Γεώργιος Λεοναρδόπουλος

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Γεώργιος Λεοναρδόπουλος Έλληνας Βασιλόφρονας ανώτατος αξιωματικός του Μηχανικού, που έγινε γνωστός από τη συμμετοχή του στο κίνημα του 1923 από κοινού με τους Παναγιώτη Γαργαλίδη και Γεώργιο Ζήρα, γεννήθηκε το 1867 στην Κόρινθο και πέθανε το 1936 στην Αθήνα.

Γεώργιος Λεοναρδόπουλος
Συνοπτικές πληροφορίες
Γέννηση: 1867
Τόπος: Κόρινθος (Ελλάδα)
Θάνατος: 1936
Τόπος: Αθήνα (Ελλάδα)
Υπηκοότητα: Ελληνική
Ασχολία: Αξιωματικός (ΜΧ)

Βιογραφία

Κατάγονταν από οικογένεια αγωνιστών του 1821, από τη Ζάτουνα [1] της επαρχίας Καρυταίνης στο νομό Αρκαδίας. Το 1899, αποφοίτησε ως ανθυπολοχαγός του Μηχανικού από τη Σχολή Ευελπίδων. Συμμετείχε στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897 και στον Α' Βαλκανικό Πόλεμο ως διοικητής Λόχου Γεφυροποιών και τραυματίσθηκε στη μάχη του Κόμανος. Το 1903 με το βαθμό του Υπολοχαγού υπηρετούσε αποσπασμένος από το Τοπογραφικό τμήμα του μηχανικού στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Στον Β' Βαλκανικό Πόλεμο μετείχε ως επιτελής αξιωματικός της 3ης Μεραρχίας και ως μέλος της επιτροπής χαράξεως των Ελληνοσερβικών συνόρων. Το 1915, με το βαθμό του Αντισυνταγματάρχη του Mηχανικού ήταν Επιτελάρχης της VΙII Μεραρχίας, η οποία είχε έδρα την Κέρκυρα. Προσχώρησε στο κίνημα της Εθνικής Αμύνης του Ελευθερίου Βενιζέλου και ανέλαβε αρχικά επιτελάρχης Σώματος, ενώ στη συνέχεια διορίστηκε το 1916, προσωπάρχης στο Υπουργείο Στρατιωτικών της προσωρινής κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης.

Επιχειρήσεις Θράκης

Την περίοδο 1918-20 με τον βαθμό του υποστράτηγου ήταν επικεφαλής της 4ης Μεραρχίας, στις επιχειρήσεις της Θράκης. Με εντολή του ο αρχηγός των Συμμαχικών Δυνάμεων της Ανατολής, Στρατηγός Ντ’ Εσπεραί έδωσε οδηγίες στα Ελληνικά στρατεύματα ενώ στο σημείωμα του ανέφερε ότι «...η παραχώρησις της Θράκης εις την Ελλάδα θα είναι δικαία αμοιβή δια την λαμπράν συμμετοχήν του ελληνικού στρατού εις τας εν Ανατολή επιχειρήσεις …». Μόλις ο Έλληνας αρχιστράτηγος Λεωνίδας Παρασκευόπουλος πήρε το τηλεγράφημα από τον Γάλλο συνάδελφό του Ντ΄Εσπερέ ότι οι σύμμαχοι επιτρέπουν στην Ελλάδα να καταλάβει την Ξάνθη, έσπευσε στα Μπούκια, το σημερινό Παρανέστι Δράμας, όπου είχε την έδρα της η 9η Μεραρχία των Ιωαννίνων υπό το στρατηγό Λεοναρδόπουλου, που περιλάμβανε τα 25ο Σύνταγμα Πεζικού, 26ο Σύνταγμα Πεζικού και 3/40 Σύνταγμα Ευζώνων, ο οποίος μιλώντας στους στρατιώτες του είπε, «..Σε σάς έλαχε η τύχη να μεταβήτε και να αποδώσετε την ελευθερίαν εις εν μέρος της πολυαγαπημένης μας Θράκης..».

Η Μεραρχία μετακινήθηκε από την περιοχή του Κιλκίς και στις 3/17 Οκτωβρίου 1919 με το Μηχανικό της γεφύρωσε το Νέστο ποταμό στα σημεία Τολότς και Παρανέστι. Αμέσως μετά διέταξε ένα Σύνταγμα να κινηθεί προς την Ξάνθη δια μέσου του Μαχμουτλί [Δαφνώνας], Γενίκιοϊ [Σταυρούπολη], Κουρλάρ [Κομνηνοί] και Κούρταλαν [Λυκοδρομίου], ενώ ένα άλλο τμήμα προχώρησε σιδηροδρομικώς για το Όξιλαρ [Τοξότες]. Οι επιχειρήσεις είχαν ξεκινήσει από το βράδυ αλλά το πρωί της 4ης/18ης Οκτωβρίου ελληνικά στρατεύματα, το 1ο Τάγμα του 25ου Συντάγματος υπό τη Διοίκηση του Συνταγματάρχη Δημητρίου Μεσσήνη και η 9η Ημιλαρχία Ιππικού πέρασαν το Νέστο και στις 11:00 το πρωί εισήλθαν στην πόλη της Ξάνθης [2]. Με διαταγή του Στρατηγού Λεοναρδόπουλου, επικεφαλής των στρατιωτικών τμημάτων κατά την είσοδο στην Ξάνθη, ήταν ο Ξανθιώτης Ανθυπολοχαγός Μηχανικού Γαβριήλ Λαδάς. Στις 4 Οκτωβρίου 1919 ο ελληνικός στρατός υπό το Στρατηγό Λεοναρδόπουλο εισήλθε στο «τρίγωνο της Ξάνθης», δηλαδή την Ξάνθη και περιοχές της σημερινής Ροδόπης μέχρι τον ποταμό Κομψάτο, κοντά στον Ίασμο [3]. Στη συνέχεια ο Λεοναρδόπουλος κινήθηκε δραστήρια και στις 15 Μαΐου έφθασε σιδηροδρομικώς στο Καραγάτς [Ορεστιάδα] και το Πύθιο, ενώ επιστρέφοντας του ανατέθηκε η στρατιωτική διοίκηση της Θεσσαλονίκης.

Μικρασιατική εκστρατεία

Ο Λεοναρδόπουλος πήρε μέρος στη Μικρασιατική Εκστρατεία με αίτηση που υπέβαλε στις 7 Μαρτίου 1921 και ήταν ο πρώτος διοικητής της «Ανεξάρτητης Μεραρχίας» που συγκροτήθηκε τον Ιούλιο του 1921 [4] και έδρασε στη Μικρά Ασία μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1922. Ο τίτλος «Ανεξάρτητη Μεραρχία» ήταν προσωρινός. Οι λόγοι της συγκροτήσεως της «Ανεξάρτητης Μεραρχίας» ήταν η ανάγκη δημιουργίας ενός επίλεκτου, στρατιωτικού σχηματισμού, ο οποίος θα αναλάμβανε υψηλής σημασίας επιχειρήσεις και συγκεκριμένα την κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως. Οι πλέον πιθανοί οριστικοί τίτλοι ήταν «Μεραρχία Κωνσταντινουπόλεως» ή «Μεραρχία Παλαιολόγου», λόγω του ότι είχαν επιλεγεί για την στελέχωσή της επίλεκτοι αξιωματικοί, επικρατέστερος τίτλος ήταν και «Μεραρχία Επίλεκτων».

Η Μεραρχία στην οπισθοχώρηση των Ελληνικών στρατευμάτων, πλήρως αποκομμένη από τους υπόλοιπους στρατιωτικούς σχηματισμούς που επιχειρούσαν στην Μικρά Ασία, έδωσε πολλές νικηφόρες μάχες αντιμετωπίζοντας άτακτες, αλλά και οργανωμένες μονάδες του εχθρού. Διάνυσε περισσότερα από 630 χιλιόμετρα μέσα σε εχθρικό έδαφος έχοντας υπό την διοίκηση της μόνο δύο συντάγματα πεζικού και μία τεράστιου μεγέθους εφοδιοπομπή. Μετά από 17 ημέρες συντεταγμένης οπισθοχώρησης, με μέσο όρο 14 ώρες πορεία την ημέρα, έφτασε στην Δεκελή όπου επιβιβάστηκε σε πλοία και μεταφέρθηκε στην Μυτιλήνη. Προς το τέλος της εκστρατείας ανέλαβε διοικητής της 10ης Μεραρχίας το 1921, παρά την ήττα του Ελευθερίου Βενιζέλου στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920, και συμμετείχε στις επιχειρήσεις του Σαγγάριου.

Κίνημα του 1922

Λίγες μέρες πριν την έκρηξη στην Χίο και την Μυτιλήνη του κινήματος των Νικολάου Πλαστήρα και Στυλιανού Γονατά, η κυβέρνηση του Νικόλαου Τριανταφυλλάκου προσπαθώντας να ενισχύσει το μέτωπο στην Θράκη, επανέφερε τον Γαργαλίδη στην ενεργό υπηρεσία. Στην Αθήνα είχαν εκδηλωθεί και κινηθεί υπέρ του Κινήματος οι στρατηγοί Θεόδωρος Πάγκαλος, Παναγιώτης Γαργαλίδης, Αλέξανδρος Μαζαράκης-Αινιάν, Μανέτας και Τσερούλης, οι συνταγματάρχαι Σκανδάλης, Σακελλαρόπουλος καί Χαβίνης, ο πλοίαρχος Αλέξανδρος Χατζηκυριάκος, οι αντιπλοίαρχοι Ιωάννης Δεμέστιχας, Κολιαλέξης καί Γιαννικώστας οι οποίοι είχαν συλλάβει τους θεωρούμενους υπευθύνους πολιτικούς, ενώ είχαν συγκεντρωθεί στα γραφεία τής εφημερίδος «Ελεύθερον Βήμα», τα οποία αποτέλεσαν το Στρατηγείο τους. Είχαν συλληφθεί και κρατούνταν στη Διεύθυνση της Αστυνομίας οι Δημήτριος Γούναρης, Νικόλαος Στράτος, Νικόλαος Θεοτόκης, Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, Βίκτωρ Δούσμανης, Κωνσταντινόπουλος και Τσόντος-Βάρδας. Μετά το κίνημα του 1922, ο Λεοναρδόπουλος διορίστηκε Διοικητής του Β' Σώματος Στρατού και επιμελήθηκε την αναδιοργάνωση της στρατιάς του Έβρου. Στις 17 Σεπτεμβρίου 1922 διορίστηκε προσωρινός Διοικητής της Χωροφυλακής. Στη διάρκεια της δικτατορίας του Θεόδωρου Πάγκαλου, αντικαταστάθηκε στη Διοίκηση του Δ' Σώματος Στρατού, από συμμαθητή του Πάγκαλου, αν και ήταν δέκα χρόνια αρχαιότερος του.

Κίνημα Λεοναρδόπουλου-Γαργαλίδη-Ζήρα

Βασιλόφρονες αξιωματικοί που δε συμμετείχαν στο «Στρατιωτικό Σύνδεσμο» κι αδικούνταν στις προαγωγές οργανώθηκαν με σκοπό την ανατροπή των Νικολάου Πλαστήρα και Στυλιανού Γονατά. Παράλληλα, οι συντηρητικοί αξιωματικοί που είχαν εξοργιστεί από την άδικη εκτέλεση των «Έξι», επιδίωκαν τη διατήρηση του θεσμού της Βασιλείας στην Ελλάδα. Η οργάνωση τους ονομάστηκε «Ομάδα Ταγματαρχών» ή «Μαύροι» λόγω των μαύρων κοκάλινων δαχτυλιδιών που φορούσαν ως ένδειξη πένθους για την εκτέλεση των «Έξι», είχε ως αρχηγούς τους Γεώργιο Τσολάκογλου, Κωνσταντίνο Μανιαδάκη, Πολύζο και Θεόδωρο Σκυλακάκη, ενώ ήταν σε επαφή και με τον Ιωάννη Μεταξά, αρχηγό του «Κόμματος των Ελευθεροφρόνων» και πολιτικό εκφραστή των Βασιλοφρόνων. Στρατιωτικοί αρχηγοί της οργανώσεως ορίστηκαν οι υποστράτηγοι Γεώργιος Λεοναρδόπουλος, Παναγιώτης Γαργαλίδης και ο συνταγματάρχης Γεώργιος Ζήρας.

Τα μεσάνυχτα της 21ης προς 22α Οκτωβρίου 1923 εκτέλεσε δίχως επιτυχία, μαζί με τον Παναγιώτη Γαργαλίδη, και το Γεώργιο Ζήρα το επαναστατικό στρατιωτικό κίνημα, με αφορμή την αμαχητί παράδοση στους Τούρκους της κατεχόμενης ανατολικής Θράκης. Με σχετική Προκήρυξη «Προς τον Ελληνικόν Λαόν, την Α.Μ. τον Βασιλέα, την Κυβέρνησιν, την Επανάστασιν του 1922...» την οποία υπέγραφαν οι Γαργαρίδης, Λεοναρδόπουλος, Ζήρας, προσκαλούσαν «...εκ μέρους του Στρατού την Κυβέρνηση να παραιτηθεί, την Επανάσταση να διαλυθεί...» και παρακαλούσαν «την Α.Μ. τον Βασιλέα» να αναλάβει πρωτοβουλία για την αποκατάσταση του μοναρχικού Πολιτεύματος..».

Το κίνημα απέτυχε καθώς δεν προβλεπόταν εξέγερση στην Αθήνα και παρά την αριθμητική υπεροχή των κινηματιών αξιωματικών, υπήρξε χλιαρή συμμετοχή των στρατιωτών, ενώ υπήρχαν και αντιθέσεις στους κόλπους των κινηματιών. Τα στρατεύματα των κινηματιών, περί τις 4.500 άνδρες, που κινήθηκαν από την Πελοπόννησο προς την Αθήνα για την κατάληψη της εξουσίας, παγιδεύτηκαν στον Κιθαιρώνα από τις δυνάμεις της επαναστατικής επιτροπής, που είχαν μεταφερθεί από την Θεσσαλονίκη μετά την εύκολη συντριβή των δυνάμεων του Γιώργου Ζήρα, από το Γεώργιο Κονδύλη, στο χωριό Νάρες [5] του σημερινού νομού Κιλκίς, ο οποίος μετά την ήττα του κατέφυγε στην στην Γιουγκοσλαβία. Ο στόλος, που ήταν πιστός στην Επανάσταση, απείλησε με βομβαρδισμό την Κόρινθο, αναγκάζοντας τον φρούραρχο της Κώστα Μανιαδάκη να παραδώσει την πόλη. Στο διάγγελμά τους, που δημοσιεύτηκε σε τρεις εφημερίδες, «Νέα Ημέρα», «Καθημερινή» και «Πολιτεία», σημείωναν ότι, «...Ο στρατός βεβαιοί ότι δεν θα επέμβη το παράπαν, ούτε εις τον καταρτισμόν της νέας κυβερνήσεως, ούτε εις το κατόπιν έργον αυτής. Θα περιορισθή εις την τήρησιν της τάξεως και εις τα καθαρώς στρατιωτικά αυτού καθήκοντα». Ο Ιωάννης Μεταξάς, που στη διάρκεια του Κινήματος βρισκόταν στην Κόρινθο, διέφυγε στην Ιταλία από την Πάτρα, με νορβηγικό πλοίο που είχε ξεφορτώσει βακαλάους.

Στην Αθήνα την κατάσταση πήρε στα χέρια του ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος, ως αρχηγός του Στρατού, ενώ Δημοτικά συμβούλια, η Ιερά Σύνοδος και πολιτικοί καταδίκαζαν το κίνημα. Ο Νικόλαος Πλαστήρας κήρυξε στρατιωτικό νόμο και κινητοποίησε τις στρατιωτικές μονάδες που είχαν μείνει πιστές στην κυβέρνηση, ενώ στο διάγγελμά του σημείωνε, «Η άτιμος και η προδοτική πράξις δύο στρατηγών και ενίων ανωτέρων αξιωματικών εις στιγμάς κατά τας οποίας η πατρίς επρόκειτο διά των εκλογών να εισέλθη εις ομαλήν κοινοβουλευτικήν περίοδον, σύμφωνα με εξαγγελθέν πρόγραμμα της Επανάστασεως, καταδικάζεται εις την συνείδησιν του ελληνικού έθνους ολοκλήρου». Στις 27 Οκτωβρίου οι κινηματίες παραδόθηκαν αφού ο Νικόλαος Πλαστήρας έδωσε αμνηστία στους στρατιώτες και υποσχέθηκε επιείκεια για τους κατώτερους και μεσαίους αξιωματικούς.

Ο Παναγιώτης Γαργαλίδης που είχε τεθεί επικεφαλής των στρατιωτικών φρουρών της Πελοποννήσου που ήταν αντιβενιζελικές, πέρασε τον Ισθμό και βάδισε προς την Αθήνα. Τελικά κυκλώθηκε από κυβερνητικά στρατεύματα και αναγκάσθηκε να παραδοθεί άνευ όρων. Ο Λεοναρδόπουλος συνελήφθη στον Κιθαιρώνα μαζί με τον Παναγιώτη Γαργαλίδη και πολλούς από τους αξιωματικούς που συμμετείχαν στο κίνημα. Οι αξιωματικοί κρατήθηκαν σε σχολείο στην Ελευσίνα, ενώ οι Λεοναρδόπουλος και Γαργαλίδης κρατήθηκαν σε πλοίο που χρησιμοποιήθηκε ως πλωτή φυλακή [6] στο λιμάνι της Ελευσίνας. Ακολούθησε ξεχωριστή δίκη των δύο υποστρατήγων στις 15 Νοεμβρίου 1923, από το «Στρατοδικείο Εκστρατείας» που συστάθηκε στην Ελευσίνα [7]. Οι δικαστές καταδίκασαν τον Λεοναρδόπουλο σε θάνατο επί εσχάτη προδοσία, με ψήφους τέσσερις έναντι μιας, ποινή που δεν εκτελέστηκε και σε στρατιωτική καθαίρεση μαζί με τους Παναγιώτη Γαργαλίδη και τους αντισυνταγματάρχες Αβράμπο και Νικολαρέα, ενώ άλλοι 58 αξιωματικοί καταδικάστηκαν σε μικρότερες ποινές από άλλα έκτακτα δικαστήρια. Για την τύχη τους εκδηλώθηκε ενδιαφέρον από τον ίδιο τον Ελευθέριο Βενιζέλο, που ήταν παρών στο δικαστήριο την ημέρα εκδόσεως της αποφάσεως, από πρεσβείες ξένων χωρών μέχρι και τον Πάπα Πίο ΙΑ', ενώ Γάλλος στρατιωτικός ακόλουθος παρακολούθησε την δίκη. Τα στρατοδικεία καταδίκασαν πολλούς αξιωματικούς σε μικρότερες ποινές, ενώ αποτάχθηκαν 1.284 αξιωματικοί, με βασικό κριτήριο όχι την συμμετοχή τους στο κίνημα, αλλά κυρίως τα πολιτικά τους φρονήματα, ενώ μέσα σε χρονικό διάστημα έξι μηνών οι δύο υποστράτηγοι απελευθερώθηκαν και αμνηστεύθηκαν τον επόμενο χρόνο. Όταν προκηρύχθηκε το δημοψήφισμα για την πολιτειακή μεταβολή, ο Λεοναρδόπουλος τάχθηκε υπέρ της Βασιλείας προσπαθώντας να επηρεάσει την κοινή γνώμη υπέρ του θεσμού.

Λίγο πριν το δημοψήφισμα για την κατάργηση της Βασιλείας στην Ελλάδα, ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου όρισε υπουργό Εννόμου Τάξεως τον Θεόδωρο Πάγκαλο, ο οποίος με διαταγή του την προηγουμένη των εκλογών φυλάκισε 15 ανώτατους απόστρατους αξιωματικούς με την κατηγορία της υποκινήσεως σε στάση, ανάμεσα τους και ο Γαργαλίδης. Μετά την πτώση του Παγκάλου, όταν τον Οκτώβριο του 1926, σχηματίστηκε η Οικουμενική κυβέρνηση υπό τον Αλέξανδρο Ζαΐμη, έγινε επανεξέταση των περιπτώσεως στις οποίες αποτάχθηκαν αξιωματικοί, προκειμένου να επανέλθουν στην ενεργό δράση περί τους πεντακόσιους, λύση που υποστήριξε το «Λαϊκό Κόμμα» του Παναγή Τσαλδάρη. Ο Γαργαλίδης ορίστηκε μέλος της επιτροπής επανεξετάσεως, καθώς θεωρήθηκε πρόσωπο ευρύτερης αποδοχής με ικανή γνώση των προσώπων και του στρατού. Η πλήρης αποκατάσταση του Λεοναρδόπουλου επήλθε το 1935, όταν του αποδόθηκαν αναδρομικά οι στρατιωτικοί του βαθμοί.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. Μια άγνωστη ιστορική λεπτομέρεια που κάνει τους Ζατουνίτες υπερήφανους arcadiaportal.gr
  2. [Το Γενικό Επιτελείο Στρατού στο ανακοινωθέν του της 4ης Οκτωβρίου 1919, για την κατάληψη της Ξάνθης τόνιζε, «Η Ξάνθη κατελήφθη σήμερον την πρωΐαν. Ο στρατηγός Λεοναρδόπουλος διοικητής της 9ης Μεραρχίας εισήλθεν εις την πόλιν την 10ην και 30 πρωϊνήν. Η υποδοχή του εκ μέρους των κατοίκων υπήρξεν ενθουσιώδης. Απόλυτος τάξις επικρατεί εις άπασαν την περιοχήν..».]
  3. [Σύμφωνα με ανταποκρίσεις του δημοσιογράφου Αύγουστου Θεολογίτη, μετέπειτα υπουργού των κυβερνήσεων της «Εθνικής Ριζοσπαστικής Ενώσεως» του Κωνσταντίνου Καραμανλή, στην εφημερίδα «Μακεδονία» της Παρασκευής 4 Οκτωβρίου 1919, «...Τα απελευθερωτικά στρατεύματα υπό τον Λεοναρδόπουλο προελαύνουν, καταλαβόντα τα πέριξ της Ξάνθης χωρία. Αίφνις, πάνω από τον δρόμο των Μοναστηρίων διαγράφονται οι φιγούρες των στρατιωτών μας. Όλοι οι Έλληνες τρέχαμε εις προϋπάντησίν των. Έπειτα από λίγο η κάτωθι του Μοναστηρίου πεδιάς επλημμύρισε από χακί τιμημένο και δοξασμένο. Στην πόλη, κάτι φάτσες χονδρές βουλγαρικές κερένιες, κατάχλωμες, σέρνουν τα κάρρα και φεύγουν σαν τα κοράκια στα μέρη των. Η χαρά μας μεταβάλλεται εις εξωφρενικόν ενθουσιασμόν. Το όνειρο παίρνει σάρκα. Η Ξάνθη ελεύθερη για πάντα θα λησμονήσει τα περασμένα και θα ξεχάσει μέσα στην αγκαλιά της πατρίδος όλη την πίκρα του παρελθόντος...».]
  4. [Η «Ανεξάρτητη Μεραρχία» είχε συγκροτηθεί στη Θράκη τον Ιούλιο του 1921 για να συμμετάσχει στην κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως κι έφθασε στη Μικρά Ασία καθυστερημένα. Πρώτος διοικητής της ήταν ο Υποστράτηγος Γεώργιος Λεοναρδόπουλος. Τον Αύγουστο του 1922, διοικητής της ήταν ο Δημήτριος Θεοτόκης, με επιτελικούς αξιωματικούς τους διοικητές των συνταγμάτων της, τον Ιωάννη Κωνσταντίνου, τον Νικόλαο Τσίπουρα, τον Νικόλαο Κολομβότσο και τον Σ. Μαυρογένους. Η επίθεση των Τούρκων στη περιοχή του Αφιόν την βρήκε να κατέχει τον τομέα του Σεϊντή Γαζή–Ακ Ιν. Η Μεραρχία πήρε διαταγή να σπεύσει για βοήθεια του Α' Σώματος, η κίνηση της άρχισε στις 16 Αυγούστου κι αμέσως τα τμήματα της αντιμετώπισαν σφοδρή αντίσταση. Το πρωϊνό της 18ης Αυγούστου, η «Ανεξάρτητη Μεραρχία» ξεκίνησε από το Σιδηροδρομικό Σταθμό Αλαγιούντ, με κατεύθυνση την Κιουτάχεια. Μετά από μια πορεία 4 χιλιομέτρων στράφηκε προς νότον, ακολουθώντας την αμαξιτή οδό παραπλεύρως της κοίτης του ποταμού Γύμαρη, ο οποίος βρίσκεται μέσα σε ένα φαράγγι μήκους 18 χιλιομέτρων. Ο Γύμαρης είναι παραπόταμος του Σαγγάριου ποταμού. Εκεί σε μία στενωπό, η Μεραρχία συνάντησε τα παραμορφωμένα από τα βασανιστήρια και πολλές φορές ανασκολοπισμένα πτώματα Ελλήνων στρατιωτών. Ήταν οι στρατιώτες του 32ου Συντάγματος το οποίο είχε εγκαταλείψει ο διοικητής του Π. Σπυρόπουλος, αφήνοντας τούς Ευζώνους του στη μοίρα τους.]
  5. [Ο οικισμός Νάρες ή Νάρρες ανήκε στην κοινότητα Αγιονερίου Νομού Κιλκίς [Βασιλικό Διάταγμα 28 Ιουνίου 1918, Φ.Ε.Κ. 152/2 Ιουλίου 1918] και μετονομάστηκε σε Φιλαδελφειανά [Διάταγμα 28 Δεκεμβρίου 1926, Φ.Ε.Κ. 7/14 Ιανουαρίου 1927] και σε Νέα Φιλαδέλφεια [Διάταγμα 2 Νοεμβρίου 1967,Φ.Ε.Κ. 206/1967]. Ήταν ένας μικρός οικισμός ή τσιφλίκι στον οποίο ζούσαν 150 περίπου άτομα, οι οποίοι μετά τους Βαλκανικούς πολέμους εγκατέλειψαν τα σπίτια τους. Το 1922 ήρθαν στην περιοχή οι πρώτοι Μικρασιάτες πρόσφυγες, ενώ το 1927 εγκαταστάθηκαν στον οικισμό και Θρακιώτες και το 1928 κατοικούσαν περίπου 550 άτομα. Το 1963 ένας μικρός οικισμός -δίπλα στις σημερινές πηγές της ΕΥΔΑΘ- ο οποίος διατηρούσε το παλαιό όνομα μετονομάστηκε σε Δίλοφον [11 Δεκεμβρίου 1963, Φ.Ε.Κ. 219/1963]. Ο οικισμός δεν υπάρχει σήμερα και οι κάτοικοί του στην πλειοψηφία τους μετακόμισαν στην Νέα Φιλαδέλφεια, που η περιοχή της ήταν στις αρχές του 20ου αιώνα ένα τεράστιο τσιφλίκι που είχε δοθεί από τους κατακτητές, στον Τούρκο μπέη της περιοχής. Είχε το όνομα Νάρες που ίσως να σήμαινε ροδιά από τις πολλές ροδιές που είχε στην περιοχή των βάλτων [ΙΝΑΡ στα τούρκικα σημαίνει ρόδι].]
  6. [Ιστορικά στοιχεία για το πλοίο, «Τ/Β Βέλος» Ι 23, αντιτορπιλικό κλάσεως «Νίκη». Υπηρέτησε στο Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό από το 1907 έως το 1926 και ήταν παραγγελία της Ελληνικής Κυβερνήσεως στα ναυπηγεία «Germany–Vuliom–Verks AG. Stettin, Bredow», το 1905. Η καθέλκυση του έγινε στις 8 Μαΐου 1907. Έλαβε μέρος στους πολέμους του 1912 – 1913. Το 1917 κατασχέθηκε από τους Γάλλους και παρέμεινε στην κατοχή τους μέχρις όταν η Ελλάδα συμμάχησε με τις δυτικές δυνάμεις, ΑΝΤΑΝΤ. Μετά την ανακωχή του Μούδρου το Νοέμβριο του 1918, έπλευσε στα Δαρδανέλια με τα υπόλοιπα ελληνικά και συμμαχικά πλοία. Ήταν το πρώτο Ελληνικό πλοίο που κατέπλευσε στην Κωνσταντινούπολη. Από τον Φεβρουάριο μέχρι και τον Ιούνιο του 1919, έλαβε μέρος σε συμμαχικές επιχειρήσεις στον Εύξεινο Πόντο και συνόδευσε πλοία που μετέφεραν Έλληνες πρόσφυγες από τη Ρωσία. Μέχρι το 1922 έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις του αποκλεισμού των παραλίων της Μικράς Ασίας κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής εκστρατείας. Το 1926 παροπλίσθηκε διότι η επισκευή του κρίθηκε ασύμφορη για το Ελληνικό Δημόσιο.]
  7. Η απολογία του στρατηγού Λεοναρδόπουλου Εφημερίδα «Εμπρός», Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 1923, σελίδα 1.