Αναστάσιος Παπούλας

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Αναστάσιος Παπούλας, Έλληνας ανώτατος στρατιωτικός που διατέλεσε αρχιστράτηγος των Ελληνικών δυνάμεων κατά τη Μικρασιατική εκστρατεία, γεννήθηκε την /13η Ιανουαρίου 1857 στο Μεσολόγγι και εκτελέστηκε τη Μεγάλη Τετάρτη 24 Απριλίου 1935 στου Γουδή, μαζί με τον Μιλτιάδη Κοιμήση, συνάδελφο, φίλο και συμπατριώτη του ο οποίος κατάγονταν από την Αμφιλοχία του Νομού Αιτωλοακαρνανίας, για τη συμμετοχή του στο αποτυχημένο κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935 των Νικόλαου Πλαστήρα και Ελευθέριου Βενιζέλου.

Ήταν παντρεμένος και από το γάμο του απέκτησε ένα γιο, τον μετέπειτα συνταγματάρχη Λάκη Παπούλα.

Αναστάσιος Παπούλας

Βιογραφία

Πατέρας του ήταν ο αντιστράτηγος Σπυρίδων Παπούλας, αγωνιστής του 1821 στο Μεσολόγγι, που μετά την απελευθέρωση εργάστηκε ως πλοίαρχος εμπορικών πλοίων και παράλληλα έγινε ιδιοκτήτης των πλοίων «Αθηνά» και «Έκτωρ», των μεγαλύτερων της εποχής. Ο Αναστάσιος ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Μεσολόγγι και το 1878 κατατάχθηκε ως εθελοντής στον Ελληνικό στρατό. Φοίτησε στη Σχολή Ευελπίδων και πήρε μέρος στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 με το βαθμό του Υπολοχαγού, σαν διοικητής Λόχου στο στρατό Θεσσαλίας. Στον Μακεδονικό αγώνα ήταν μεταξύ των αξιωματικών που συνέβαλαν [1] στην διοργάνωση του και το Φεβρουάριο του 1904 με το βαθμό του λοχαγού Πεζικού, μαζί με τον ομοβάθμο του Αλέξανδρο Κοντούλη, τον Υπολοχαγό Γεώργιο Κολοκοτρώνη και τον Ανθυπολογαχό Παύλο Μελά, επισκέφθηκαν την τότε κατεχόμενη από τους Τούρκους περιοχή.

Στο τέλος του Ιανουαρίου 1905, με το βαθμό του Λοχαγού διετέλεσε διευθυντής [2] της τότε διοικητικής αστυνομίας Αθηνών—Πειραιώς, ενώ το 1909, ήταν από από τους πρωτεργάτες της επαναστάσεως στου Γουδή και συμμετείχε στο συμβούλιο εκκαθαρίσεων των αξιωματικών. Πολέμησε στους Βαλκανικούς πολέμους, ως συνταγματάρχης-διοικητής του 10ου Συντάγματος Πεζικού [3] και έλαβε μέρος σε όλες τις επιχειρήσεις της 3ης Μεραρχίας σε Μακεδονία και Ήπειρο, ενώ πήρε μέρος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας

Με το βαθμό του Υποστρατήγου ο Παπούλας, διοίκησε το V Σώμα Στρατού. Στο τέλος Δεκεμβρίου 1913 ανακλήθηκε στην Αθήνα ο Αντιστράτηγος Παναγιώτης Δαγκλής, τον οποίο αντικατέστησε ο Παπούλας, που ανέλαβε [4] την ευθύνη του πρωτοκόλλου της Φλωρεντίας και όπως αναφέρεται σε τηλεγράφημα του Σπύρου Σπυρομήλιου στους Μητροπολίτες Δρυϊνουπόλεως Βασίλειο και Βελλάς και Κονίτσης Σπυρίδωνα

«Χειμάρρα 9-2-1914, Προς Πρόεδρον Συνελεύσεως. Στρατηγός (σ.σ. Αναστάσιος Παπούλας) έρχεται Αργυρόκαστρον αύριον εξ Ιωαννίνων όπως φυλακίσει υμάς STOP. Έδωσεν διαταγήν συλλήψεως και ματαιώσεως ανταρσίας STOP. Εκκένωσις αρχίζει εκ Κορυτσάς 16 (σ.σ. Φεβρουαρίου) STOP. Αύριο πρωί κηρύξατε αυτονομίαν. Πράττω ίδιος. Σπυρομήλιος».

Έφτασε στην Κορυτσά στις 10 Φεβρουαρίου 1914 και είχε αποστολή να επιβλέψει την εκκένωση και την παράδοση της περιοχής σύμφωνα με τις διαταγές της Ελληνικής Κυβερνήσεως [5]. Ενημέρωσε στη Μητρόπολη όλα τα μέλη της Επιτροπής Εθνικής Άμυνας της Κορυτσάς, ότι η Ελλάδα ήταν υποχρεωμένη να αποχωρίσει και τους διαβεβαίωσε ότι είχαν εξασφαλιστεί η ζωή, η τιμή, η περιουσία, τα εκκλησιαστικά και σχολικά τους προνόμια. Η Επιτροπή Εθνικής Άμυνας απαίτησε να έχει γραπτές τις διαβεβαιώσεις του και ο υποστράτηγος τους διαμήνυσε μέσω του αστυνομικού διευθυντή, ότι έπρεπε να διαλύσουν την επιτροπή και με έγγραφη απάντησή του στον Μητροπολίτη Γερμανό, διαβεβαίωνε ότι η ζωή, η περιουσία, η εθνική οντότητα και τα προνόμια του Πατριαρχείου ήταν εξασφαλισμένα, και στις 14 προς 15 Φεβρουαρίου 1914, αναχώρησε για το Αργυρόκαστρο.

Αρχιστράτηγος Μικράς Ασίας

Μετά την εκθρόνιση του βασιλιά Κωνσταντίνου το 1917, οργάνωσε τα κινήματα της Θήβας και της Πελοποννήσου και καταδικάστηκε σε θάνατο, όμως δεν εκτελέστηκε ύστερα από προσωπική επέμβαση του Ελευθερίου Βενιζέλου. Έμεινε έγκλειστος στις φυλακές του Ιτζεδδίν και την 1η Νοεμβρίου 1920, μετά την ήττα του Ελευθερίου Βενιζέλου στις εκλογές, τοποθετήθηκε στη θέση του αρχηγού της Στρατιάς της Μικράς Ασίας στην οποία αντικατέστησε τον Λεωνίδα Παρασκευόπουλο. Έφτασε στη Σμύρνη στις 9 Νοεμβρίου και με την πρώτη του ημερήσια διαταγή προκάλεσε ικανοποίηση και δημιούργησε αίσθηση εμπιστοσύνης, όμως με τηλεγράφημα του στον βασιλιά Κωνσταντίνο Α΄, ο οποίος επανήλθε στον θρόνο του τον Δεκέμβριο του 1920 [6], εξέγειρε τις γαλλικές διπλωματικές αρχές εναντίον του. Παράλληλα ο Κωνσταντίνος Πάλλης τοποθετήθηκε αρχηγός του επιτελείου στη θέση του Θεόδωρου Πάγκαλου, ενώ ο Ιωάννης Μεταξάς αρνήθηκε να τεθεί επικεφαλής της Στρατιάς της Μικράς Ασίας αφού είχε προεξοφλήσει την αποτυχία της προσπάθειας. Η δύναμη της στρατιάς, όταν ανέλαβε την διοίκηση της ανέρχονταν σε 3.805 αξιωματικούς, 111.861 οπλίτες, 115 πεδινά πυροβόλα και 146 ορεινά πυροβόλα.

Αναστάσιος Παπούλας

Στη θέση επέδειξε στρατηγικές και ηγετικές ικανότητες και εργάστηκε για την επίτευξη πνεύματος εθνικής ενότητας στο διχασμένο στράτευμα. Στις 10 Μαρτίου 1921, διέταξε τους 111.861 Έλληνες στρατιώτες να κινηθούν από τη Νικομήδεια, την Προύσα τις Τημενοθύρες ή Ουσάκ, προς τη γραμμή Δορύλαιο ή Εσκί Σεχίρ-Ακροηνό ή Αφιόν Καραχισάρ, όπου έφτασε στις 15 Μαρτίου το Α' Σώμα Στρατού υπό τον αντιστράτηγο Κοντούλη, ενώ στις 26 Ιουνίου μαζί με το επιτελείο του μεταφέρθηκαν από την Σμύρνη στο Ουσάκ. Στις 4 Ιουλίου 1921, κατέκτησε την πατρίδα του Κιουταχή, την Κιουτάχεια. Μπαίνοντας μέσα στην πόλη, κάλπαζε, έφιππος, ψάχνοντας ως κατακτητής, για τον τάφο του Πασά, για να του χαλάσει τον ύπνο. Εκεί αποθανατίζει τη στιγμή με μια φωτογραφία, φωνάζοντας, «Κιουταχή, σε εκδικήθηκα!...», εννοώντας ότι εκδικήθηκε για την καταστροφή του Μεσολογγίου, της ιδιαίτερης πατρίδας του.

Στις 15 Ιουλίου 1921 συνεκλήθη πολεμικό συμβούλιο στην Κιουτάχεια με τον βασιλιά Κωνσταντίνο, στο οποίο πήραν επίσης μέρος, ο πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης, ο Υπουργός Στρατιωτικών Νικόλαος Θεοτόκης, ο απόστρατος υποστράτηγος Ξενοφών Στρατηγός, οι οποίοι τάχθηκαν υπέρ της προελάσεως και ο διοικητής της Στρατιάς Αναστάσιος Παπούλας, ο επιτελάρχης της συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Πάλλης και ο αντιστράτηγος Βίκτωρ Δούσμανης, που ήταν επιφυλακτικοί και διάβασαν το υπόμνημα του συνταγματάρχου Γεωργίου Σπυρίδωνος, που ήταν αντίθετος στην προέλαση η οποία έπρεπε να καλύψει 265 χιλιόμετρα μέσα στην Αλμυρά Έρημο.

Τελικά η προέλαση αποφασίστηκε και ως ημερομηνία ενάρξεως ορίστηκε η 1η Αυγούστου 1921 και την ελληνική στρατιά, αποτελούσαν 120.000 οπλίτες και 3.780 αξιωματικοί. Στις 3 Αυγούστου ο ελληνικός στρατός είχε φτάσει στη γραμμή Μιχαλίτς-Σαρήκιοϊ-Σιβρί Χισάρ και γέφυρα Φετί Ογλού, ενώ η εκστρατεία συνεχίστηκε το πρωί της 6ης Αυγούστου κατά μήκος του ποταμού Σαγγάριου. Στις 10 Αυγούστου, η έλλειψη νερού και τροφίμων, η ζέστη και οι αρρώστιες ανάγκασαν τον Παπούλα να διατάξει σύμπτυξη και επιστροφή της Στρατιάς, καταστρέφοντας τις γέφυρες μεταξύ του ποταμού Σαγγάριου και του Εσκί Σεχίρ. Επεξεργάστηκε σχέδιο άμυνας στις γραμμές έξω από την Άγκυρα και προετοίμαζε ισχυρή επίθεση για να κάμψει τους Τούρκους και διέταξε τον πρίγκιπα Ανδρέα, διοικητή του Β΄ Σώματος Στρατού, να μετακινηθεί στην ευθεία των άλλων 2 σωμάτων, εντολή που δεν εφαρμόστηκε. Στις 26 Αυγούστου σε τηλεγράφημά του στον υπουργό Στρατιωτικών Νικόλαο Θεοτόκη ανέφερε ότι «…η παράταση των επιχειρήσεων γίνεται πλέον επικίνδυνη σε αυτόν τον αγώνα των χαρακωμάτων. Πρέπει οπωσδήποτε να συναφθεί ανακωχή».

Στις 27 Αυγούστου ο πρίγκηπας Ανδρέας απαντά ότι η επίθεση που τον διατάζουν να εκτελέσει είναι «αδύνατος και ανωφελής» και ότι έχει ήδη διατάξει υποχώρηση και μετακίνηση στα νώτα του Γ΄ Σώματος Στρατού. Ο Αρχιστράτηγος του τηλεγραφεί «Έκπληκτος προ σκέψεως εγκαταλείψεως θέσεως σας, διατάσσω Σώμα να παραμείνει θέσεις του. Μόνος αρμόδιος κρίνει και αποφασίσει τυγχάνω εγώ ως διοικητής Στρατιάς. ΑΝΑΚΑΛΕΣΑΤΕ πάσαν διαταχθείσαν μετακίνησην». Η Κυβέρνηση του Δημητρίου Γούναρη με τηλεγράφημα προς τον Παπούλα του αφήνει πρωτοβουλία αποφάσεων προς το συμφέρον των μονάδων του. Την νύχτα 28ης προς 29ης Αυγούστου 1921 ο Παπούλας αποφάσισε την απαγκίστρωση και την σύμπτυξη του Ελληνικού στρατού καθώς και την την επιστροφή του στις θέσεις άμυνας στο Δορύλαιον, [Εσκί Σεχίρ-Eskisehir], και στις 09.15΄ τηλεγραφεί στους διοικητές «…Ο στρατός απέδωκεν ότι ηδύνατο. Υποχωρούμε». Στο διάστημα από τις 17 μέχρι τις 25 Σεπτεμβρίου 1921, μένοντας σε διάταξη άμυνας, απέκρουσαν την εχθρική επίθεση και οι Τούρκοι επέστρεψαν ανατολικά από τον ποταμό Σαγγάριο. Ο Παπούλας παραιτήθηκε το Μάιο του 1922 και αποσύρθηκε από το στράτευμα, απογοητευμένος λόγω της αρνήσεως της κυβερνήσεως να του στείλει ενισχύσεις, αλλά και τους χειρισμούς της πολιτικής ηγεσίας και του θρόνου. Φυλακίστηκε στις φυλακές Αβέρωφ, απ' όπου αποφυλακίστηκε το απόγευμα της 22ας Νοεμβρίου 1922.

Μάρτυρας στη δίκη των έξι

Κατά την επανάσταση του 1922 ο Παπούλας έλαβε μέρος στις διαπραγματεύσεις ανάμεσα στη τότε κυβέρνηση και των επαναστατών που στο μεταξύ από τη Χίο είχαν καταπλεύσει στο Λαύριο, όπου ο ίδιος παρέλαβε τα αιτήματα των επαναστατών και εισηγήθηκε στη Κυβέρνηση του Νικόλαου Τριανταφυλλάκου να γίνουν αποδεκτά.

Κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας, στη «δίκη των έξι», εναντίον του Γεωργίου Χατζανέστη, στις πλάτες του οποίου έριξε ευθύνες και παραλήψεις δικές του. Η κατάθεση του δημιούργησε ιδιαίτερη εντύπωση καθώς απέδωσε όλες τις ευθύνες στον Γεώργιο Χατζανέστη, τον οποίο ο ίδιος είχε προτείνει για τη θέση του αρχιστρατήγου. Μαζί του κατέθεσαν ως μάρτυρες κατηγορίας, ορισμένοι από τους συνολικά δώδεκα, οι Μιλτιάδης Κοιμήσης, Π. Σουμίλας, υποστράτηγος, Μιχαήλ Πάσσαρης, συνταγματάρχης, Γ. Σπυρίδωνος, συνταγματάρχης, Μιλτιάδης Κοιμήσης, αντισυνταγματάρχης, Θεόδωρος Σκυλακάκης, ταγματάρχης και υπασπιστής του Πάγκαλου, Κ. Κανελλόπουλος, λοχαγός, Λεωνίδας Σπαής, λοχαγός, Αναστάσιος Βενετσανόπουλος, διευθυντής επιμελητείας του υπουργείου στρατιωτικών, Γεώργιος Δημητρίου Ράλλης, ο οποίος διαφώνησε με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, Φωκίωνας Νέγρης, Βενιζελικός πολιτικός, και Κωνσταντίνος Ρέντης, διπλωματικός υπάλληλος και αργότερα υπουργός. Μετά την ίδρυση της Δεύτερης Ελληνικής Δημοκρατίας, κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1920 και τις αρχές του 1930, μετατράπηκε σε ισχυρό αντίπαλο της μοναρχίας, κι υποστηρικτής του Ελευθέριου Βενιζέλου.

Σύμφωνα με τον Νικόλαο Κολόμβα [7], αντιστράτηγο ε.α., «…ως κύριος μάρτυρας κατηγορίας προσήλθε –ή μάλλον εσύρθη– ο τέως επί 19 μήνες διοικητής της Στρατιάς Μ.Α. Στρατηγός Αναστάσιος Παπούλας, ο οποίος εκρατείτο στις φυλακές «Αβέρωφ», και ..{..}.. απελύθη στις 22 Νοεμβρίου 1922, ευθύς μετά και την συναφή δίκη και καταδίκη του Πρίγκηπος Ανδρέου (19 Σεπτεμβρίου 22), χωρίς να του απαγγελθεί καμία κατηγορία».

Το κίνημα του 1935

Αναστάσιος Παπούλας

Αναδείχθηκε ως ο επικεφαλής της μια πολιτικο-στρατιωτικής οργανώσεως «Δημοκρατική Άμυνα», ενώ άλλοι αξιωματικοί είχαν συγκροτήσει την «Εθνική Στρατιωτική Οργάνωση» [Ε.Σ.Ο.], στην οποία συμμετείχαν ο συνταγματάρχης Στέφανος Σαράφης και οι αδελφοί Χριστόδουλος και Ιωάννης Τσιγάντες. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος επέμενε να αναλάβει την ηγεσία του κινήματος ο Νικόλαος Πλαστήρας, ο οποίος επιστρέφοντας στην Ελλάδα από τη Γαλλία, συνελήφθη από την Ιταλική αστυνομία και κρατήθηκε στο Πρίντεζι, μέχρι να ξακαθαρίσει η κατάσταση στην Ελλάδα. Στο Κίνημα συμμετείχαν οι φρουρές της Βόρειας Ελλάδος το 3ο και 4ο Σώμα Στρατού, κάποιες μονάδες στην Αθήνα και στρατιωτικές μονάδες στην Κρήτη, ενώ ο Βενιζέλος σε επιστολή του, από τα Χανιά, στην Επιτροπή όριζε ότι στόχος ήταν η Θεσσαλονίκη. Το απόγευμα της 1ης Μαρτίου, ομάδα στρατιωτικών, υπό τους Στέφανο Σαράφη και Χριστόδουλο Τσιγάντε, κατέλαβε το Πρότυπο Σύνταγμα Ευζώνων στο στρατόπεδο Μακρυγιάννη, ενώ άλλη ομάδα με επικεφαλής τον Ιωάννη Τσιγάντε κατέλαβε τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων.

Την ίδια ώρα άνδρες του Ναυτικού, με επικεφαλής τον υποναύαρχο Ιωάννη Δεμέστιχα, κατέλαβαν τον Ναύσταθμο και τα πλοία, «Αβέρωφ» στο οποίο ανέλαβε κυβερνήτης ο αντιπλοίαρχος Θεόδωρος Κουντουριώτης, υιός του ναυάρχου, «Έλλη», «Ψαρά», «Λέων», «Νίκη» καθώς και τα υποβρύχια «Κατσώνης» και «Νηρεύς». Ο ναύαρχος Ιωάννης Δεμέστιχας αποφάσισε αντί ο στόλος να πλεύσει προς Θεσσαλονίκη ή προς Καβάλα να πάει προς τα Χανιά, όπου βρισκόταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Η απόφαση αυτή έκρινε και την τύχη του κινήματος. Μόλις έφθασε ο Στόλος ο Βενιζέλος ζήτησε τον απόπλου του για Θεσσαλονίκη όπου είχε επαναστατήσει η 6η Μεραρχία Σερρών με επικεφαλής τον μέραρχο της, υποστράτηγο Αναγνωστόπουλο. Το πρωί της 3ης Μαρτίου στασίασε στην Καβάλα το Δ΄ Σώμα Στρατού και το βράδυ της ίδιας μέρας είχαν συνταχθεί μαζί τους όλες οι μονάδες από τον Έβρο μέχρι τον Στρυμόνα. Στις 4 Μαρτίου 1935 ο Βενιζέλος ανέλαβε επίσημα την αρχηγία του κινήματος και ο στόλος έφθασε στην Καβάλα την Τρίτη 5 Μαΐου. Η κυβέρνηση αντέδρασε, με επικεφαλής τον Γεώργιο Κονδύλη, αλλά και την βοήθεια της Βρετανίας και της Γαλλίας. Στις 6 Μαρτίου έφτασαν στο Φάληρο αγγλικά και γαλλικά πολεμικά πλοία, ενώ η Γιουγκοσλαβία δάνεισε αεροπλάνα και η Ιταλία συνέχισε να κρατά υπό φρούρηση τον Νικόλαο Πλαστήρα. Παράλληλα οι αεροπορικές δυνάμεις βομβάρδισαν τις Σέρρες και με πολεμικά πλοία βομβαρδίστηκε η Καβάλα. Το απόγευμα της 11ης Μαρτίου οι κυβερνητικές δυνάμεις είχαν καταλάβει όλες τις επαναστατημένες πόλεις και ο Βενιζέλος το βράδυ της 11ης προς 12η Μαρτίου με το «Αβέρωφ» αναχώρησε από τα Χανιά για την Κάσο, που ήταν υπό Ιταλική κατοχή.

Η δίκη των κινηματιών αξιωματικών ξεκίνησε στις 18 Μαρτίου 1935 και στους κατηγορούμενους προστέθηκε ο απόστρατος συνταγματάρχης Λεωνίδας Σπαής, μάρτυρας κατηγορίας στη Δίκη των Έξι, ο οποίος ήταν στο Σύνταγμα Ευζώνων. Το στρατοδικείο καταδίκασε σε ισόβια στους Λεωνίδα Σπαή, Στέφανο Σαράφη, Χριστόδουλο και Ιωάννη Τσιγάντε, Στεφανάκο, Τριανταφυλλίδη, ενώ τους επιβλήθηκε η ποινή της καθαιρέσεως, που πραγματοποιήθηκε δημόσια στις 2 Απριλίου. Στις 3 Απριλίου το στρατοδικείο Θεσσαλονίκης καταδίκασε σε θάνατο τον επίλαρχο Στυλιανό Βολάνη, που τουφεκίστηκε τα ξημερώματα της 5ης Απριλίου.

Όταν το κίνημα απέτυχε, ο Παπούλας παραδόθηκε στις αρχές. Η δίκη της «Δημοκρατικής Άμυνας» ξεκίνησε στις 13 Απριλίου 1935 στην Αθήνα, με κατηγορούμενους Αναστάσιο Παπούλα, Μιλτιάδη Κοιμήση, Σκανδάλη, Μπιτζάνη και άλλους. Μέχρι τις 14 Απριλίου του 1935, σε όλη την χώρα, παραπέμφθηκαν και δικάστηκαν 1.130 στρατιωτικοί και πολίτες, 60 από τους οποίους καταδικάστηκαν σε θάνατο. Συνολικά σε Στρατό-Αστυνομία-Χωροφυλακή και σε σύνολο 5.000 αξιωματικών οι 1.500 περίπου αποτάχθηκαν ή αποστρατεύθηκαν. Το δικαστήριο καταδίκασε σε θάνατο τους Αναστάσιο Παπούλα και Μιλτιάδη Κοιμήση, που εκτελέστηκαν τα ξημερώματα της Μεγάλης Τετάρτης 24 Απριλίου. Με την προσωπική παρέμβαση του Παναγή Τσαλδάρη αποφεύχθησαν οι μαζικοί τουφεκισμοί των κινηματιών, όπως απαιτούσαν στελέχη του Λαϊκού κόμματος. Ο Παπούλας δικάστηκε, καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε δια τουφεκισμού, κυρίως διότι θεωρήθηκε υπεύθυνος για την εκτέλεση των «έξι», ενώ από τα συνοπτικά στρατοδικεία αποτάχθηκαν εκατοντάδες αξιωματικοί. Πλήρωσε όχι τόσο για εγκλήματα που αφορούσαν τη πρόσφατη συμπεριφορά του όσο για τη μικροψυχία του απέναντι στους παλιούς του συντρόφους τους οποίους είχε εγκαταλείψει και πιθανόν προδώσει.

Κριτική

Με Βασιλικό Διάταγμα στις 12 Νοεμβρίου 1921 που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. Γ’ 275/23ης Νοεμβρίου 1921 του απονεμήθηκε ο Ταξιάρχης του Αριστείου Ανδρείας, για την συμβολή του στη νικηφόρα έκβαση της μάχης στο Σαγγάριο κι έγινε ένας, από τους μόλις τρεις αξιωματικούς του Στρατού, οι άλλοι δύο είναι ο Κωνσταντίνος Βεντήρης και ο Αλέξανδρος Παπάγος, που τιμήθηκε με αυτή τη διάκριση.

Αποτελεί μια από τις πλέον συζητημένες προσωπικότητες της Ελλάδας. Ο Γεώργιος Μόδης το 1966, στον τόμο του έργου του «O μισότρελλος κουρελής», στο διήγημα «Mια ανεξάρτητη και δραματική διαφωνία», αναφέρεται [8] στην πρώτη αποστολή του στη Mακεδονία, τον Mάρτιο του 1904, ώστε να διερευνήσει πόσο ευνοϊκό ήταν το κλίμα για τη δημιουργία αντάρτικων σωμάτων. Κατά το συγγραφέα, οι Αναστάσιος Παπούλας και Γεώργιος Kολοκοτρώνης ήταν αρνητικοί [9], σε αντίθεση με τους Αλέξανδρο Kοντούλη και Παύλο Mελά, οι οποίοι ήταν θετικοί και ένθερμοι υποστηρικτές του ενδεχόμενου, όμως το 1970 στον τόμο «Kρυψάνες» και στο διήγημα «Εικόνες από την περιοδεία Παύλου Mελά», παρουσιάζει διαφορετική εκδοχή για τα ίδια συμβάντα.

Ο Ισμέτ Ινονού τον χαρακτήρισε «γενναίο και καλό στρατιώτη», ενώ και ο Γεώργιος Κονδύλης, επικεφαλής της «Εθνικής Άμυνας» στην Κωνσταντινούπολη, τον αποκάλεσε το Μάιο του 1922, «γενναίο στρατιώτη». Έδειξε ατολμία και δεν μπόρεσε να παρεμποδίσει την τακτική της αποψιλώσεως ικανών στελεχών του Ελληνικού στρατού που ακολούθησαν οι κυβερνήσεις μετά το Νοέμβριο του 1920, ενώ δεν θέλησε να συγκρουστεί με τον πρίγκιπα Ανδρέα, επικεφαλής του Πυροβολικού, ο οποίος παράκουσε τις εντολές του στη μάχη του Σαγγάριου και δεν επέτρεψε την προέλαση για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Αν και διαφωνούσε με την εκστρατεία στην Αλμυρή Έρημο, έμεινε και κατεύθυνε τις επιχειρήσεις και αρνήθηκε να είναι επικεφαλής αυτονομιστικού κινήματος στη Μικρά Ασία.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. Μακεδονικός Αγώνας και Μακεδονομάχοι
  2. Ο νέος διευθυντής της Αστυνομίας Εφημερίδα «Σκριπ», 26 Ιανουαρίου 1905, σελίδα 1.
  3. Ημερολόγιο και έργα του 10ου Πεζικού Συντάγματος κατά τους πολέμους 1912-1913
  4. Από το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας στην ανακήρυξη της Αυτονομίας
  5. Τηλεγραφική συνομιλία με Ελευθέριο Βενιζέλο σχετικά με τη στάση και το έργο του Μουσείο Μπενάκη-Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου
  6. Εφημερίδα «Το Βήμα» «...Η στρατιά Σμύρνης υπό την διοίκησίν μου υποβάλλει ευλαβώς εις την Υμετέραν Μεγαλειότητα τα αισθήματα αφοσιώσεως και υποταγής, αναμένουσα όπως οδηγήσετε αυτήν εις νέας νίκας.»
  7. Ο Αντιστράτηγος Ν. Κολόμβας εξιστορεί το οδοιπορικό και την εκτέλεση του Στρατηγού Γ. Χαντζανέστη
  8. H απήχηση του θανάτου του Παύλου Mελά στην ελληνική λογοτεχνία Εφημερίδα «Η Καθημερινή»
  9. [«Ο Μακεδονικός Αγών–Αναμνήσεις», Κ. I.Μαζαράκης-Αινιάν, σελίδες 179-180, «…Αλλ’ ενώ από κοινού υπέβαλον έκθεσιν περί του δυνατού της οργανώσεως αμύνης εν Μακεδονία, οι Παπούλας και Κολοκοτρώνης υπέβαλον εμπιστευτικώς και ετέραν, δι’ ης απαισιοδόξως εκφράζοντο….»]