Ευριπίδης Μπακιρτζής

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Ευριπίδης Μπακιρτζής (το επώνυμο του κάποιες φορές συναντάται και ως Βακιρτζής) μαρξιστής απότακτος αξιωματικός του Στρατού Ξηράς με το βαθμό του Υποστρατήγου, που έγινε γνωστός ως ο «Κόκκινος Συνταγματάρχης» και υπήρξε πρόεδρος στην «Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθερώσεως», [Π.Ε.Ε.Α.], της γνωστής ως «Κυβέρνηση των Βουνών», γεννήθηκε στις 16 Ιανουαρίου 1895 στην πόλη των Σερρών στη Μακεδονία και αυτοκτόνησε με μια σφαίρα στην καρδιά λίγο μετά τις 10:00 το πρωί της Παρασκευής 9ης Μαΐου 1947, μέσα στο δωμάτιο του στο νησί Φούρνοι, απέναντι από την Ικαρία, όπου ήταν εξόριστος.

Ο Μπακιρτζής ήταν άγαμος και κληρονόμοι του ήταν τα ανίψια του, παιδιά της αδελφής του Μαρίας από το γάμο της με τον ιατρό Αλέκο Δημητριάδη, Λιλίκα Παπαδημητρίου, Λουκάς Δημητριάδης και Κλειώ Νάτση.

Ευριπίδης Μπακιρτζής
Συνοπτικές πληροφορίες αξιώματος

Πρόεδρος ΠΕΕΑ

Έναρξη Θητείας : 10 Μαρτίου 1944
Λήξη θητείας : 18 Απριλίου 1944.
Προκάτοχος
Ίδρυση ΠΕΕΑ
Διάδοχος
Αλέξανδρος Σβώλος

Βιογραφία

Πατέρας του Ευριπίδη ήταν ο Χρίστος Μπακιρτζής, γραμματέας του Ελληνικού Προξενείου στις Τουρκοκρατούμενες Σέρρες και μητέρα του η δασκάλα Ευθαλία Ζάκα, απόγονος ιστορικής οικογένειας από τα Γρεβενά, με Εθνική δράση στην Εθνεγερσία του 1821. Ο Ευριπίδης από το γάμο των γονέων είχε μία αδελφή, την Μαρίκα (Μαρία) Μπακιρτζή-Δημητριάδη σύζυγο του γιατρού Αλέξανδρου Δημητριάδη, όμως από τον προηγούμενο γάμο του πατέρα του είχε δύο μεγαλύτερους ετεροθαλείς αδελφούς, ένας από τους οποίους ήταν ο Νικόλαος, γνωστός Μακεδονομάχος με το ψευδώνυμο «Νίκος ο Σερραίος», και ο άλλος εκτελέσθηκε το 1916 από τους Βούλγαρους στις Σέρρες. Ο πατέρας του Ευριπίδη πέθανε όταν εκείνος ήταν μικρός και την ανατροφή του, όπως και της αδελφής του, ανέλαβε η μητέρα τους, η οποία γι' αυτό το λόγο μετακόμισε κι εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, κοντά στις δασκάλες αδελφές της. Στην πρωτεύουσα της Ελλάδος ο Ευριπίδης παρακολούθησε τα μαθήματα του Δημοτικού αλλά και του Γυμνασίου στο σχολείο της Λασκαρίδου, όπου δίδασκαν οι αδελφές της μητέρας του, από το οποίο αποφοίτησε. Επιθυμία της οικογένειας του ήταν ο Ευριπίδης να σπουδάσει στην Εμπορική Σχολή, όμως αυτή η επιθυμία συνάντησε τόσο την αντίδραση του Ευριπίδη, όσο και του οικογενειακού τους συμπαραστάτη του Μακεδονομάχου στρατηγού Αλέξανδρου Κοντούλη, του φίλου και συμπολεμιστή του Παύλου Μελά κι έτσι αποφασίστηκε να ακολουθήσει τον στρατιωτικό κλάδο.

Στρατιωτική σταδιοδρομία

Στις 11 Νοεμβρίου του 1911, ο Ευριπίδης, μετά από επιτυχείς εξετάσεις, παρουσιάστηκε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Ως δευτεροετής Εύελπις συμμετείχε στον Α' Βαλκανικό Πόλεμο του 1912, μαζί με τους άλλους Ευέλπιδες, μεταξύ τους και ο Σοφοκλής Βενιζέλος, δευτερότοκος γιος του Ελευθερίου Βενιζέλου, με τον οποίο υπήρξαν προσωπικοί φίλοι. Ο Ευριπίδης υπηρέτησε με το βαθμό του Λοχία-Διμοιρίτη στον 4ο Λόχο του Ι Τάγματος του Ανεξάρτητου Συντάγματος Κρητών της Στρατιάς Ηπείρου, υπό τη διοίκηση του Αντισυνταγματάρχη (ΠΖ) Λάμπρου Συνανιώτη. Στη διάρκεια του Α' Βαλκανικού Πολέμου ο Μπακιρτζής συμμετείχε στη μάχη στο χωριό Πέστα (29-31 Νοεμβρίου 1912) και μετά την κατάληψη του στις επιχειρήσεις για την κατάληψη της Αετοράχης (1-18 Δεκεμβρίου 1912) κατά τις οποίες υπερασπίσθηκε με την Διμοιρία του το ύψωμα 1059 και στη συνέχεια κλήθηκε να επιστρέψει στην Αθήνα για να συνεχίσει τις σπουδές του στην Σχολή Ευελπίδων. Την 27η Ιουνίου 1913, ο Μπακιρτζής προήχθη στο βαθμό του Ανθυπασπιστή με τον οποίο συμμετείχε στον Β' Βαλκανικό πόλεμο και διακρίθηκε στο μέτωπο των επιχειρήσεων με το 19ο Σύνταγμα Πεζικού και τον Αύγουστο του 1913 όταν το 19ο Σύνταγμα μεταφέρθηκε στην πόλη της Καβάλας επέστρεψε στα μαθήματα του στην Σχολή.

Στις 25 Μαρτίου του 1914 ο Ευριπίδης Μπακιρτζής έλαβε το βαθμό του Ανθυπολοχαγού (ΠΒ) και μετατέθηκε στο φρούριο της Καβάλας. Προβιβάστηκε σε Υπολοχαγό στις 21 Μαΐου του 1916 και τον ίδιο μήνα, μετά την παράδοση του 4ου Σώματος Στρατού στους Γερμανούς και την είσοδο των Βουλγάρων στην Μακεδονία, ο Μπακιρτζής μαζί με τον Γεώργιο Κονδύλη, στις 24 Αυγούστου, διέφυγε στη γαλλοκρατούμενη Θάσο και στην συνέχεια στην Θεσσαλονίκη, όπου προσχώρησε στο Βενιζελικό κίνημα της «Εθνικής Άμυνας» και συμμετείχε στις μάχες του Α' Παγκοσμίου Πολέμου στο Μακεδονικό Μέτωπο ως διοικητής Πυροβολαρχίας. Συμμετείχε στις πολεμικές επιχειρήσεις του 1917 και στην νικηφόρα μάχη του Σκρα. Το 1919 με το βαθμό του Λοχαγού, στον οποίο είχε προαχθεί από τις αρχές του 1918, πήγε ως υπότροφος στη Γαλλία για σπουδές στην Ανώτατη Στρατιωτική Ακαδημία, όπου διακρίθηκε και αποφοίτησε πρώτος μεταξύ 380 αξιωματικών, ενώ στις 16 Απριλίου του 1919 προήχθη στο βαθμό του Ταγματάρχου. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, το 1921, πήρε μέρος στην εκστρατεία στη Μικρά Ασία και το Σεπτέμβριο του 1922 μετά την καταστροφή συμμετείχε, με το βαθμό του Ταγματάρχη-υπασπιστή του Πλαστήρα, στο κίνημα των Νικολάου Πλαστήρα, Στυλιανού Γονατά, Δημητρίου Φωκά, και διατέλεσε γραμματέας της Επιτροπής του κινήματος. Μετά την επικράτηση του κινήματος πήγε στον Έβρο, συνέπραξε στην αμυντική γραμμή του Μετώπου και υπήρξε ο εκπαιδευτής της Στρατιάς Έβρου. Αργότερα, ως αρχηγός του Πυροβολικού στο Ασβεστοχώρι της Θεσσαλονίκης ασχολήθηκε με την επανασύσταση και αναδιοργάνωση του Ελληνικού Στρατού και τον Δεκέμβριο του 1922, μετατέθηκε στη Μεραρχία της Κρήτης

Τον Σεπτέμβριο του 1923, ο Μπακιρτζής στάλθηκε να διαπραγματευθεί στρατιωτική συμφωνία μεταξύ Ελλάδος και Σερβίας για την καταπολέμηση των Βουλγάρων κομιτατζήδων, ενώ τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην καταστολή του φιλοβασιλικού κινήματος των Παναγιώτη Γαργαλίδη, Γεωργίου Λεοναρδόπουλου και Γεωργίου Ζήρα στην περιοχή της Θεσσαλονίκης. Ο Μπακιρτζής, που στις αρχές της δεκαετίας του 1920 ήρθε σε επαφή με την μαρξιστική θεωρία μέσω της στενής φιλικής σχέσεως που διατηρούσε με τον γνωστό μαρξιστή συγγραφέα και Γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, Γιάννη Κορδάτο, προβιβάστηκε σε Αντισυνταγματάρχη στις 15 Μαρτίου του 1924 [1]. Το 1926, συμμετείχε στο κίνημα που υποκινήθηκε από το Νικόλαο Πλαστήρα, το γνωστό ως «κίνημα Μπακιρτζή-Τζαβέλλα-Καρακούφα». Μετά την αποτυχία του κινήματος συνελήφθη στη βίλα Αλαττίνι στη Θεσσαλονίκη, μεταφέρθηκε στην Αθήνα με το πολεμικό πλοίο «Λέων», δικάστηκε και καταδικάστηκε στην ποινή του θανάτου, όμως δεν εκτελέστηκε, καθώς στις 19 Μαΐου του ιδίου έτους δημοσιεύθηκαν δύο διαδοχικά προεδρικά διατάγματα, το ένα όριζε τη μετατροπή της καταδικαστικής σε θάνατό ποινής των Μπακιρτζή, Τζαβέλλα, και Καρακούφα σε ισόβια και το δεύτερο απένειμε χάρη στους συμμετέχοντες. Στις 2 Ιανουαρίου του 1927 ο Μπακιρτζής ανέλαβε καθήκοντα ως διοικητής Πυροβολικού του Γ' Σώματος Στρατού.

Στις 27 Αυγούστου 1929 ο Μπακιρτζής μετατέθηκε ως στρατιωτικός ακόλουθος στην Ελληνική πρεσβεία της Σόφιας στη Βουλγαρία όπου τιμήθηκε με τους ανώτερους Ταξιάρχες της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας. Στη διάρκεια της παραμονής του στη Σόφια προβιβάστηκε στο βαθμό του Συνταγματάρχη και επέστρεψε στην Ελλάδα στις αρχές του 2ου εξαμήνου του 1932, όταν ανέλαβε την διεύθυνση του 2ου Επιτελικού Γραφείου στο Γενικό Επιτελείο Στρατού. Το 1935 από τη θέση του Φρουράρχου της Καβάλας, πήρε μέρος στο αποτυχημένο βενιζελοπλαστηρικό κίνημα της 1ης Μαρτίου εκείνου του έτους. Μετά την καταστολή του κινήματος ο Μπακιρτζής διέφυγε στη Βουλγαρία, μαζί με τον στρατηγό Καμμένο και άλλους αξιωματικούς [2], απ' όπου επέστρεψε μετά την αμνήστευση των πραξικοπηματιών. Ως συνέπεια της συμμετοχής του στο κίνημα ο Μπακιρτζής αποτάχθηκε από το στράτευμα.

Ρήξη με τον Νικόλαο Πλαστήρα

Στις 3 Ιουλίου του 1936, ο Μπακιρτζής ήρθε σε ρήξη και στη συνέχεια σε ευθεία δημόσια αντιπαράθεση με τον στρατιωτικό μέντορα του, τον Νικόλαο Πλαστήρα. Εκείνη την ημέρα στην εφημερίδα «Ανεξάρτητος» δημοσιεύθηκε άρθρο του Μπακιρτζή με τίτλο «Απάντησις εις τον στρατηγόν Νικόλαον Πλαστήραν», καθώς λίγες μέρες νωρίτερα είχε δημοσιευθεί μια επιστολή του Πλαστήρα από τη Βηρυτό, όπου είχε καταφύγει, στην οποία υποστήριζε την ιδέα μιας προσωπικής δικτατορίας και καλούσε τους Έλληνες να συσπειρωθούν γύρω του. Ο Μπακιρτζής στην επιστολή του χαρακτηρίζει φασίστα τον Πλαστήρα, ενώ παραθέτει απόψεις με σπέρματα μαρξιστικής θεωρίας, κάνοντας αναφορά σε «ταξικές δικτατορίες», ενώ προσθέτει ότι κλειδί της ιστορίας είναι η πάλη των τάξεων. Γράφει μεταξύ άλλων ο Μπακιρτζής: «...είτε ως πολιτική εκδήλωσις των καταπιεζομένων οι οποίοι κατόπιν αποφασιστικών πολιτικών αγώνων συνειδητοποιούνται και μάχονται διά να αλλάξουν άρδην το πολιτικόν και κοινωνικόν καθεστώς και να προετοιμάσουν τους όρους της σοσιαλιστικής κοινωνίας, είτε ως βιαία αντίδρασις της κυβερνώσης φατρίας κατά της ανόδου της εργατοαγροτικής τάξεως». Στην επιστολή του ο Μπακιρτζής χαρακτηρίζει τον Νικόλαο Πλαστήρα εκπρόσωπο του χιτλερισμού και υποστηρίζει πως «...η δικτατορία του προλεταριάτου αποτελεί προοδευτικόν μοχλόν της ιστορίας. Διότι γκρεμίζει και κτίζει. Διότι καταργεί παλαιούς θεσμούς και δημιουργεί νέους. Διότι είναι η αγανακτισμένη φωνή της ιστορίας...». Παράλληλα απορρίπτει την άποψη του Πλαστήρα για «συμφιλίωση του ελληνικού λαού» ως μια προσπάθεια συνδιαλλαγής των παλαιοβενιζελικών και των βασιλικών σημειώνει πως αν υπήρχε εκείνη την εποχή πολιτική κρίση αυτό συνέβαινε διότι «...ο εργαζόμενος λαός δεν αφυπνίζεται και ζητεί την δικαιοτέραν διανομήν του εθνικού πλούτου, ενώ συγχρόνως προετοιμάζεται διά να αναλάβη αυτός την διακυβέρνησιν της χώρας (....) Δεν ωρίμασαν ακόμα οι όροι διά να καταλάβη την εξουσίαν η εργατοαγροτική τάξις...». Στην επιστολή του ο Μπακιρτζής καλεί τον Πλαστήρα να αναθεωρήσει το «πολιτικό του πιστεύω» και να συστρατευθεί μαζί του στον αγώνα για τη δημιουργία ενός αριστερού μετώπου, κατ' αναλογίαν του Λαϊκού Μετώπου της εποχής στη Γαλλία.

Περίοδος 1936-45

Στις 4 Αυγούστου του 1936 ο Μπακιρτζής συνελήφθη και μεταφέρθηκε στις φυλακές «Αβέρωφ» [3]. Παρέμεινε στις φυλακές ως τον Οκτώβριο του 1936, όταν μεταφέρθηκε στον Άγιο Ευστράτιο όπου διαβίωσε επί ένα έτος. Το 1937, στη διάρκεια του εθνικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου υπό τον Ιωάννη Μεταξά, ο Μπακιρτζής επέστρεψε στην Αθήνα από την εξορία του στα Αντικύθηρα. Μετά από τη μεσολάβηση τουτ γαμπρού του Αλέξανδρου Δημητριάδη στον Κωνσταντίνο Μανιαδάκη, Υπουργό Ασφαλείας του καθεστώτις της 4ης Αυγούστου, ο Μπακιρτζής έλαβε ειδική άδεια με την οποία του επετράπη να εγκαταλείψει την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι, δίχως δικαίωμα να μετακινηθεί σε άλλη περιοχή.

Στο Βουκουρέστι ο Μπακιρτζής έγραψε και δημοσίευσε, σε Γαλλικό στρατιωτικό περιοδικό, τις μελέτες:

  • «Η στρατιωτική αξία της Ελλάδος»,
  • «Οι χώρες του κάτω Δούναβη» και
  • «Η νέα Τουρκία», μελέτη για την οποία ο πρεσβευτής της Τουρκίας στο Βουκουρέστι του διαβίβασε τα συγχαρητήρια της Τουρκικής κυβερνήσεως.

Ο Μπακιρτζής παρέμεινε στην Ρουμανία ως την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου τον Οκτώβριο του 1940, όταν επέστρεψε στην Αθήνα και ζήτησε να καταταγεί για να πολεμήσει, αίτημα που δεν έγινε αποδεκτό. Σύμφωνα με όσα γράφει ο Γεώργιος Θεοτοκάς [4], στις 18 Δεκεμβρίου του 1940, ο Μπακιρτζής συναντήθηκε με τους Θεοτοκά και Γιώργο Καρτάλη, μετέπειτα συνηγέτη της Εθνικής αντιστασιακής οργανώσεως ΕΚΚΑ μαζί με τον συνταγματάρχη Δημήτριο Ψαρρό. Τον Αύγουστο του 1941 πραγματοποιήθηκε συνάντηση αντιπροσώπου του Κ.Κ.Ε. και με τον συνταγματάρχη Μπακιρτζή και με το συνταγματάρχη Στέφανο Σαράφη, επίσης απότακτο του βενιζελικού κινήματος του 1935, οι οποίοι ετοίμαζαν την κατασκοπευτική αντιστασιακή οργάνωση «Προμηθεύς Ι», υπό την επιρροή των βενιζελικών κομμάτων, η οποία συνδεόταν με τις αγγλικές υπηρεσίες και την κυβέρνηση του Καίρου. Μετά τη συγκρότηση της οργανώσεως «Προμηθεύς Ι» ο Μπακιρτζής έφυγε, τον Σεπτέμβριο του 1942 με προορισμό την Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια για το Κάιρο της Αιγύπτου, όπου έφτασε στις 12 Οκτωβρίου του 1942. Την περίοδο της εκεί παραμονής του οι Αγγλική υπηρεσία πληροφοριών είχε εισηγηθεί την εξορία του στην Κένυα, καθώς τον υποπτεύονταν για κομμουνιστική δράση, όμως ο Μπακιρτζής ορκίστηκε στον λόγο της στρατιωτικής του τιμής ότι επιστρέφοντας στην Ελλάδα θα παρέμενε στρατιωτικός διοικητής της Ε.Κ.Κ.Α των Γεωργίου Καρτάλη και του συνταγματάρχη Δημητρίου Ψαρρού, αλλά και του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων. Έτσι, στις 17 Σεπτεμβρίου 1943 ο Μπακιρτζής επέβαινε σε αεροσκάφος τύπου Ντακότα μαζί με τους υπολοίπους αντιπροσώπους των αντιστασιακών οργανώσεων επιστρέφοντας πίσω στην Ελλάδα μετά από περίπου ένα έτος.

Στις 9 Οκτωβρίου 1943 που εξαπολύθηκε η επίθεση του Ε.Λ.Α.Σ. εναντίον του Ε.Δ.Ε.Σ. ο Μπακιρτζής διέμενε στο Γενικό Στρατηγείο της Ε.Κ.Κ.Α. στην Άμφισσα. Την επομένη ημέρα όταν ο Ε.Λ.Α.Σ. παρέδωσε στρατιωτικό τελεσίγραφο απαιτώντας δήλωση συμπαραστάσεως της Ε.Κ.Κ.Α. προς αυτόν, ο Μπακιρτζής έσπευσε να υπερθεματίσει στη λύση της ουδετερότητας, που εν τω μεταξύ είχε υιοθετηθεί εξ’ ανάγκης από τους Δημήτριο Ψαρρό και Καρτάλη, ενώ στις 20 Οκτωβρίου αναχώρησε με τον Γεώργιο Καρτάλη με κατεύθυνση την έδρα του Γενικόυ Στρατηγείου του Ε.Λ.Α.Σ., αφήνοντας ένα γράμμα, στο οποίο εξέφραζε την άποψη πως η Ε.Κ.Κ.Α. πρέπει να προσχωρήσει στο Ε.Α.Μ., ώστε να εμποδιστεί το Κ.Κ.Ε. μετά την απελευθέρωση να επιβάλλει δικτατορία του προλεταριάτου. Μετά την κατάπαυση των εχθροπραξιών, στη συνδιάσκεψη Μυροφύλλου-Πλάκας, τέθηκε θέμα διορισμού αρχιστρατήγου και ακούστηκαν διάφορα ονόματα, όπως των στρατηγών Μανέττα και Οθωναίου, του Δημητρίου Ψαρρού από πλευράς του Γεωργίου Καρτάλη, του Στέφανου Σαράφη από τους εκπροσώπους του Ε.Α.Μ., αλλά και του Ευριπίδη Μπακιρτζή από τον Βρετανό σύνδεσμο Συνταγματάρχη Chris Woodhouse, που αιτιολόγησε την επιλογή του αναφέροντας πως ο Σερραίος στρατιωτικός δεν θα μπορούσε να πέσει θύμα των δολοπλοκιών του Κ.Κ.Ε.

Ένταξη στο ΕΑΜ-Πρόεδρος ΠΕΕΑ

Τον Μάρτιο του 1944, ο Μπακιρτζής σε επιστολή του προς τον Επιτελάρχη της Ε.Κ.Κ.Α. και υποδιοικητή του 5/42 Συντάγματος, Κωνσταντίνο Λαγγουράνη, [5] αναφέρει πως «...θα φύγω από την ΕΚΚΑ και θα πάω να προσφέρω τις υπηρεσίες μου στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ πουναι η μόνη πραγματική δύναμη και πρωτοπορία του Εθνικο-Απελευθερωτικού και Λαϊκό-Επαναστατικού Κινήματος. Μία ακόμη φορά κάνω έκκληση στα επαναστατικά και λαϊκά φρονήματά σου για να δώσεις τη λύση, έστω η κυβέρνηση να γίνει με δύο οργανώσεις...». Στις 10 Μαρτίου 1944, όταν ιδρύθηκε η Π.Ε.Ε.Α., ο Μπακιρτζής ανέλαβε προσωρινός πρόεδρος ΤΗς [6] ως τις 18 Απριλίου του ίδιου έτους, που παραχώρησε την θέση του [7] στον Αλέξανδρο Σβώλο και ο ίδιος ανέλαβε αντιπρόεδρος και γραμματέας επισιτισμού.

Στην 45η Συνεδρίαση της Π.Ε.Ε.Α. στις 28 Ιουλίου ο Μπακιρτζής τάχθηκε υπέρ της εισόδου της στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητος λέγοντας χαρακτηριστικά: « [....] Εγώ από την αρχή είχα τη γνώμη πως θα έπρεπε να μπούμε στην κυβέρνηση, γιατί η είσοδος θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του απελευθερωτικού κινήματος που είναι η υπονόμευση και η συντριβή των αντιδραστικών κυβερνήσεων [....]». Ο Μπακιρτζής παρέμεινε αντιπρόεδρος και γραμματέας επισιτισμού μέχρι την διάλυση της Π.Ε.Ε.Α. στις 2 Σεπτεμβρίου του 1944, όταν το Κ.Κ.Ε. πήρε μέρος στην Κυβέρνηση (Εθνικής Ενότητας) υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου. Στις 9 Σεπτεμβρίου, πριν την αποχώρηση των Γερμανικών στρατευμάτων κατοχής και τη συνεπακόλουθη απελευθέρωση της Ελλάδος, ο Μπακιρτζής ορίστηκε επικεφαλής της Ομάδος Μεραρχιών Μακεδονίας του κομμουνιστικού Ε.Λ.Α.Σ. και την ίδια ημέρα αναχώρησε για να αναλάβει τα νέα του καθήκοντα συνοδευόμενος από τον Γεώργιο Πλαστήρα, τον αδελφό του στρατηγού Νικολάου Πλαστήρα, ο οποίος λίγο καιρό πριν είχε ενταχθεί στον Ε.Λ.Α.Σ.

Στις 18 Οκτωβρίου 1944, λίγες μέρες πριν την αποχώρηση των Γερμανών από τη Θεσσαλονίκη, εκδόθηκε διαταγή του Γενικού Στρατηγείου του Ε.Λ.Α.Σ. προς την Ομάδα Μεραρχιών Μακεδονίας, στην οποία αναφέρεται πως «...μετά προηγουμένην συνεννόησιν και με μητροπολίτην και δήμαρχον Θεσσαλονίκης τμήματα ΧΙ εισέλθωσι πόλιν μόλις εγκαταλειφθεί υπό Γερμανών», ενώ αναφερόταν ρητά: « ...εφαρμοσθώσι προς όλους αποφάσεις Καζέρτας...». Η ηγεσία του Ε.Λ.Α.Σ. προκειμένου να ξεπεραστεί η απαγόρευση για το πέρασμα του Αξιού ποταμού, σύμφωνα με τις δεσμεύσεις της συμφωνίας της Καζέρτας, διεκπεραίωσε τμήματα της μέσω θαλάσσης από τη Χαλκιδική στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, όπου μπήκε στις 30 Οκτωβρίου το 19ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ. Στη Θεσσαλονίκη οι κομμουνιστές αντάρτες περικύκλωσαν το κτίριο της ΧΑΝΘ όπου είχαν οχυρωθεί οι χωροφύλακες, εισέβαλλαν σ' αυτό, τους αφόπλισαν και τους αιχμαλώτισαν, υφαρπάζοντας την εξουσία στην πόλη, ενώ ο Γεώργιος Μόδης, Γενικός Διοικητής διορισμένος από την κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου, παρέμεινε εγκλωβισμένος στο ξενοδοχείο «Μεντιτεράνιαν», ενώ ο Μπακιρτζής εγκατέστησε στο Μέγαρο Δημητριάδη, γωνία Αγίας Σοφίας-Λεωφόρου Νίκης, το Στρατηγείο της Ομάδας Μεραρχιών Μακεδονίας του Ε.Λ.Α.Σ. Λίγες μέρες μετά την είσοδο των δυνάμεων του Ε.Λ.Α.Σ. στη Θεσσαλονίκη ο Μπακιρτζής μίλησε από τον εξώστη του Εργατικού Κέντρου στην τότε Πλατεία Δικαστηρίων.

Διάλυση του ΕΛΑΣ

Ο Μπακιρτζής παρέμεινε στη Βόρειο Ελλάδα μέχρι την παράδοση των όπλων και για ένα χρονικό διάστημα έζησε στην Θεσσαλονίκη κοντά στην αδερφή και τον γαμπρό του. Μετά την διάλυση του Ε.Λ.Α.Σ., όταν εκίνησε η αναδιοργάνωση των Ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, δημιουργήθηκαν τρείς Πίνακες υπό την κωδική ονομασία Α', Β' και Γ', όπου όσοι εντάσσονταν στον Α' θα αναλάμβαναν άμεσα ενεργή υπηρεσία, όσοι θα καταχωρούνταν στον Πίνακα Β' θα παρέμεναν στο στράτευμα με πλήρεις αποδοχές, δίχως να εκτελούν υπηρεσίες και θα ξανακρίνονταν στο μέλλον. Τέλος, όσοι θα καταχωρούνταν στον Πίνακα Γ' θα αποστρατεύονταν άμεσα. Για τον Μπακιρτζή αναιρέθηκαν οι αποφάσεις και τα Διατάγματα της 21ης Μαρτίου του 1936 και της 22ας Ιανουαρίου του 1937 που προέβλεπαν τη διαγραφή του από τις τάξεις των Αξιωματικών, την απώλεια των στρατιωτικών του βαθμών, και την έκπτωση του στην τάξη του στρατιώτη, ενώ ο χρόνος από το 1935 ως το 1944 προσμετρήθηκε και του αποδόθηκε ο βαθμός του Υποστρατήγου (ΠΒ), χωρίς να ασκήσει το αξίωμα.

Διακρίσεις

Στον Ευριπίδη Μπακιρτζή απονεμήθηκαν, στις 20 Αυγούστου του 1914 δύο Μετάλλια. Ήταν του

  • «Ελληνοτουρκικού» και
  • «Ελληνοβουλγαρικού πολέμου».

Ακολούθησαν τα μετάλλια:

  • «Αργυρούς Σταυρός του Σωτήρος», στις 25 Ιανουαρίου 1915,
  • «Το Μετάλλιον της Πολεμικής Αξίας», στις 4 Φεβρουαρίου 1918,
  • «Γαλλικό Παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής», τον Ιανουάριο του 1919,
  • «Μετάλλιο της Δημοκρατίας του Παναμά», τον Φεβρουάριο του 1919,
  • «Γαλλικός Πολεμικός Σταυρός», τον Δεκέμβριο του 1919,
  • «Βρετανικό Παράσημο Διακεκριμένων Υπηρεσιών», τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους.
  • Στρατιωτικά μετάλλια (δύο) στη διέρκεια της υπηρεσίας του με το βαθμό του Συνταγματάρχη στην Μεραρχία Κρήτης.

Το τέλος του

Στις 21 Σεπτεμβρίου του 1946 ο Μπακιρτζής συνελήφθη με άλλα ηγετικά στελέχη του κομμουνιστικού ΕΛΑΣ και με φύλλο πορείας εξορίστηκε στον Άγιο Κήρυκο, την πρωτεύουσα της Ικαρίας. Το φύλλο πορείας τον έκρινε επικίνδυνο για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια και προέβλεπε την μετακίνηση του, στις 13 Ιανουαρίου του 1947, στους Φούρνους, ένα μικρό νησάκι απέναντι από την Ικαρία. Εκεί ξεκίνησε τη συγγραφή του ανολοκλήρωτου βιβλίου του με τίτλο:

  • «Πολιτικοστρατιωτική σημασία της Ανατολικής Μεσογείου».

Στον νησί τον συνάντησε Ερευνητική Επιτροπή του Ο.Η.Ε., στην οποία ο Μπακιρτζής κατήγγειλε την «ντόπια αντίδραση» και τους Εγγλέζους ως υπεύθυνους για τον «Εμφύλιο» Πόλεμο. Το βράδυ της Παρασκευής 9 Μαΐου 1947, η Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ έλαβε τηλεγράφημα του Γεράσιμου Στεφανάτου, εκπροσώπου των εξορίστων στην Ικαρία που ανέφερε: «Σήμερον Παρασκευήν δευτέραν πρωινήν ευρέθη νεκρός με τραύμα εις την καρδίαν εντός δωματίου του εις Φούρνους Ικαρίας ο στρατηγός Μπακιρτζής. Αι συνθήκαι υπό τας οποίας επήλθεν ο θάνατος είναι ύποπτοι. Ο διοικητής της Χωροφυλακής Ικαρίας ηρνήθη να επιτρέψη εις τον ιατρόν των εξορίστων και εις επιτροπήν αυτών όπως μεταβούν επί τόπου προς διαπίστωσιν των συνθηκών υπό τας οποίας επήλθεν ο θάνατος . Εζητήσαμεν την μεταφοράν του νεκρού εις Αθήνας και την άφιξιν του Εισαγγελέως Σάμου προς διενέργειαν ανακρίσεων».

Ο Μπακιρτζής αυτοκτόνησε με μια σφαίρα στην καρδιά, μέσα στο δωμάτιο του πρώτου ορόφου του σπιτιού στο οποίο διέμενε στο νησάκι Φούρνοι.Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας έφτασαν στους Φούρνους από τον Άγιο Κήρυκο ο ανθυπομοίραρχος Σερμόπουλος, που ως ο διευθυντής της υποδιοικήσεως Χωροφυλακής της Ικαρίας ήταν αρμόδιος για τη διαλεύκανση της υποθέσεως, μαζί με τους Αναστάσιο Λάμπρου, Κ. Παπαδογιάννη και Κ. Μουστεράκη, στρατιωτικοί και παλιοί φίλοι του Μπακιρτζή. Ταυτόχρονα, έφτασαν οι Παντελής Δαμακός, παλιός κομμουνιστής και μέλος της ΟΣΠΕ και ο τ. Ειρηνοδίκης Χρήστος Θάνος, οι οποίοι εισήλθαν στο δωμάτιο του Μπακιρτζή. Ο Ανθυπομοίραρχος Σεργόπουλος είχε αποφανθεί πως επρόκειτο για αυτοκτονία, όμως ο Χρήστος Θάνος συγκρούστηκε μαζί του έχοντας την άποψη ότι ο θάνατος τοΥ Μπακιρτζή ήταν αποτέλεσμα δολοφονικής ενέργειας. Η αντιπροσωπεία των συγκρατουμένων, όπως προκύπτει από επιστολή του Αντισυνταγματάρχη Αναστασίου Λάμπρου προς την οικογένεια του Μπακιρτζή, συμμερίστηκε την άποψη των επισήμων αρχών. Στους συγγενείς του Μπακιρτζή δεν επετράπη να παρευρεθούν στην κηδεία, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 10 Μαΐου, παρουσία συνεξορίστων και ντόπιων, ενώ τον επικήδειο λόγο εκφώνησε ο εξόριστος ηπειρώτης δάσκαλος Κατσάνος.

Μνήμη Μπακιρτζή

Ο Μπακιρτζής αθέτησε τον λόγο της στρατιωτικής του τιμής ότι θα πολεμούσε στις τάξεις της ΕΚΚΑ και φέρει το βάρος της ευθύνης για την διάλυση του Συντάγματος 5/42 και την δολοφονία του αρχηγού του Συντάγματος, συμμαθητή και φίλου του Δημήτρη Ψαρρού, όμως διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην αντιμετώπιση των αυτονομιστικών κινημάτων του Γκότσε και την διάλυση των Σλαυόφωνων δυνάμεων στην Μακεδονία, καθώς στο Μοναστήρι τότε είχε σχηματισθεί η «Ταξιαρχία του Αιγαίου» με στόχο «την απελευθέρωση της Μακεδονίας από τον ελληνικό ζυγό». Ταυτόχρονα στην περιοχή Φλωρίνης δρούσε στα πλαίσια του Ε.Λ.Α.Σ. ένα τάγμα Σλαυόφωνων υπό τον διαβόητο Γκότσεφ που κινήθηκε προς Θεσσαλονίκη. Στον ορεινό αυχένα της Κέλλης ο Μπακιρτζής διέταξε φράγμα πυρός και αναχαίτισε τους αυτονομιστές, τους κυνήγησε και τους διέλυσε λίγο έξω από το Μοναστήρι. Τέλος, διαφώνησε με το Κ.Κ.Ε. για την επόμενη φάση της ενόπλου δράσεως που ανέλαβε το Κομμουνιστικό κόμμα. Τα χρόνια μετά τον θάνατο του αποδείχθηκε ότι ο Μπακιρτζής αρθρογραφούσε και αυτός στην κομμουνιστική εφημερίδα «Ριζοσπάστης» υπό το ψευδώνυμο «κόκκινος συνταγματάρχης». Το σπίτι στο οποίο αυτοκτόνησε ο Μπακιρτζής διασώζεται και λειτουργεί ως ξενώνας με την επωνυμία «Mira mare» και βρίσκεται μεταξύ του Δημαρχείου και της πλατείας των Φούρνων. Οι κληρονόμοι του δώρισαν την στολή και άλλα προσωπικά του αντικείμενα στο Μουσείο Εθνικής Αντίστασης Δυτικής Μακεδονίας στην Κοζάνη. Προτομή του αποκαλύφθηκε την Κυριακή 15 Μαΐου 2011 στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τις Σέρρες.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Ο προβιβασμός του Μπακιρτζή σε Αντισυνταγματάρχη επήλθε δυνάμει της υπ’ αριθμόν 20400/196 αποφάσεως Ε.Δ.Υ.Σ.]
  2. [Στη Βουλγαρία είχαν ζητήσει άσυλο και βρήκαν καταφύγιο οκτώ συνολικά Έλληνες αξιωματικοί. Ήταν οι: Αντιστράτηγος Δημήτριος Καμμένος, Συνταγματάρχης Ευριπίδης Μπακιρτζής, Συνταγματάρχης Βλαχαϊτόπουλος, Συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Βεντήρης, Αντισυνταγματάρχης Ρομβόπουλος, Ταγματάρχης Αλκιβιάδης Μπουρδάρας, Ταγματάρχης Νίκος Παπασταματιάδης και ο Απόστρατος αντισυνταγματάρχης Ιατρού.]
  3. [Ο Μπακιρτζής συνελήφθη και φυλακίστηκε με συγκρατούμενους τον Αλέξανδρο Σβώλο, τον Δημήτρη Γληνό, τον Γιώργο Σιάντο, τον Ιωάννη Σοφιανόπουλο, τον Ευάγγελο Ευαγγέλου και άλλους]
  4. [«...Το βράδυ με τον Καρτάλη, συναντώ για πρώτη φορά τον περίφημο Ευριπίδη Μπακιρτζή. Ήμουν πολύ περίεργος να τον γνωρίσω, μα δεν βρήκα σ’ αυτόν το πολεμικό και τυχοδιωκτικό ύφος που περίμενα. Θυμίζει μάλλον τον Εκπαιδευτικό όμιλο, τους προοδευτικούς παιδαγωγούς του 1925...».] Γεώργιος Θεοτοκάς, «Τετράδια Ημερολογίου», εγγραφή 18ης Δεκεμβρίου 1940.
  5. [Ο Κωνσταντίνος Λαγγουράνης ακολούθησε τελικά τον Μπακιρτζή και εντάχθηκε στις δυνάμεις των κομμουνιστοσυμμοριτών.]
  6. [Στις 10 Μαρτίου 1944 ιδρύθηκε από το Κ.Κ.Ε. η «Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης» (Π.Ε.Ε.Α.), με Πρόεδρο έως της 18 Απριλίου 1944 τον Ευριπίδη Μπακιρτζή και μέλη (Γραμματείς) τους: Ηλία Τσιριμώκο, Γραμματέας της Ένωσης Λαϊκής Δημοκρατίας, ως Γραμματέα Δικαιοσύνης, Γεώργιο Σάντο, Γραμματέας της ΚΕ του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, ως Γραμματέα Εσωτερικών, Εμμανουήλ Μάντακα Γραμματέα Στρατιωτικών, Νικόλαο Ασκούτση Γραμματέα Συγκοινωνίας, Κωνσταντίνο Γαβριηλίδη, Γραμματέας του Αγροτικού Κόμματος, Γραμματέα Γεωργίας, Σταμάτη Χατζημπέη Γραμματέα Εθνικής Οικονομίας, Άγγελο Αγγελόπουλο Γραμματέα Οικονομικών, Πέτρο Κόκκαλη Γραμματέα Υγιεινής.]
  7. [Στη νέα σύνθεση της ΠΕΕΑ, από τις 2 Απριλίου 1944 κι ως την διάλυση της, συμμετείχαν οι: Αλέξανδρος Σβώλος Πρόεδρος/Πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών, Ευριπίδης Μπακιρτζής Αντιπρόεδρος και υπουργός Επισιτισμού, Γιώργος Σιάντος των Εσωτερικών, Μανώλης Μάντακας των Στρατιωτικών, Άγγελος Αγγελόπουλος των Οικονομικών, Σταμάτης Χατζήμπεης της Εθνικής Οικονομίας, Πέτρος Κόκκαλης της Κοινωνικής Πρόνοιας, Κώστας Γαβριηλίδης της Γεωργίας, Ηλίας Τσιριμώκος της Δικαιοσύνης, Νίκος Ασκούτσης της Συγκοινωνίας.]