέρνηση του στρατηγού Γεωργίου Τσολάκογλου, όμως παρέμεινε στη θέση του εφημέριου στο ναό του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός», σχεδόν ως το τέλος της κατοχής.

Μετά την κατοχή, παραιτήθηκε από τη θέση του εφημέριου και αποσύρθηκε από τα εκκλησιαστικά δρώμενα. Το επόμενο διάστημα αφοσιώθηκε στη μελέτη και τη συγγραφή, καθώς είχε αποφασίσει να ακολουθήσει Ακαδημαϊκή σταδιοδρομία και τον Ιανουάριο του 1945 υπέβαλε διατριβή για τη θέση του υφηγητή στη Θεολογική Σχολή. Το Φεβρουάριο του 1946 ανακάλεσε την υποψηφιότητά του, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τους καθηγητές του, οι οποίοι αρνήθηκαν να καταδικάσουν τον συνάδελφό τους Βασίλειο Αντωνιάδη, που είχε καταγγελθεί από φοιτητές και την οργάνωση «Ζωή» ότι «δίδασκε ορθολογισμό». Ο Ιερώνυμος παρέμενε σταθερά στο πλευρό του Αρχιεπισκόπου πρώην Αθηνών Χρυσάνθου, ο οποίος τον σύστησε στα Ανάκτορα και στις 29 Σεπτεμβρίου 1949 διορίστηκε πρωθιερέας των Ανακτόρων, ενώ λίγους μήνες νωρίτερα είχε αναλάβει πνευματικός της Βασιλικής οικογενείας. Με τη βοήθεια της αδελφότητας θεολόγων «Ζωή», ο Ιερώνυμος δημιούργησε ­τα «Συνεργαζόμενα Χριστιανικά Σωματεία Ο Απόστολος Παύλος», αλλά και το Σωματείο «Ελληνικόν Φως», με πρόεδρο τον τότε βασιλέα Παύλο, με τα οποία ανέλαβε το «πνευματικόν μέρος του αντικομμουνιστικού αγώνος».

Το 1950 ο Ιερώνυμος συμμετείχε στην ίδρυση της Πανελλήνιας Επιτροπής Αυτοδιαθέσεως Κύπρου, [Π.Ε.Α.Κ.], στην οποία ανέλαβε γραμματέας με πρόεδρο τον Νικόλαο Χατζηευαγγέλου, και σχεδόν σε όλη τη δεκαετία του 1950 ήταν εφημέριος του Ναού του Αγίου Σπυρίδωνος, στο Παναθηναϊκό Στάδιο, καθώς και πρόεδρος του Συλλόγου Εσωτερικής Ιεραποστολής «Ο Απόστολος Παύλος». Στα μέσα της δεκαετίας του 1950, ο Ιερώνυμος δημιούργησε την παρεκκλησιαστική οργάνωση «Ελληνικόν Φώς». Η προσπάθεια εντασσόταν στο κλίμα των ευσεβιστικών οργανώσεων και εθεωρείτο ελιτίστικη, στην οποία μετείχαν δικαστικοί, πανεπιστημιακοί, δημοσιογράφοι, ενώ τελούσε υπό την επίβλεψη του τότε βασιλέα Παύλου ο οποίος την επιχορηγούσε. Εμφανιζόταν στην κοινωνία με θρησκευτικό, ηθικό, πατριωτικό χαρακτήρα και προωθούσε στελέχη στο δημόσιο βίο με απώτερο σκοπό να αναλάβουν τη διακυβέρνηση της χώρας.

Το 1958 ο Ιερώνυμος αποχώρησε από την Αδελφότητα Θεολόγων «Ζωή» και εκλέχθηκε μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, ενώ το 1959 εκλέχθηκε καθηγητής Κανονικού Δικαίου και της Ποιμαντικής στη Θεολογική σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Το 1965, απορρίφθηκε από την Ιεραρχία η υποψηφιότητα του για τη μητρόπολη Σύρου. Ο Ιερώνυμος παρέμεινε στη θέση του πρωθιερέα των Ανακτόρων έως το 1967 και την επικράτηση του στρατιωτικού καθεστώτος, την 21η Απριλίου εκείνου του έτους.

Τι προηγήθηκε της εκλογής του Ιερώνυμου

Τα χρόνια που προηγήθηκαν και ειδικότερα από της 4ης Ιουνίου 1949 έως την 14η Φεβρουαρίου 1962, ανέβηκαν στον αρχιεπισκοπικό θρόνο πέντε επίσκοποι, οι Αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων, Αρχιεπίσκοπος Δωρόθεος, Αρχιεπίσκοπος Θεόκλητος Β', Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος, και Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β', με έργο ανύπαρκτο. Στις 13 Ιανουαρίου 1962, διενεργήθηκε ψηφοφορία για την εκλογή Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος. Στην πρώτη ψηφοφορία τις τρεις πρώτες θέσεις κατέλαβαν οι Μητροπολίτες Αττικής Ιάκωβος, Φιλίππων (Καβάλας) Χρυσόστομος και Μαντινείας Γερμανός. όμως ο Αρχιμανδρίτης Ιερώνυμος ήταν υποψήφιος για πρώτη φορά και έλαβε 4 ψήφους.

Ο τότε Αρχιμανδρίτης Ιερώνυμος Κοτσώνης παρέστη ως εκπρόσωπος της Ελληνικής εκκλησίας στην ορκομοσία της πρώτης κυβερνήσεως της 21ης Απριλίου, υπό τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Κόλλια, η οποία έγινε με την παρουσία του τότε βασιλιά Κωνσταντίνου Β'. Το καθεστώς της 21ης Απριλίου προκειμένου να δώσει λύση στο πρόβλημα της Εκκλησίας, προχώρησε στην έκδοση του Αναγκαστικού Νόμου 3/1967 για την συγκρότηση, με συγκεκριμένη θητεία, της «Αριστίνδην Ιεράς Συνόδου» [6].

Είναι χαρακτηριστικό ότι τη Μεγάλη Παρασκευή, 27 Απριλίου 1967, ο τότε Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β', ο οποίος είχε υπερβεί τα ενενήντα, ακολουθώντας την περιφορά του Επιταφίου του Μητροπολιτικού Ναού, σωριάστηκε στη μέση του δρόμου, κοντά στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, με καρδιακή προσβολή. Στις 10 Μαΐου ο αρχιεπισκοπικός θρόνος κηρύχθηκε σε χηρεία και στις 11 Μαΐου 1967 δημοσιεύτηκε [7] ο Αναγκαστικός Νόμος 3 που τροποποιούσε και συμπλήρωνε διατάξεις του 671/1943 νόμου «Περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος», δηλαδή συμπλήρωνε το Νομοθετικό Διάταγμα 4589/66 και το Βασιλικό Διάταγμα της 24ης Ιανουαρίου 1967 και καθόριζε τον τρόπο εκλογής του Αρχιεπισκόπου. Η τροποποίηση καταργούσε την ισοβιότητα του αρχιεπισκόπου, επεκτείνοντας και σ’ αυτόν το όριο ηλικίας των 80 ετών που ίσχυε για τους μητροπολίτες.

Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος

Ο Αρχιμανδρίτης Ιερώνυμος Κοτσώνης επιλέχθηκε [8] με 8 ψήφους, με φανερή και αιτιολογημένη ψηφοφορία, μεταξύ των μελών του τριπροσώπου που προτάθηκε στο Βασιλιά Κωνσταντίνο, το μεσημέρι της 13ης Μαΐου 1967, από την «αριστίνδην» Σύνοδο οκτώ Αρχιερέων, την οποίαν συνεκάλεσε η κυβέρνηση του καθεστώτος της 21ης Απριλίου, με πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Κόλλια. Στη συνεδρίαση της Αριστίνδην Συνόδου πρόεδρος ήταν ο Μητροπολίτης Τοποτηρητής Πατρών Κωνσταντίνος, ενώ παρίστατο ο Μάρκος Σιώτης, Ακαδημαϊκός και καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γενικός Διευθυντής Θρησκευμάτων του Υπουργείου Παιδείας, που είχε τον τιμητικό τίτλο «Βασιλικός επίτροπος». Στη συνεδρίαση προτάθηκαν, για τη θέση του Προκαθημένου της Εκκλησίας της Ελλάδος, δύο Μητροπολίτες ο Πατρών Κωνσταντίνος, ο Τρίκκης Διονύσιος και ο Αρχιμανδρίτης Ιερώνυμος Κοτσώνης, όμως στη συνέχεια οι δύο πρώτοι παραιτήθηκαν και ζήτησαν να εκλεγεί ο Ιερώνυμος. Η επιλογή του έγινε από τον τότε βασιλιά Κωνσταντίνο και προτιμήθηκε από τους Πατρών Κωνσταντίνο και Τρίκκης Διονύσιο, που είχαν συγκεντρώσει από 7 ψήφους.

Ο Μάρκος Σιώτης, σε επίσημη δημόσια ομιλία του είπε ότι ενώ «...Η διαδικασία της εκλογής του νέου Αρχιεπισκόπου είχε ολοκληρωθεί, ...{...}... ο κλητήρ της Ιεράς Συνόδου ενεφανίσθη και είπεν ότι εις το γραφείον του Προέδρου ήλθαν οι συνταγματάρχαι Γεώργιος Παπαδόπουλος, Στυλιανός Παττακός και Νικόλαος Μακαρέζος και παρακαλούν να διακοπή έπ’ ολίγον η συνεδρία για να ανακοινώσουν κάτι εις τον προεδρεύοντα...». Όταν συνάντησε ο Σιώτης τον προεδρεύοντα και τον ρώτησε τι ήθελαν οι επισκέπτες, έλαβε την απάντηση ότι είχαν έλθει για να παρακαλέσουν τα μέλη της Ιεράς Συνόδου, να προτιμήσουν κατά την εκλογή τον Σεβασμιώτατο, τότε Μητροπολίτη Καστορίας, Δωρόθεο. Έλαβαν, όμως την πληροφορία, ότι η εκλογή είχε τελειώσει. Ο στρατηγός Στυλιανός Παττακός σε συνέντευξή του σε αθηναϊκή εφημερίδα το 2001, δήλωσε: «... Τὸν μακαριστὸν Ἱερώνυμο δὲν τὸν ἐξέλεξε ἡ ἐπανάστασις. Δὲν τὸν ἐγνώριζε κὰν... Δὲν τὸν ἐγνωρίζαμε καὶ θέλαμε κάποιον ἄλλον. Ἀλλὰ δὲν προλάβαμε. Κατὰ τὴν ἐκλογὴ τοῦ Ἱερωνύμου εὑρισκόμεθα κάπου οἱ τρεῖς μας: Παπαδόπουλος, Μακαρέζος καὶ Παττακὸς καὶ ζητήσαμε τὴν διακοπὴν τῆς διαδικασίας. Καί μᾶς εἶπαν ὅτι τελείωσε ἡ διαδικασία. Ἔχει ἤδη ἐκλεγεῖ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ...{...}... Δὲν θέλαμε Ἀρχιεπίσκοπο ἕνα ἄγνωστο πρόσωπο, ὅπως ὁ Ἱερώνυμος... Θέλαμε τὸ Δωρόθεο, Δεσπότη Καστορίας...»., ο οποίος επί του Δημητρίου Ιωαννίδη μετετέθηκε στην Μητρόπολη Αττικής.

Ο Ιερώνυμος χειροτονήθηκε Μητροπολίτης στις 14 Μαΐου 1967, στο Μητροπολιτικό ναό Αθηνών παρουσία του βασιλιά Κωνσταντίνου, της βασιλικής μητέρας Φρειδερίκης, της πριγκίπισσας Ειρήνης, μελών της κυβερνήσεως και πλήθος κόσμου. Την χειροτονία του τέλεσε ο τοποτηρητής Μητροπολίτης Πατρών Κωνσταντίνος. Το απόγευμα της ίδιας μέρας ο Ιερώνυμος μετέβη στα ανάκτορα Τατοΐου, όπου τέλεσε τρισάγιο στους τάφους των μελών της βασιλικής οικογένειας. Κατά τον ενθρονιστήριο λόγο του στις 14 Μαΐου 1967, στον Μητροπολιτικό ναό Αθηνών ο Ιερώνυμος είπε μεταξύ άλλων. «....Ως πρώτον δείγμα της υπέρ του ιερού μας κλήρου μερίμνης μας, ήδη από της στιγμής ταύτης θα μας επιτραπή να εξαγγείλωμεν, ότι πάντα τα έσοδα του Αρχιεπισκόπου από 1ης Σεπτεμβρίου 1967, θα διατίθενται δια την λειτουργίαν Νοσοκομείου των Κληρικών, τούτο δε διότι τα από 1ης Ιουνίου μέχρι της 31ης Αυγούστου 1967 αντίστοιχα έσοδα του Αρχιεπισκόπου θα διατεθούν υπέρ των σεισμοπλήκτων», οι οποίοι ήταν ανέστιοι από το σεισμό της 4ης Μαΐου του ίδιου έτους. Σύμφωνα με τον Μητροπολίτη Αττικής και Μεγαρίδος Νικόδημο, «...πολλοί αρχιερείς, ζύμη του παλιού κατεστημένου, αισθάνθηκαν άβολα με τη χειροτονία του. (...) Οι λίγοι, εκείνοι που είχαν μέσα τους ζωντανή την αγωνία για την ανόρθωση και την αναδιοργάνωση της ελληνικής Εκκλησίας, δόξασαν τον Θεό, που έδωσε τη Χάρη της αρχιερωσύνης στον ταπεινό δούλο Του, τον Ιερώνυμο Κοτσώνη». Μια από τις πρώτες του ενέργειες ήταν η απομάκρυνση πολλών Μητροπολιτών και κατώτερων κληρικών, που παραπέμφθηκαν στα «εκκλησιαστικά ιεροδικεία», τα οποία ιδρύθηκαν με τον Αναγκαστικό Νόμο 214/67, για παράβαση του «ιδιωνύμου» εκκλησιαστικού αδικήματος της «απώλειας της έξωθεν καλής μαρτυρίας».

Μία από τις πρώτες του κινήσεις ως Αρχιεπισκόπου ήταν να ενδιαφερθεί για την πλήρωση των κενών μητροπολιτικών εδρών, ενώ με δική του προσωπική επιμονή δημιουργήθηκε θέση Μητροπολίτη Ενόπλων Δυνάμεων, με τον τίτλο «Μητροπολίτης Πελαγονίας», στην οποία εξελέγη και χειροτονήθηκε στις 31 Μαρτίου 1968 ο Μητροπολίτης Νικόλαος Ξένος. Η θέση αυτή καταργήθηκε το 1974 όταν στη θέση του Πρωκαθημένου της Εκκλησίας της Ελλάδος βρίσκονταν ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ (ο Τίκας), ο οποίος την κατάργησε διότι ο στρατός δεν είχε ανάγκη από ειδική χριστιανική υπηρεσία.

Ο Ιερώνυμος προχώρησε στη σύσταση επιτροπής για δογματικά θέματα που ασχολήθηκε και με τον Τεκτονισμό-Μασονισμό και τη δράση του στην Ελλάδα. Η επιτροπή συνεδρίασε περισσότερες από δέκα φορές για το θέμα της Μασονίας και δύο φορές για το Ρόταρυ που είναι προθάλαμος της. Ακολούθησε η υπ' αριθμό 2060 της 1ης Δεκεμβρίου 1969 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών που χαρακτήρισε την Μασονία «θρησκεία μυστική, μη γνωστή». Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, με ανακοίνωση της που δημοσιεύθηκε στη «Φωνή του Κυρίου», στηλίτευσε τη Μασονία ως θρησκεία ασυμβίβαστη με την Χριστιανική Ορθόδοξη πίστη, ενώ στις 28 Νοεμβρίου 1972, με πρόταση 12 μητροπολιτών, συγκλήθηκε η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος και ανανέωσε την καταδικαστική απόφαση της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδας, που προϋπήρχε από τις 12 Οκτωβρίου 1933, την οποία αναγνώρισε ως «αυθεντικό κείμενο αυτής». Με την απόφαση της η Ιεραρχία «Εμμένει απολύτως εις τα εν τη πράξει οριζόμενα περί Μασονίας και διακηρύσσει αύθις ότι η Μασονία είναι αποδεδειγμένως θρησκεία μυστηριακής προέκτασις των παλαιών ειδωλολατρικών θρησκειών, όλως ξένη και αντίθετος προς την εξ αποκαλύψεως σωτηριώδη αλήθειαν της Αγίας ημών Εκκλησίας....». Η απόφαση της Ιεραρχίας προκάλεσε τη σφοδρή αντίδραση του τότε Μητροπολίτου Ιωαννίνων και μετέπειτα Αρχιεπισκόπου Αθηνών Σεραφείμ Τίκα, που ζήτησε από τους μετέχοντες Ιεράρχες να μην εγκρίνουν το κείμενο για το οποίο απαίτησε να αποσυρθεί.

Ο Ιερώνυμος Συνεπής στην εξαγγελία του αφοσιώθηκε στην ίδρυση του Νοσηλευτικού Ιδρύματος Κληρικών Ελλάδος, [Ν.Ι.Κ.Ε.]. Το ιδρυτικό Βασιλικό Διάταγμα για τη λειτουργία του Νοσοκομείου Κληρικών εκδόθηκε την 31η Δεκεμβρίου 1968. Το νοσοκομείο θεμελιώθηκε το 1969 και επειδή κρίθηκε απαραίτητο να ιδρυθεί ειδική Σχολή Νοσοκόμων, άρχισε να λειτουργεί από το 1970 η Σχολή Αδελφών Νοσοκόμων «Ολυμπιάς», ενώ το νοσοκομείο άρχισε την λειτουργία του την 1η Ιουλίου 1972. Στην αποπεράτωση του συνέβαλε σημαντικά δωρεά επτά εκατομμυρίων δραχμών του εφοπλιστή Γεωργίου Λαιμού, στη μνήμη της συζύγου του Κατίγκως, ενώ ο Αρχιεπίσκοπος παραχώρησε τον μισθό και όλα τα δικαιώματά του που έφταναν στην Αρχιεπισκοπή, συμβάλλοντας στην κάλυψη των εξόδων του Ιδρύματος, το οποίο τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του παρουσίασε κέρδη. Το Δεκέμβριο του 1973, όταν ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος υπέβαλλε την παραίτηση του, το γεγονός προκάλεσε και την απομάκρυνση του εφοπλιστή Λαιμού. Επί των ημερών του Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ [Τίκα] το νοσοκομείο έπαψε να λειτουργεί και στους χώρους του στεγάστηκε το μετέπειτα Γενικό Νοσοκομείο Πατησίων.

Η σχέση του με την 21η Απριλίου

Ο Ιερώνυμος παρά τη στενή προσωπική σχέση που διατηρούσε με τον Βασιλιά Κωνσταντίνο Β' δεν τον ακολούθησε στο κίνημα-φιάσκο της 13ης Δεκεμβρίου 1967 και ήταν αυτός που όρκισε ως αντιβασιλέα τον αντιστράτηγο Γεώργιο Ζωιτάκη, κάτι που, σύμφωνα με όσα γράφει στο «Ημερολόγιο» ο τότε Αυλάρχης Λεωνίδας Παπάγος, «ήταν μεγάλο κτύπημα» για τον Κωνσταντίνο. Από το «Ημερολόγιο» του Λεωνίδα Παπάγου προκύπτει ότι ο Ιερώνυμος υπήρξε ένας από τους μεσολαβητές μεταξύ του Κωνσταντίνου και του Παπαδόπουλου κι ήταν εκείνος που διαβίβαζε τα προσωπικά μηνύματα του Παπαδόπουλου και δεχόταν τις απαντήσεις του Κωνσταντίνου, ενδεικτικά στις 16 Νοεμβρίου 1967, όταν ταξίδεψε γι' αυτό το σκοπό και συναντήθηκε με τον Κωνσταντίνο στην Ελληνική πρεσβεία στη Ρώμη, όπου διέμενε με την οικογένεια του.

Τον Μάϊο του 1968, ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, απένειμε στον τότε πρωθυπουργό Γεώργιο Παπαδόπουλο τον

  • Χρυσού Σταυρό του Αποστόλου Παύλου, το Ανώτατο Παράσημο της Ελλαδικής Εκκλησίας, τιμή που δεν έχει αξιωθεί μέχρι σήμερα κανένας άλλος πρωθυπουργός.

Τον ίδιο χρόνο ξέσπασε κρίση ανάμεσα στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και στην Εκκλησία της Ελλάδος, όταν η ολομέλεια του Συμβουλίου τάχθηκε κατά του καθεστώτος της 21ης Απριλίου που κυβερνούσε την Ελλάδα. Η απόφαση προκάλεσε την αντίδραση του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου, που μίλησε για υπέρβαση του ρόλου των Εκκλησιών. Το πρόβλημα ξεπεράστηκε καθώς ο ίδιος ο Ιερώνυμος, όντας καθηγητής Πανεπιστημίου, συμμετείχε στο Συμβούλιο και αναγνώρισε ότι η Εκκλησία της Ελλάδος όφειλε να συμμετέχει στον παγκόσμιο διάλογο των διαφορετικών χριστιανικών εκκλησιών. Η επαναστατική κυβέρνηση νομοθέτησε το Νέο Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας και την Κυριακή της Ορθοδοξίας του 1969, ο Αρχιεπίσκοπος, σε τελετή «...ευχαρίστησε την Επανάσταση της 21ης Απριλίου, για το μεγάλο δώρο που έκανε στην Ιερά Σύνοδο».

Την Πέμπτη 5 Μαρτίου 1970 στις 8 το βράδυ, ο Ιερώνυμος, με την παρουσία και του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Λεωνίδα Παρασκευόπουλου, τέλεσε το γάμο του Γεωργίου Παπαδόπουλου με την υπάλληλο της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, [Γ.Υ.Σ.], Δέσποινα Νικολ. Γάσπαρη-Σερέτη, που έγινε σε στενό οικογενειακό κύκλο στην οικία του ζεύγους Παπαδόπουλου στο Νέο Ψυχικό.

Ύστερα από απόφαση της κυβερνήσεως της 21ης Απριλίου που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 81 της 8ης Απριλίου 1970, όλα τα εκκλησιαστικά ιδρύματα περιήλθαν στην εποπτεία της Ιεράς Συνόδου. Το Σεπτέμβριο του 1970, η Ιερά Σύνοδος όρισε ότι η Πελαγία της Τήνου είναι Οσία και στις 23 Ιουλίου του 1971, γιορτάζεται η αγιοποίηση της στο μοναστήρι του Κεχροβουνίου κι η Τήνος, απέκτησε τέσσερις γιορτές για την Ευαγγελίστρια της, Εύρεση, Ευαγγελισμός, Οσία Πελαγία και Δεκαπενταύγουστος, στις οποίες αργότερα προστέθηκε η «Δεύτερη Εύρεση» των Υστερνίων.

Τον Νοέμβριο του 1972, ο Ιερώνυμος παρέδωσε στον Παπαδόπουλο τα

  • Διάσημα Μεγαλόσταυρου του Τάγματος του Αποστόλου Παύλου.

Στην επίσημη τελετή, ο Αρχιεπίσκοπος είπε στον Παπαδόπουλο: «...Δεν τολμώ να καταχραστώ περαιτέρω της καλωσύνης Σας και να λάβω και άλλο μέρος του πολυτίμου χρόνου Σας... Η Υμετέρα μόνον Εξοχότης το ετόλμησε (από Ιδρύσεως του Ελληνικού Κράτους) και με το ξίφος της αποφασιστικότητος η οποία Σάς διακρίνει, αποκόψατε τα δεσμά της εσταυρωμένης Εκκλησίας. Η Εκκλησία Σάς ικετεύει: Ολοκληρώσατε το Έργο Σας μέχρι τέλους. Η Εκκλησία Σάς ευγνωμονεί ήδη και θα Σάς ευγνωμονεί εσαεί…».

Ο Ιερώνυμος παρέστη στην ορκωμοσία του Γεωργίου Παπαδόπουλου ως αιρετού Προέδρου της Ελληνική Δημοκρατίας. Στις 10:30 το πρωί της Κυριακής 19 Αυγούστου 1973, σε μια πανηγυρική τελετή που έλαβε χώρα στον Καθεδρικό Ναό Αθηνών ο Παπαδόπουλος ορκίστηκε [9] Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ο Οδυσσέας Αγγελής Αντιπρόεδρος. Η ορκωμοσία του έγινε παρουσία όλων των μελών του Υπουργικού Συμβουλίου, μελών της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, του Αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων στρατηγού Δημητρίου Ζαγοριανάκου, των προέδρων του Συμβουλίου Επικρατείας, Αλεξάνδρου Δήμητσα, του Αρείου Πάγου, Λύσανδρου Κανελλάκου, και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, Χαράλαμπου Κουκή, του νομάρχου Αττικής Γεωργίου Δημακόπουλου καθώς και του δημάρχου Αθηναίων Δημητρίου Ρίτσου.

Τάμα του Έθνους

Με Ειδικό Νομοθετικό Διάταγμα ..[10].. ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Ειδικόν Ταμείον Ανεγέρσεως Ιερού Ναού Του Σωτήρος» και με σκοπό, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νομοθετικού Διατάγματος, την «...ανέγερση εν Αθήναις Ιερού Ναού, αφιερωμένου εις τον Σωτήρα προς πραγματοποίησιν του τάματος του Έθνους, κατά το Η΄ ψήφισμα της 31-7-1829 της Δ΄ εν Άργει Εθνικής Συνέλευσης των Ελλήνων». Στις 14 Δεκεμβρίου 1968 ο Γεώργιος Παπαδόπουλος εξήγγειλε τη δημιουργία επιτροπής για την ανέγερση του ναού του Σωτήρος στα Τουρκοβούνια, ως εκπλήρωση της σχετικής υποσχέσεως της Δ' Εθνοσυνελεύσεως του 1829 για την απελευθέρωση της Ελλάδος. Το έργο εγκρίθηκε στις 5 Ιανουαρίου 1969 σε συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου με τη συμμετοχή του Αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου.

Για την επίβλεψή του συστήθηκε το Μάιο του ίδιου έτους «Ανώτατη Επιτροπή» με πρόεδρο το Παπαδόπουλο και μέλη της τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο, τους υπουργούς Εσωτερικών Στυλιανό Παττακό, Συντονισμού Νικόλαο Μακαρέζο, Παιδείας Θεοφύλακτο Παπακωνσταντίνου, Δημοσίων Έργων Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου και τον Υφυπουργό Προεδρίας Κωνσταντίνο Βοβολίνη. Ένα δεύτερο σώμα, το «Γνωμοδοτικό Συμβούλιο» που είχε δημιουργηθεί για τον ίδιο σκοπό, αποτελούνταν από τον πρόεδρο της Ακαδημίας, τους πρυτάνεις του εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου και του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου, το δήμαρχο Αθηναίων, το Γενικό Διευθυντή Αρχαιοτήτων και τον κοσμήτορα της Αρχιτεκτονικής σχολής του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου. Σύμφωνα με τη σχετική εξαγγελία «...Ο Ναός του Σωτήρος Χριστού, αφ’ ενός μεν υλοποιεί την υπόσχεσιν που έδωσε το Έθνος προς τον Θεό, και αφ’ ετέρου θ’ αποτελέση, μετά την οικοδόμησίν του, το τρίτο αρχιτεκτονικό οικοδόμημα των Αθηνών, μετά τον κλασικό Παρθενώνα και τον Βυζαντινό Λυκαβηττό..» [11].

Εκκλησιαστική εκπαίδευση

Ιερώνυμος Α'

Ο Ιερώνυμος απαίτησε την ευθύνη για τον προγραμματισμό και τη στελέχωση των εκκλησιαστικών ιδρυμάτων να την έχει η Εκκλησία. Όπως γράφει «……Αι συζητήσεις και αι συνεννοήσεις υπήρξαν μακραί. Εξάκις ανεμορφώθη και εξάκις συνεζητήθη εν τη Ιερά Συνόδω και μετά των εκπροσώπων του Υπουργείου Παιδείας το Σχέδιον του Ν. Διατάγματος. Υπήρξαν μάλιστα τόσαι αι αντιδράσεις και αι προσπάθεια ανακοπής της διαδικασίας …» [12]. «Δι’ όλας αυτάς τας καθυστερήσεις είχα πολλάκις διαμαρτυρηθή προς τας αρμοδίας Υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας και οχλήσει και Υφυπουργόν και Υπουργόν και έκανα, και εγώ δεν ενθυμούμαι, πόσας εντόνους παραστάσεις προς τον Πρωθυπουργόν, μέχρι που του εδήλωσα, ότι θα παραιτηθώ, αν ο Νόμος δεν εκδοθή αμέσως. Μετά από αυτό εδημοσιεύθη επί τέλους ο υπ’ αριθ. 876/1971 Νόμος την 15/5/1971. Εχρειάσθη, δηλαδή να παρέλθουν δύο έτη παρά δέκα ημέρας αφ’ ότου είχε γίνει η πρώτη μας σύσκεψις …» [13].

Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος αντιμετώπισε την αντίδραση και των Εκκλησιαστικών Σχολών με πρώτη τη Ριζάρειο εκκλησιαστική σχολή, που δεν ήθελε να ενταχθεί υπό τον Εκκλησιαστικό έλεγχο. Με ενέργειες του έγινε ριζική εκκαθάριση σε όλες τις Εκκλησιαστικές Σχολές και Φροντιστήρια, με αποπομπή των ανεπίδεκτων μαθήσεως και ηθικώς παρεκτραπέντων, άσχετων προς την ιεροσύνη. Τρίτη ενέργεια ήταν να θέσει η Κεντρική υπηρεσία σε εφαρμογή Κανονισμό για την άρτια οργάνωση και λειτουργία όλων των Σχολών, [Μέσων, Επτατάξιων, Ανώτερων Ιερατικών, Μέσης Νυκτερινής, Κοινωνικής Πρόνοιας, Νοσοκόμων και άλλων] ως και γι’ αυτά που σχεδιάστηκαν να γίνουν. Το σχολικό έτος 1971-72 λειτούργησαν πέντε επτατάξιες ιερατικές Σχολές, ως πλήρη Γυμνάσια κλασικής κατευθύνσεως, και με μία επιπλέον τάξη, την Ζ΄, εις την οποία διδάσκονταν κυρίως θεολογικά μαθήματα, που από το πρώτο έτος αριθμούσαν 1.123 ιεροσπουδαστές. Δύο ανώτερα φροντιστήρια, ένα στην Ριζάρειο κι ένα στην Θεσσαλονίκη, με 80 μαθητές το καθένα. Δύο Ιεροδιδασκαλεία, του Βελλά στα Γιάννενα και στη Θεσσαλονίκη με 247 ιεροσπουδαστές συνολικά. Μία τριτάξια επιμορφωτική Σχολή, για να φοιτήσουν οι πτυχιούχοι των επταταξίων ιερατικών Σχολών, που είχαν αποφασίσει να ιερωθούν, δίδοντας τους το δικαίωμα να εγγραφούν στην Α΄ μισθολογική κατηγορία, διότι οι σπουδές τους είχαν διδακτορικό δίπλωμα. Νυκτερινή ιερατική Σχολή στην οποία φοιτούσαν 250 περίπου νέοι το χρόνο, Σχολή Κοινωνικής Πρόνοιας διακονισσών με 120 σπουδάστριες, Σχολή Αδελφών Νοσοκόμων «Ολυμπιάς» για την επάνδρωση του Νοσοκομείου Κληρικών, [Ν.Ι.Κ.Ε.], με 60 εθελόντριες, Κέντρο Ιεραποστολικών Σπουδών με 40 μαθητές, Σχολή ιεροψαλτών στη Θεσσαλονίκη αναγνωρισμένη από την Εκκλησία με τετραετή κύκλο σπουδών επί συνόλου 170 μαθητών.

Επίσης ίδρυσε «Φροντιστήριο λειτουργικής επιμόρφωσης των κληρικών» για τους ιερείς που ανήκαν στην Δ΄, Γ΄ και Β΄ μισθολογική κατηγορία. Παράλληλα, ίδρυσε και «Φροντιστήριο Εξομολόγων» για να μελετούν οι ιερείς βαθύτερα τις διαστάσεις της αποστολής τους. Κίνησε τον μηχανισμό και πέτυχε την ίδρυση Ανώτερης Θεολογικής Ακαδημίας. Μετεγκατέστησε και βελτίωσε το οικοτροφείο, και ξεκίνησε η μελέτη ανέγερσης κτιριακού συγκροτήματος – σε οικόπεδο 6,5 στρεμμάτων που παραχώρησε η Ιερά Μονή Πετράκη με εισήγηση του ηγουμένου Επισκόπου Ευρίπου Βασιλείου στο προ της Καισαριανής Μετόχι –150 μονόκλινων δωματίων για τους ιερείς φοιτητές της Θεολογίας. Από τον Μάιο του 1971, που δημοσιεύθηκε το Νομοθετικό Διάταγμα 876/71 «Περί υπαγωγής της Δημόσιας Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης εις την Εκκλησίαν της Ελλάδος και άλλων τινών συναφών διατάξεων», μέχρι το 1973 ο ίδιος πρωτοστατούσε και πίεζε προς κάθε κατεύθυνση ακόμα και για το κατάλληλο καθηγητικό προσωπικό που θα επάνδρωνε τις Σχολές και θα είχε πλήρη ισοτιμία της δημοσιοϋπαλληλικής ιδιότητας με τους λειτουργούς της Μέσης Εκπαίδευσης και τη δημιουργία μιας οργανικής θέσης θεολόγου Επιθεωρητού. Ρύθμιζε ακόμα με κάθε λεπτομέρεια τη μορφή και τον τρόπο λειτουργίας των Σχολών. Έτσι για την κατάρτιση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων την διετία, εκδόθηκαν 41 συγγράμματα –18 θεολογικά μαθήματα και 23 βοηθήματα.

Οικογένειες Τσίπρα-Αλαβάνων

Εκ των βασικών οικονομικών υποστηρικτών της δράσεως του Αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου, ήταν ο Παύλος Τσίμας, πατέρας του μετέπειτα πρωθυπουργού της Ελλάδος Αλέξη Τσίπρα. Ο Παύλος Τσίπρας χρηματοδοτούσε τις δράσεις της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, και για το λόγο αυτό είχε την εκτίμηση του Αρχιεπισκόπου καθώς βοηθούσε οικονομικά τον «Αγαπισμό» του Κοτσώνη και το Ιεραποστολικό Έργο του, μετέπειτα Αρχιεπισκόπου Αλβανίας, Αναστάσιου Γιαννουλάτου στην Αφρική, όπου έπαιρνε έργα ο «Σκαπανεύς», η κατασκευαστική εταιρεία του Παύλου Τσίπρα. Στην Αρχιεπισκοπή ήταν Αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου, ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιερώνυμος Λιάπης. Ο Παύλος Τσίπρας με τη βοήθεια του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου Κοτσώνη, συνδέθηκε με την οικογένεια των Αλαβάνων, καθώς ο Κοτσώνης και οι Αλαβάνοι ήταν από την Τήνο, η οποία διαχειριζόταν επί 100 χρόνια το προσκύνημα της Τήνου.

Σύνοψη του έργου του

Ο Ιερώνυμος θεωρείται ως ο καλύτερος προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ελλάδος μετά την Εθνεγερσία του 1821, από απόψεως αποδόσεως έργου. απομάκρυνε από το σώμα της Εκκλησίας περισσότερους από 300 ομοφυλόφιλους ιερωμένους όλων των βαθμίδων και περί τους 30 Μητροπολίτες, οι οποίοι είχαν προκαλέσει την κοινωνία με τα σκάνδαλα τους, ηθικά και οικονομικά, όμως οι απομακρυνθέντες επανήλθαν ως Αντιστασιακοί εναντίον του καθεστώτος της 21ης Απριλίου, σχεδόν στο σύνολο τους, μετά τη λεγόμενη μεταπολίτευση. Κατά την περίοδο της αρχιερατείας του ο Ιερώνυμος επέδειξε πλούσιο φιλανθρωπικό έργο. Εκτός από το νοσοκομείο των κληρικών της Εκκλησίας, δημιούργησε 186 φιλόπτωχα ταμεία, 47 ομάδες υπερηλίκων, 64 σπίτια «Γαλήνης Χριστού» υπερηλίκων, στέγη κατάκοιτων υπερηλίκων, 3 κέντρα απασχόλησης υπερηλίκων, 5 κινητές μονάδες περιθάλψεως κατακοίτων, θέρετρο ιερέων, θερινή εξοχή γερόντων, κέντρο συμπαραστάσεως οικογενείας, εορταστικές συνάξεις, κατασκηνώσεις για τα παιδιά των εκκλησιαστικών υπαλλήλων, συνεστιάσεις, εκδρομές ιερέων, απέδωσε τιμή στους «κοιμηθέντας κληρικούς» και καθιέρωσε «Ημέρα Αγάπης» για τους φτωχούς της Αρχιεπισκοπής. Στη διάρκεια της παρουσίας του στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο είχε ορίσει υπεύθυνο των Οικονομικών της Εκκλησίας τον μετέπειτα Υπουργό Οικονομικών Ιωάννη Παλαιοκρασσά.

Το 1973, προσπάθησε να αλλάξει τον τρόπο συγκροτήσεως της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και να μην εφαρμόσει την πάγια αρχή της ίσης συμμετοχής. Συγκεκριμένα, στη δωδεκαμελή Διαρκή Ιερά Σύνοδο μετέχουν έξι μητροπολίτες από τις επαρχίες της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος και έξι μητροπολίτες από τις «Νέες Χώρες». Η προσπάθεια του δημιούργησε σοβαρό πρόβλημα σχέσεων μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ίδρυσε το «Κίνημα Αγάπης», το οποίο συνέλεγε και εκποιούσε άχρηστα είδη και με αυτό τον τρόπο κατόρθωσε να συγκεντρώσει σε δύο χρόνια το, τεράστιο για την εποχή, ποσό των 50 εκατομμυρίων δραχμών. Ξεκίνησε την κατάρτιση κτηματολογίου της Εκκλησιαστικής περιουσίας, ένα έργο δύσκολο καθώς η περιουσία της απαρτίζεται από χιλιάδες κομμάτια γης απλωμένα σ’ ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο. Έκτισε το «Διορθόδοξο Κέντρο Πεντέλης» και ανακαίνισε όλο το Μοναστήρι Πεντέλης, όπου διατηρούσε ένα κελί και σαν απλός μοναχός συμμετείχε σε όλες τις μοναστικές ακολουθίες, ενώ ίδρυσε τα «Σπίτια Γαλήνης του Χριστού». Επί των ημερών του Ιερώνυμου διορίστηκε ως Γραμματέας της Ιεράς Συνόδου στη Μονή Πετράκη, ο Αρχιμανδρίτης Χριστόδουλος Παρασκευαΐδης, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος, ενώ έγινε πρωτοσύγκελος της Αρχιεπισκοπής, υπεύθυνος στις υπηρεσίες της Μονής Πετράκη και Αρχιγραμμετέας της Ιεράς Συνόδου, ο Ιερώνυμος Λιάπης, ο μετέπειτα Μητροπολίτης Θηβών και στη συνέχεια Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος.

Η παραίτηση του

Το 1972, ο Ιερώνυμος αμφισβητήθηκε μέσα στην Ιεραρχία από κορυφαίους μητροπολίτες όπως ο Κορίνθου Παντελεήμων και ο Ελευθερουπόλεως Αμβρόσιος… Παράλληλα το Οικουμενικό Πατριαρχείο αντέδρασε διότι θεώρησε ότι ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας, του 1969, έρχεται σε αντίθεση με τον Πατριαρχικό Τόμο του 1850, με τον οποίο αναγνωρίσθηκε το Αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδος αλλά και με την Πατριαρχική Πράξη του 1928 και τις προβλέψεις για «πρεσβεία» χειροτονίας και ίσου αριθμού μελών από τις λεγόμενες «Παλαιές» και «Νέες» Χώρες στη συγκρότηση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου. Ο Ιερώνυμος εκδήλωσε την πρόθεση να παραιτηθεί, καθώς το Μάιο του 1973 η πλειοψηφία των μελών της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου εξέφρασε την αντίθεση της σ’ αυτόν.

Μετά την απομάκρυνση του Γεωργίου Παπαδόπουλου από το Δημήτριο Ιωαννίδη, το νέο πρόεδρο στρατηγό Φαίδωνα Γκιζίκη και τον πρωθυπουργό Αδαμάντιο Ανδρουτσόπουλο, όρκισε ο μητροπολίτης Ιωαννίνων Σεραφείμ Τίκας. Ο Ιερώνυμος αντέδρασε για την «αντικανονική εισπήδηση» του Σεραφείμ στην περιφέρεια της Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Ήδη από τις αρχές του Δεκεμβρίου 1973, ο Αρχιεπίσκοπος απείχε από τις συνεδριάσεις της Ιεράς Συνόδου καθώς και από την άσκηση των καθηκόντων του, επικαλούμενος λόγους υγείας. Στις αρχές του μήνα τον επισκέφθηκαν δυο Μητροπολίτες εξουσιοδοτημένοι από την Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας, στους οποίους ανακοίνωσε την πρόθεση του να υποβάλλει παραίτηση και τους επιφόρτισε με το καθήκον να μεταφέρουν την απόφαση του στην Σύνοδο.

Ο Ιερώνυμος υπέβαλε την παραίτηση του [14] από τη θέση του προκαθημένου της Εκκλησίας της Ελλάδος το Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 1973, με επιστολή δέκα σελίδων που παρέδωσε στον Αρχιγραμματέα της Ιεράς συνόδου, η οποία απευθύνονταν προς την Διαρκή Ιερά Σύνοδο. Στην επιστολή ο Ιερώνυμος ανέφερε μεταξύ άλλων ότι «...επωμιζόμενος προσωπικώς τον Σταυρόν μιας κατακραυγής ή ίσως και σκανδαλισμού...{...}... αποφάσισα να αποσυρθώ επί τη ελπίδι και τη ευχή ότι δια του παραμερισμού του προσώπου μου, θα κοπάσουν τα πάθη και θα επέλθη πάλιν η απαραίτητος εις τας ψυχάς των Χριστιανών μας γαλήνη...», ενώ ανάλαβε την προσωπική ευθύνη για όσα λάθη διέπραξε και συνέχιζε ότι «....Απομακρύνομαι, τέλος, εκ της ενεργού υπηρεσίας, διότι ένεκα των συνεχών κατ' εμού επιθέσεων, μου ήτο αδύνατον να απασχολούμαι εν τη Εκκλησία δημιουργικώς».

Η Διαρκής Σύνοδος στη συνεδρίαση της της 19ης Δεκεμβρίου αποδέχθηκε την παραίτηση του και κήρυξε τον Αρχιεπισκοπικό θρόνο σε χηρεία [15], ενώ όρισε τοποτηρητή τον Μητροπολίτη Καλαβρύτων Γεώργιο Πάτση. Παράλληλα, έγινε συζήτηση για τον τρόπο της εκλογής του νέου Αρχιεπισκόπου και ορίστηκε ο Ιανουάριος του 1974 ως ο πιθανότερος χρόνος της εκλογής του αντικαταστάτη του Αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου. Οι στενοί συνεργάτες του Ιερώνυμου, οι μετέπειτα αρχιεπίσκοποι Αλβανίας Αναστάσιος και Αμερικής Δημήτριος και ο Μητροπολίτης Κορέας Σωτήριος, απομακρύνθηκαν από τις θέσεις τους στο Συνοδικό Μέγαρο, ενώ ακολούθησε η έκπτωση 12 ιεραρχών από τους μητροπολίτες που εξελέγησαν επί των ημερών του. Στις 9 Ιανουαρίου 1974, εκδόθηκε η Συντακτική πράξη 4 του υπουργείου Παιδείας [16], με την οποία χαρακτηρίστηκε αντικανονική η εκλογή του Ιερώνυμου ως Αρχιεπισκόπου, ενώ στη θέση του προκαθημένου της Εκκλησίας της Ελλάδος εκλέχθηκε, στις 12 Ιανουαρίου 1974, ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων Σεραφείμ [Τίκας], που ενθρονίστηκε στις 17 Ιανουαρίου του ίδιου έτους.

Μετά την παραίτηση του ο Ιερώνυμος αποσύρθηκε στο πατρικό του σπίτι στη γενέτειρά του, τα Υστέρνια της Τήνου, όπου ασχολήθηκε με τη μελέτη και τη συγγραφή βιβλίων. Παράλληλα επέλεξε να υπηρετήσει ως Εφημέριος, επί δεκαπέντε χρόνια, στην Καρδιανή, ένα μικρό χωριό στο νησί της Τήνου. Εν είδει αστείου έλεγε, «Τώρα είμαι όντως Μακαριώτατος» και κάθε μήνα διένειμε το μισθό του σε ιδρύματα της Αρχιεπισκοπής Αθηνών και σε πτωχές οικογένειες ανά την Ελλάδα. Στις 27 Ιουνίου 1974 η Αδελφότητα Θεολόγων «Ζωή» σε υπόμνημα της, που απέστειλε στον τότε Υπουργό Παιδείας, υποστηρίζει ότι ο Ιερώνυμος Κοτσώνης δεν ήταν μέλος της ούτε είχε συνεργασία μαζί της.

Μεταπολίτευση

Μετά την καθεστωτική μεταβολή και την επάνοδο των πολιτικών στην εξουσία ο Αρχιεπίσκοπος ήταν μεταξύ των 104 αξιωματούχων του καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967, που μηνύθηκαν, ακόμη 103 υπουργοί και υφυπουργοί, στις 26 Ιανουαρίου 1975 από τον Αλέξανδρο Λυκουρέζο, λόγω της συνεργασίας του με το Εθνικό καθεστώς της 21ης Απριλίου. Στις 28 Μαρτίου του 1975, ασκήθηκε δίωξη [17] εναντίον του, καθώς και άλλων στελεχών του καθεστώτος για τα δικήματα της εσχάτης προδοσίας, της καταχρήσεως εξουσίας και άλλων και ορίστηκε ειδικός εφέτης ανακριτής. Στις 2 Ιουλίου 1975 η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου αποφάνθηκε, με την απόφαση 684, ότι το δήθεν αδίκημα της «εσχάτης προδοσίας» της 21ης Απριλίου 1967, ήταν «στιγμιαίον», απόφαση που είχε ως αποτέλεσμα την απαλλαγή [18] από κάθε ευθύνη, όσων συνεργάστηκαν με την 21η Απριλίου μετά την επικράτηση της, μεταξύ τους και ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος.

Την 1η Φεβρουαρίου 1977, του απαγγέλθηκαν κατηγορίες [19] [20] για ηθική αυτουργία, με την υπ’ αριθμ. 1. Β/1977 παραγγελία του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, διότι κατά τα έτη της Αρχιεπισκοπείας του εζημίωσε την Εκκλησία. Ο Ιερώνυμος απολογήθηκε με υπόμνημα, στις 10 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους, το οποίο κατέθεσε ενώπιον του Ανακριτού του Β΄ Ειδικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών στις 22 Φεβρουαρίου ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Δημήτριος Σταμάτης και απαλλάχθηκε με βούλευμα [21].

Τελευταία χρόνια

Με την συνδρομή διακεκριμένων επιστημόνων και έχοντας στηγ συγκατάθεση της Ιεράς Συνόδου της Ελλαδικής εκκλησίας, ίδρυσε την «Διεθνή της Αγάπης». Δώρησε τα βαρύτιμα εγκόλπια, τα άμφια, τα παράσημα και άλλα ενθυμήματα στο Ιερό Ίδρυμα της Παναγίας της Τήνου και στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών, ενώ την Αρχιερατική Στολή του Αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου, την οποία του είχε κληροδοτήσει, δώρησε εις την Ιερά Μονή Παναγίας Σουμελά και τα βιβλία του στη Βιβλιοθήκη της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Λίγα χρόνια πριν την εκδημία του πραγματοποίησε ταξίδι συγνώμης και επισκέφθηκε εκείνους με τους οποίους είχε συγκρουσθεί στο παρελθόν, όπως τον Μητροπολίτη Φλωρίνης Αυγουστίνο Καντιώτη, τον Κορίνθου Παντελεήμονα, όμως δεν πρόλαβε εν ζωή τον Μητροπολίτη Κίτρους Βαρνάβα. Τον Αύγουστο του 1987 έπαθε ημιπληγία και ταξίδεψε για νοσηλεία στην Αθήνα. Μετά από σύντομη παραμονή στην Αθήνα επέστρεψε στην Τήνο, όμως λίγο αργότερα υπέστη κάταγμα και μεταφέρθηκε για νοσηλεία στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών, όπου απεβίωσε, την ημέρα που συνεδρίαζε στην Μονή Πετράκη το Σώμα της Ιεραρχίας, το οποίο παρήλασε μπροστά από τη σορό του και του έδωσε τον τελευταίο ασπασμό.

Με τη διαθήκη του είχε ζητήσει η κηδεία του να είναι «Απέριττος και απλή, ως αναξίου μοναχού, ...{...}.... Ητοι, μετά το εκ του Παναγίου Τάφου σάβανόν μου, να περιβληθώ εν απλούν ζωστικόν και μίαν δερματίνην ζώνην, ως κάλυμμα δε της κεφαλής, ένα σκούφον». Η νεκρώσιμη ακολουθία του Ιερωνύμου τελέστηκε στην Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη και του αποδόθηκαν τιμές πρώην Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, ενώ η σορός του μεταφέρθηκε και τάφηκε σε μια ερημική ράχη του χωριού του Υστέρνια στην Τήνο. Στη γενέτειρα του έχει ανεγερθεί η προτομή του. Στενός συγγενής του ήταν ο καθηγητής φωνητικής Ονούφριος Σώχος. Ο Μητροπολίτης Πειραιώς Καλλίνικος Καρούσος σε δηλώσεις του για τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο είπε ότι πρόκειται «....για μια φοβερά αδικημένη προσωπικότητα που δεν επηρεάζετο ούτε από το Παλάτι ούτε από τους συνταγματάρχες παρά μόνο από τη συνείδησή του και την αγάπη του προς την Εκκλησία» [22].

Εργογραφία

Υπήρξε υπόδειγμα Κληρικού και Πρωθιεράρχη. Διέθετε ακαδημαϊκή μόρφωση, εκκλησιαστική οργανωτικότητα, Ιεραποστολικό ζήλο, ακτημοσύνη, διορατικότητα, γνήσια ευλάβεια, ευγένεια και ανεξικακία και αγάπη προς την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος. Αρνήθηκε σθεναρά κάθε χλιδή και πολυτέλεια κι ήταν απολύτως προσηλωμένος στις αρχές της Μοναχικής ζωής. Διέμενε σ' ένα μικρό κελί της Μονής Πετράκη μαζί με την μητέρα του. Ο Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος, με τον οποίο είχε συγκρουσθεί από την εποχή που ήσαν και οι δύο Αρχιμανδρίτες και μετά κατά την περίοδο που ήταν Αρχιεπίσκοπος, έγραψε για τον Ιερώνυμο: «...Σπανίως θα εμφανισθή τοιούτος Αρχιεπίσκοπος, του οποίου το έργον δεν εφάνη εις όλην του την έκτασιν, διότι διώκησεν εις πολύ δύσκολον και τεταραγμένην υπό των πολιτικών παθών εποχήν». Ο Ιερώνυμος συμμετείχε σε πολλά επιστημονικά συνέδρια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Συγγραφικό έργο

Ήταν ο πολυγραφότερος των Αρχιεπισκόπων της Εκκλησίας της Eλλάδος και ένας από τους πλέον πολυγράφους καθηγητές της Θεολογικής Σχολής και Θεολόγους. Έγραψε και δημοσίευσε δεκάδες επιστημονικά-Θεολογικά έργα. Μεταξύ τους τα:

  • «Το ενθουσιαστικόν στοιχείον εις την εκκλησίαν των μαρτύρων» το 1950, εκδόσεις «Δαμασκός»,
  • «Λουκάς ο Νοταράς : ο πρώτος εθνομάρτυς» το 1953,
  • «Η θέσις των λαϊκών εντός του Εκκλησιαστικού Οργανισμού» το 1956,
  • «Ιδιάζουσα περίπτωσις «Εκκλησιαστικής Οικονομίας». Η θεία Ευχαριστία μεταφερομένη υπό μη χριστιανών γυναικών» το 1956,
  • «Προβλήματα της "Εκκλησιαστικής Οικονομίας"» το 1957, εκδόσεις «Δαμασκός»,
  • «Η από κανονικής απόψεως αξία της μυστηριακής επικοινωνίας Ανατολικών και Δυτικών επί Λατινοκρατίας και Ενετοκρατίας», το 1957,
  • «Η κανονική άποψις περί της επικοινωνίας μετά των ετεροδόξων» το 1957,
  • «Διάλογος εκ της κατά τον Β΄αι. τελετής του Βαπτίσματος» το 1957,
  • «Περί του κύρους της ιερωσύνης των Αγγλικανών από της απόψεως του κανονικού Δικαίου της Ορθοδόξου Εκκλησίας», το 1958,
  • «Η θέσις του Αυτοκράτορος του Βυζαντίου εν τη Θεία Λατρεία» το 1960, Θεσσαλονίκη,
  • «Συμβολή εις την ιστορίαν του Μ. Κωνσταντίνου-Αι εν Ρώμη ιπποδρομίαι προ της παρά την Μουλβίαν Γέφυραν μάχης» το 1960,
  • «Η συνήθεια εν τω νεοτέρω Κανονικώ Δικαίω, η φύσις, η επίδρασίς της και αι σχέσεις της προ το έθιμον» το 1961,
  • «Συμβολή εις την ερμηνείαν του 19ου Κανόνος της Α' Οικουμενικής Συνόδου» το 1962, Θεσσαλονίκη,
  • «Ευλαβικόν αφιέρωμα» το 1962,
  • «Αι περί κοινοβιακής ζωής αντιλήψεις του Μ.Βασιλείου» το 1963,
  • «Μηνύματα Χαράς» το 1964,
  • «Απαντήσεις εις σύγχρονα προβλήματα» το 1966,
  • «Η διάδοσις του χριστιανισμού κατά τους χρόνους των τριών Ιεραρχών» το 1966, εκδόσεις «Λόγος», Θεσσαλονίκη,
  • «Σχέδιον αναδιοργανώσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος: (υπόμνημα υποβληθέν εις την Ιεράν Σύνοδον)» το 1967,
  • «Τα Πατριαρχεία της Μέσης Ανατολής» το 1968,
  • «1829 ημέραι εις το Πηδάλιον», δίτομο έργο, ο πρώτος τόμος κυκλοφόρησε το 1972 και ο δεύτερος το 1975,
  • «Το δράμα ενός Αρχιεπισκόπου» το 1975,
  • «Περί του οικονομικού προβλήματος της Εκκλησίας της Ελλάδος» το 1975,
  • «Είμαστε Χριστιανοί;».

Πρόκειται για το τελευταίο εξομολογητικό βιβλίο του, που έγραψε στον Όρμο Υστερνίων. Σ' αυτό αποκαλύπτει την ευαισθησία της ψυχής του και τον πόθο του για την σωτηρία των αδελφών του και την δόξα της Εκκλησίας.

  • «Θέματα εκκλησιαστικής τέχνης-λειτουργικής 1834-1904»,
  • «Ἀθωνικόν Γεροντικόν»,
  • «Αγαπισμός. Το καινούριο σύστημα ζωής».

Μετέφρασε τα βιβλία,

  • «Παύλος» του Joseph Holzner, το 1953, [επανεκδόθηκε το 1961 και το 1973], το οποίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Δαμασκός»

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Διαβάστε τα λήμματα

21η ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1967

Αξιωματικοί (επαναστάτες)

21η Απριλίου 1967

25η Νοεμβρίου 1973

Θύματα τρομοκρατίας

Πολιτικά πρόσωπα

Πρωθυπουργοί

Υπουργοί

Υποστηρικτές

25η Νοεμβρίου 1973

Ορθόδοξοι Ιερωμένοι
  • Επίσκοποι
  • Μητροπολίτες
  • Θεολόγοι

Παραπομπές

  1. Αρχιεπίσκοποι Αθηνών-Πρόεδροι Ιεράς Συνόδου. Εκκλησία της Ελλάδος.
  2. [Ιστορικά ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Α' (ο Παπαδόπουλος) είναι ο ο πρώτος «Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος», καθώς όλοι οι προγενέστεροι απ' αυτόν ήταν Μητροπολίτες Αθηνών που απλώς έφεραν τον τίτλο και «Πάσης Ελλάδος» και συγκαλούσαν μεν την Ιεραρχία, αλλά δεν είχαν ακόμη τον τίτλο του Αρχιεπισκόπου.]
  3. Η ποιμαντική διακονία των Ιερέων στα νοσηλευτικά ιδρύματα των Αθηνών Εκκλησία της Ελλάδος.
  4. Ιστορία της Ε.Α.Ρ.Ε.Σ.
  5. Ιστορία της Ε.Α.Ρ.Ε.Σ.
  6. [Πολλοί προσποιούνται τους έκπληκτους για τη συκρότηση «Αριστίνδην Ιεράς Συνόδου», θέλοντας να αγνοούν ότι μέχρι τότε, από την απελευθέρωση της Ελλάδος μέχρι το 1945, είχαν συγκροτηθεί περί τις 10, στα εκατό χρόνια της αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος. Σχετική γνωμάτευση η οποία ανέφερε ότι «Ουδέν απολύτως κανονικόν ή συνταγματικόν κώλυμα υφίσταται προς σύγκλησιν Αριστίνδην Συνόδου» εξέδωσε επιτροπή που συγκροτήθηκε με την υπ’ αριθμ. 60277/129 απόφαση του Πρωθυπουργού Στέφανου Στεφανόπουλου, στην οποία περιλαμβάνονταν οι ειδικοί καθηγητές Α. Αλεβιζάτος, Α. Βαμβέτσος, Π. Μπρατσιώτης, Γεώργιος Ράμμος, Ι. Καρμίρης, Κ. Μπόνης, Α. Χριστοφιλόπουλος, Αρχιμανδρίτης Ιερώνυμος Κοτσώνης, που υπέβαλε το πόρισμα της στις 7 Δεκεμβρίου 1965 στον τότε Υπουργό Παιδείας.]
  7. [Φύλλο Εφημερίδος της Κυβερνήσεως Τεύχος 67Α' της 11ης Μαΐου 1967
  8. Η εκλογή του νέου Αρχιεπισκόπου. Εφημερίδα «Μακεδονία», Κυριακή 14 Μαΐου 1967, σελίδα 7η.
  9. [Φύλλο Εφημερίδος Κυβερνήσεως αριθμός 182, τεύχος 1ον, 19 Αυγούστου 1973.]
  10. [Νομοθετικό Διάταγμα 720 της 18ης Οκτωβρίου 1969.]
  11. [Εφημερίδα «Ηχώ των Ενόπλων Δυνάμεων», Ιούνιος 1973.]
  12. [«Πηδάλιον Εκκλησίας», σελίδα 184.]
  13. [«Το δράμα ενός Αρχιεπισκόπου», σελίδα 111}
  14. Υπεβλήθη η παρίατησις του κ. Ιερωνύμου Εφημερίδα «Μακεδονία», 16 Δεκεμβρίου 1973, σελίδα 1.
  15. Ο Αρχιεπισκοπικός θρόνος εκηρύχθη εν χηρεία Εφημερίδα «Μακεδονία», 20 Δεκεμβρίου 1973, σελίδες 1 & 9.
  16. [Φύλλο Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, αριθμός 4, τεύχος Α', 9 Ιανουαρίου 1974.]
  17. Διώκονται ποινικώς 104 και ο Ιερώνυμος. Εφημερίδα «Μακεδονία», 29 Μαρτίου 1975, σελίδα 1.
  18. Ατιμώρητοι οι υπουργοί της Χούντας. Εφημερίδα «Μακεδονία», 3 Ιουλίου 1975, σελίδα 1.
  19. Υπό κατηγορίαν ο Ιερώνυμος και Μητροπολίται. Εφημερίδα «Μακεδονία», 6 Φεβρουαρίου 1977, σελίδα 1.
  20. [Βασικοί κατηγορούμενοι στην υπόθεση ήταν ο Μητροπολίτης Αιτωλοακαρνανίας Θεόκλητος, ο Μητροπολίτης Νικαίας Γεώργιος και ο Μητροπολίτης Εδέσσης Καλλίνικος, οι οποίοι είχαν μηνυθεί για διαχειριστικές ατασθαλίες στον Οργανισμό Διαχειρίσεως Εκκλησιαστικής Περιουσίας, [Ο.Δ.Ε.Π.], την περίοδο του καθεστώτος της 21ης Απριλίου. Την υπόθεση είχε αναλάβει ο Εφέτης Τζανετής, ο οποίος διέσωσε και το υπόμνημα του Αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου, ενώ οι τρείς Μητροπολίτες μετά την απολογία τους είχαν αφεθεί ελεύθεροι. ]
  21. Εις μνημόσυνον Αρχιεπισκόπου Αθηνών Ιερωνύμου του Α΄ Ιερά Μητρόπολις Φθιώτιδος.
  22. [Εφημερίδα «Το Βήμα» , 12 Φεβρουαρίου 2006.]


Αρχιεπίσκοποι Αθηνών & Πάσης Ελλάδος
Αρχιεπίσκοπος Νεόφυτος (ο Μεταξάς) | Αρχιεπίσκοπος Μισαήλ (ο Αποστολίδης) | Αρχιεπίσκοπος Θεόφιλος (ο Βλαχοπαπαδόπουλος) | Αρχιεπίσκοπος Προκόπιος Α' (ο Γεωργιάδης) | Αρχιεπίσκοπος Γερμανός (ο Καλλιγάς) | Αρχιεπίσκοπος Προκόπιος Β' (ο Οικονομίδης) | Αρχιεπίσκοπος Θεόκλητος Α' (ο Μηνόπουλος) | Αρχιεπίσκοπος Μελέτιος (ο Μεταξάκης) | Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Α' (ο Παπαδόπουλος) | Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος (ο Φιλιππίδης) | Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός (ο Παπανδρέου) | Αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων (ο Βλάχος) | Αρχιεπίσκοπος Δωρόθεος (ο Κοτταράς) | Αρχιεπίσκοπος Θεόκλητος Β' (ο Παναγιωτόπουλος) | Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος (ο Βαβανάτσος) | Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β' (ο Χατζησταύρου) | Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Α' (ο Κοτσώνης) | Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ (ο Τίκας) | Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος (ο Παρασκευαΐδης) | Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Β' (ο Λιάπης)