Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς Έλληνας εθνικιστής, αρχαιολόγος, ζωγράφος, ανθρωπολόγος, ιστοριοδίφης και δημοσιογράφος του 19ου και του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, γεννήθηκε το 1865 ή σύμφωνα με άλλες πηγές το 1866 ή το 1867 στην Αθήνα όπου και πέθανε τον Ιούλιο του 1955.

Ήταν παντρεμένος και με την οικογένεια του κατοικούσε σε οικία στην οδό Σολωμού στη συνοικία των Εξαρχείων στην Αθήνα.

Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς

Βιογραφία

Παππούς του ήταν ο Χρήστος Φιλαδελφέας και πατέρας του ο Θεμιστοκλής Φιλαδελφέας, συγγραφέας, λαογράφος και ιδρυτής ενός από τα πρώτα τυπογραφεία στην Ελλάδα, που είχε συγγενική σχέση με τις οικογένειες Ράλλη και Σκαραμαγκά. Ο Θεμιστοκλής Φιλαδελφέας ήταν ο εμπνευστής και δωροθέτης του «Φιλαδέλφειου» λογοτεχνικού διαγωνισμού, μέσω του οποίου βραβεύτηκαν μεγάλοι Έλληνες λογοτέχνες, όπως ο Κωστής Παλαμάς, ο Γεώργιος Δροσίνης και ο Κωνσταντίνος Κρυστάλλης.

Ο Αλέξανδρος που ήταν ανιψιός των οικογενειών Ράλλη και Σκαραμαγκά, έλαβε Γαλλική παιδεία, σπούδασε ζωγραφική στο Μόναχο κοντά στο ζωγράφο Νικόλαο Γύζη και συνέχισε τις σπουδές του στο Φιλοσοφικό Αρχαιολογικό του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο οποίο το 1895, ανακηρύχθηκε διδάκτορας και Υφηγητής της Αρχαιολογίας, ενώ στη συνέχεια εκλέχθηκε καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης στη Σχολή Καλών Τεχνών. Ήταν συνεργάτης του περιοδικού «Αττικόν Μουσείον» το οποίο εκδιδόταν στην Αθήνα [1].

Καλλιτεχνική δράση

Στις 21 Απριλίου 1885 εγκαινιάστηκε έκθεση με έργα ζωγραφικής, γλυπτικής, ξυλογραφίας, λιθογραφίας, χαλκογραφίας και σχεδιαγράμματα αρχιτεκτονικά, στην οποία πήρε μέρος, όπως και άλλοι γνωστοί καλλιτέχνες της εποχής, μεταξύ τους οι Νικόλαος Ξυδιάς, Άγγελος Γιαλλινάς, Νικόλαος Βώκος, Γεώργιος Ροϊλός, Νικόλαος Γύζης, Β. Κοντόπουλος, Γ. Ρόδιος, Μαρία Αμοιραδάκη, Σαρίτα Ρίζου Ραγκαβή και άλλοι. Ο Φιλαδελφέας το 1888, έγινε μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός». Αρθρογραφούσε στην εφημερίδα «Ακρόπολις» του Βλάση Γαβριηλίδη με το ψευδώνυμο «Γορίλας», με σκληρή και κριτική πένα. Το 1899, εκλέχθηκε πρώτος επιμελητής της βιβλιοθήκης της Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθηνών [2] με ειδικώς καθορισμένα καθήκοντα, έως το 1902, όταν τον διαδέχθηκε ο Στέφανος Ξενόπουλος, ενώ την ίδια εποχή έγινε μέλος στη «Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία».

Στις 8 Απριλίου 1890, συμμετείχε σε καλλιτεχνικό διαγωνισμό «σκαριφημάτων», στον οποίο πήραν μέρος 63 Έλληνες καλλιτέχνες με 204 έργα, κάτοικοι Ελλάδας ή εξωτερικού. Στην εκδήλωση συμμετείχαν ζωγράφοι αλλά και δεκαπέντε γλυπτικές συνθέσεις. Ο Φιλαδελφέας διατύπωσε επαινετικά σχόλια για τη συμμετοχή του Γεωργίου Ροϊλού, για τον οποίο θεωρούσε ότι οι σπουδές του, «…αρκούσι να καταδείξωσι την ισχυράν ιδιοφυίαν και δαιμονίαν...» [3]. Ο διαγωνισμός ολοκληρώθηκε με το τέλος της «Δ' Περιόδου» του το 1889, και η τελετή της λήξεως έγινε στις 3 Μαΐου 1890, οπότε και απονεμήθηκαν σχετικά βραβεία. Με χρυσό βραβεύτηκαν οι Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς, Νικόλαος Γύζης, Νικόλαος Ξυδιάς και Άγγελος Γιαλλινάς, με αργυρό οι Γεώργιος Ροϊλός, Ιωάννης Οικονόμου, Β. Κοντόπουλος, Νικόλαος Βώκος και Μιχαήλ Σιγάλας και με χάλκινο οι Γκροντάλ, Π. Λεμπέσης, Π. Γεωργαντάς και Μ. Αμοιραδάκης, [4]. Σύμφωνα με όσα έγραψε στα «Απομνημονεύματα» του ήταν στενός φίλος της οικογένειας της Ιζαντόρας Ντάνκαν [5] και αυτός που τους εισήγαγε στην αρχαία ελληνική τέχνη και τους έδωσε τα πιο πολλά στοιχεία γι' αυτήν.

Φιλοτέχνησε το Αργυρό Μετάλλιο των πρώτων νικητών της 1ης Ολυμπιάδος του 1896, ενώ το 1901, όταν ιδρύθηκε η «Αθηναϊκή Μαντολινάτα», διετέλεσε πρόεδρος της για πολλά χρόνια. Μάχονταν υπέρ της υγιεινής, για άνδρες και γυναίκες, όπως ο Περικλής Γιαννόπουλος και ο Ίων Δραγούμης, οι οποίοι αντιδρούσαν στην ευρωπαϊκή επίδραση στο ανδρικό και γυναικείο ένδυμα με την αιτιολογία ότι το κλίμα της Ελλάδας δεν επέτρεπε ενδυμασία που είχε σχεδιαστεί για το ψυχρό κλίμα των βορειο-ευρωπαϊκών χωρών. Για τη γυναικεία ενδυμασία, ο Φιλαδελφεύς έλεγε ότι, «...οι γυναίκες μας, όταν εξέρχωνται εις περίπατον, οπλίζονται από κεφαλής μέχρι ποδών ως αστακοί και ως σιδηρόφρακτοι του Μεσαίωνος ιππόται. Αλλοίμονον και να τας ίδη και άπαξ ακτίς ηλίου!...». Το 1897, έγραφε σε ένα από τα έργα του ότι «...Τα Φάρσαλα είναι γνωστότερα και φημίζονται περισσότερον διά τον γευστικώτατον και μελισταγήν χαλβά των, όστις είναι ο ανά πάσαν την Ελλάδαν κάλλιστος και θαυμαστότατος..». Το 1923 έγινε μέλος στην «Ελληνική Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών», την οποία ίδρυσε ο Άγγελος Τανάγρας, του οποίου διατέλεσε και βοηθός. Το 1933 στην αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» πραγματοποίησε διάλεξη με θέμα «Η Δήλος δια μέσου των αιώνων», την πρώτη σύγχρονη αναφορά στην Δήλο.

Αρχαιολογικές ανασκαφές

Υπό την καθοδήγηση της Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθηνών, στην οποία κατά διαστήματα ήταν μέλος του Διοικητικού της Συμβουλίου, πραγματοποίησε αρχαιολογικές ανασκαφές, το 1908 στο Μπίστι Ερμιόνης, ενώ το 1916 ταξίδεψε πεζός από την Αθήνα στη Νικόπολη Πρεβέζης, με μουλάρια φορτωμένα με εργαλεία. Στο δρόμο συνελήφθη από τον λήσταρχο «Νταβέλη», ο οποίος μόλις έμαθε την ιδιότητά του, όχι μόνο τον απελευθέρωσε αλλά του έδωσε και συνοδεία για τη διαδρομή του. Πραγματοποίησε ανασκαφές τη Νικόπολη Πρεβέζης, από τις 20 Αυγούστου έως τα μέσα του Νοεμβρίου 1918, και πολλές από τις σημειώσεις του παρέδωσε στην αρχαιολογική υπηρεσία ο εγγονός του.

Ανασκαφές διενήργησε στη Σικυώνα μεταξύ των ετών 1920 και 1926, την Ερμιόνη, την Αθήνα και την Ηραία Αρκαδίας. Εκεί ο Φιλαδελφεύς, «παρακάλεσε το Υπουργείο» να του δώσει άδεια ανασκαφής στην περιοχή, όπου άρχισε έρευνες στις 12 Σεπτεμβρίου 1930, στη θέση «Παλαιοεκκλησιά». Η «σκαφική έρευνα» στην Ηραία κράτησε 45 ημέρες» και όπως αναφέρεται στο «Αρχαιολογικό Δελτίο», τον περισσότερο χρόνο εργάζονταν υπό βροχή, ενώ παράλληλα «....Οὕτε ὁδοί ὑπάρχουσιν οὕτε γέφυραι.. ἡ δι' ἡμιόνων πορεία τυγχάνει κοπιωδεστάτη...». Μετά την λήξη της ανασκαφής ο Φιλαδελφεύς συγκέντρωσε όλα «τα μικρά ευρήματα», συνέταξε πρωτόκολλο στο οποίο τα περιέγραψε «επακριβώς», τα τοποθέτησε «εντός κιβωτίου μεγάλου» και τα παρέδωσε στον τότε Πρόεδρο της Κοινότητος Αγίου Ιωάννου Ιωάννη Μιχαλακόπουλο προς φύλαξη διότι στο σχολείο της κοινότητος δεν υπήρχε διαθέσιμος χώρο για τη φιλοξενία τους [6].

Διετέλεσε έφορος Αρχαιοτήτων στο Ναύπλιο, στην Πάτρα και στην Αθήνα. Ήταν διευθυντής του Μουσείου της Ολυμπίας, διευθυντής της Ακροπόλεως, επί των ημερών του το 1928 έγινε γυμνή φωτογράφιση στον Ιερό Βράχο, Γενικός Γραμματέας της εταιρείας των Χριστιανικών Αρχαιοτήτων, διευθυντής του Επιγραφικού Μουσείου καθώς και το 1936 με το εθνικό καθεστώς της «4ης Αυγούστου» υπό τον Ιωάννη Μεταξά, διευθυντής του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Το 1936, εμπνεύστηκε και κατέθεσε πρόταση προς τη «Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή» [«Δ.Ο.Ε.»] για τον τρόπο ανάμματος της Ολυμπιακής Φλόγας από το φως του ήλιου με φακό, βραβεύθηκε γι' αυτό κι έκανε λόγο για την «...Ολυμπιακή δάδα και τον εμπρηστικό δαυλό του Αδόλφου Χίτλερ ....». Το 1937, ηγήθηκε της πρώτης προσπάθειας για την επιστροφή των μαρμάρων του Παρθενώνα από το Βρετανικό Μουσείο στην Ελλάδα. Δίδαξε ως καθηγητής στο Αρσάκειο, ήταν ιδρυτής του Μουσείου Συκιώνος και του Γραμματικού Συλλόγου Ευριπίδης για την αναβίωση του αρχαίου δράματος.

2ος Παγκόσμιος πόλεμος & Μεταπόλεμος

Υπέγραψε διαμαρτυρία η οποία δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Νέα Ελλάς» [7] της 10ης Νοεμβρίου 1940 [8], που προσυπέγραψαν επίσης πολλοί Έλληνες διανοούμενοι και άνθρωποι των γραμμάτων, εναντίον της Ιταλικής επιθέσεως σε βάρος της Ελλάδος. Μεταξύ των ονομάτων που υπέγραψαν περιλαμβάνονταν επίσης οι Άριστος Καμπάνης, Κωστής Παλαμάς, Σπύρος Μελάς, Άγγελος Σικελιανός, Γεώργιος Δροσίνης, Σωτήρης Σκίπης, Δημήτρης Μητρόπουλος, Κωνσταντίνος Δημητριάδης, Νικόλαος Βέης, Κωνσταντίνος Παρθένης, Ιωάννης Γρυπάρης, Γιάννης Βλαχογιάννης, Στρατής Μυριβήλης, Κώστας Ουράνης, Μιλτιάδης Μαλακάσης και Γρηγόριος Ξενόπουλος. Ήταν μέλος του Ροταριανού Ομίλου Αθηνών και διετέλεσε πρόεδρος του το 1940-41 και το 1945-46, ενώ ήταν μέλος και κατά την περίοδο 1954-55, διατέλεσε 5ος Πρόεδρος του Σωματείου «Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών». Ήταν μέλος της Τεκτονικής Στοάς «Δελφοί» και το όνομα του περιλαμβάνεται σ' εκείνα των επιφανών Ελλήνων Τεκτόνων [9].

Εργογραφία

Άφησε ένα εξαιρετικό έργο με ιστορικά και αρχαιολογικά θέματα και μελέτες.

Συγγραφικό εργο

  • «Σκαριφήματα εκ του εις Αίμον Ταξιδίου μου», το 1891,
  • «Επιστημονικαί & Λογοτεχνικαί συγγραφαί», το 1904,
  • «Αιγυπτιακά Σκαριφήματα»,
  • «Οι ήρωες της Ελληνικής Επαναστάσεως. Βιογραφίαι & Εικόνες αυτών» [10], το 1900, εκδόσεις «Τυπογραφείο Μιχαήλ Σαλίβερου»,
  • «Μνημεία Αθηνών», το 1928,
  • «Η γραφική παρά τοις αρχαίοις Έλλησι»,
  • «Ο πιθηκάνθρωπος»,
  • «Τα αίτια της ακμής της αρχαίας τέχνης»,
  • «Η Δήλος»,
  • «Ο Ερμής του Πραξιτέλους»,
  • «Οδηγός των αρχαίων, μεσαιωνικών, και νεωτέρων μνημείων των Αθηνών», τυπογραφείο «Μουστοπούλου»,
  • «Φιλοστράτου Απολλώνιος ο Τυανεύς», το 1938, «Βιβλιοθήκη Παπύρου, αριθμός 41»,
  • «Ανασκαφαί Νικοπόλεως», το 1938,
  • «Απομνημονεύματα», το 1940.

Ζωγραφικό έργο

Φιλοτέχνησε πολλά ζωγραφικά έργα εμπνευσμένα από την Αγία Γραφή, την Επανάσταση του 1821 και την καθημερινή ελληνική πραγματικότητα, τα κυριότερα από τα οποία τιτλοφορούνται

  • «Άφετε τά παιδία ελθείν προς με», [τοιχογραφία του ναού του Αγίου Γεωργίου Καρύτση],
  • «Συσσίτιον».

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Το περιοδικό «Αττικόν Μουσείον» eκδιδόταν στην Αθήνα τις περιόδους 1883-1885 και 1890-1892 και τυπωνόταν στο τυπογραφείο Ανδρέου Κορομηλά. Διευθυντής και εκδότης του ήταν ο Νικόλαος Γ. Ιγγλέσης (από το Δ' έτος, τεύχος αρ. 1, 15.7.1891, μαζί με τον Ιωάννη Πολέμη). Ήταν 4ου σχήματος και κυκλοφορούσε αρχικά μία φορά τον μήνα, αργότερα τρεις φορές τον μήνα και, τέλος, δύο φορές την εβδομάδα. Το μέγεθος των τευχών του κυμαινόταν από οκτώ ως είκοσι σελίδες. Η ύλη του απευθυνόταν σε πολυσυλλεκτικό κοινό και κάλυπτε ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων. Περιελάμβανε βιογραφίες, θέματα ιστορικά, αρχαιολογικά, φιλολογικά, κοινωνικά και ποικίλα, άρθρα για τη ζωολογία και τη φυσική ιστορία, τη μουσική και την ελληνική θεατρική ζωή, διηγήματα, ποιήματα, θεατρικά έργα και μελέτες για το θέατρο, θέματα σχετικά με την ελληνική εκπαίδευση κτλ. Το κύριο χαρακτηριστικό του είναι το έντονο ενδιαφέρον του για την επικαιρότητα. Οι βιογραφίες που δημοσιεύονταν αφορούσαν προσωπικότητες της εποχής ή του πολύ πρόσφατου παρελθόντος (Ρ. Βάγκνερ, Α. Κουμουνδούρος, Σ. Μπερνάρ, Γ. Φλωμπέρ, Δ. Σκαλιστήρης, Θ. Δηλιγιάννης και άλλοι. Υπάρχουν περιγραφές και ανταποκρίσεις για σημαντικά γεγονότα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, αναγγελίες και σύντομα σχόλια στις νέες κυκλοφορίες βιβλίων, νεκρολογίες κτλ. Ακόμη και για κάποια από τα άρθρα με ιστορικό περιεχόμενο αφορμή αποτελούν οι κατά καιρούς περιστάσεις (επέτειοι, εθνικές γιορτές, γεγονότα της επικαιρότητας κτλ.). Η εικονογράφηση, που αποτελούνταν από δισέλιδες, ολοσέλιδες ή μικρότερες λιθογραφίες, έχει άμεση σχέση με την επικαιρότητα, όπως οι απεικονίσεις από τα αποστραγγιστικά έργα στη λίμνη Κωπαΐδα ή ακόμη και με τις εποχές του χρόνου. Απεικονίζονται προσωπικότητες της εποχής κυρίως βασιλείς, πολιτικοί, πρόσωπα του πνεύματος, γνωστά έργα τέχνης, τοπία, αρχαιότητες, αλλά και σύγχρονα γεγονότα. Ένα άλλο χαρακτηριστικό του είναι η έντονη ενασχόληση με τους εστεμμένους της Ελλάδας, της Ευρώπης και του κόσμου. Δημοσιεύονται βιογραφίες, περιγραφές ανακτόρων, ιστορικές αναδρομές βασιλικών οίκων και άλλα σχετικά θέματα.. Συνεργάτες του υπήρξαν πολλές προσωπικότητες όπως οι Ιωάννης Πολέμης, Άγγελος Βλάχος, Σπυρίδων Λάμπρος, Σταμάτιος Βάλβης, Γρηγόριος Ξενόπουλος, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Κωστής Παλαμάς, Αριστομένης Προβελέγγιος, Χαράλαμπος Άννινος, Ειρηναίος Ασώπιος, Παναγιώτης Φέρμπος, Ευγένιος Ζαλοκώστας και άλλοι.] Πηγή: Εφημερίδα «Το Βήμα», 28 Ιουλίου 2002.
  2. Η Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας
  3. [ Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς, «Καλλιτεχνική Έκθεσις», περιοδικό «Παρνασσός», 1890, τεύχος 13/1890, σελίδες 264-8]
  4. Η καλλιτεχνική εκπαίδευση των νέων στην Ελλάδα (1836-1945), σελ. 255 Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, Αθήνα, 2000
  5. Άντζελα Ιζαντόρα Ντάνκαν-Η ζωή της isadoraduncan.orchesis-portal.org
  6. [Στην κοινότητα του Αγίου Ιωάννη οι αγρότες όταν έσκαβαν στα χωράφια τους έβρισκαν μαρμάρινες ευμεγέθεις πλάκες. Το 1931 ξεκίνησαν οι πρώτες ανασκαφές από τον αρχαιολόγο Αλέξανδρο Φιλαδελφέα, ο οποίος αποκάλυψε κτήρια που περιείχαν δύο ρωμαϊκά ψηφιδωτά, μία αίθουσα με υπόκουστο, τα ερείπια ενός τετράγωνου οικοδομήματος [4,20Χ4,20] στη θέση «Παλιοεκκλησιά» που το ταύτισε μ' έναν από τους ναούς που αναφέρει ο Παυσανίας. Στους πρόποδες του λόφου «Ανεμοδούρα», στη θέση «Βαμβακιά» αποκαλύφθηκαν τα θεμέλια μιας δημόσιας κρήνης ή ενός Νυμφαίου, που ο Φιλαδελφεύς το θεώρησε κατοικία του Πάνα και των Νυμφών. Στην Εκκλησιά του χωριού (Άγιος Ιωάννης) σώζονται ακόμη και σήμερα κομμάτια κιόνων από ασβεστόλιθο. Σε πολλές οικίες του χωριού φαίνεται καθαρά ότι χρησιμοποιήθηκε -ίσως επί Τουρκοκρατίας- οικοδομικό υλικό από τα ερείπια. Μέρη του υλικού αυτού βρήκε η ανασκαφική ομάδα του Φιλαδελφέως σε οικίες γύρω από το ενοριακό ναό του χωριού.]
  7. Ελληνες διανοούμενοι, εφημερίδα «Νέα Ελλάς», 10 Νοεμβρίου 1940.
  8. [«..Είναι δύο εβδομάδες τώρα, που ένα τελεσίγραφο μοναδικό στα διπλωματικά χρονικά των Αθηνών για το περιεχόμενον, την ώρα και τον τρόπο που το παρουσίασεν η Ιταλία κάλεσε την Ελλάδα να της παραδώση τα εδάφη της, να αρνηθή την ελευθερία της και να κατασπιλώση την τιμή της. Οι Έλληνες δώσαμε στην ιταμή αυτή αξίωσι της φασιστικής βίας, την απάντησι που επέβαλαν τριών χιλιάδων ετών παραδόσεις, χαραγμένες βαθειά στην ψυχή μας, αλλά και γραμμένες στην τελευταία γωνιά της ιερής γης με το αίμα των μεγαλυτέρων ηρώων της ανθρωπίνης ιστορίας. Και αυτή τη στιγμή κοντά στο ρεύμα του Θυάμιδος και στις χιονισμένες πλαγιές της Πίνδου και των Μακεδονικών βουνών πολεμούμε, τις περισσότερες φορές με τη λόγχη, αποφασισμένοι να νικήσουμε ή να αποθάνουμε μέχρις ενός. Σ' αυτό τον άνισο σκληρότατο αλλά πεισματώδη αγώνα, που κάνει τον λυσσασμένο επιδρομέα να ξεσπάζη κατά των γυναικών, των γερόντων και των παιδιών, να καίη, να σκοτώνη, να ακρωτηριάζη, να διαμελίζη τους πληθυσμούς στις ανοχύρωτες και άμαχες πόλεις μας και στα ειρηνικά χωριά μας, έχουμε το αίσθημα ότι δεν υπερασπιζόμαστε δική μας μόνον υπόθεσι: Ότι αγωνιζόμεθα για την σωτηρία όλων εκείνων των Υψηλών αξιών που αποτελούν τον πνευματικό και ηθικό πολιτισμό, την πολύτιμη παρακαταθήκη που κληροδότησαν στην ανθρωπότητα οι δοξασμένοι πρόγονοι και που σήμερα βλέπουμε να απειλούνται από το κύμα της βαρβαρότητος και της βίας. Ακριβώς αυτό το αίσθημα εμπνέει το θάρρος σε μας τους Έλληνες διανοουμένους, τους ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης, ν' απευθυνθούμε στους αδελφούς μας όλου του Κόσμου για να ζητήσουμε όχι την υλική αλλά την ηθική βοήθειά τους. Ζητούμε την εισφορά των ψυχών, την επανάστασι των συνειδήσεων, το κήρυγμα, την άμεση επίδρασι, παντού όπου είναι δυνατόν, την άγρυπνη παρακολούθησι και την ενέργεια για ένα καινούργιο πνευματικό Μαραθώνα που θα απαλλάξη τα δυναστευόμενα Έθνη από τη φοβέρα της πιο μαύρης σκλαβιάς που γνώρισε ως τώρα ο κόσμος..»]
  9. Φιλαδελφεύς Αλέξανδρος, Αρχαιολόγος Μεγάλη Στοά της Ελλάδος.
  10. «Οι ήρωες της Ελληνικής Επαναστάσεως. Βιογραφίαι & Εικόνες αυτών» Ολόκληρο το βιβλίο.