Νικόλαος Μπουραντάς

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Νικόλαος Μπουραντάς [1], Έλληνας εθνικιστής, ανώτατος αξιωματικός της Αστυνομίας Πόλεων, που διατέλεσε Αστυνομικός Διευθυντής Αθηνών, οργανωτής και επικεφαλής του Μηχανοκινήτου Τμήματος της Αστυνομίας Πόλεων, πολιτικός που διατέλεσε βουλευτής και στη συνέχεια Αρχηγός της Αστυνομίας Πόλεων και αργότερα του Πυροσβεστικού Σώματος, γεννήθηκε το 1900 στο χωριό Χλεμποτσάρι [2], σημερινή ονομασία Ασωπία, του νομού Βοιωτίας και πέθανε [3] από καρκίνο στις 16 Ιανουαρίου 1981 στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» στην Αθήνα, μετά από μακρά περίοδο νοσηλείας. Η νεκρώσιμη ακολουθία του τελέστηκε στις 17 Ιανουαρίου από το Α' Νεκροταφείο Αθηνών όπου και τάφηκε.

Ο Μπουραντάς ήταν άγαμος και δεν άφησε απογόνους.

Νικόλαος Μπουραντάς

Βιογραφία

Πατέρας του Νικολάου ήταν ο Αναστάσιος Μπουραντάς. Ο Νικόλαος Μπουραντάς, που είχε έναν αδελφό και μία αδελφή, τη Χρυσούλα [4], μετέπειτα σύζυγο Σπύρου Σίμου, παρακολούθησε τα μαθήματα του Δημοτικού στη γενέτειρα του και του Γυμνασίου στη Θήβα. Στη διάρκεια της Μικρασιατικής εκστρατείας και μέχρι το 1921 υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία με το βαθμό του εφέδρου Ανθυπολοχαγού.

Αστυνομική σταδιοδρομία

Το 1921 ο Μπουραντάς κατατάχθηκε στο Σώμα της Αστυνομίας Πόλεων και ως τελειόφοιτος της Νομικής Σχολής παρακολούθησε την Αστυνομική Σχολή Κερκύρας και εξήλθε από την Σχολή Υπαστυνόμων με το βαθμό του Υπαστυνόμου Β'. Στις 31 Αυγούστου του 1923 ως ειδικός ιχνών ήταν μέλος της Αστυνομικής επιτροπής [5] που συμμετείχε στην διερεύνηση των συνθηκών και στην αναζήτηση των δραστών της δολοφονίας των Ιταλών στρατιωτικών που αποτελούσαν μέλη της επιτροπής οριοθετήσεως των Ελληνοαλβανικών συνόρων στην περιοχή της Κακκαβιάς.

Το 1939 με το βαθμό του Αστυνόμου ο Νικόλαος Μπουραντάς ανέλαβε να οργανώσει το Μηχανοκίνητο [6] τμήμα της Αστυνομίας Πόλεων, του οποίου ανέλαβε τη διοίκηση, ενώ ταυτοχρόνως ήταν και Διοικητής της Γενικής Ασφάλειας Αθηνών. Αποστολή του Μηχανοκίνητου ήταν να δρα ως μονάδα καταστολής και αμέσου επεμβάσεως σε περιπτώσεις εξεγέρσεων και ταραχών στο κέντρο και τις συνοικίες των Αθηνών, δράση που το κατέστησε στόχο συκοφαντικών επιθέσεων της Ελληνικής αριστεράς καθώς το Μηχανοκίνητο λειτούργησε και ως μηχανισμός αμέσου καταστολής και δράσεως κατά των μελών και των στελεχών του παρανόμου μηχανισμού του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος. Στη διάρκεια της Κατοχής της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονος ο Μπουραντάς, σύμφωνα με την μαρτυρία του Άγγελου Έβερτ ο οποίος κατέθεσε ως μάρτυρας στη δίκη του, διατηρούσε σχέσεις συνεργασίας με τις εθνικές αντιστασιακές οργανώσεις του Δημητρίου Ψαρρού και του Ναπολέοντα Ζέρβα.

Στις αρχές του Φεβρουαρίου του 1943 ο Μπουραντάς παρέλαβε από το Β' Αστυνομική Τμήμα Αθηνών, επί της οδού Κυδαθηναίων, τον κομμουνιστή φοιτητή της Ιατρικής, Μιχάλη (Μικέ) Κουρουνιώτη, τον δολοφόνο του εθνικιστή φοιτητή της Νομικής Σχολής Κίτσο Μακρυγιάννη-Μαλτέζο. Στη διάρκεια της ανακρίσεως ο Κουρουνιώτης αποκάλυψε στον Μπουραντά το όνομα του Άδωνι Αχ. Κύρου, ως ηθικού αυτουργού της δολοφονίας, όμως πριν ο Μπουραντάς ολοκληρώσει την ανάκριση, οι Γερμανικές αρχές του αφαίρεσαν την αρμοδιότητα και παρέλαβαν τον Κουρουνιώτη. Ο συγγραφέας [7] Πέτρος Στ. Στάϊκος-Μακρής που ερεύνησε το θέμα βρήκε τον φάκελλο του Μικέ Κουρουνιώτη στην Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών [8]. Στον φάκελλο του Κουρουνιώτη υπήρχε η έκθεση του Διοικητή του Μηχανοκίνητου Τμήματος, αστυνόμου Νίκου Μπουραντά, ο οποίος ανέκρινε προσωπικώς τον Κουρουνιώτη, και ο Κουρουνιώτης του ομολόγησε την συμμετοχή του Άδωνι Κύρου. Σύμφωνα με τα στοιχεία του φακέλλου οι Γερμανικές αρχές κατοχής αφαίρεσαν την αρμοδιότητα της προανακρίσεως από τον Μπουραντά, πήραν τον Κουρουνιώτη και στις 21 Μαρτίου 1944 τον εκτέλεσαν ως όμηρο στο σκοπευτήριο της Καισαριανής.

Το Μηχανοκίνητο της Αστυνομίας Πόλεων με επικεφαλής τον Μπουραντά, διέσωσε εκατοντάδες εθνικιστές οι οποίοι συλλαμβάνονταν από τους κομμουνιστοσυμμορίτες και οδηγούνταν για εκτέλεση, με αποτέλεσμα καθημερινές ένοπλες συγκρούσεις με τις συμμορίες του Κομμουνιστικού Κόμματος. Τον Ιανουάριοτου 1944 ο Μπουραντάς στην Υποδιεύθυνση Γενικής Ασφαλείας και του ανατέθηκαν καθήκοντα Διοικητή, ενώ την Διοίκηση του Μηχανοκινήτου ανέλαβε ο Αστυνόμος Α' Νικόλαος Αρχιμανδρίτης τον οποίο διαδέχθηκε ο Αστυνόμος Β' Χρύσανθος Μπεκιάρης [9]. Στις 17 Αυγούστου του 1944, μετά από διαταγή του Άγγελου Έβερτ, ο Μπουραντάς επικεφαλής του Μηχανοκινήτου της Αστυνομίας Πόλεων, μετέβη στη Νίκαια Πειραιώς και απέτρεψε την κατάληψη του εκεί αστυνομικού τμήματος από τις δυνάμεις των συμμοριτών του Κομμουνιστικού Κόμματος, λόγος για τον οποίο συγκέντρωσε την μεταπελευθερωτική οργή της αριστεράς και οι άνδρες του Μιχανοκινήτου, σε μια προσπάθεια να κατασυκοφαντηθούν, έγιναν γνωστοί ως «Μπουραντάδες». Τον Σεπτέμβριο του 1944, διαρκούσης της Κατοχής της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονος, ο Μπουραντάς, διέθεσε την απαιτούμενη δύναμη και παρέλαβε όπλα και πυρομαχικά, που απέστειλε σε ακτή της Ανατολικής Αττικής το Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής, για τον εξοπλισμό του Ελληνικού Στρατού, τον οποίο μέσω Βραυρώνας έφεραν στην Αθήνα, μετά από μάχη με τρεις λόχους Γερμανικών δυνάμεων τους οποίους επικουρούσαν συμμορίες ενόπλων κομμουνιστών, που διεκδικούσαν τα όπλα για λογαριασμός τους. Το Μηχανοκίνητο διαλύθηκε μετά την αποχώρηση των Γερμανών με απαίτηση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, που δεν επιθυμούσε να υπάρχει αντίπαλος κατά το επικείμενο κίνημα του [10]. Είναι χαρακτηριστικά τα κομμουνιστικά συνθήματα της εποχής που γέμισαν τους τοίχους των Αθηνών αλλά και οι προκηρύξεις που κυκλοφόρησαν, με τις οποίες οι κομμουνιστές κατέδωσαν τον Μπουραντά, όπου αναφέρονταν: «Ο Σπηλιωτόπουλος έδωσε τα όπλα των συμμάχων στον Μπουραντά», σε μια προσπάθεια να συλλάβουν οι γερμανικές αρχές τον Αστυνόμο.

Δικαστήριο δοσιλόγων /Αθώωση

Νικόλαος Μπουραντάς

Στις 12 Οκτωβρίου του 1944, αμέσως μετά την αποχώρηση από την Αθήνα των δυνάμεων κατοχής του Άξονος, η κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου υπέκυψε στις απαιτήσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος και στις συνεχείς συκοφαντικές επιθέσεις των κομμουνιστών σε βάρος του Μπουραντά, τον οποίο συνέλαβε και έθεσε υπό κράτηση στις φυλακές «Αβέρωφ» στην Αθήνα με την κατηγορία του δοσίλογου. Στην προανακριτική διαδικασία αρκετοί ψευδομάρτυρες κομμουνιστές κατέθεσαν ότι βασανίσθηκαν από τον Μπουραντά. Στις 18 Δεκεμβρίου 1944, οι συμμορίες του κομμουνιστικού ΕΛΑΣ εισέβαλαν στις φυλακές, αφού ανατίναξαν ένα τμήμα του υψηλού μαντρότοιχου που περιέβαλε τις φυλακές. Στη διάρκεια της πολιορκίας, η φρουρά των φυλακών άνοιξε τα κελιά των κρατουμένων και σε ορισμένους έδωσε όπλα, για να ενισχύσουν την άμυνα κατά των κομμουνιστοσυμμοριτών, μεταξύ τους, ο Μπουραντάς, ο Ιωάννης Πλυτζανόπουλος, ο Διονύσιος Παπαδόγγονας, ο Λεωνίδας Βρεττάκος και άλλοι. Στο κεντρικό κτίριο των φυλακών, οι αντάρτες του ΕΛΑΣ κατάφεραν να αιχμαλωτίσουν τον στρατηγό Γεώργιο Μπάκο και τον Γεώργιο Πειρουνάκη [11], οι οποίοι δολοφονήθηκαν με φρικτό τρόπο, ενώ ο Διονύσιος Παπαδόγγονας έφθασε μέχρι την οδό Λάμπρου Κατσώνη, όπου τραυματίστηκε από πυροβολισμούς κομμουνιστών, την ώρα που οι Μπουραντάς, Ιωάννης Ράλλης, Θεόδωρος Πάγκαλος και άλλοι έφθασαν μέχρι το γήπεδο στους Αμπελόκηπους, όπου έσπευσαν Αγγλικά άρματα αλλά και άνδρες της 3ης Ορεινής Ταξιαρχίας.

Ο Μπουραντάς παραπέμφθηκε να δικαστεί την Τρίτη 20 Νοεμβρίου. Πρόεδρος του Β' Ειδικού Δικαστηρίου Δοσιλόγων ήταν ο Εφέτης Νικόλαος Οικονομόπουλος, μετέπειτα υπουργός κυβερνήσεων του Γεωργίου Παπαδόπουλου. Το Δικαστήριο συνεδρίασε στην αίθουσα του Εφετείου Αθηνών στο Αρσάκειο Μέγαρο και μεταξύ των μαρτύρων κατηγορίας σε βάρος του Μπουραντά ήταν και ο Μανώλης Γκλέζος. Στην κατάθεση του κομμουνιστής μάρτυρας κατέθετε με παραστατικότητα ότι οδηγήθηκε στην Γενική Ασφάλεια όπου βασανίζονταν επί μέρες, με ηλεκτροσόκ, από τον ίδιο τον Μπουραντά. Ο Εφέτης που αντιλήφθηκε τις μυθοπλασίες του μάρτυρα, καθώς δεν είχε τολμήσει να κοιτάξει το εδώλιο του «κατηγορουμένου» Μπουραντά, ζήτησε την διακοπή της δίκης. Στο ενδιάμεσο ως την επανέναρξη της διαδικασίας, ο Πρόεδρος ζήτησε από τον Μπουραντά, μέσω του δικαστικού κλητήρα, να καθίσει στην πρώτη σειρά των εδράνων όπου κάθονταν οι συνήγοροι και με την επανέναρξη της διαδικασίας ο πρόεδρος ζήτησε από τον μάρτυρα να αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο.
«κ. Μάρτυς, γνωρίζετε τον Μπουραντά που σας βασάνιζε;»
«Βεβαίως» απάντησε ο μάρτυρας.
«Μπορείτε να μου τον δείξετε;»
Ο μάρτυρας στράφηκε στο εδώλιο να υποδείξει τον κατηγορούμενο, όμως ο Πρόεδρος δείχνοντας τα έδρανα των συνηγόρων του είπε:
«Ποιος είναι από αυτούς;»
Ο μάρτυρας αφού παρατήρησε με προσοχή τα δεκαπέντε περίπου άτομα που κάθονταν στα έδρανα των συνηγόρων, έδειξε ένα άτομο στη δεύτερη σειρά λέγοντας «αυτός είναι», όμως έδειξε άλλον κι όχι τον Μπουραντά. Συγκεκριμένα υπέδειξε τον προκαλώντας την οργή του έμπειρου Εφέτη που τον απέπεμψε με την απαξιωτική έκφραση «αρκετά μάρτυς. Πηγαίνετε».

Συνήγορος του Μπουραντά παραστάθηκε ο Παναγιώτης Γιωτόπουλος, καθηγητής Ποινικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο καθηγητής στην αγόρευση του περιέγραψε με γλαφυρότητα τον τρόπο με τον οποίο οι κομμουνιστές δημιούργησαν τον μύθο του Μπουραντά-τέρατος προκειμένου να τον εξοντώσουν ηθικά, αφού δεν μπόρεσαν να τον εξοντώσουν δολοφονώντας τον. Στην αγόρευση του ο Γιωτόπουλος απέδειξε ότι ο Μπουραντάς πρόσφερε ύψιστη εθνική υπηρεσία, προστατεύοντας από τους Γερμανούς όχι μόνο τους εθνικιστές πολίτες αλλά κάθε πολίτη που είχε ανάγκη, όπως και κομμουνιστές που καταδιώκονταν από τις Γερμανικές αρχές, με μόνη προϋπόθεση να μην είχαν διαπράξει δολοφονίες Ελλήνων. O Μπουραντάς απολογήθηκε στις 23 Νοεμβρίου και με απόφαση του δικαστηρίου που εκδόθηκε στις 19:45' το απόγευμα της 27ης Νοεμβρίου, απαλλάχθηκε από τις σε βάρος του κατηγορίες.

Μεταπολεμική δράση

Τον Ιούλιο του 1946, Μπουραντάς επανήλθε στις τάξεις της Αστυνομίας Πόλεων, αναλαμβάνοντας επιτελικές θέσεις και έφτασε ως το βαθμό του Αστυνομικού Διευθυντή Αθηνών. Το 1947 ο Υπουργός Δημόσιας Τάξεως Ναπολέων Ζέρβας με Βασιλικό Διάταγμα παρασημοφόρησε τον Μπουραντά με τον τον «Αστυνομικό σταυρό». Τις παραμονές των βουλευτικών εκλογών του 1950 ο Μπουραντάς υπέβαλε την παραίτηση του από το Αστυνομικό Σώμα προκειμένου να πολιτευθεί και στις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1950 εξελέγη βουλευτής Αττικοβοιωτίας με το κόμμα «Ελληνική Αναγέννησις», το οποίο συμμετείχε στον εθνικιστικό συνασπισμό κομμάτων «Πολιτική Ανεξάρτητος Παράταξις», σε συνεργασία με τους εθνικιστές πολιτικούς Κωνσταντίνο Μανιαδάκη και Θεόδωρο Τουρκοβασίλη, ενώ εξελέγησαν συνολικά 16 βουλευτές [12]. Ο Μπουραντάς άσκησε καθήκοντα έως τις 30 Ιουλίου του 1951 [13], όταν διαλύθηκε η Βουλή και προκηρύχθηκαν εκ νέου εκλογές. Το Φθινόπωρο του 1958, ο Μπουραντάς ανακλήθηκε σε ενέργεια [14] και επανήλθε στην Αστυνομία, από την οποία αποστρατεύθηκε στο τέλος του έτους με το βαθμό του Αρχηγού της Αστυνομίας Πόλεων, καθώς καταλήφθηκε από το όριο ηλικίας. Στις 27 Μαρτίου 1959, με απόφαση του τότε Υπουργού Δημοσίας Τάξεως Ευάγγέλου Καλατζή της κυβερνήσεως του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ανατέθηκαν στον Μπουραντά, έως τις 7 Αυγούστου του 1964, καθήκοντα αρχηγού [15] του Πυροσβεστικού Σώματος.

Στην τελευταία του κατοικία τον συνόδευσε πλήθος κόσμου και συναδέλφων του Αστυνομικών όλων των βαθμίδων, ενώ παρών ήταν και ο τότε Πρόεδρος της Ελληνικής Βουλής, Δημήτριος Παπασπύρου. Τον επικήδειο λόγο εκφώνησε ο ε.α. Αρχηγός της Αστυνομίας Πόλεων, Αναγνωστόπουλος.

Διαβάστε τα λήμματα

Πηγές

  • «Νικόλαος Μπουραντάς», Γεώργιος Αγγελίδης, Αθήνα 1945, σελίδες 32,
  • Περιοδικό «Αστυνομικά Χρονικά» [16], Έτος ΚΘ', Τεύχος 538-539, Μάρτιος-Απρίλιος 1981, σελίδες 324-325.
  • «Οι Μπουραντάδες», Αλέξανδρος Αυδής, Αθήνα 2006, εκδόσεις «Νέα Θέσις», Ιωάννης Σχοινάς.

Παραπομπές

  1. [Μπουραντάς: άντρακλας, πολύ αρρενωπός, (από την αρβανίτικη λέξη μπουρ =άντρας.)]
  2. [Το όνομα του χωριού Χλεμποτσάρι, προήλθε από την λέξη χλεμπόνα, το ώριμο αγγούρι, κολοκύθι ή πεπόνι, καθώς η περιοχή ήταν πάντα γεωργική και αγροτική. Το ομώνυμο χωριό είναι κτισμένο κοντά ή πάνω από αρχαίο οικισμό. Η ονομασία του στους αρχαίους χρόνους ήταν Ειλέσιον («Το Ειλέσιον, πόλη της Ταναγρικής, μάλλον το Χλεμποτσάρι», Γεώργιος Τσεβάς, «Ιστορία της Θήβας και της Βοιωτίας»), και περιλαμβάνονταν ανάμεσα σ' αυτές που προσέφεραν πλοία και στρατό για την εκστρατεία της Τροίας. Στους νεώτερους χρόνους κατατέθηκαν δύο προτάσεις μετονομασίας του χωριού, η πρώτη ήταν Δίκορφο και η δεύτερη Ασωπία. Μετά από την παρέμβαση ανθρώπων του πνεύματος αποφασίστηκε να ονομαστεί Ασωπία και όχι Δίκορφο, που ήταν πολύ απλό και συνηθισμένο. Το όνομα του χωριού, Ασωπία, οφείλεται στον παραπλήσιο ποταμό Ασωπό.]
  3. Πέθανε ο Μπουραντάς άλλοτε αρχηγός της Αστυνομίας Πόλεων Εφημερίδα «Μακεδονία», 17 Ιανουαρίου 1981, σελίδα 4η.
  4. [Η Χρυσούλα Μπουραντά και ο σύζυγος της Σπύρος Σίμος κατοικούσαν στο χωριό Άγιος Θωμάς Βοιωτίας. Στις 6 Ιουλίου του 1944, αργά το βράδυ ανήμερα της Αγίας Παρασκευής, συμμορίες του ΕΛΑΣ υπό τους Αποστόλη (Κοκμάδη) και Νικήτα (Μπουτσίνη) μπαίνουν στο χωριό και το καταλαμβάνουν για λίγες ώρες, σκοτώνοντας οκτώ άτομα, μεταξύ τους ο Σπύρος Σίμος και η γυναίκα του, η Γιαννούλα. Οι κομμουνιστοσυμμορίτες επιτέθηκαν στο σπίτι της οικογένειας Σίμου και ο μεν Σπύρος Σίμος σκοτώθηκε από πυροβολισμό επιτόπου, ενώ η Γιαννούλα κατακρεουργήθηκε με μαχαίρι και πέθανε στο δρόμο για τη Χαλκίδα από αιμορραγία. Το ζευγάρι Σπύρου και Χρυσούλας Σίμου άφησε δύο ανήλικα παιδιά. Μαζί τους στο σπίτι ήταν και η νύφη της Γιαννούλας και του Νίκου Μπουραντά, η γυναίκα του άλλου αδελφού τους, η οποία ήταν έγκυος και διασώθηκε.]
  5. [Διαταγή υπ' αριθμόν 27188 της 31ης Αυγούστου 1923.]
  6. [Το Μηχανοκίνητο Τμήμα δημιουργήθηκε τον Απρίλιο του 1939, επί του Εθνικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου με πρωθυπουργό τον Ιωάννη Μεταξά, μετά από εισήγηση στο υπουργείο Εσωτερικών του εθνικιστή υπουργού Κωνσταντίνου Μανιαδάκη, τότε υφυπουργού Δημοσίας Ασφαλείας. Το Τμήμα διέθετε 120 τρίκυκλες και δίκυκλες μοτοσικλέτες, 26 ειδικά τεθωρακισμένα αυτοκίνητα για ταχεία μεταφορά αστυνομικών δυνάμεων, 30 κοινά επιβατηγά αυτοκίνητα και 120 ποδήλατα, ενώ αποτελείτο από 700 άνδρες όλων των βαθμών, εξοπλισμένων με αυτόματα όπλα τύπου Steyr. Η πρώτη δημόσια εμφάνιση του νέου Τμήματος πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια της παρελάσεως για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου 1940, παρουσία του Ιωάννου Μεταξά.]
  7. [Πέτρος Στ. Στάϊκος-Μακρής, «Κίτσος Μαλτέζος. Ο αγαπημένος των θεών», εκδόσεις «Ωκεανίδα», Αθήνα 1999.]
  8. [O νομικός και ιστορικός συγγραφέας Πέτρος Στ. Στάϊκος-Μακρής έχει γράψει πως δεν είναι αλήθεια ότι το 1989, επί συγκυβερνήσεως, καταστράφηκαν στην υψικάμινο της Χαλυβουργικής οι φάκελλοι κοινωνικών φρονημάτων των Ελλήνων πολιτών, παρά ότι, στην πραγματικότητα, κάηκαν κάποιες παλιές δικογραφίες. Ο συγγραφέας διαβεβαιώνει ότι τουλάχιστον μέχρι το 1999, που εκδόθηκε το βιβλίο του για τον Κίτσο Μαλτέζο, όλοι αυτοί οι φάκελλοι ήταν στην Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών, και τους είδε ο ίδιος, όπως γράφει και στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.]
  9. [Περιοδικό «Αστυνομικά Χρονικά», Έτος Ε', τεύχος 105ο, σελίδα 6η/52 ή 5082η.]
  10. Περιοδικό «Αστυνομικά Χρονικά», Έτος Ε', τεύχος 105ο
  11. [Ο Γεώργιος Πειρουνάκης ήταν αξιωματικός της Αστυνομίας Πόλεων με το βαθμό του Αστυνομικού Διευθυντού, που διατέλεσε υφυπουργός σε κατοχικές κυβερνήσεις. Παντρεύτηκε την Λαίδη Λω, την Καίτη Χατζοπούλου, η οποία ήταν αντιβασίλισσα της Ινδίας. Στα Δεκεμβριανά του 1944, ο Πειρουνάκης αιχμαλωτίστηκε από τους συμμορίτες του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, οι οποίοι εισέβαλαν στις φυλακές όπου εκρατείτο. Αρχικά οι συμμορίτες τον φυλάκισαν στη βίλα Παπαλεονάρδου και τον Ιανουάριο του 1945 τον μετέφεραν στα Κρώρα Βοιωτίας όπου και τον εκτέλεσαν.]
  12. [Στις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1950 με τον εθνικιστικό συνασπισμό «Πολιτική Ανεξάρτητος Παράταξις» εκλέχθηκαν βουλευτές οι: Κωνσταντίνος Αποσκίτης, Αρκαδίας, 5.743 ψήφοι, Λεωνίδας Βρεττάκος, Λακωνίας, 3.523 ψήφοι, Γεώργιος Δεμενόπουλος (απεβίωσε 1/1/1951), Φλωρίνης, 1530 ψήφοι, αναπληρωτής Στέργιος Μπινόπουλος, Φλωρίνης, 1469 ψήφοι, Γεώργιος Ζάρας, Μεσσηνίας, 4.905 ψήφοι, Χρήστος Θηβαίος, Ευβοίας, 1.975 ψήφοι, Ευάγγελος Καλαντζής, Φθιωτιδοφωκίδας, 7.820 ψήφοι, Κωνσταντίνος Μανιαδάκης (παραιτήθηκε της έδρας), 11.176 ψήφοι, αναπληρωτής Κωνσταντίνος Καλαμαράς, 2.414 ψήφοι, Κωνσταντίνος Κοτζιάς (παραιτήθηκε του αξιώματος), Αθηνών, 9.612 ψήφοι, αναπληρωτής Ηλίας Αποσκίτης, 2.235 ψήφοι, Αριστείδης Κρανιάς, Φθιωτιδοφωκίδας, 5.475 ψήφοι, Κωνσταντίνος Μανιαδάκης, Αργολιδοκορινθίας, ψήφοι 5.991, Θεόδωρος Τουρκοβασίλης (παραιτήθηκε του αξιώματος), Αρκαδίας, 8.396 ψήφοι, αναπληρωτής Δημήτριος Μπαρμπαλιάς, 3.396 ψήφοι, Αθανάσιος Μπουκουβάλας, Σερρών, 1.872 ψήφοι, Νικόλαος Μπουραντάς, Αττικοβοιωτίας 3.237 ψήφοι, Παναγιώτης Σταθόπουλος, Λακωνίας, 3.685 ψήφοι, Νικόλαος Σπέντζας, Μεσσηνίας, 5.706 ψήφοι, Θεόδωρος Τουρκοβασίλης, Θεσσαλονίκης, 3.168 ψήφοι.]
  13. Μητρώο Γερουσιαστών & Βουλευτών, σελίδα 81η
  14. [Απόφαση 3914 της 11ης Νοεμβρίου 1958]
  15. Οι διατελέσαντες αρχηγοί του Πυροσβεστικού Σώματος
  16. «Αστυνομικά Χρονικά», Έτος ΚΘ', Τεύχος 538-539, Μάρτιος-Απρίλιος 1981, σελίδες 324-325.