Τάγματα Ασφαλείας

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο όρος Τάγματα Ασφαλείας, η επίσημη ονομασία τους ήταν Τάγματα Ευζώνων λόγω του ότι έφεραν την Ευζωνική ενδυμασία, ενώ οι άνδρες τους αποκαλούνταν και «Ράλληδες», αναφέρεται σε ένοπλες στρατιωτικές μονάδες εθελοντών μοναρχικών, εθνικιστών, αντικομμουνιστών και Βενιζελικών, οι οποίες ιδρύθηκαν τον Απρίλιο του 1943 επί κυβερνήσεως του εθνικιστή πρωθυπουργού Ιωάννη Ράλλη, αλλά και «Βουλπιώτηδες» ως αναγνώριση της παρασκηνιακής συμμετοχής του Ιωάννη Βουλπιώτη στη σύλληψη της ιδέας για την δημιουργία τους. Σε ευρεία διάσταση ο όρος περιλαμβάνει το σύνολο των εθελοντικών ένοπλων ομάδων Εθνικής αντιστάσεως που δημιουργήθηκαν από αξιωματικούς του Ελληνικού Στρατού στην Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα, την Μακεδονία και την Θράκη, αλλά και κάθε εθελοντική ένοπλη ομάδα που δρούσε ανεξάρτητα ή ενταγμένη στα Ελληνικά σώματα ασφαλείας εκείνης της εποχής μέχρι και αρκετό καιρό μετά την κομμουνιστική ανταρσία και την προσπάθεια καταλήψεως της εξουσίας στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 1944. Σύμφωνα με απόφαση της Ελληνικής δικαιοσύνης, σχεδόν αμέσως μετα την απελευθέρωση της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονα, τα Τάγματα Ευζώνων «.....δεν συνεκροτήθησαν επί σκοπώ προκλήσεως εμφυλίου πολέμου, αλλά προς εμπέδωσιν της διαταραχθείσης τάξεως».

Περιεχόμενα

Ιστορική ανασκόπηση

Η Ελλάδα πριν τον Β' Π.Π.

Τις δυνάμεις ασφαλείας της Ελλάδος, πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αποτελούσαν ο Στρατός Ξηράς, το Βασιλικό Ναυτικό και η Βασιλική Αεροπορία, δηλαδή το σύνολο των Ενόπλων δυνάμεων, αλλά και τα Σώματα Ασφαλείας, η Βασιλική Χωροφυλακή, η Αστυνομία Πόλεων, η Πυροσβεστική Υπηρεσία και η Αγροφυλακή. Η Βασιλική Χωροφυλακή, με στρατιωτικό χαρακτήρα, είχε την ευθύνη για την τήρηση της τάξεως και της ευνομίας στις επαρχίες και στην ύπαιθρο χώρα ενώ η Αστυνομία Πόλεων είχε αποκλειστικά την ευθύνη της ασφαλείας των Δήμων Αθηναίων, Πειραιώς, Πατρών και Κερκύρας, καθώς και το Λιμενικό Σώμα. Τέλος, η Αγροφυλακή και η Πυροσβεστική διατηρούσαν άοπλη μικρή δύναμη. Τα δύο αυτά σώματα, πλην των κυρίων καθηκόντων και αποστολών, είχαν και την ευθύνη ελέγχου της κομμουνιστικής προπαγάνδας και της διώξεως των κομμουνιστών, καθ’ όσον το Κ.Κ.Ε. ήταν εκτός νομιμότητος, ήδη επί κυβερνήσεως Ελευθερίου Βενιζέλου, και για τα μέλη και στελέχη του ίσχυε ο νόμος του ιδιώνυμου.

Η Βασιλική Χωροφυλακή, υπό τον έλεγχο του Αρχηγείου της και του Υπουργείου Εσωτερικών, κατά τον Ελληνοϊταλικό και Ελληνογερμανικό πόλεμο (από της 28ης Οκτωβρίου 1940 μέχρι της 30ης Μαΐου 1941) έδρασε ως επικουρικό στρατιωτικό σώμα, αναλαμβάνοντας αποστολές επιτάξεων, συνοδείας αιχμαλώτων και ασφαλείας των μετόπισθεν, συνδράμοντας τις στρατιωτικές αρχές και την Πολιτοφυλακή. Στην Ελληνική Επικράτεια λειτουργούσαν Ανώτερες Διοικήσεις Χωροφυλακής, συνήθως μία Διοίκηση ανά νομό, οι οποίες επόπτευαν τις Υποδιοικήσεις Χωροφυλακής που διοικούσαν τα Τμήματα Ασφαλείας, τα Αστυνομικά Τμήματα, τους Σταθμούς και τα Φυλάκια Χωροφυλακής. Στην τάξεις της Βασιλικής Χωροφυλακής ανήκαν, επίσης, το Σύνταγμα Χωροφυλακής Αθηνών, με έδρα τους στρατώνες στου Μακρυγιάννη, που περιελάμβανε έως και 10 λόχους Χωροφυλάκων καθώς και ένα Μηχανοκίνητο Τμήμα. Επιπλέον, υπήρχε η Διεύθυνση Ειδικής Ασφαλείας με επιλεγμένους χωροφύλακες και αστυφύλακες, η οποία ανήκε στη δικαιοδοσία του Υπουργείου Εσωτερικών, κι είχε αρμοδιότητα την δίωξη κατασκόπων, κομμουνιστών και άλλων αντικοινωνικών στοιχείων.

Πρώτα κατοχικά χρόνια

Στο τέλος του Απριλίου 1941 οι Γερμανικές στρατιωτικές δυνάμεις κατέλαβαν την Ελλάδα και το σύνολο των Ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων που παρέμειναν στην χώρα -κυρίως οι δυνάμεις του στρατού ξηράς, διαλύθηκαν και παρέδωσαν τον οπλισμό τους. Εξακολούθησαν να υφίστανται η Ελληνική Βασιλική Χωροφυλακή, με έδρα την Αθήνα διατηρώντας τις υποδιοικήσεις της σε όλη τη Χώρα, η Αστυνομία Πόλεων, που διατήρησε την ευθύνη ασφάλειας των πόλεων Αθηνών, Πειραιώς, Πατρών και Κερκύρας, το Λιμενικό Σώμα, που επανδρώνονταν μόνο από τους Αξιωματικούς και Υπαξιωματικούς με έδρα τον Πειραιά, και τα άοπλα σώματα της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και της Αγροφυλακής. Για τα σώματα αυτά οι γερμανικές αρχές κατοχές αποφάσισαν, σε εφαρμογή του δικαίου του πολέμου, τη διατήρησή τους με σκοπό την εσωτερική ασφάλεια, όμως με μειωμένες δυνάμεις. Η πρώτη κατοχική κυβέρνηση υπό τον εθνικιστή Στρατηγό πρωθυπουργό Γεώργιο Τσολάκογλου, πρώην διοικητή του Γ' Σώματος Στρατού, παρά την διάλυση του Ελληνικού στρατού, αν και χωρίς κανένα υφιστάμενο στρατιωτικό σώμα διατήρησε το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης.

Από τον Μάρτιο του 1942 η Κυβέρνηση του στρατηγού Τσολάκογλου επανέφερε σε δράση την Πολιτοφυλακή του πολέμου 1940-41 και χορηγούσε άδειες οπλοφορίας σε άτομα που είχαν ειδικώς επιλεγεί από τους κατά τόπους Νομάρχες, προκειμένου να ενισχύσουν τους άνδρες στους υπάρχοντες Σταθμούς Χωροφυλακής, στην προσπάθεια τους για την καταστολή του κοινού εγκλήματος. Τον Δεκέμβριο του 1942, μετά από κλιμάκωση των αντάρτικών επιχειρήσεων, η Διοίκηση των Ιταλών καραμπινιέρων εξέδωσε διαταγή με την οποία διέτασσαν την Βασιλική Χωροφυλακή να συμμετάσχει σε επιχειρήσεις εναντίον ανταρτών της Εθνικής αντιστάσεως. Η πράξη αυτή προκάλεσε την παρέμβαση του Υπουργού Εσωτερικών της κυβερνήσεως Τσιλάκογλου, που διαμαρτυρήθηκε για την έκδοση της Ιταλικής διαταγής, όμως ανάλογες προσπάθειες είχαν πραγματοποιήσει και οι Γερμανικές αρχές κατοχής, ιδιαίτερα μετά την 10η Οκτωβρίου 1943, όταν τα Ελληνικά Σώματα Ασφαλείας τέθηκαν υπό τις διαταγές των Αρχών κατοχής.

Η Ελλάδα το 1943

Η κυβέρνηση Τσολάκογλου επιδίωξε να επιβάλλει εσωτερική ασφάλεια με τον έλεγχο των αστικών κέντρων και της υπαίθρου όμως απέτυχε καθώς σταδιακά άρχισαν να ιδρύονται και να δρουν μικρές ομάδες αλλά και μαζικές οργανώσεις Εθνικής αντιστάσεως κυρίως στις ορεινές περιοχές της υπαίθρου. Όσες από τις ομάδες αυτές βρίσκονταν υπό την επιρροή του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος ανέπτυξαν στρατηγική επιθέσεων σε βάρος μεμονωμένων στρατιωτών ή μικρών περιπόλων των στρατευμάτων κατοχής στις οποίες επιτίθονταν και δολοφονούσαν τα μέλη τους με φρικτό τρόπο αθετώντας ακόμη και συμφωνίες παραδόσεως αιχμαλώτων. Ο προσανατολισμός της στρατηγικής τους στόχευε στην επόμενη ημέρα, δηλαδή μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος και με τις πράξεις τους επιδίωκαν τα βέβαια αντίποινα των στρατευμάτων κατοχής στον άμαχο πληθυσμό, τον οποίο μετά τις στυγερές δολοφονίες άφηναν έρμαιο και ανυπεράσπιστο, με σκοπό να καρπωθούν την απομάκρυνση του ανδρικού πληθυσμού από τα χωριά της υπαίθρου και την έξοδο τους στα βουνά στο πλευρό των κομμουνιστών ανταρτών. Παράλληλα, στα πλαίσια της ίδιας στρατηγικής που απέβλεπε στην επόμενη ημέρα, οι ομάδες του κομμουνιστικού Ε.Α.Μ. επιχειρούσαν σταθερά και αδιάλειπτα την διάλυση των εθνικιστικών και πατριωτικών ομάδων αντιστάσεως.

Οι Ιταλοί -και στην Βόρεια Ελλάδα οι Βούλγαροι- επέβαλλαν στην κατοχική κυβέρνηση να αποσύρει από την ύπαιθρο και να μεταφέρει στις μεγάλες πόλεις τις δυνάμεις της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής, καθώς θεωρούσαν πως οι χωροφύλακες διατηρούσαν συνεργασία με τους Έλληνες αντάρτες, λόγος για τον οποίο επέβαλλαν και την κατάργηση της Αγροφυλακής. Στις αρχές Μαΐου του 1943 ψηφίστηκε νόμος «Περί περιπτώσεων καθ' ας επιτρέπεται η χρήσις των όπλων υπό της Δημοσίας Δυνάμεως». Ο νόμος διεύρυνε το δικαίωμα χρήσεως πυρών και απάλλασσε τα όργανα της τάξεως από κάθε ευθύνη για θανάτους «όταν ενεργούνται συναθροίσεις παρά την απαγόρευση αυτών υπό της αρχής, οι δε συναθροισθέντες καίπερ δεν εκτρέπονται εις έκτροπα, εν τούτοις εις πρόσκλησιν αυτής όπως διαλυθώσιν, αρνούνται να πράξωσι τούτο» [1]. Στην Αθήνα η διάβρωση [2] της Αστυνομίας Πόλεων από τους κομμουνιστές του E.A.M. είχε λάβει τέτοια έκταση που στις 23 Ιουνίου του 1943 οι αστυνομικοί υπάλληλοι συμμετείχαν στην γενική απεργία.

Τάγματα Ευζώνων

Ως Τάγματα Ασφαλείας μπορούν να προσδιορισθούν οι ένοπλοι σχηματισμοί που ιδρύθηκαν με προσωπική πρωτοβουλία και μέριμνα αξιωματικών σε επαρχιακά κέντρα, τα οποία έδρασαν αρχικά τελείως ανεξάρτητα από τα Τάγματα Ευζώνων και δεν είχαν καμία οργανωτική σχέση με αυτά. Ως Τάγματα Ευζώνων αναφέρονται οι ένοπλες στρατιωτικές μονάδες που ιδρύθηκαν με απόφαση και μέριμνα της Ελληνικής Κυβερνήσεως με έδρα την Αθήνα σε διάφορα αστικά κέντρα.

Όσοι περιγράφουν, σχεδόν αποκλειστικά κομμουνιστικές πηγές και συγγραφείς, τις δραστηριότητες των ενόπλων σωμάτων τα οποία έγιναν γνωστά ως «Τάγματα Ασφαλείας», τα συγχέουν –σκόπιμα στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων- με τα Σώματα Ασφαλείας, την Ελληνική Βασιλική Χωροφυλακή και την Αστυνομία Πόλεων. Τον Απρίλιο του 1943 ο Ιωάννης Ράλλης συμφώνησε να αναλάβει πρωθυπουργός θέτοντας ως απαραίτητη προϋπόθεση πως θα είχε το δικαίωμα και την δυνατότητα να δημιουργήσει μια ένοπλη δύναμη για την διασφάλιση της εσωτερικής ασφαλείας. Η δύναμη αυτή θα υπεράσπιζε την Αθήνα από την «εντατική του ΕΑΜ και του ΚΚΕ δράσιν, υποστηριζομένην και από των πάσης φύσεως εγκληματιών και εν αυταίς ταις Αθήναις και τον Πειραιά και τα περίχωρα.» Ο αριστερός συγγραφέας Στάθης Καλύβας συμφωνεί μ' αυτή την εκίμηση και γράφει: «...Η εκστρατεία δολοφονίας αμάχων που διεξήγαγε το ΕΑΜ το χειμώνα του 1943-’44 δεν περιορίστηκε στην Αργολίδα. Ένα παρόμοιο κύμα δολοφονιών σάρωσε ολόκληρη την Πελοπόννησο την ίδια εποχή, ενδεχομένως και ολόκληρη τη χώρα» [3], ενώ με την άποψη αυτή συντάσσεται και ο πεζογράφος και ακαδημαϊκός Θανάσης Βαλτινός που αναφέρει: «Τα Τάγματα έγιναν (...) Ως αντίδρασις των όσων συνέβησαν. Των συλλήψεων και εκτελέσεων» [4].

Προπαρασκευαστικές διεργασίες

Εκείνη την εποχή είχε καταστεί εμφανές ότι οι δυνάμεις του Άξονα οδηγούνταν με μαθηματική ακρίβεια όχι μόνο σε οριστική αποχώρηση από την Ελλάδα αλλά και σε τελεσίδικη ήττα. Την ίδια στιγμή εντάθηκε, στην ευρεία αντικομμουνιστική βάση του Ελληνικού λαού αλλά και μεταξύ των αστών πολιτικών, η αγωνία και ο φόβος για την σχεδόν βέβαιη επικράτηση των συμμοριών του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος κομμουνιστών, την επόμενη ημέρα, δηλαδή αμέσως μετά την αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής. Στο πλαίσιο αυτό ήταν προφανές πως σχεδιασμοί των κατακτητών περιορίζονταν στα χρονικά όρια που έθετε ο πόλεμος, ενώ οι αντίστοιχοι των Εθνικών δυνάμεων αλλά κυρίως του κομμουνιστικού Ε.Α.Μ., στόχευαν ολοκάθαρα την περίοδο μετά τον πόλεμο και ειδικότερα το κρίσιμο χρονικό διάστημα αμέσως μετά την αποχώρηση των δυνάμεων κατοχής ως την άφιξη και την εγκατάσταση της εξόριστης Ελληνικής κυβερνήσεως που βρίσκονταν στην Μέση Ανατολή, δίδοντας στη σύγκρουση σαφή ιδεολογικό και πολιτικό χαρακτήρα.

Ίδρυση των Ταγμάτων Ευζώνων

Στην διαδικασία της ιδρύσεως των Ταγμάτων Ευζώνων πρωτοστάτησαν [5] ο υπαρχηγός του Βενιζελογενούς κόμματος των Φιλελευθέρων Στυλιανός Γονατάς, απότακτος του κινήματος του 1935, από κοινού με τον εχθρό της μοναρχίας στρατηγό Θεόδωρο Πάγκαλο, οι οποίοι συνέδραμαν την προσπάθεια της κυβερνήσεως Ιωάννη Ράλλη. Οι δυο τους επικεντρώθηκαν στην προσέλκυση έμπειρων αξιωματικών, διεργασίες που επέφεραν την διάσπαση του Ε.Δ.Ε.Σ. Αθηνών, της αντιστασιακής οργανώσεως που ηγούνταν ο Ναπολέων Ζέρβας. Παράλληλα, στο παρασκήνιο έδρασε και ο εθνικιστής επιχειρηματίας Ιωάννης Βουλπιώτης, ο οποίος ανέλαβε να γεφυρώσει την αμοιβαία καχυποψία των Γερμανών αξιωματούχων στην Ελλάδα και των πρωταγωνιστών της ιδρύσεως των Ταγμάτων, μέσω της προσωπικής σχέσεως που διατηρούσε με τον πρώην στρατιωτικό ακόλουθο της Γερμανίας στην Αθήνα συνταγματάρχη Κρίστιαν Φον Κλεμ, εξασφαλίζοντας θετική απάντηση και στη συνέχεια μετέφερε την συγκατάθεση αυτή στην Ελληνική πλευρά.

Νομοθετική πρόβλεψη

Στην αρχική βασική δομή την Ευζωνικών Ταγμάτων χρησιμοποιήθηκε η -άοπλη μέχρι τότε- Φρουρά του Άγνωστου Στρατιώτη, δυνάμεως διλοχίας [6]. Στα τέλη του Απριλίου 1943, με την προσθήκη εθελοντών, η δύναμη της Φρουράς αυξήθηκε, από τους αρχικούς 60-80 αξιωματικούς και άνδρες σε 10 αξιωματικούς και 150 οπλίτες, οι οποίοι απετέλεσαν έναν πλήρη Λόχο Ευζώνων. Η δύναμη αυτή στα τέλη του Σεπτεμβρίου 1943 είχε αυξηθεί σε περίπου 20 αξιωματικούς και 300 οπλίτες.

Τα Τάγματα Ευζώνων δημιουργήθηκαν με νόμο που ψηφίστηκε στις 7 Απριλίου του 1943 και η πρόσκληση για κατάταξη έγινε με τον νόμο 260/1943 της 18ης Ιουνίου του 1943 ο οποίος δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. 180 Α' της Κυβερνήσεως του Ιωάννη Ράλλη, με ξεκάθαρη και σαφή αντικομμουνιστική στόχευση, διότι είχε αποδειχθεί στην πράξη πως τα υφιστάμενα Σώματα Ασφαλείας δεν διέθεταν τις κατάλληλες ή και απαραίτητες δομές για ν' αντιπαρατεθούν με το κομμουνιστικό Ε.Α.Μ./Ε.Λ.Α.Σ., από το οποίο είχαν διαβρωθεί εσωτερικά σε μεγάλο βαθμό. Ο Ράλλης, που ανακοίνωσε τον σχηματισμό τεσσάρων Ταγμάτων Ευζώνων, με εθελοντές ή κληρωτούς προχωρώντας στη σύνταξη σχετικής προσκλήσεως, εκτιμούσε ότι ακόμη και «η Χωροφυλακή είχεν υποστεί κάπως την επίδρασιν των κομμουνιστών» [7].

Το 1ο Τάγμα Ευζώνων συγκροτήθηκε τον Μάιο του 1943 και διοικητής του ορίστηκε ο Φωκίων Διαλέττης. Οι αξιωματικοί του Τάγματος στην αρχή φορούσαν πολιτική ενδυμασία και οι οπλίτες στολή Εύζωνα με κόκκινο σειρήτι στα κολλάρα και τα αρχικά «Τ.Φ.Α.Σ.» [Τάγμα Φρουράς Αγνώστου Στρατιώτη] στις επωμίδες τους. Τον Ιανουάριο του 1944 οι αξιωματικοί έλαβαν την τυπική ελληνική στολή και οι οπλίτες φόρεσαν Ελληνικού τύπο χακί χιτώνιο, παντελόνι και πηλίκιο καθώς και γερμανικά ορειβατικά άρβυλα. Παράλληλα, αφαιρέθηκε το κόκκινο σειρήτι και στα κολλάρα τοποθετήθηκαν κόκκινα επιρράματα. Ωστόσο οι 80 άνδρες που φύλασσαν το κενοτάφιο του Άγνωστου Στρατιώτη συνέχισαν να φορούν τις Ευζωνικές στολές. Διοικητής των Ταγμάτων ανέλαβε ο Ιωάννης Πλυντζανόπουλος, με υποδιοικτή τον Ταγματάρχη Πεζικού Παναγιώτη Κυριακού και διοικητές των τριών λόχων τους Λοχαγούς πεζικού Χρήστο Αργυρόπουλο, Μιχαήλ Σπήλιο και Διονύσιο Κουκόπουλο.

Όρκος των οπλιτών

Με επίκεντρο τον όρκο των οπλιτών και των αξιωματικών των Ευζωνικών Ταγμάτων η αριστερά επιδόθηκε σε όργιο παραπληροφορήσεως, αποπροσανατολισμού και προπαγάνδας. Σε διάφορα χρονικά διαστήματα εμφανίστηκαν -σχεδόν αποκλειστικά στο διαδίκτυο- κείμενα τα οποία υποτίθεται πως αποτελούσαν τον υποτιθέμενο όρκο που έδιναν όσοι γίνονταν δεκτοί και εισέρχονταν ως μέλη στα Ευζωνικά Τάγματα. Το κείμενο του φερόμενου ως όρκου [8] των Ταγμάτων Ευζώνων, σύμφωνα με κομμουνιστικές πηγές, ήταν το ακόλουθο:
«Ορκίζομαι εις τον Θεόν τον άγιον τούτον όρκον, ότι θα υπακούω απολύτως εις τας διαταγάς του ανωτάτου αρχηγού του γερμανικού στρατού Αδόλφου Χίτλερ. Θα εκτελώ πιστώς απάσας τας ανατεθησομένας μοι υπηρεσίας και θα υπακούω άνευ όρων εις τας διαταγάς των ανωτέρων μου. Γνωρίζω καλώς ότι διά μίαν αντίρρησιν εναντίον των υποχρεώσεών μου, τας οποίας διά του παρόντος αναλαμβάνω, θέλω τιμωρηθή παρά των γερμανικών στρατιωτικών νόμων». Κατηγορηματική διάψευση σε ότι αφορά το θέμα του υποτιθέμενου όρκου [9] έκανε με δημόσια τοποθέτηση του ο Χαράλαμπος Κοτίνη, μαχητή του Ευζωνικού Τάγματος Ναυπάκτου και συγγραφέας, ο οποίος αναφέρει πως η ένταξη των μαχητών στα Τάγματα δεν συνοδεύονταν από κανενός είδους όρκο.

Στην περίπτωση του Τάγματος Ευζώνων «Λεωνίδας» του Βρεττάκου που δρούσε στο νομό Λακωνίας είναι εξακριβωμένο πως οι οπλίτες που κατατάσσονταν στις μονάδες του ορκίζονταν και το κείμενο του όρκου των ανδρών του αναφέρει: «Ορκίζομαι να φυλλάτω με πίστιν και αφοσίωσιν την Πατρίδα, τας αλωβήτους Εθνικάς παραδόσεις και τα Ιερά και όσια πατρώα θέσμια του Ελληνισμού. Να υπερασπίζω με αυταπάρνησιν και αυτοθυσίαν την ιδέαν της Πατρίδος, της Θρησκείας και της οικογενείας. Να εκτελώ προθύμως και ευσυνειδήτως το καθήκον μου, και να εκπληρώ πιστώς και αναντιρρήτως τας διαταγάς των ανωτέρων μου. Να μιμηθώ το παράδειγμα του Λεωνίδου και των τριακοσίων εν τη υπερασπίσει του πατρίου εδάφους και των Εθνικών ιδανικών και να αγωνισθώ μεθ’ όλων μου των σωματικών και πνευματικών δυνάμεων, δια την σωτηρίαν και το μεγαλείον της Ελληνικής Φυλής».

Οργάνωση των Ταγμάτων

Στο σύνολο τους οι μονάδες Ευζώνων τελούσαν και εκτελούσαν τις διαταγές της Ανωτάτου Διοικήσεως Ευζωνικών Ταγμάτων του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης, της τρίτης κατοχικής κυβερνήσεως υπό τον Ιωάννη Ράλλη. Το οργανωτικό πλαίσιο της δημιουργίας των ταγμάτων προέβλεπε να δημιουργηθούν δύο στην Αθήνα και δύο στην Θεσσαλονίκη, με συνολική δύναμη 2.400 ανδρών για κάθε πόλη καθώς η αρχική πρόταση αφορούσε 1.200 ένοπλους άνδρες ανά Τάγμα. Η στολή των Ταγμάτων ήταν η επίσημη προπολεμική στολή των Ταγμάτων, ενώ από τον Ιανουάριο του 1944 οι οπλίτες τους εξοπλίστηκαν με χιτώνια και άρβυλα του πρώην Ελληνικού στρατού. Στη στολή των οπλιτών το Εθνόσημο και το βασιλικό στέμμα αντικαταστάθηκαν από ένα δάφνινο στεφάνι. Στις δυνάμεις κατοχής ήταν διάχυτος ο φόβος μήπως οι μονάδες Ευζώνων στραφούν και εναντίον τους, λόγος για τον οποίο μείωσαν την δύναμη του κάθε τάγματος στο μισό του αρχικού σχεδιασμού και απέτρεψαν, σχεδόν απαγόρευσαν, την δημιουργία Ταγμάτων στην Θεσσαλονίκη, ενώ επέτρεψαν μόνον την χορήγηση τυφεκίων και ολίγων οπλοπολυβόλων με περιορισμένο αριθμό πυρομαχικών.

Το 1ο Τάγμα Ευζώνων, συγκροτήθηκε το Μάιο του 1943 και διοικητής του ανέλαβε ο Δημοσθένης Διαλέτης ενώ στα μέσα Ιουνίου, αποφασίστηκε η συγκρότηση τεσσάρων ακόμη ταγμάτων. Η βασική εκπαίδευση των οπλιτών γίνονταν στους χώρους της φρουράς του Άγνωστου Στρατιώτη και στη συνέχεια οι οπλίτες τοποθετούνταν σε μονάδες, κυρίως στη δυτική Ελλάδα και την Πελοπόννησο, όπου επιμέρους τμήματά τους ίδρυσαν τοπικά Τάγματα. Για κάθε Τάγμα Ευζώνων προβλεπόταν δύναμη 600 ανδρών και 50 αξιωματικών. Στα μέσα Ιουνίου 1943, διατάχθηκε η συγκρότηση τεσσάρων επιπλέον ταγμάτων Ευζώνων και η στρατολόγηση προχώρησε δίχως προβλήματα. Έτσι, τον Σεπτέμβριο 1943 σχηματίστηκε άλλο ένα Τάγμα, έως τα τέλη Οκτωβρίου 1943 ένα δεύτερο και έως τον Δεκέμβριο 1943 το τρίτο, με συνολικό δυναμικό 300 οπλίτες και 20 αξιωματικούς το καθένα.

Παράλληλα, η Φρουρά του Αγνώστου Στρατιώτου ενισχύθηκε με ανθρώπινο δυναμικό και μετατράπηκε σε πλήρες Τάγμα. Σύντομα το 2ο Τάγμα Ευζώνων μετακινήθηκε στην Πάτρα όπου αποτέλεσε τον πυρήνα του 2ου Συντάγματος Ευζώνων, ενώ τα υπόλοιπα τέσσερα τάγματα στην Αθήνα, έλαβαν νέα αρίθμηση και υπήχθησαν στο 1ο Συντάγμα Ευζώνων Αθηνών, το οποίο συγκροτήθηκε με διοικητή τον Συνταγματάρχη Ιωάννη Πλυτζανόπουλο. Τα πολιτικά φρονήματα των αξιωματικών των Ταγμάτων Ευζώνων ήταν ποικίλα, μεταξύ τους υπήρχαν παλαίμαχοι δημοκρατικοί, απότακτοι του Βενιζελικού κινήματος του 1935 και βασιλόφρονες, που κοινό συνεκτικό τους στοιχεία ήταν η αποφυγή της σοβιετοποιήσεως της Ελλάδος και σε ευρεία έννοια ο αντικομμουνισμός.

Η συνολική εικόνα της τελικής διατάξεως των Ευζωνικών Ταγμάτων το καλοκαίρι του 1944 είχε διαμορφωθεί ως ακολούθως:

1ο Σύνταγμα Ευζώνων (Αθήνα)
2ο Σύνταγμα Ευζώνων (Πάτρα)
3ο Σύνταγμα Ευζώνων (Ναύπακτος)
Ανώτερη Στρατιωτική Διοίκηση Εύβοιας (Χαλκίδα)
Β' Αρχηγείο Χωροφυλακής (Τρίπολη)
Στρατιωτική Διοίκηση Λακωνίας (Σπάρτη)
Στρατιωτική Διοίκηση Μεσσηνίας (Καλαμάτα)
1ο Τάγμα Ευζώνων (Αθήνα) 1ο Τάγμα Ευζώνων (Πάτρα) 1ο Τάγμα Ευζώνων (Αγρίνιο) 1ο Ανεξάρτητο Τάγμα Ευζώνων (Χαλκίδα) 1ο Πρότυπο Εθελοντικό Τάγμα Χωροφυλακής (Τρίπολη) 1ο Εθελοντικό Τάγμα Χωροφυλακής (Σπάρτη) 3ο Εθελοντικό Τάγμα Χωροφυλακής (Μελιγαλά)
2ο Τάγμα Ευζώνων (Αθήνα) 2ο Τάγμα Ευζώνων (Πάτρα) 2ο Τάγμα Ευζώνων (Ναύπακτος) 2ο Ανεξάρτητο Τάγμα Ευζώνων (Χαλκίδα) 2ο Πρότυπο Εθελοντικό Τάγμα Χωροφυλακής (Τρίπολη) 2ο Εθελοντικό Τάγμα Χωροφυλακής (Γύθειο) Εθελοντικό Τάγμα Χωροφυλακής (Γαργαλιάνοι)
3ο Τάγμα Ευζώνων (Αθήνα) 3ο Τάγμα Ευζώνων (Κόρινθος) 3ο Τάγμα Ευζώνων (Θέρμο) 3ο Ανεξάρτητο Τάγμα Ευζώνων (Γούβες Ευβοίας) 3ο Εθελοντικό Τάγμα Χωροφυλακής (Τρίπολη)
Τάγμα Φρουράς Αγνώστου Στρατιώτου (Αθήνα) Ανεξάρτητο Τάγμα Ευζώνων Πύργου (Πύργος Ηλείας)

Στόχοι των Ταγμάτων

Η κυβέρνηση Ράλλη με τη δημιουργία των Ταγμάτων Ευζώνων αποσκοπούσε στη συγκρότηση ενός νομιμόφρονος και αντικομμουνιστικού ένοπλου μηχανισμού ο οποίος θα εμπόδιζε την περαιτέρω επέκταση της επιρροής του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και θα μπορούσε να εγγυηθεί ότι η χώρα μετά την απελευθέρωση δεν θα περνούσε υπό κομμουνιστικό έλεγχο. Η κυβερνητική απόφαση συνάντησε την ενθουσιώδη αποδοχή πολιτικών και στρατιωτικών κύκλων που ανησυχούσαν για τη διάδοση του κομμουνισμού. Αρχικοί σκοποί της ιδρύσεως των Ταγμάτων ήταν η τήρηση της τάξεως, καθώς και η παρεμπόδιση της επιστροφής του βασιλέως Γεωργίου Β', λόγος ο οποίος εγκαταλείφθηκε στην πορεία, καθώς κυρίαρχη στόχευση όσων ανέλαβαν τη συγκρότηση ή την διοίκηση των Ταγμάτων Ευζώνων ήταν να προφυλάξουν τον πληθυσμό των πόλεων και της υπαίθρου από τη δολοφονική δράση του κομμουνιστικού ΕΑΜ.

Σύμφωνα με τις διαθέσιμες μαρτυρίες, οι πρώτες στρατολογήσεις προήλθαν από τις αντικομμουνιστικές ομάδες που είχαν ήδη συγκροτηθεί σε τοπικό επίπεδο για την καταπολέμηση του Ε.Α.Μ. -όπως οι εθελοντές χωροφύλακες του νομού Αχαΐας ή οι «Εθνικές Ομάδες Αντιστάσεως» στο γειτονικό νομό Ηλείας. Η στρατολόγηση των υπόλοιπων αρχικά γινόταν σε εθελοντική βάση, γρήγορα όμως οι αρχές άρχισαν να καλούν στα όπλα εθνικιστές με ατομικές προσκλήσεις βάσει του Ν. 739/1937. Στις προσκλήσεις αναγραφόταν πως όσοι απέφευγαν να παρουσιαστούν, θα αντιμετώπιζαν «τας αυστηράς ποινάς του Νόμου και επί πλέον την δίωξιν των οικογενειών των και καταστροφήν των οικιών των». Στην Καλαμάτα, αξιωματικοί που αρνήθηκαν να καταταγούν στο εκεί Τάγμα Ευζώνων φυλακίστηκαν «επί αρκετόν χρόνον» από τον Παπαδόγγονα, μέχρι να αποδεχθούν την ένταξη τους. Η κλιμακούμενη επιθετική στρατηγική του Ε.Α.Μ. ισοπέδωνε τα ποικίλα κίνητρα των ανδρών, για τους οποίους ο άλλοτε γενικός γραμματέας του Ε.Α.Μ. Θανάσης Χατζής, παραδέχτηκε ότι ο κύριος όγκος τους «αποτελούνταν από απλούς ανθρώπους του μόχθου... που εκβιάστηκαν... εξαγοράστηκαν, παρασύρθηκαν, ή υπέκυψαν στην αδυσώπητη πίεση της πείνας». Ενώ άλλοι είχαν ενταχθεί στα Τάγματα, «γιατί μόνο σ' αυτά μπορούσαν να βρουν όπλα και να προφυλαχθούν από τις κομμουνιστικές αυθαιρεσίες και δολοφονικές επιθέσεις, ή να εκδικηθούν για κάποια ζημιά ή ταπείνωση που υπέστησαν οι ίδιοι ή μέλη των οικογενειών τους».

Δομή & διασπορά

Η συγκρότηση των Ταγμάτων Ευζώνων εντάθηκε μετά το Σεπτέμβριο και κυρίως τον χειμώνα του 1943. Τα πρώτα πέντε τάγματα δημιουργήθηκαν στην Πελοπόννησο, στις πόλεις Σπάρτη, Πύργος, Καλαμάτα και Τρίπολη. Το Δεκέμβριο του 1943 εμφανίστηκαν και οι πρώτες αντιθέσεις στη δημιουργία των Ταγμάτων από πατριώτες αγωνιστές της Εθνικής Αντιστάσεως, όπως ο Ναπολέων Ζέρβας, η οργάνωση του οποίου υπέστη κυριολεκτικά αφαίμαξη καθώς σημαντικός αριθμός Αξιωματικών της εγκατέλειψε τον ΕΔΕΣ Αθηνών και προσχώρησε στα Τάγματα Ευζώνων. Ο Ζέρβας αντέδρασε έμπλεος οργής και παράλληλα με σημαντική βιασύνη αλλά και αμετροέπεια τους αποκήρυξε περί το Φεβρουάριο του 1944. Περίπου την ίδια περίοδο προσχώρησαν στα Τάγματα που είχαν έρθει σε σύγκρουση με τον Ε.Λ.Α.Σ. ή είχαν διαλυθεί μετά από επίθεση που δέχθηκαν και στελέχη τους είχαν δολοφονηθεί με φρικτό τρόπο από τους κομμουνιστές. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα 200 ανδρών της Ε.Κ.Κ.Α. του άγρια δολοφονημένου Δημητρίου Ψαρρού καθώς και μελών ομάδων του Εθνικού Στρατού που είχαν έρθει στην ύπαιθρο της Πελοποννήσου σε σύγκρουση με τον ΕΛΑΣ και κατέφυγαν στις πόλεις.

Από τα συγκροτημένα Τάγματα, το 2ο Τάγμα, αυτό που συγκροτήθηκε τον Ιούνιο του 1943, μετακινήθηκε στην Πάτρα προκειμένου εκεί να αποτελέσει τον πυρήνα του 2ου Συντάγματος Ευζώνων. Τα τέσσερα Τάγματα των Αθηνών συγκρότησαν το 1ο Σύνταγμα Ευζώνων Αθηνών, επικεφαλής του οποίου τέθηκε ο Ιωάννης Πλυτζανόπουλος. Οι μονάδες αυτές καθώς και όσες δημιουργήθηκαν στη συνέχεια τέθηκαν υπό την Ανωτάτη Διοίκηση Ευζωνικών Ταγμάτων του υπουργείου Εθνικής Αμύνης. Στο τέλος του 1943 προσχώρησαν στα Τάγματα βασιλόφρονες αξιωματικοί που είχαν ιδρύσει την Ο.Β.Α. [Οργάνωσις Βασιλοφρόνων Αξιωματικών] και συμμετείχαν ενεργά στην Εθνική Αντίσταση, όμως η οργάνωση τους διαλύθηκε μετά από επίθεση που δέχτηκαν από το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Η διάλυση της οργανώσεως είχε ως αποτέλεσμα την προσέλκυση αξιωματικών στα Τάγματα, τα οποία εξ αυτού του λόγου έχασαν την φανατική αντιβασιλική τους χροιά. Η συνολική δύναμη των Ταγμάτων έφτασε τις 22.000 άνδρες στο τέλος της Κατοχής από τις δυνάμεις του Άξονα, οι οποίοι κατανέμονταν σε εννά (9) Ευζωνικά και είκοσι δύο (22) Τάγματα εθελοντών.

Επικεφαλής όλων των μονάδων ανέλαβε, στις 25 Νοεμβρίου του 1943, ο υποστράτηγος Βασίλειος Δερτιλής, ως τότε Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών. Στις 15 Μαΐου του 44 ο Ράλλης απάλλαξε τον Δερτιλή από τα καθήκοντα του Διοικητή των Ταγμάτων Ευζώνων και του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Αμύνης, υποβιβάζοντάς τον στη θέση του Επιθεωρητή των Ταγμάτων Ευζώνων. Δύο μέρες αργότερα ο Δερτιλής συνελήφθη από τους Γερμανούς με το αιτιολογικό ότι συζητούσε το ενδεχόμενο συνεργασίας με τους Βρετανούς, και στάλθηκε στο Βερολίνο ή τη Βιέννη. Δύο εβδομάδες νωρίτερα είχε φτάσει στη Μέση Ανατολή ένας απεσταλμένος του Ε.Δ.Ε.Σ. της Αθήνας με αποστολή να πείσει την Ελληνική Κυβέρνηση και τους Συμμάχους ότι και ο Ε.Δ.Ε.Σ. και τα Τάγματα Ευζώνων ήταν πατριωτικές οργανώσεις που συμμετείχαν στην Εθνική αντίσταση, όμως η πληροφορία για την αναχώρηση του απεσταλμένου διέρρευσε γεγονός που οδήγησε στη σύλληψη του Δερτιλή.

Μετά την πτώση του φασισμού, την εκτέλεση του Μπενίτο Μουσολίνι και την συνθηκολόγηση της Ιταλίας στήθηκε μια τεράστια διαδικασία αγοράς και πωλήσεως ανάμεσα σε Ιταλούς στρατιώτες και στο Ε.Α.Μ., έτσι ένα σημαντικό μέρος του Ιταλικού στρατιωτικού εξοπλισμού πέρασε στα χέρια των κομμουνιστικών οργανώσεων, γεγονός που οδήγησε στην ουσιαστική ενεργοποίηση του Ε.Λ.Α.Σ. του στρατιωτικού βραχίονα του στην Αθήνα. Οι στρατιώτες αυτοί πολέμησαν στις τάξεις των κομμουνιστών ανταρτών εναντίον των Εθνικών αντιστασιακών οργανώσεων και των Ταγμάτων Ευζώνων ως το τέλος της κατοχής αλλά και αργότερα. Εκτός όμως από τον στρατιωτικό εξοπλισμό, η συνθηκολόγηση των Ιταλών ωφέλησε τις συμμορίες του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος και λόγω της μειώσεως του ελέγχου που ασκούσαν οι κατοχικές δυνάμεις στις συνοικίες των Αθηνών, αφού πολλά σημεία ελέγχου σταμάτησαν να λειτουργούν λόγω της αδυναμίας των Γερμανών να τα στελεχώσουν.

Στις 20 Δεκεμβρίου 1943 ο Ιωάννης Ράλλης έστειλε επιστολή στον στρατηγό Χανς Σπάιντελ [Hans Speidel] διοικητή της Βέρμαχτ στην Ελλάδα, όπου αναφέρει, μεταξύ άλλων:
«Γνωρίζετε, Εξοχότατε, ότι η κυβέρνησή μου ανέλαβε με θάρρος τον αγώνα εναντίον του κομμουνιστικού επαναστατικού κινήματος. Οι συνεχείς προσπάθειές μου για στρατολόγηση και εξοπλισμό πιστών σωμάτων ασφαλείας, τα οποία χρησιμοποιούνται ήδη εναντίον των κομμουνιστών στην πρωτεύουσα, σας είναι επίσης γνωστές [...] Η κυβέρνησή μου δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει μέσα, όσο σκληρά και αν πρέπει να είναι, εναντίον των οπλισμένων αναρχοκομμουνιστικών στοιχείων, που πίστεψαν ότι βρήκαν ήδη την ευκαιρία για να μπορέσουν να επιβάλουν με τις αιματηρές και δολοφονικές τους ενέργειες τις φριχτές αρχές τους στον άτυχο και χειμαζόμενο ελληνικό λαό.»

Νομός Αττικής

Η διοίκηση του 1ου Συντάγματος Ευζώνων και το 1ο Τάγμα Ευζώνων είχαν ως βάση τους στρατώνες στου Γουδή όπου ήταν η έδρα του Ιωάννη Πλυτζανόπουλου, το 2ο Τάγμα στον πρώην στρατώνα της αστυνομίας στου Μακρυγιάννη, το 3ο Τάγμα είχε έδρα στα Παραπήγματα της Νέας Φιλαδέλφειας στο τέρμα της οδού Πατησίων και το Τάγμα Φρουράς Αγνώστου Στρατιώτου στους χώρους των Βασιλικών Ανακτόρων της Ηρώδου Αττικού. Τον Μάιο του 1944 στον νομό Αττικής υπήρχαν 12 Λόχοι Πεζικού δυνάμεως 150-190 ο καθένας. Ο 1ος Λόχος του Τάγματος αριθμούσε 190 οπλίτες και δεν είχε μάχιμα καθήκοντα. Οι 25 από τους άνδρες του Λόχου ασκούσαν καθήκοντα προσωπικής φρουράς του Προέδρου της Κυβερνήσεως και επιπλέον 25 αποτελούσαν την φρουρά του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης. Ο 2ος Λόχος είχε έδρα στο Υπουργείο Στρατιωτικών και ο 3ος Λόχος στη Στρατιωτική Λέσχη (Σαρόγλειο) και παρείχε συσσίτιο στο προσωπικό της Λέσχης αλλά και στους Χωροφύλακες και Αστυφύλακες του Προεδρικού Μεγάρου. Στο νομό Αττικής υπήρξαν, επίσης, εθελοντικές ομάδες που συγκροτήθηκαν αυτόνομα, ήταν όμως σε στενή συνεργασία με τους ευζώνους και την Ειδική Ασφάλεια χωρίς υπαγωγή τους στον ενιαίο διοικητικό μηχανισμό. Τέτοιες περιπτώσεις ήταν η 40μελής ομάδα ασφαλείας Κώνστα, που έδρασε στην περιοχή Ασπρόπυργου-Χασιάς από τον Ιούλιο του 1944 και μετά, η ομάδα των αδερφών Παπαγεωργίου στο Παγκράτι και η «Οργάνωσις Εθνικών Δυνάμεων Ελλάδος» [ΟΕΔΕ] των Μανιάτη και Νικολάου στα Ιλίσια.

Σε αντίθεση με την επαρχία όπου ο κανόνας ήταν η ύπαρξη πρώην αντιστασιακών στα Τάγματα Ευζώνων, στην Αθήνα αυτό δεν συνέβαινε και μοιραία υπήρχαν περισσότερα περιθώρια συμμετοχής και δράσεως για τυχόν αντικοινωνικά στοιχεία. Οι πρώτοι λόχοι Ευζωνικών Ταγμάτων παρέλασαν στους δρόμους της Αθήνας την Πρωτοχρονιά του 1944. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1944 σε επιχείρηση τμήματος Ευζώνων στο κτίριο του Ζ' Γυμνασίου Αθηνών στο Παγκράτι η μονάδα έπεσε σε ενέδρα. Από τα πυκνά πυρά τραυματίστηκαν έξι αστυνομικοί, σκοτώθηκε ένας Εύζωνας, δύο αξιωματικοί του Μηχανοκίνητου και ο επικεφαλής Αντισυνταγματάρχης Γεώργιος Ορφανός, που εξέπνευσε από σοβαρό τραύμα στην κοιλιακή χώρα. Η κηδεία του Ορφανού στην οποία παραβρέθηκε ο Ιωάννης Ράλλης έγινε με τιμητικό τρόπο στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών. Την 11η Οκτωβρίου του 1944, δηλαδή την παραμονή της απελευθερώσεως της Ελλάδος, η δύναμη του Συντάγματος ανερχόταν σε περίπου 400 αξιωματικούς και 3.800 οπλίτες. Μετά την απελευθέρωση, το 1ο Σύνταγμα Ευζώνων παραδόθηκε στην νόμιμη κυβέρνηση της Ελλάδος, η οποία είχε επανέλθει μαζί με τους Βρετανούς στρατιωτικούς στην Αθήνα, και πολλοί από τους άνδρες του Συντάγματος αυτού παρέμεναν υπό περιορισμό εν αναμονή της προσαγωγής τους σε δίκη με την κατηγορία της συνεργασίας με τον εχθρό.

Στερεά Ελλάδα

Τον Φεβρουάριο του 1944 ένας νέος νόμος προέβλεψε τη δυνατότητα επεκτάσεως των Ταγμάτων στην επαρχία, με την αποστολή από την Αθήνα στρατιωτικών συνδέσμων, στη Χαλκίδα στις 29 Δεκεμβρίου του 1943. στην Πάτρα στις 20 Ιανουαρίου του 1944, στο Αγρίνιο στις 18 Φεβρουαρίου του 1944, στην Κόρινθο τον Απρίλιο του 1944, στον Πύργο στις 19 Μαΐου του 1944 και τέλος στη Ναύπακτο στις 22 Ιουνίου του ίδιου έτους, συνολικά 9 ευζωνικά τάγματα, συνολικής δυνάμεως 5.725 ανδρών, καθώς τα μέλη των Εθνικών ομάδων αντιστάσεως μετά τη συστηματική καταδίωξη και την διάλυση τους από τους κομμουνιστές δεν είχαν άλλη επιλογή από την ένταξη τους στα Τάγματα. Στην νότιο Στερεά Ελλάδα δρούσαν κατά των συμμοριών του ΕΛΑΣ και ανένταχτες ομάδες εθνικιστών, οι σημαντικότερες από τις οποίες δεν ξεπέρασαν την δύναμη ενός κανονικού Λόχου και ασχολούνταν κυρίως με την άμυνα των χωριών τους. Μια τέτοια ομάδα, με αρχηγό τον Νικόλαο Ντουρντουβέλα, δρούσε στο Σχηματάρι της Βοιωτίας και σταδιακά ενώθηκε με τα Τάγματα της Χαλκίδος. Ανάλογη ομάδα δρούσε στην Άμφισσα ενώ δεν αναφέρεται η ύπαρξη κάποιας ομάδος -μικρής ή μεγαλύτερης- στην πόλη της Λαμίας.

Τάγμα Ευζώνων Αγρινίου

Στις 7 Μαΐου 1943 μονάδα συμμοριτών του ΕΛΑΣ στράφηκε κατά του αντάρτικου τμήματος του ΕΔΕΣ Τριχωνίδας του γιατρού Γεώργιου Παπαϊωάννου στο Θέρμο Αιτωλοακαρνανίας, επίθεση που οδήγησε στον αφοπλισμό του δεύτερου. Η κάθοδος του Παπαϊωάννου στο Θέρμο, από τα ορεινά του νομού, θεωρήθηκε αντεπανάσταση και δόθηκε διαταγή από το γενικό στρατηγείο να διαλυθεί η ομάδα του. Η απόφαση της διαλύσεως του τμήματος Παπαϊωάννου ελήφθη σε σύσκεψη της ηγεσίας του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ το απόγευμα της 6ης Μαΐου 1943. Το πρωί της 7ης Μαΐου, όταν τα τμήματα του ΕΛΑΣ έλαβαν θέσεις στο Εικόνισμα Θέρμου, στην πλατεία και στο Γυμνάσιο, δόθηκε το σύνθημα της ταυτόχρονης γενικής επιθέσεως. Ο ΕΛΑΣ υπό τον Καπλάνη (Σπύρο Γκούβα) κατέλαβε όλο τον πρώτο όροφο του Γυμνασίου Θέρμου, εκεί βρισκόταν η αποθήκη πυρομαχικών του Παπαϊωάννου.

Στη μάχη τραυματίστηκε ο υπαρχηγός του αρχηγείου ΕΔΕΣ-ΕΔΕΑ Τριχωνίδος-Μακρυνείας, Αριστοτέλης Τσιτσέλης, τον οποίο δολοφόνησε τραυματισμένο ο Καπετάν Δράκος. Υπό την απειλή πυρπολήσεως του Θέρμου ο Παπαϊωάννου παραδόθηκε και η ομάδα του διαλύθηκε. Στις 14 Μαΐου 1943 ο ΕΛΑΣ επιτέθηκε στις ανταρτικές ομάδες του ΕΔΕΣ Ξηρομέρου και διέλυσε αυτή του ταγματάρχη Καραμπέκιου. Μία μικρή ομάδα τριάντα ανδρών κατάφερε να διασπάσει τον κλοιό των Ελασιτών και διέφυγε προς τον Βάλτο, ενώ οι συμμορίες του ΕΛΑΣ επιτέθηκαν ανεπιτυχώς το βράδυ της 16ης προς 17η Μαΐου με σκοπό την κατάληψη της γέφυρας Τατάρνας στην περιοχή του Βάλτου. Στις 14 Οκτωβρίου οι συμμορίες του ΕΛΑΣ πέρασαν τον Αχελώο και επιτέθηκαν στην περιοχή του Βάλτου, στις δυνάμεις του γιατρού και μετέπειτα βουλευτή Στυλιανού Χούτα, προκαλώντας τον θάνατο του Νεοζηλανδού αξιωματικού συνδέσμου.

Το 3ο Σύνταγμα Ευζώνων Ναυπάκτου συγκροτήθηκε από το 2ο Σύνταγμα Ευζώνων Πατρών και έδρασε στο νομό Αιτωλοακαρνανίας. Στις 18 Ιανουαρίου 1944 ο 5ος Λόχος του 2ου Τάγματος του 1ου Συντάγματος Ευζώνων Αθηνών, έφθασε αρχικά στην Πάτρα. Την ίδια ημέρα αποσπάστηκε από το Τάγμα και αποφασίστηκε να διεκπεραιωθεί στην Αιτωλοακαρνανία. Ο Λόχος αυτός έφθασε στο Αγρίνιο την 18η Φεβρουαρίου. Σύμφωνα με τον έφεδρο λοχία Βασίλειο Καραμαλή [10]: «Η πόλις έμοιαζε τεράστιο στρατόπεδο, σε κάθε γωνιά, σε κάθε δρόμο έβλεπε κανείς πολυβόλα, ταγκξ, περιπόλους. Ελάχιστοι πολίτες κυκλοφορούσαν στους δρόμους. (...) Το ίδιο βράδυ ήλθε εν σώματι η χωροφυλακή Αγρινίου με επικεφαλής τον ταγματάρχη Τζωρτζάκην, η οποία, άοπλος, είχε τεθεί εν απομονώσει από τους κομμουνιστάς. Μαζί μας είχε έρθει ως διοικητής του τάγματος ο αντισυνταγματάρχης Άγγελος Κέντρος και οι ταγματάρχες Δελής και Αρσένης. Ο λόχος στρατωνίσθη εις τας καπνοθήκας αδελφών Παναγoπούλου. Τα δε γραφεία του Τάγματος το ίδιο βράδυ εγκατέστησαν σε ένα ισόγειο διαμέρισμα έναντι του στρατώνος» [11]. Στις 23 του ίδιου μήνα άρχισε η κατάταξη μαχητών. Ως τα τέλη Μαρτίου, με την προσθήκη ενός ακόμη Λόχου Πεζικού που ήρθε από την Πάτρα το Τάγμα Ευζώνων Αγρινίου συγκροτήθηκε σε πλήρη ανάπτυξη και κατέστη απολύτως ετοιμοπόλεμο. Σε ότι αφορά τη δύναμη του Τάγματος, όταν έγινε η μεταβίβαση της διοικήσεως από τον Κέντρο στον Ταγματάρχη Γεώργιο Τολιόπουλο, o αντισυνταγματάρχης Άγγελος Κέντρος κατέθεσε στην «Έκθεσιν εξετάσεώς» του ότι «την 7ην Μαΐου 1944 έφευγον από το Αγρίνιον διά Πάτρας, αφού υπηρέτησα εκεί μόνον 2 1/2 μήνας και είχον συγκροτήσει το τάγμα με δύναμιν 760 ανδρών».

Σύμφωνα με την έκθεση [12] του Ταγματάρχη Γεωργίου Τολιόπουλου, που ήταν Διοικητής [13] του Τάγματος, δύο μήνες μετά την εγκατάσταση του στο Αγρίνιο ως την παράδοση του:
«Η εν λόγω συγκρότησις του Τάγματος εν Αγρίνιω επετεύχθη:
* Διά του 5ου λόχου του ΙΙ Τάγματος Ασφαλείας Αθηνών χρησιμοποιηθείς ως πυρήν.
* Διά της ενισχύσεως ενός πλήρους λόχου της Στρ/κής Δ/σεως Ασφαλείας Πατρών.
* Διά της εθελουσίας κατατάξεως των κατοίκων της πόλεως Αγρινίου και περιχώρων και
* Διά της Στρατολογίας εφέδρων, εκ των πλέον εθνικοφρόνων κατοίκων, της εν λόγω περιοχής και πόλεως Αγρινίου.»
Στην πλήρη του ανάπτυξη το Τάγμα αποτελούσαν δύναμη επτά Λόχων Πεζικού, ένας Λόχος πολυβόλων και ένα μηχανοκίνητο τμήμα. Διέθετε τρία τεθωρακισμένα αυτοκίνητα Ιταλικής κατασκευής, το καθένα από τα οποία ήταν εξοπλισμένο με δύο πολυβόλα, ενώ οι μαχητές του Τάγματος ήταν οπλισμένοι με πιστόλια, αραβίδες, οπλοπολυβόλα και πολυβόλα, ολμίσκους των 45 και έναν όλμο των 81, όλα Ιταλικής κατασκευής. Μετά τη συγκρότηση πλήρους Τάγματος στο Αγρίνιο «δημιουργήθηκε και άλλος ανεξάρτητος λόχος στο χωρίον Δοκίμη, διοικητής του οποίου τοποθετήθηκε ο ανθυπολοχαγός πεζικού Κωνσταντίνος Αποστολίδης» [14]. Στις 19 Ιουνίου 1944, δύο από τους επτά Λόχους Πεζικού του Τάγματος Αγρίνιου αποσπάστηκαν στην πόλη της Ναυπάκτου ενώ όπως γράφει ο Καραμαλής «με την αναχώρηση του 5ου Λόχου, τη θέση του στο Αγρίνιο πήρε ο 9ος Λόχος με διοικητή τον ταγματάρχην Ηλία Δελή ή Μπατίρη».

Παράδοση του Τάγματος

Από τις αρχές Σεπτεμβρίου 1944 είχε αρχίσει βαθμιαία η αποχώρηση των Γερμανικών στρατευμάτων από τη Δυτική Στερεά, δηλαδή από το Αγρίνιο προς την Αμφιλοχία και την Άρτα. Στις 12 Σεπτεμβρίου 1944 τμήμα του αποκαλούμενου 36ου Συντάγματος των συμμοριών του Ε.Λ.Α.Σ. επιτέθηκε εναντίον ανδρών του Τάγματος Ευζώνων Αγρινίου στην περιοχή του χωριού Δοκίμι, στις δυτικές παρυφές της πόλεως. Οι συμμορίτες παρέταξαν δύναμη που ανέρχονταν σε περίπου 300 άντρες, ενώ η φρουρά του Τάγματος Ευζώνων αριθμούσε μόλις 65 με 70 άνδρες, με επικεφαλής τον Υπολοχαγό Γρηγόρη Παπούτση. Η μάχη διήρκησε όλη τη νύχτα και η Φρουρά συμπτήχθηκε προς το Αγρίνιο περίπου στις 5 το πρωί. Στη μάχη αυτή έχασαν τη ζωή τους δύο μαχητές του Τάγματος, οι Γ. Αρμυράς και Γ. Ζαρκάδας. Στην πόλη το Τάγμα, υπό τον Ταγματάρχη Γεώργιο Τολιόπουλο, διέθετε επαρκή οπλισμό, πυρομαχικά και τρόφιμα για πολυήμερη άμυνα κι είχε οχυρωθεί σε διάφορα σημεία μέσα στην πόλη, όπως οι καπναποθήκες Παναγόπουλου, Παπαστράτου, Παπαπέτρου αλλά και στα ξενοδοχεία «Εμπορικό», «Εθνικό», «Αθήναι» και «Μεγάλη Βρετάνια». Στις 12 Σεπτεμβρίου το Αγρίνιο κυκλώθηκε από συμμορίτες του Ε.Λ.Α.Σ., βόρεια στον Άγιο Κωνσταντίνο, δυτικά στο χωριό Δοκίμι, βορειοανατολικά στις παρυφές της Βελάοστας ως το χωριό Αβώρανη. Νοτιοανατολικά καλυπτόταν ο δρόμος Αγρινίου-Θέρμου, ο δρόμος Αγρινίου-Μεσολογγίου και τέλος νοτιοδυτικά οι συμμορίτες ήλεγχαν τη σιδηροδρομική γραμμή Αγρινίου-Αντιρρίου. Το Τάγμα Ευζώνων απομονωμένο, ενώπιον της κομμουνιστικής απειλής, άρχισε τις διαπραγματεύσεις με τους συμμορίτες.

Την πρωτοβουλία για ειρηνική παράδοση του Αγρινίου ανέλαβαν ο Αρχιμανδρίτης Αποστόλης Φαφούτης, ο Αριστείδης Παρθένης και ο Ιωάννης Παπαθανασίου, απόστρατος στρατηγός, οι οποίοι έκαναν έκκληση προς τις δύο πλευρές, όμως απαίτηση των συμμοριτών ήταν να παραδοθεί το Τάγμα κι ο οπλισμός του διαφορετικά θα προσπαθούσαν να εισβάλλουν στην πόλη. Ύστερα από διαβουλεύσεις αποφασίστηκε συνάντηση των συμμοριτών Θεόδωρου Καλλίνου ή Αρμάμπεη, καπετάνιου της ⅫⅠ μεραρχίας και Θανάση Χατζή, γραμματέα του Ε.Α.Μ. Δυτικής Στερεάς με τον διοικητή του Τάγματος, Γεώργιο Τολιόπουλο. Το απόγευμα της 13ης Σεπτεμβρίου οι εκπρόσωποι των συμμοριτών έφτασαν στον προκαθορισμένο χώρο συναντήσεως, στο σπίτι του Σκαλίγκου στην κεντρική πλατεία του Αγρινίου. Εκεί βρίσκονταν ήδη ο Τολιόπουλος με τον υπασπιστή του Γεωργόπουλο και τους αξιωματικούς του Τάγματος Αριστείδη Αρσένη, Παυλή και Σταματίου, ο Αρχιμανδρίτης Αποστόλης Φαφούτης, ο διοικητής της Χωροφυλακής Γεώργιος Τζωρτζάκης, ο δήμαρχος Μιλτιάδης Τζάνης, ο αντιδήμαρχος δικηγόρος Νίκος Καρμανίδης, ο ειρηνοδίκης Πολυμερίδης, και οι Πέτρος Κλάδος, Σπύρος Καββαδίας, Φώτης Καρασούλος, Λέων Ξυνόπουλος, Αριστείδης Παρθένης και ο καπνέμπορος Ιωάννης Ροντήρης [15].

Μετά από συνομιλία μικρής διάρκειας ο Τολιόπουλος, αφού συνεννοήθηκε με τους αξιωματικούς του, αποδέχθηκε την παράδοση του Τάγματος μαζί με τον οπλισμό, τις αποθήκες πυρομαχικών και τα εφόδια ζητώντας να τηρηθούν οι υποσχέσεις. Τις πρώτες βραδινές ώρες οι εκπρόσωποι κατευθύνθηκαν στο ξενοδοχείο «Ήλιον Παλλάς», ο Τολιόπουλος για το Τάγμα Ευζώνων και ο διοικητής της Χωροφυλακής Τζωρτζάκης και οι Καλλίνος και Χατζής για τους συμμορίτες. Εκεί υπογράφτηκε το «Πρωτόκολλο Παραδόσεως» της πόλεως και ένα δεύτερο Πρωτόκολλο «Λεπτομερειών, βάσει του υπογραφέντος Βασικού Πρωτοκόλλου». Το πρωί της 14ης Σεπτεμβρίου 1944 οι συμμορίες του ΕΛΑΣ εισήλθαν στο ήδη ελεύθερο Αγρίνιο, καθώς οι Γερμανοί είχαν ήδη αποχωρήσει από τις 12 Σεπτεμβρίου, από την ανατολική πλευρά στη διασταύρωση των δρόμων Καμαρούλας και Νέας Αβώρανης. Η συνολική του δύναμη του Τάγματος Ευζώνων, την ημέρα που παραδόθηκε και οι άνδρες του αποχώρησαν συντεταγμένα, ανερχόταν σε 800 ετοιμοπόλεμου και ικανούς μαχητές. Ο Τολιόπουλος παραδόθηκε στις δυνάμεις των συμμοριτών και στις 18 Σεπτεμβρίου 1944 εμφανίζεται να συνοδεύει επιτροπή των συμμοριτών στις διαπραγματεύσεις τους με τον Ταγματάρχη Γεώργιο Καπεντζώνη, Διοικητή του Τάγματος Ευζώνων Ναυπάκτου για την παράδοση της πόλεως τους κομμουνιστές.

Ναύπακτος

Στις 19 Ιουνίου 1944 ο Τολιόπουλος παρέταξε τον 5ο Λόχο, από τον οποίο διάλεξε 30 άνδρες, ανάμεσα σε αυτούς και τον λοχία εύζωνα Βασίλειο Καραμαλή. Τους άνδρες αυτούς τους κράτησε στο Αγρίνιο ως διμοιρία ελιγμών, ενώ οι υπόλοιποι του 5ου Λόχου, με διοικητή τον Υπολοχαγό Πεζικού Δημήτριο Πελεκίδη, στάλθηκαν στη Ναύπακτο. Στάλθηκαν επίσης και κάποιοι ακόμα, με επικεφαλής το Λοχαγό Πεζικού Γεώργιο Τσαπίνα, Διοικητή μέχρι τότε του 6ου Λόχου. H δύναμη αυτή των ευζώνων που πήγε από το Αγρίνιο στη Ναύπακτο συν ένας λόχος ευζώνων που στάλθηκε εκεί από την Πάτρα αποτέλεσαν τον πυρήνα συγκροτήσεως του Τάγματος Ευζώνων Ναυπάκτου, το οποίο συμπληρώθηκε με επιτόπια επιστράτευση. Οι Λόχοι εγκαταστάθηκαν στην Ναύπακτο στις 22 του ίδιου μήνα. Διοικητής του Τάγματος ορίστηκε ο Αντισυνταγματάρχης Θεόδωρος Λεοντοκανάκης και Υποδιοικητής ο Αντισυνταγματάρχης Γεώργιος Λελούδας. Η κατάταξη ανδρών ξεκίνησε την 25 Ιουνίου και στις 5 Ιουλίου το Τάγμα διέθετε δύναμη 600 οργανωμένων σε τρεις Λόχους, μαζί με τους δύο του Τάγματος Αγρίνιου, ενώ ο Λόχος του Συντάγματος Πατρών επανήλθε στην έδρα του στις 11 Ιουλίου.

Την επόμενη ημέρα διεκπεραιώθηκε από την Πάτρα ένας Λόχος 150 ανδρών, τον οποίο αποτελούσαν εθνικιστές πρώην αντάρτες του «5/42 Συντάγματος Ευζώνων», το οποίο διαλύθηκε με τη βία, στις 17 Απριλίου του 1944, από τους συμμορίτες του Ε.Λ.Α.Σ. που δολοφόνησαν με άγριο τρόπο τον αρχηγό του Συνταγματάρχη Δημήτριο Ψαρρό. Μετά την διάλυση του «5/42 Συντάγματος Ευζώνων» άνδρες του με επικεφαλής τον Ταγματάρχη Καπεντζώνη [16] πέρασαν στην Πάτρα, όπου εντάχθηκαν στο 2ο Σύνταγμα Πατρών, όμως σύντομα επέλεξαν να επιστρέψουν στην αρχική τους περιοχή επιχειρήσεων. Ο Λόχος αυτός απετέλεσε τον 4ο Λόχο του Τάγματος Ναυπάκτου, ο γνωστός ως «Λόχος του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων».

Στο Τάγμα εντάχθηκαν ντόπιοι αξιωματικοί και μαχητές που ανήκαν πρωτύτερα στον Ε.Δ.Ε.Σ. του Ναπολέοντα Ζέρβα αναπτύσσοντας αντιστασιακή δράση, όμως μετά την διάλυση από τον Ε.Λ.Α.Σ. των τμημάτων του Ε.Δ.Ε.Σ. στην Ναυπακτία -και γενικότερα στο νομό Αιτωλοακαρνανίας- οι αντάρτες είχαν μείνει εκτεθειμένοι απέναντι στις εχθρικές διαθέσεις του Ε.Α.Μ.-Ε.Λ.Α.Σ., και ο μοναδικός τρόπος αυτοπροστασίας τους ήταν η ένταξη τους στα Τάγματα Ευζώνων. Την συγκρότηση του Τάγματος Ευζώνων Ναυπάκτου ακολούθησε η συγκρότηση του επιτελείου του αποκαλούμενου 3ου Συντάγματος Ευζώνων Ναυπάκτου, στο οποίο ανήκαν τα Τάγματα της Αιτωλοακαρνανίας. Διοικητής του 3ου Συντάγματος Ευζώνων ανέλαβε ο Συνταγματάρχης Αλέξιος Ορφανίδης τον οποίο διαδέχθηκε ο Ταγματάρχης Γεώργιος Καπεντζώνης. Σύμφωνα με τον Χαράλαμπο Κοτίνη, που ήταν ένας από τους πρώτους που κατατάχθηκαν εθελοντικά το Τάγμα Ευζώνων Ναυπάκτου, δεν υπήρχε και ως εκ τούτου δεν δόθηκε κανενός είδους όρκος [17] στον Αδόλφο Χίτλερ, όπως συκοφαντικά και με περισσή εμμονή υποστηρίζει η κομμουνιστική πλευρά.

Το νεοσυσταθέν Τάγμα, τη νύχτα της 30ης Ιουνίου προς 1η Ιουλίου 1944, δέχτηκε επίθεση από το 2/36 τάγμα των συμμοριών του ΕΛΑΣ υπό τον Θύμιο Ζούλα. Σκοπός της επιθέσεως ήταν να διαλυθεί το Τάγμα προτού εξοπλισθεί, αλλά και να τρομοκρατηθούν όσοι είχαν κληθεί ή σκόπευαν να καταταγούν σε αυτό και να μην προσέλθουν. Η επίθεση στράφηκε προς το Γυμνάσιο, όπου ήταν η έδρα του Τάγματος Ευζώνων, όπου αυτό οργάνωσε την άμυνα του. αμύνθηκε. Οι συμμορίτες έβαλαν φωτιά σε σπίτια, μεταξύ των οποίων το σπίτι του Γεωργίου Αθανασιάδη-Νόβα, ο οποίος τον Σεπτέμβριο του 1943, αντιτάχθηκε στην προσπάθεια του ΕΛΑΣ να πάρει τα όπλα από τους Ιταλούς που αποχωρούσαν. Εκτός από τις πυρπολήσεις σημειώθηκαν και λεηλασίες κάποιων καταστημάτων. Με το πρώτο φως της ημέρας άρχισαν να αντεπιτίθενται οι άντρες του Τάγματος Ευζώνων. Στη διάρκεια της αντεπιθέσεως συνελήφθη από τον Εύζωνα Κοτίνη ένας τραυματίας αξιωματικός του ΕΛΑΣ που εκτελέστηκε αργότερα στην πλατεία Φαρμάκη, την κεντρική πλατεία της Ναυπάκτου, από έναν δεκανέα του Τάγματος Ευζώνων με ένα οπλοπολυβόλο Μπρέντα [18].

Το επιτελείο του Συντάγματος σχεδίαζε την δημιουργία ενός 3ου Τάγματος, με έδρα την κωμόπολη του Θέρμου, όμως οι σχετικές διεργασίες διακόπηκαν σχεδόν αμέσως καθώς στις 12 Σεπτεμβρίου 1944 οι Γερμανοί εκκένωσαν την Ναύπακτο. Την επομένη ημέρα οι συμμορίες του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος εμφανίστηκαν στην αμυντική περίμετρο της πόλεως. Στις 15 του ίδιου μήνα, το Τάγμα Ευζώνων μετονομάστηκε σε «Εθνικό Τάγμα Ναυπάκτου» και εξέφρασε την πίστη του στην νόμιμη Κυβέρνηση της Ελλάδος. Την ίδια ημέρα οι αξιωματικοί του Τάγματος με τον φόβο πως θα υποχρεώνονταν να παραδοθούν αποφάσισαν να επιβιβαστούν σε πλοία και να περάσουν στην Πελοπόννησο. Στις 19 Σεπτεμβρίου 1944, το Τάγμα Ευζώνων, 47 αξιωματικοί μεταξύ τους και ο τότε Λοχαγός Δημήτριος Πατίλης -μετέπειτα εκ των πρωταγωνιστών της Επαναστάσεως της 21ης Απριλίου 1967, και 400 άνδρες καθώς άλλοι 150 άνδρες παρέμειναν στην πόλη, διαπεραιώθηκε στην Αχαΐα όπου ενώθηκε με το 2ο Σύνταγμα Ευζώνων Πατρών, τελώντας υπό τις διαταγές του και ακολούθησε τον δρόμο της παραδόσεως του στις Αγγλικές δυνάμεις. Μαζί τους αποχώρησαν από την πόλη αρκετοί κάτοικοι που φοβούνταν τη σύλληψή τους από τους κομμουνιστές, ενώ οι οπλίτες του Τάγματος πήραν και παρέδωσαν στο Φρουραρχείο Πατρών δεκατέσσερις τραυματίες αιχμαλώτους αντάρτες που είχαν συλλάβει κατά την αποτυχημένη επίθεση των συμμοριτών στη Ναύπακτο στις 14 Σεπτεμβρίου.

Πελοπόννησος

Στη νότια και ανατολική Πελοπόννησο η συγκρότηση των μονάδων ήταν διαφορετική από τα Τάγματα Ευζώνων και δεν υπάγονταν αρχικά στην Κυβέρνηση του Ιωάννη Ράλλη. Συνήθως οι αξιωματικοί τους ήταν πολίτες -αξιωματικοί «εξ απονομής»- και όχι απόφοιτοι της Σχολής Ευελπίδων του προπολεμικού στρατού. Οι μονάδες είχαν τοπικό χαρακτήρα και οι μαχητές τους αποτελούσαν τον τοπικό λόχο προστασίας της περιοχής τους. Οι μονάδες αυτές ονομάστηκαν «Εθελοντικά Τάγματα Χωροφυλακής», όταν τέθηκαν υπό τον έλεγχο της Κυβερνήσεως, όμως δεν πρέπει να συγχέονται με την Βασιλική Χωροφυλακή, που δρούσε παράλληλα, όπως ακριβώς συνέβη και με τα τοπικά αντικομμουνιστικά σώματα των χωριών της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας.

Λακωνία

Το 1943 σχεδιάστηκαν και υλοποιήθηκαν βίαιες επιθέσεις του Ε.Λ.Α.Σ. εναντίον της αντιστασιακής οργανώσεως Ελληνικός Στρατός και άλλων μικρότερων εθνικών αντιστασιακών ομάδων, όπως η ΕΟΒ (Εθνική Οργάνωσις Βασιλοφρόνων), η Εθνική Κίνηση, η Εθνική Φάλαγξ, το ΒΑΜ (Βασιλικό Απελευθερωτικό Μέτωπο), το ΕΑΜΕ (Εθνικόν Αντικομουνιστικόν Μέτωπον Ελλάδος), η ΠΑΟΚ (Πατριωτική Απελευθερωτική Οργάνωσις Κορινθίας) και πλήθος άλλες. Οι οργανώσεις αυτές διαλύθηκαν βιαίως από τον Ε.Λ.Α.Σ., όμως παράλληλα έγιναν ευρείες διώξεις εις βάρος αντιφρονούντων σε όποια ιδεολογική πλευρά και αν ανήκαν αυτοί. Ο λαός της Πελοποννήσου αντέδρασε και στήριξε τα Τάγματα στα οποία εντάχθηκαν εθνικιστές που είχαν υποστεί επιθέσεις, όπως οι Κοκκώνης, Παναγιώτης Στούπας και Προκοπίου, φίλοι και συγγενείς τους, όπως ο Λεωνίδας Βρεττάκος αδελφός του αντιστασιακού ίλαρχου Τηλέμαχου Βρεττάκου που δολοφονήθηκε από τον Ε.Λ.Α.Σ., συγγενείς θυμάτων του Ε.Λ.Α.Σ. ή άνθρωποι που ήθελαν απλά να προστατευτούν από την αριστερή τρομοκρατία. Τα Τάγματα στην Πελοπόννησο συγκροτήθηκαν σε εθελοντική βάση, με πρωτοβουλία στελεχών του διαλυμένου Ελληνικού στρατού και εθνικιστών τοπικών παραγόντων που ζήτησαν όπλα από την κυβέρνηση για να καταπολεμήσουν το εαμικό κίνημα. Οι πρώτες μονάδες τους δημιουργήθηκαν το φθινόπωρο του 1943 στη Λακωνία, στην Καλαμάτα, στην Ηλεία και στην Πάτρα, «κεχωρισμένως και τοπικιστικώς».

«Τάγμα Λεωνίδας» [19]

Η πρώτη μονάδα της Λακωνίας επανδρώθηκε την 1η Νοεμβρίου 1943 στην Σπάρτη με την ονομασία «Τάγμα Λεωνίδας» και ανήκε στη δύναμη της οργανώσεως «Ελεύθερος Ελληνικός Στρατός» [Ε.Ε.Σ.]. Αρχηγός του Ε.Ε.Σ. ήταν ο Λεωνίδας Βρεττάκος [20], αδελφός του Ιλάρχου Τηλεμάχου Βρεττάκου, ο οποίος επικεφαλής εθνικιστών ανταρτών είχε καταδιωχθεί και δολοφονηθεί μαζί με τους άνδρες του, από τις κομμουνιστικές συμμορίες. Το «Τάγμα Λεωνίδας» διέθετε συνολική δύναμη 1.000 ανδρών που ήταν οργανωμένοι σε έναν Λόχο Διοικήσεως των 100 ανδρών και πέντε Λόχους Πεζικού των 180 ανδρών. Ο λόχος διοικήσεως και τέσσερις ακόμη Λόχοι Πεζικού -ο 4ος Λόχος είχε Διοικητή τον θρυλικό Παναγιώτη Κατσαρέα- είχαν έδρα την Σπάρτη ή τις γύρω περιοχές, ενώ ο 5ος Λόχος Πεζικού είχε ως βάση το Γύθειο.

Ο οπλισμός τους θα έπρεπε να περιλαμβάνει 1.000 τυφέκια, 22 πολυβόλα ή οπλοπολυβόλα και 10 όλμους. Όμως ως τις 22 Δεκεμβρίου 1943, αν και η δύναμη των ανδρών ήταν πλήρης, διάθετε μόνον 649 τυφέκια και 20 οπλοπολυβόλα, ενώ άλλα 100 τυφέκια υπήρχαν στη διάθεση στον λόχο του Γυθείου. Στις αρχές του Ιανουάριου 1944, το «Τάγμα Λεωνίδας» μετονομάστηκε σε 1ο Τάγμα του «Ελευθέρου Ελληνικού Στρατού» κι οργανώθηκε σε πέντε λόχους και ένα έφιππο απόσπασμα με δύναμη ουλαμού. Την επάνδρωση του αποτελούσαν 30 αξιωματικοί και 900 οπλίτες. Παράλληλα και ο έως τότε Λόχος Γυθείου απέκτησε δυναμική και αποτέλεσε το 2ο Τάγμα. Στις 25 Φεβρουαρίου1944 ως επικεφαλής του «Ελευθέρου Ελληνικού Στρατού» επιλέχθηκε από την κυβέρνηση ο Ταγματάρχης Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, έως τότε στρατιωτικός σύμβουλος του Βρεττάκου. Ο Κωστόπουλος συγκρότησε τις επιμέρους μονάδες σε ενιαίο «Σύνταγμα Ασφαλείας Λακωνίας» με δύναμη δύο Ταγμάτων, ένα με έδρα την Σπάρτη και το δεύτερο με έδρα το Γύθειο, ενώ κατάργησε την επωνυμία «Ελεύθερος Ελληνικός Στρατός».

Στις αρχές Σεπτεμβρίου 1944, οι δυνάμεις κατοχής άρχισαν να αποχωρούν από την Πελοπόννησο. Εκείνες τις μέρες το Τάγμα της Σπάρτης πολιορκήθηκε από υπέρτερες δυνάμεις κομμουνιστών ανταρτών στο μεσαιωνικό κάστρο του Μυστρά και παραδόθηκε στις 10 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου, μετά από λυσσώδη και πολυήμερη μάχη. Το Τάγμα του Γυθείου που απλώνονταν στα περίχωρα της κωμοπόλεως και στα χωριά της Μέσα Μάνης, σχεδόν 1.500 άνδρες δηλαδή έξι Λόχοι Πεζικού, ένας Λόχος οπλομηχανημάτων, ένας Λόχος κυνηγών και ένα έφιππο απόσπασμα, παραδόθηκε στα Αγγλικά στρατεύματα μερικές ημέρες αργότερα.

Μεσσηνία

Την 1η Φεβρουαρίου 1944 άρχισε στην Καλαμάτα προσπάθεια για τη συγκρότηση ενός δημοσυντήρητου Τάγματος για την ασφάλεια και την προστασία των κατοίκων της πόλεως, όμως η δύναμη του δεν ξεπέρασε τους 200 άνδρες και μερικές εβδομάδες, συγχωνεύθηκε με το Τάγμα του Μελιγαλά, το οποίο συγκροτήθηκε την 16 Μαρτίου 1944. Τη βάση του αποτέλεσε δύναμη από 80 άνδρες σταλμένοι από την Αθήνα. Η μονάδα αυτή, το 3ο «Εθελοντικό Τάγμα Χωροφυλακής», αποτελούνταν από πέντε λόχους και τρεις ανεξάρτητες διμοιρίες. Οι πρώτοι τρεις Λόχοι φρουρούσαν τον Μελιγαλά, ο 4ος Λόχος την Καλαμάτα, ο 5ος το κεφαλοχώρι Κοπανάκι, ενώ οι τρεις ανεξάρτητες διμοιρίες φρουρούσαν μικρότερα χωριά της Μεσσηνίας. Στις αρχές Αυγούστου 1944, 60 άνδρες του Τάγματος μαζί με δύο όλμους αποσπάστηκαν στην κωμόπολη Γαργαλιάνοι, στην δυτική Μεσσηνία, όπου με στρατολόγηση ανδρών συγκροτήθηκε ένα ακόμη «Εθελοντικό Τάγμα Χωροφυλακής» που το αποτελούσαν τρεις Λόχοι με έδρα τους Γαργαλιάνους και ένας με έδρα στην Πύλο.

Σφαγή στο Μελιγαλά

Στις αρχές Σεπτεμβρίου 1944, οι δυνάμεις κατοχής άρχισαν να αποχωρούν από την Πελοπόννησο. Στην Καλαμάτα ο 4ος Λόχος του 3ου Τάγματος υποχώρησε και ενώθηκε με το Τάγμα του Μελιγαλά, στις 9 Σεπτεμβρίου 1944, ύστερα από σκληρή μάχη με τις κομμουνιστικές συμμορίες [21]. Στην κωμόπολη του Μελιγαλά συγκεντρώθηκαν όλες οι υπομονάδες του Τάγματος, αλλά και οι άνδρες της Βασιλικής Χωροφυλακής Μεσσηνίας, συνολικά περί τους 1.150 ενόπλους άνδρες. Η μάχη που ακολούθησε με τις συμμορίες του ΕΛΑΣ διήρκησε τρεις μέρες, από τις έως τις 16 Σεπτεμβρίου. Εκείνη την μοιραία μέρα εξαντλήθηκαν τα πυρομαχικά των μαχητών και οι συμμορίτες επικράτησαν. Η σφαγή που ακολούθησε υπήρξε πρωτοφανής στα Ελληνικά χρονικά. Είναι χαρακτηριστικό πως ακόμη και οι κομμουνιστικές πηγές κάνουν λόγο για 800-1.000 νεκρούς «ταγματασφαλίτες», όμως σύμφωνα με όλες τις εκτιμήσεις ακόμη και των πλέον μετριοπαθών πηγών οι σφαγιασμένοι, όλων των ηλικιών από πεντάχρονα μωρά μέχρι υπερήλικες, ανέρχονται στις 2.000 έως και 3.500 νεκρούς, καθώς εκατοντάδες ρίχτηκαν σε πηγάδι της περιοχής, είτε κατακρεουργημένοι είτε ζωντανοί. Στις 21 και 22 Σεπτεμβρίου έπειτα από διήμερη μάχη οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ επικράτησαν, και ειδικά ανταρτοδικεία καταδίκασαν με συνοπτικές διαδικασίες, και εκτέλεσαν, δεκάδες μέλη του τοπικού Τάγματος Ασφαλείας. Οι διασωθέντες του 5ου Τάγματος που είχε την ευθύνη της κωμοπόλεως των Γαργαλιάνων αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν και να υποχωρήσουν στην Πύλο όπου, στις 25 Σεπτεμβρίου 1944, το Τάγμα αυτοδιαλύθηκε προκειμένου να αποφευχθεί επίθεση των συμμοριτών κατά της Πύλου. Οι μαχητές που απέμειναν είτε διέφυγαν με πλοία στα νησιά του Ιονίου είτε διασκορπίστηκαν ενώ ο Ταγματάρχης Παναγιώτης Στούπας, ο διοικητής του Τάγματος αυτοκτόνησε, για να αποφύγει την αιχμαλωσία και την διαπόμπευση του από τους συμμορίτες. Όσοι μαχητές απέμειναν από τα δύο Τάγματα της Μεσσηνίας παραδόθηκαν στους εκπροσώπους της Ελληνικής Κυβερνήσεως, στις 30 Σεπτεμβρίου 1944, και συνολικά 700 άνδρες τους μεταφέρθηκαν με συνοδεία των Αγγλικών δυνάμεων στις Σπέτσες και από εκεί στην Αθήνα.

Τάγμα Ευζώνων Αργολίδος
Β' Αρχηγείο Χωροφυλακής Πελοποννήσου

Οι διάσπαρτες εθνικιστικές ομάδες της νότιας και ανατολικής Πελοποννήσου απέκτησαν ενιαία οργανωτική δομή με την δημοσίευση νόμου [22] με τον οποίο η Κυβέρνηση Ράλλη συγκρότησε το Β' Αρχηγείο Χωροφυλακής με έδρα την Τρίπολη, μαζί με δύο Πρότυπα Εθελοντικά Τάγματα Χωροφυλακής που υπαγόταν στο Υπουργείο Ασφαλείας. Οι μονάδες επανδρώθηκαν με κληρωτούς από την Αρκαδία όταν, στις 23 Μαρτίου 1944, έφθασαν στην Τρίπολη και στις 14 Απριλίου του ίδιου έτους καθήκοντα Διοικητού ανατέθηκαν στον τότε Συνταγματάρχη (ΠΖ) Διονύσιο Παπαδόγγονα, ο οποίος το καλοκαίρι του 1943 είχε ζητήσει τον εξοπλισμό μιας δυνάμεως 1.000 «έμπιστων εθνικοφρόνων» υπό τις διαταγές του για την καταπολέμηση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, και τα Τάγματα της Λακωνίας υπήχθησαν υπό τις διαταγές του. Έτσι, στο τέλος Μαΐου διαλύθηκε το Σύνταγμα Ασφαλείας Λακωνίας και τα δύο τάγματα του μετονομάστηκαν σε 1ο και 2ο «Εθελοντικά Τάγματα Χωροφυλακής», με έδρα τη Σπάρτη και το Γυθείο.

Υπό τις διαταγές του Παπαδόγγονα οργανώθηκαν πέντε Εθελοντικά Τάγματα Χωροφυλακής, με έδρες την Τρίπολη, την Σπάρτη, το Γύθειο, το Μελιγαλά και τους Γαργαλιάνους, συνολικής δυνάμεως 4.000 ανδρών, με επιμέρους μονάδες ή φρουρές εγκαταστημένες σε μια σειρά πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά. Γνωστότεροι αξιωματικοί του Αρχηγείου Χωροφυλακής Πελοποννήσου ήταν οι Διονύσιος Παπαδόγγονας, ο οποίος σκοτώθηκε στου Γουδή στη διάρκεια της κομμουνιστικής ανταρσίας τον Δεκέμβριο του 1944, ο Παναγιώτης Στούπας, διοικητής του Τάγματος Ευζώνων Μελιγαλά ο οποίος αυτοκτόνησε -προκειμένου να μην συλληφθεί αιχμάλωτος- στη διάρκεια της πολιορκίας της Πύλου από δυνάμεις των συμμοριών του ΕΛΑΣ, ο Λεωνίδας Βρεττάκος ο διοικητής του Τάγματος «Λεωνίδας» στο νομό Λακωνίας, ο Νικόλαος Κουρκουλάκος, διοικητής του Τάγματος Ευζώνων Πατρών και άλλοι. Μετά την ολοκληρωτική ήττα των Ταγμάτων στην νότιο και δυτική Πελοπόννησο το Β' Αρχηγείο Χωροφυλακής, τα δύο Εθελοντικά Τάγματα Χωροφυλακής, καθώς και το Εθελοντικό Τάγμα Χωροφυλακής που φρουρούσε την Κόρινθο, συμπτύχθηκαν, στις 23 Μαρτίου 1944, και εγκαταστάθηκαν στην Τρίπολη Αρκαδίας. Στην Κόρινθο μετακινήθηκε το 3ο Τάγμα του 2ου Συντάγματος Ευζώνων Πατρών και από τα μέσα Απριλίου αριθμούσε έως 3.000 άνδρες που διέθεταν 8 όλμους και 35 πυροβόλα, ορεινά, πεδινά και αντιαρματικά.

Η λαϊκή απήχηση που είχαν τα Τάγματα στην Πελοπόννησο και η ολοένα αυξανόμενη δύναμή τους ήταν άλλωστε ένας από τους λόγους που εμφανίστηκε στην περιοχή, το καλοκαίρι του 1944, ο Άρης Βελουχιώτης και ο Νίκος Ζαχαριάδης που ηγήθηκαν και επέβλεψαν την σφαγή του Μελιγαλά, όπου εκδηλώθηκε σε όλη της την έκταση η δολοφονική μανία των συμμοριών της αριστεράς.

Σύνταγμα Ευζώνων Πατρών

Στις 18 Ιανουαρίου 1944 μετακινήθηκε και εγκαταστάθηκε στην Πάτρα το 2ο Τάγμα του 1ου Συντάγματος Ευζώνων Αθηνών. Αρχικά το αποτελούσαν 600 άνδρες στρατολογημένοι στην Αθήνα που αποτέλεσαν τον πυρήνα του 2ου Συντάγματος Ευζώνων Πατρών που διέθετε δύναμη τριών ταγμάτων και είχε διοικητή τον Συνταγματάρχη Νικόλαο Κουρκουλάκο. Στην ανάπτυξη του το Σύνταγμα διέθετε συνολικά 2.500 άνδρες, δύναμη πυρός από 8 πυροβόλα, πλέον των τεσσάρων της διώρυγος της Κορίνθου. Το 1ο Τάγμα του 2ου Συντάγματος, που συγκροτήθηκε στις 2 Φεβρουαρίου 1944, και το 2ο Τάγμα εγκαταστάθηκαν στην Πάτρα, ενώ το 3ο εγκαταστάθηκε στην Κόρινθο, περί τις 20 Απριλίου του ίδιου χρόνου. Κάθε τάγμα είχε τέσσερις Λόχους, με συνεχή αρίθμηση. Στο 3ο Τάγμα, αυτό της Κορίνθου, ανήκαν οι 9ος έως και ο 12ος Λόχος. Από αυτούς ο 10ος εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο, με μια διμοιρία του στο Άργος. Στις 19 Μαΐου 1944, το 2ο Σύνταγμα Πατρών έστειλε στον Πύργο Ηλείας το 4ο Τάγμα, των 5 λόχων, με συνολική δύναμη 650 μαχητών. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1944 οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ επετέθησαν στο Τάγμα Ευζώνων και στις δυνάμεις της Βασιλικής Χωροφυλακής στον Πύργο και μετά από σκληρή και φονική μάχη κατέλαβαν την πόλη. Ο διοικητής του Τάγματος σκοτώθηκε και οι περίπου 400 μαχητές που διασώθηκαν κατέφυγαν στην Πάτρα.

Στις 19 Σεπτεμβρίου 1944, διεκπεραιώθηκε στην Πάτρα από την Ναύπακτο και το 2ο Τάγμα του 3ου Συντάγματος Ευζώνων Ναυπάκτου, που διέθετε δύναμη 47 αξιωματικών και 400 οπλιτών, καθώς και άλλες μικρότερες μονάδες. Στην πρωτεύουσα της Αχαΐας, μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου του 1944, είχε συγκεντρωθεί δύναμη τεσσάρων Ταγμάτων, με ετοιμοπόλεμους και ικανούς μαχητές αποφασισμένους να υπερασπίσουν την πόλη με κάθε κόστος, έτσι οι συμμορίες του Ε.Λ.Α.Σ. που σύντομα πολιόρκησαν την πόλη δεν διακινδύνευσαν επίθεση. Την 1η Οκτωβρίου 1944 οι μαχητές των Ταγμάτων που συγκεντρώθηκαν στην Πάτρα παραδόθηκαν στους Άγγλους στρατιώτες που έφτασαν στην πόλη. Δύναμη ενός Λόχου Διοικήσεως, 150 μαχητών, και άλλοι 18 Λόχοι Πεζικού εξήλθαν εν πλήρη τάξη από την πόλη και παρέδωσαν τον οπλισμό τους στους Άγγλους, ενώ οι Γερμανικές δυνάμεις κατοχής βρίσκονταν ακόμη στην Πάτρα την οποία εγκατέλειψαν στις 4 Οκτωβρίου. Συνολικά 1.475 αξιωματικοί και οπλίτες του 2ου Συντάγματος Ευζώνων Πατρών φυλακίστηκαν σε παραλιακό στρατόπεδο συγκεντρώσεως και μετά από μερικές εβδομάδες οι τελευταίοι 201, όσοι δεν είχαν ήδη διαφύγει, μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδο αιχμαλώτων στην Ιταλία και επέστρεψαν στην Ελλάδα στις 13 Μαρτίου του 1945. Μετά την αποχώρηση των Γερμανών, το Τάγμα Ευζώνων Κορίνθου μετονομάστηκε σε «Τάγμα ΕΔΕΣ Κορίνθου». Στις 6 Οκτωβρίου το Τάγμα υποχρεώθηκε να παραδοθεί στους Άγγλους και 180 από τους άνδρες του μεταφέρθηκαν υπό φρούρηση στις Σπέτσες και από εκεί μεταφέρθηκαν στου Γουδή στην Αθήνα.

Νησιά

Κρήτη /Κεφαλλονιά /Λευκάδα

Στην Κρήτη ιδρύθηκε το «Τάγμα Χωροφυλακής Χανίων» που συγκροτήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 1944 με διοικητή τον ταγματάρχη Δημήτριο Παπαγιαννάκη και αποστολή, τυπικά μεν την καταστολή της ζωοκλοπής και την καταδίωξη των κομμουνιστών ανταρτών. Το Τάγμα αποτελούνταν από 180-200 εθελοντές «χωροφύλακες άνευ θητείας» και με την δράση του συνέβαλε στην δημιουργία μιας ενόπλου Αντικομμουνιστικής Οργανώσεως στο νησί. Ανάλογες ομάδες δημιουργήθηκαν και σε άλλα νησιά, όπως η «Πατριωτική Οργάνωσις Κεφαλληνίας» η οποία ιδρύθηκε την άνοιξη του 1944 από γνωστούς κοινωνικούς παράγοντες του νησιού, με κεντρικό πυρήνα μια ομάδα επιστημόνων κι επαγγελματικών του Αργοστολιού. Η ομάδα διέθετε μαχητικά τμήματα από ομάδες χωρικών που έδωσαν αγώνα ζωής και θανάτου με τους κομμουνιστές της περιοχής, ενώ ανάλογη περίπτωση ενόπλου οργανώσεως ήταν αυτή των «Ενόπλων Δυνάμεων Νοτίου Νήσου» που έδρασε στη Λευκάδα.

Εύβοια

Στην Εύβοια αρχικά δεν υπήρξε αξιόλογη εθνική ανταρτική δράση, αφού καταδόθηκε από τους κομμουνιστές και εκτελέστηκε από τους Ιταλούς, την παραμονή της εξόδου του από την Χαλκίδα στα βουνά της Εύβοιας, ο αρχηγός εθνικής ανταρτικής ομάδος καθηγητής Γεώργιος Χαϊνάς. Στις 6 Ιουνίου 1943 διαπεραιώθηκαν από την ηπειρωτική Ελλάδα, τριάντα συμμορίτες του ΕΛΑΣ, που άρχισαν να επιχειρούν στην Βόρειο Εύβοια. Μετά την Ιταλική συνθηκολόγηση, στις 9 Σεπτεμβρίου του 1943, οι συμμορίτες ανάγκασαν ένα Τάγμα Ιταλών στην Εύβοια να παραδοθεί και τους άνδρες του να ενωθούν μαζί τους συνεισφέροντας τον οπλισμό τους. Έτσι, εκφοβίζοντας και τον τοπικό πληθυσμό συγκρότησαν το «7ο Σύνταγμα Πεζικού» δυνάμεως 1.500 ανδρών. Στο τέλος Σεπτεμβρίου οι Γερμανικές δυνάμεις εγκαταστάθηκαν στο νησί, όμως εγκατέλειψαν στους συμμορίτες το βόρειο τμήμα της Εύβοιας, διατηρώντας υπό τον έλεγχο τους το «Οχυρό Βορείου Εύβοιας» στις Γούβες, το οποίο φρουρούσε ένας Λόχος Γερμανών.

Η Κυβέρνηση Ράλλη διόρισε Νομάρχη, με αυξημένες αρμοδιότητες, τον Υποστράτηγο Δημήτριο Λιάκο, ο οποίος έφθασε στην Χαλκίδα στις 23 Δεκεμβρίου 1943, με την συνοδεία 80 Χωροφυλάκων. Με την άφιξη του ο Λιάκος προχώρησε στην συγκρότηση του 1ου Τάγματος Πολιτοφυλακής, δυνάμεως τριών Λόχων, που ήταν έτοιμο τις πρώτες ημέρες του επόμενου έτους. Στις 14 Ιανουαρίου 1944 ένα απόσπασμα 15 ανδρών, 10 Χωροφύλακες και 5 Πολιτοφύλακες, εγκαταστάθηκε στο Μαντούδι, όμως το ίδιο βράδυ οι αντάρτες επετέθησαν στο Αστυνομικό Τμήμα, όπου στρατωνιζόταν το απόσπασμα, συνέλαβαν και στη συνέχεια δολοφόνησαν το σύνολο των ανδρών του. Ο Δημήτριος Λιάκος διέταξε την συγκρότηση και 2ου Τάγματος Πολιτοφυλακής στην Χαλκίδα και στη συνέχεια οι δυνάμεις σχεδίασαν επίθεση στην καρδιά της περιοχής που ήλεγχαν οι κομμουνιστές αντάρτες με στόχο να καταλάβουν την πόλη της Ιστιαίας [τότε Ξηροχώρι]. Στις 25 Μαρτίου 1944 δύναμη που την αποτελούσαν δύο Λόχοι Πολιτοφυλάκων, 10 αξιωματικοί και 180 οπλίτες οπλισμένοι με τυφέκια και 6 οπλοπολυβόλα, άρχισε την επιχείρηση και στις 28 Μαρτίου οι δυνάμεις κατέλυσαν στην Ιστιαία. Την 1η Απριλίου 1944, οι άνδρες των Ταγμάτων της Πολιτοφυλακής δέχθηκαν επίθεση από 1.200 αντάρτες. Μετά από μάχη μιας ημέρας, οι Πολιτοφύλακες απέκρουσαν την επίθεση, όμως ο Λιάκος σκοτώθηκε από τα πυρά του Ιταλού πολυβολητή των συμμοριτών. Οι Πολιτοφύλακες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη και να επιστρέψουν στην Χαλκίδα.

Τον Λιάκο διαδέχθηκε ο Υποστράτηγος Χαράλαμπος Παπαθανασόπουλος, ο οποίος, στις αρχές Μαρτίου 1944, συγκρότησε την Ανωτέρα Στρατιωτική Διοίκηση Εύβοιας και αναδιοργάνωσε τα Τάγματα Πολιτοφυλακής σε τρία Τάγματα Ευζώνων. Το 1ο Τάγμα Ευζώνων αποτελούνταν από τέσσερις Λόχους Πεζικού, με 250 νεοσυλλέκτους ο πρώτος και 125 άνδρες κάθε ένας από τους υπόλοιπους τρεις Λόχους, το 2ο Τάγμα από τρεις Λόχους, 110 άνδρες ο πρώτος και 180 άνδρες οι άλλοι δύο Λόχοι, ενώ το 3ο Τάγμα δεν είχε στην αρχή κανένα επιμέρους τμήμα. Τέλος, ένας Ανεξάρτητος Λόχος, ο 13ος για την Εύβοια, συγκροτήθηκε στις Γούβες, και περιλάμβανε και μια μικτή διμοιρία πολυβόλων-όλμων. Λίγο καιρό αργότερα ο 13ος Ανεξάρτητος Λόχος Γουβών μετονομάστηκε σε 8ο Λόχο Ευζώνων και εντάχθηκε ως υποομάδα στο 3ο Ανεξάρτητο Τάγμα Ευζώνων.

Όταν οι δυνάμεις κατοχής αποχώρησαν από την Εύβοια, τα Ευζωνικά Τάγματα πιεζόμενα από τους υπεράριθμους συμμορίτες υποχώρησαν στην Χαλκίδα, εκτός του Λόχου Γουβών που παρέμεινε στην θέση του υπό πολιορκία. Ένας Λόχος του 2ου Τάγματος δέχθηκε συμμορίτικη επίθεση και διαλύθηκε στο Αλιβέρι, ενώ κακή ήταν η μοίρα και των άλλων Λόχων του 2ου Τάγματος που έπεσε σε ενέδρα στην πορεία του προς την Χαλκίδα και αποδεκατίστηκε. Οι δυνάμεις κατοχής αποχώρησαν από την Εύβοια στις 12 Οκτωβρίου. Τα δύο Τάγματα Ευζώνων της Χαλκίδος δεν παραδόθηκαν και απέκρουσαν επιθέσεις κατά της πόλεως έως ότου έφθασαν στην Εύβοια Αγγλικές στρατιωτικές δυνάμεις και οι Εύζωνοι παραδόθηκαν. Πενήντα αξιωματικοί μεταφέρθηκαν με συνοδεία στην Αθήνα, ενώ οι οπλίτες κρατήθηκαν στην Χαλκίδα φρουρούμενοι. Ο Λόχος των Γουβών, που διέθετε 2 βαρέα πυροβόλα των 105, 2 ορειβατικά πυροβόλα των 105, 2 πεδινά πυροβόλα των 75, 2 όλμους των 81 καθώς επίσης 10 πολυβόλα και οπλοπολυβόλα, παρέμεινε στο Οχυρό Βόρειας Εύβοιας και προκειμένου να παραδοθούν, μεταφέρθηκαν στις Γούβες, στα τέλη Οκτωβρίου 1944, δύο αιχμάλωτοι αξιωματικοί των Ταγμάτων Χαλκίδος οι οποίοι και τους έπεισαν να καταθέσουν τα όπλα.

Κατά την διάρκεια της Δεκεμβριανής ανταρσίας οι Άγγλοι παρέδωσαν τους κρατουμένους μαχητές στους συμμορίτες του ΕΛΑΣ. Οι Εύζωνοι μεταφέρθηκαν διά θαλάσσης στην Φθιώτιδα και συνέχεια αποδεκατίστηκαν στην διάρκεια μιας πορείας θανάτου μέσα στο βαρύ χειμώνα, από τη Θεσσαλία σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως στην Λαζαρίνα. Ελάχιστοι που επέζησαν απελευθερώθηκαν μετά την καταστολή της κομμουνιστικής ανταρσίας στην Αθήνα και την υπογραφή της συνθήκης της Βάρκιζας, στις 12 Φεβρουαρίου 1945, με απελευθέρωση ομήρων και αιχμαλώτων.

Μακεδονία

Στη Βόρεια Ελλάδα δρούσαν περισσότεροι από 300 εθνικιστές οπλαρχηγοί οι οποίοι είχαν κινητοποιήσει αρκετές χιλιάδες άνδρες, μεταξύ τους και Τουρκόφωνοι Πόντιοι στη Βόρεια Ελλάδα υπό τον Αντώνη Φωστηρίδη, (γνωστό ως Αντών τσαούς). Στις αρχές του 1944 οι τουρκόφωνοι ποντιακοί πληθυσμοί βρέθηκαν σε ανοιχτή αντιπαράθεση με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Στην Ανατολική Μακεδονία και στη Θράκη οι Πόντιοι καπετάνιοι επέλεξαν ουσιαστικά το διμέτωπο αγώνα ενάντια σε Βούλγαρους από τη μια και κομμουνιστές από την άλλη, συγκροτώντας ισχυρές αριθμητικά ανταρτικές ομάδες. Μάλιστα, οι ίδιοι οι Βρετανοί υπολογίζουν πως η αριθμητική δύναμη του Αντών τσαούς ανερχόταν τον Ιανουάριο του 1944 σε περίπου 6.500 άνδρες, αρχικά ως τμήματα της Π.Α.Ο. κι εν συνεχεία ως «Εθνικός Ελληνικός Στρατός» [Ε.Ε.Σ.]. Επιπλέον οι Πόντιοι οπλαρχηγοί της Δυτικής Μακεδονίας είχαν ενεργό και διαρκή αντικομμουνιστικό λόγο δρώντας σχετικά στις πλατείες των πόλεων και των κωμοπόλεων της Βορείου Ελλάδος εναντίον των κομμουνιστών. Την εποχή που οι Γερμανικές δυνάμεις κατοχής αποχωρούσαν από την Ελλάδα, ο Κυριάκος Παπαδόπουλος, γνωστός μεταξύ των Τουρκόφωνων Ποντίων ως Κισά-Μπατζάκ δηλαδή Κοντοπόδης, αρχηγός της οργανώσεως Ε.Ε.Σ. [Εθνικός Ελληνικός Στρατός], δήλωνε στην εθνικιστική εφημερίδα «Νέα Ευρώπη»: «Απομένει ο Γερμανικός Στρατός ο οποίος αγωνίζεται για την εξόντωση του παγκόσμιου κομμουνισμού [....] Έλληνες πυκνώστε τις τάξεις των πολεμιστών και συγκεντρωθείτε κάτω από τη σημαία μας. Ας συγκροτηθούν παντού οι Μακεδονικές και Θρακικές λεγεώνες». Σημαντικό αντικομμουνιστική οργάνωση στην Μακεδονία ήταν ο «Εθελοντικός Ελληνικός Στρατός» [Ε.Ε.Σ.] του συνταγματάρχη Γεωργίου Πούλου, που διακρίνονταν για τον αμιγώς εθνικοσοσιαλιστικό πολιτικό του λόγο.

Στην Νιγρίτα έδρασε το Τάγμα του αποκηρυγμένου από την Π.Α.Ο. ταγματάρχη Σπυρίδη, ενώ στην πόλη της Θεσσαλονίκης έδρασαν το «Εθνικό Απόσπασμα Καταδιώξεως Κομμουνιστών», η «Εθνική Ελληνική Ασφάλεια Πόλεως Θεσσαλονίκης» του Αντωνίου Δάγκουλα και το αντίστοιχο σώμα του Αντωνίου Βήχου. Τέλος τις παραμονές της αποχωρήσεως των Γερμανικών δυνάμεων κατοχής δόθηκε εντολή για εσπευσμένο σχηματισμό τέτοιων μονάδων από τον Γενικό Διοικητή Μακεδονίας, Αθανάσιο Χρυσοχόου, με σκοπό να προωθηθούν στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, προκειμένου να καλύψουν τοπικά κενά.

Θεσσαλία

Τον Ιανουάριο του 1943 δραστηριοποιήθηκε στη Θεσσαλία ο Εθνικός Αγροτικός Σύνδεσμος Αντικομμουνιστικής Δράσεως [Ε.Α.Σ.Α.Δ.]. Ο γεωγραφικός χώρος στον οποίο έδρασε ήταν οι τέσσερις νομοί της Θεσσαλίας: Μαγνησία, Λάρισα, Καρδίτσα και Τρίκαλα. Ο Σύνδεσμος ανήει στην κατηγορία των οργανώσεων που εμφανίστηκαν και έδρασαν την περίοδο της Κατοχής με κύριο μέλημα τους τον αντικομμουνισμό. Επιτόπιος, γνωστός και αναγνωρισμένος αρχηγός του Ε.Α.Σ.Α.Δ. αναδείχθηκε ο Δημήτριος (Τάκης) Μακεδών [23] -γνωστός ως «Μαύρος», εξαιτίας του μελαμψού προσώπου του, πρώην υπαξιωματικός της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής, γεννημένος το 1914 στη Σκόπελο. Ως επικεφαλής των ένοπλων ομάδων του στη Θεσσαλία, ήταν ο Γουβέρης, ο καθηγητής Προκόπιος Νίκολης, οι στρατιωτικοί Ψύλλας, Βλάχος και Τσιριπάκης στη Λάρισα, ο συνταγματάρχης Καλαπούζος, ο αντισυνταγματάρχης Γεώργιος Κυριαζής και ο ταγματάρχης Πυρόπουλος στην Καρδίτσα, οι Παγκούτσος -πρώην πολιτευτής του Αγροτικού Κόμματος- και Ματζούκας στα Τρίκαλα, ο Ιωάννης Πάπας από την Τσαγκαράδα του Πηλίου, γιος πλούσιου κτηματία, και ο Γεώργιος Θάνος, λοχαγός. Από τα πρακτικά και τις αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου Δοσιλόγων του Εφετείου Λάρισας, εμφανίζονται ως ηγέτες των διαφόρων ένοπλων ομάδων του Ε.Α.Σ.Α.Δ. στον νομό Λάρισας και τα εξής μέλη του «Διοικητικού Συμβουλίου»: οι δάσκαλοι Κωνσταντίνος Καραγεώργος από το Ζάππειο και Δημήτριος Μαλλιάρας από τον Αμπελώνα, ο λυκειάρχης Ιάκωβος Μπόκαρης από τη Λάρισα, οι ιερείς Αθανάσιος (Αναξαγόρας) Γεωργουσόπουλος ή Παπαναξαγόρας από τον Παλαμά Καρδίτσας και Χρήστος παπα-Μακρής από τον Άγιο Γεώργιο (Μπουχλάρ) Λάρισας, ο κτηματίας Κωνσταντίνος (Ντούλας) Δημητρίου από τη Λάρισα, ο Γεώργιος Νάνος, χαλκουργός από το Αρμένιο, και άλλοι.

Αντιθέσεις

Σε ραδιοφωνικό μήνυμα που απηύθυνε στις 6 Ιανουαρίου του 1944 εκπρόσωπος της Κυβερνήσεως του Εμμανουήλ Τσουδερού χαρακτήρισε τα Τάγματα «προδότες», την ίδια ώρα που διακυβεύονταν το κύρος της Ελλάδος από τους στασιαστές κομμουνιστές αξιωματικούς και οπλίτες στην Αλεξάνδρεια και οι Άγγλοι έθεταν τον Ελληνικό στραό και στόλο σε καθεστώς αιχμαλωσίας. Τον Φεβρουάριο του ίδιου χρόνου στην κοινή σύσκεψη των ανταρτών Μυροφύλλου-Πλάκας, όπου συναντήθηκαν εκπρόσωποι του Ε.Λ.Α.Σ., του Ε.Δ.Ε.Σ. και της Ε.Κ.Κ.Α., παρουσία αντιπροσώπων της συμμαχικής στρατιωτικής αποστολής, τα Τάγματα Ευζώνων, σε μια μάταιη όσο και αφελή προσπάθεια να κατευναστεί η κομμουνιστική αδιαλλαξία και επιθετικότητα, χαρακτηρίστηκαν κοινός εχθρός όλων, «εχθροί του έθνους, εγκληματίαι πολέμου, υπόλογοι εις αυτό διά πράξεις προδοσίας». Στις 24 Απριλίου του 1944 η δήθεν κυβέρνηση των κομμουνιστών, η ΠΕΕΑ, εξέδωσε την αποκαλούμενη νομοθετική πράξη υπ’ αριθμόν 8, με την οποία το Κομμουνιστικό Κόμμα έκανε γνωστό ότι θεωρούσε τους άνδρες των Ταγμάτων «εχθρούς της πατρίδας, ενόχους εσχάτης προδοσίας». Αναλόγου περιεχομένου ήταν και το ραδιοφωνικό μήνυμα της κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητος του Γεωργίου Παπανδρέου, ο οποίος στις 6 Σεπτεμβρίου 1944 ονόμαζε -απολύτως αφελώς- τα Τάγματα «ένοπλα σώματα εις την υπηρεσίαν του εχθρού» και «έγκλημα κατά της πατρίδος», ενώ και με τη συμφωνία της Καζέρτας «5. Τα Τάγματα Ασφαλείας θεωρούνται ως όργανα του εχθρού. Θα χαρακτηρισθούν ως εχθρικοί σχηματισμοί, εκτός εάν παραδοθούν συμφώνως προς διαταγάς εκδοθησόμενες παρά του Στρατηγού Διοικούντος τας εν Ελλάδι δυνάμεις» [24]. Από τις εξελίξεις αποδείχθηκε πως εκτίμηση και πεποίθηση των περισσότερων υπουργών της κυβερνήσεως του Γεωργίου Παπανδρέου ήταν πως τα Τάγματα Ευζώνων λειτουργούσαν ως αποτελεσματικό αντίβαρο στο Ε.Α.Μ., στην ουσία στο Κομμουνιστικό Κόμμα ενώ και το Ελληνικό Γενικό Επιτελείο στην Ιταλία σχολίασε ότι θα προτιμούσε τα Τάγματα Ασφαλείας «να παραμείνουν οπλισμένα σε στρατιωτικούς καταυλισμούς».

Οι μαχητές και οι επικεφαλής των Ταγμάτων Ευζώνων αγνόησαν καθ' ολοκληρία την αστεία και συκοφαντική προειδοποίηση των δολοφόνων της ΠΕΕΑ η οποία στην προαναφερθείσα δήθεν νομοθετική πράξη ανέφερε πως ο οποιοσδήποτε «....με την κατάταξή του στα Τάγματα Ασφαλείας ..., είτε με την υποστήριξή του σε αυτά τα όργανα των κατακτητών είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, κηρύσσεται εχθρός της Πατρίδας, ένοχος εσχάτης προδοσίας και τιμωρείται με την ποινή του θανάτου και με δήμευση της περιουσίας του»., ενώ ο δι' εμπτυσμού ανακηρυχθείς «αρχιστράτηγος» του Ε.Λ.Α.Σ. Στέφανος Σαράφης, σε μια προκήρυξή του στις 3 Σεπτεμβρίου 1944, μεταξύ άλλων, σημειώνει: «Οι στρατιώτες των Ταγμάτων θα σώσουν τη ζωή τους, εφόσον παραδοθούν με τον οπλισμό τους», αναζητώντας προδότες στις τάξεις των ανδρών των Ταγμάτων.

Δράση

Η πρώτη δράση των Ταγμάτων Ευζώνων στην Αθήνα έλαβε χώρα, στις 27 Νοεμβρίου 1943, στα στρατιωτικά και πολιτικά νοσοκομεία, όπου είχαν επικεντρώσει την δράση τους στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος. Η κατάσταση των δημόσιων νοσοκομείων είχε εξελιχθεί σε διαρκές σκάνδαλο. Η πειθαρχία στους χώρους τους είχε καταργηθεί, η πλειοψηφία των δήθεν νοσηλευομένων δεν ήταν ασθενείς αλλά οργανωμένα μέλη του ΕΑΜ και κανείς, ακόμη και πραγματικός ασθενής ή ανάπηρος, δεν γίνονταν δεκτός παρά μόνο αν υπήρχε σχετική εντολή από τις οργανώσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος. Στόχος της επιχειρήσεως ήταν η εκκαθάρισή των νοσοκομείων από κομμουνιστές συνδικαλιστές καθώς στους αληθινά ανάπηρους είχαν προστεθεί και περίπου 500 ένοπλοι εαμίτες, που δρούσαν στην περιοχή της πρωτεύουσας με την κάλυψη του αναπήρου. Το πρώην ορφανοτροφείο Χατζηκώνστα μετατράπηκε σε φυλακή όπου τα Τάγματα κρατούσαν αιχμαλώτους. Στις αρχές του Ιανουάριου 1944, τα Τάγματα των Αθηνών επιδόθηκαν σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κατά των δυνάμεων του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ στην Βοιωτία. Στην Πελοπόννησο τόσο τα Τάγματα Ευζώνων όσο και οι δυνάμεις του Παπαδόγγονα συμμετείχαν σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον των κομμουνιστών ανταρτών. Τον Ιανουάριο του 1944, το Τάγμα Βρεττάκου διοργάνωσε εκκαθαριστική επιχείρηση. Στις 26 Φεβρουαρίου '44 τα Τάγματα συμμετείχαν σε δράσεις στην Αχαΐα, το Μάρτιο του ίδιου χρόνου στις Λακωνία και Μεσσηνία, τον Απρίλιο πάλι σε Αχαΐα και Ηλεία.

Ενοχλημένοι από τη δράση των Ταγμάτων Ευζώνων οι συμμορίτες του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος προέβαιναν σε δολοφονίες αμάχων εθνικιστών και συχνά, πέρα από τους μαχητές των Ταγμάτων, στόχευαν τα υπερήλικα, ενήλικα ή ακόμη και τα ανήλικα μέλη των οικογενειών όσων υπηρετούσαν στα Ευζωνικά Τάγματα. Άμεση ήταν η αντίδραση της Διοικήσεως των Ταγμάτων που ανακοίνωσε αντίποινα σε αναλογία πέντε εκτελεσμένων κομμουνιστών για κάθε νεκρό άνδρα των Ταγμάτων Ευζώνων. Στις 16 Μαΐου 1944 το Υπουργείο Εσωτερικών σε ανακοίνωση του ανέφερε πως από την 1η Δεκεμβρίου 1943 έως τον Μάιο του 1944, οι κομμουνιστές είχαν δολοφονήσει 213 αξιωματικούς και οπλίτες των Ευζωνικών Ταγμάτων και των Σωμάτων Ασφαλείας και πως άλλοι 600 άνδρες και των δύο Σωμάτων ήταν –επισήμως- αγνοούμενοι, για τους οποίους υπήρχε σχεδόν η βεβαιότητα πως είχαν δολοφονηθεί άγρια και οι σοροί τους δεν βρέθηκαν ποτέ. Έτσι, τα Τάγματα προχώρησαν σε εκτελέσεις ως αντίποινα για τους φόνους εθνικιστών από κομμουνιστές αντάρτες. Στις 15 Μαρτίου του 1944 στην Πάτρα εκτελέστηκαν 200 κομμουνιστές, τον ίδιο μήνα 40 από το Τάγμα Καλαμάτας, ενώ τον Απρίλιο εκτελέστηκαν 100 κομμουνιστές αντάρτες με πρωτοβουλία του Παπαδόγγονα. Παράλληλα, στις 31 Ιουλίου, άντρες του Τάγματος Αγρινίου κρέμασαν στο χωριό Καλύβια 60 κομμουνιστές σε αντίποινα. Οι επιχειρήσεις των Ταγμάτων στην Δυτική Στερεά και την Πελοπόννησο συνεχίστηκαν και κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.

Τις ημέρες πριν από την Απελευθέρωση της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονα, ακριβώς όταν οι Γερμανικές δυνάμεις αποχωρούσαν από τη νότια Ελλάδα, οι επιχειρήσεις του κομμουνιστικού Ε.Λ.Α.Σ. δεν στρέφονταν κατά των υποχωρούντων Γερμανών, με τους οποίους είχαν άλλωστε συνάψει σύμφωνο, αλλά αναλάμβαναν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις με στόχο τα Τάγματα Ευζώνων της νοτίου και δυτικής Πελοποννήσου, όπως στον Πύργο και στους Γαργαλιάνους Ηλείας, στον Αχλαδόκαμπο και στο Μυστρά. Οι Γερμανικές αρχές κατοχής αναγνώριζαν πως με την αποχώρηση τους από την Πελοπόννησο υπήρχε φόβος αντεκδικήσεων και γι' αυτό το λόγο ζήτησαν την διαμεσολάβηση του Σουηδού εκπροσώπου του Ερυθρού Σταυρού Χανς Ερενστρόλ προκειμένου να αποτραπεί στρατιωτικό πανδαιμόνιο μετά την αποχώρηση τους. Η προσπάθεια που κατέβαλαν οι Γερμανοί για διαμεσολάβηση αντίκεινται στις πληροφορίες και στις απόψεις που εκφράζονται από την πλευρά του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος πως τα στρατεύματα κατοχής προσπαθούσαν να προκαλέσουν εμφύλιο πόλεμο στην Ελλάδα δήθεν στρέφοντας τα Τάγματα Ευζώνων εναντίον των οπαδών του στις πόλεις και την ύπαιθρο αλλά και των ένοπλων συμμοριών του.

Στην κωμόπολη του Μελιγαλά, ύστερα από σκληρή μάχη που διήρκησε από τις 13 έως τις 15 Σεπτεμβρίου 1944, οι αντάρτες του δολοφόνου Άρη Βελουχιώτη, υπό την καθοδήγηση του Νίκου Ζαχαριάδη, που κατέλαβαν την κωμόπολη, κατακρεούργησαν κι έριξαν σε σπήλαιο, γνωστό ως «Πηγάδα», περισσότερους από 2.000 αμάχους όλων των ηλικιών, από βρέφη ως και υπερήλικες, αν και σύμφωνα με το επίσημο ανακοινωθέν του αποκαλούμενου Γενικού Στρατηγείου του Ε.Λ.Α.Σ. φέρονται να σκοτώθηκαν συνολικά 60 κομμουνιστές και 800 «ράλληδες», όπως αναφέρει η ανακοίνωση. Στην Αθήνα ο στόχος του Ε.Α.Μ., μετά την τελική αποχώρηση των Γερμανών, ήταν η σύλληψη των μελών των Ταγμάτων. Διοργανώθηκε ως και απόπειρα συλλήψεως του Θεόδωρου Πάγκαλου από μια ομάδα Ελασιτών επιχείρησε να συλλάβει τον ίδιο αλλά και τον Τ. Πανωλιάσκο, αρχηγό του Τάγματος του Μεταξουργείου που κρυβόταν στο σπίτι του Θ. Πάγκαλου. Η ομάδα απωθήθηκε με χειροβομβίδες από μια ομάδα ενόπλων, «κατοίκων Χασιάς», σύμφωνα με το αστυνομικό δελτίο [25]. Ανάλογη επιχείρηση διοργανώθηκε και εναντίον του Θεόδωρου Παπαδόγγονα, ανιψιού του Διονύσιου Παπαδόγγονα, Ταγματάρχη των Ταγμάτων Αθηνών, ο οποίος όταν στις 27 Οκτωβρίου 1944 εθεάθη έξω από το κτίριο των Παλαιών Ανακτόρων, επιχείρησε να τον συλλάβει απόσπασμα της Εθνικής Πολιτοφυλακής του Ε.Λ.Α.Σ., όμως αυτός «...εξαγαγών αστραπιαίως και στραφείς, επυροβόλησε τον επιχειρήσαντα να τον συλλάβη Γ. Κιάμο, ετών 18, τον οποίον και ετραυμάτισε θανασίμως» [26].

Συμφωνίες Λιβάνου & Καζέρτας

Μετά την παράδοση του Λόχου του Οχυρού Βόρειας Εύβοιας στις Γούβες οι συμμορίτες είχαν τον πλήρη έλεγχο της Ελλάδος και οι μοναδικές περιοχές, που μέχρι τις αρχές Δεκεμβρίου 1944 δεν ελέγχονταν από τις συμμορίες του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, ήταν το κέντρο των Αθηνών, ο Πειραιάς καθώς και η Ήπειρος, την οποία ήλεγχαν τα τμήματα του ΕΔΕΣ του Ναπολέοντος Ζέρβα. Στις 20 Μαΐου 1944 ο πρωθυπουργός, Γεώργιος Παπανδρέου, κατόρθωσε, σε συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στον Λίβανο με συμμετοχή όλων των κομμάτων, των παρατάξεων και των κυριότερων αντιστασιακών οργανώσεων που δρούσαν στην Ελλάδα, να συμφωνηθεί και να υπογραφεί το «Εθνικόν Συμβόλαιον», γνωστή ως Συμφωνία του Λιβάνου, που προέκυψε ως αποτέλεσμα των πιέσεων, οι οποίες ασκήθηκαν στους εκπροσώπους του Ε.Α.Μ. και τις εξαρτώμενες από αυτό οργανώσεις οι οποίες κατηγορήθηκαν, εξαιτίας της τρομοκρατικής δραστηριότητας που είχαν αναπτύξει, ως υπεύθυνες για τη συγκρότηση των Ταγμάτων Ασφαλείας.

Ο πρωθυπουργός Παπανδρέου έθεσε στους εκπροσώπους του Ε.Α.Μ. το ερώτημα, εάν είχαν την πρόθεση να καταλάβουν την εξουσία διά της βίας, προειδοποιώντας πως σε αυτή την περίπτωση θα ζητούσε τη συνδρομή των Συμμάχων αλλά και του λαού για να αντιμετωπιστεί τόσο ο εξωτερικός όσο και ο εσωτερικός εχθρός. Την 2α Σεπτεμβρίου 1944, την ημέρα κατά την οποία ορκίστηκαν στο Κάϊρο οι προερχόμενοι από το Ε.Α.Μ. υπουργοί της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου προέβη σε διάγγελμα, το οποίο μεταδόθηκε από τους ραδιοσταθμούς των Βρετανών. Το σημαντικότερο σημείο του διαγγέλματος Παπανδρέου ήταν η αναγγελία της καταδίκης της δράσης των Ταγμάτων Ασφαλείας από το Εθνικό Συμβούλιο του Λιβάνου και από την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας. Ο Παπανδρέου κατήγγειλε τη συνεργασία των ανδρών των Ταγμάτων Ασφαλείας και την οιαδήποτε άλλη συνεργασία με τους Γερμανούς, ως ενέργεια προδοτική για την πατρίδα και κάλεσε τους άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας να εγκαταλείψουν αμέσως τις θέσεις τους.

Στην ιταλική πόλη Καζέρτα, που από την 7η Σεπτεμβρίου 1944 αποτελούσε τη νέα έδρα της Κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητος υπογράφηκε συμφωνία -στις 26 Σεπτεμβρίου- η οποία μεταξύ άλλων προέβλεπε πως:

  • α) οι ανταρτικές ομάδες που δρούσαν στον ελλαδικό χώρο, όπως είχε συμφωνηθεί και στον Λίβανο, ετίθεντο υπό τις διαταγές της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας,
  • β) η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητος έθετε τις ανταρτικές ομάδες υπό τις διαταγές του Βρετανού στρατηγού Scobie, ο οποίος είχε τοποθετηθεί από τον Ανώτατο Αρχιστράτηγο των Συμμάχων Διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων που στάθμευαν στην Ελλάδα,
  • γ) με απόφαση της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητος, οι αρχηγοί των ανταρτικών ομάδων θα απαγόρευαν κάθε απόπειρα των υπό τον έλεγχό τους μονάδων να καταλάβουν την εξουσία, καθώς αυτό θα θεωρούνταν εγκληματική ενέργεια και ως τέτοια θα τιμωρούνταν και
  • δ) ότι τα Τάγματα Ασφαλείας θεωρούνταν όργανα του εχθρού και θα αντιμετωπίζονταν ως εχθρικοί σχηματισμοί, εκτός και εάν παραδίδονταν σύμφωνα με τις διαταγές του Στρατηγού Scobie.

Σύμφωνα με το Δελτίο Πληροφοριών του κομμουνιστικού Ε.Λ.Α.Σ. της 1ης Οκτωβρίου 1944, στην ύπαιθρο οι άνδρες των Ταγμάτων Ευζώνων ανέρχονταν στους 13.880, και κατανέμονταν 7.600 στην Πελοπόννησο, 1.990 στην Εύβοια, 1.200 στη Στερεά, 300 στην Ήπειρο και 2.590 στη Μακεδονία [27]. Στο τέλος της Κατοχής της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονος δρούσαν δέκα Τάγματα στην Πελοπόννησο, πέντε στην Αθήνα και από τρία στην Εύβοια και την Αιτωλοακαρνανία. Οι βασικότεροι λόγοι για τους οποίους χιλιάδες άνδρες εντάχθηκαν στα Τάγματα ήταν η αντίθεση τους με τον κομμουνισμό και η αντίδραση τους στη διαφαινόμενη υποταγή της Ελλάδος στον Σλαβισμό ενώ πάρα πολλοί εντάχθηκαν διότι ανήκαν σε εθνικιστικές οργανώσεις που διαλύθηκαν με δόλιο τρόπο από τους κομμουνιστές αντάρτες. Γνωστότερα ονόματα αξιωματικών, επικεφαλής Ταγμάτων, που έδρασαν στις προαναφερθείσες περιοχές είναι ο Ιωάννης Πλυτζανόπουλος, ο Βασίλειος Ντερτιλής, ο Διονύσιος Παπαδόγγονας, ο Λεωνίδας Βρεττάκος, ο Παναγιώτης Στούπας, ο Γεώργιος Τολιόπουλος και ο Νικόλαος Κουρκουλάκος.

Τα Τάγματα μετά την απελευθέρωση

Αφοπλισμός - Σύλληψη & Φυλάκιση

Τον Σεπτέμβριο του 1944 τα Τάγματα Ευζώνων των Πατρών, του Ναυπλίου και της Τριπόλεως, πολιορκήθηκαν από τις συμμορίες του κομμουνιστικού ΕΛΑΣ. Ο διοικητής των Ταγμάτων της Πελοποννήσου Διονύσιος Παπαδόγγονας, αρνήθηκε να συμπτυχθεί στην Αθήνα και στα τέλη του Σεπτεμβρίου 1944 περικυκλώθηκε στην Τρίπολη από τις δυνάμεις του Άρη Βελουχιώτη. Απέκρουσε με επιτυχία την επίθεση των συμμοριών όμως παραδόθηκε την 1η Οκτωβρίου σε βρετανικό απόσπασμα μετά από μεσολάβηση του Παναγιώτη Κανελλόπουλου εξασφαλίζοντας εγγυήσεις για τη ζωή του και τις ζωές των ανδρών του. Μετά την παράδοση τους οι μαχητές των Ταγμάτων αφοπλίστηκαν και φυλακίστηκαν, αρχικά στο Ναύπλιο, την Ιταλία και τον Άραξο, για να μεταφερθούν μέχρι τις 18 Οκτωβρίου στις Σπέτσες. Το Τάγμα της Κορίνθου μετονομάστηκε, στις 10 Οκτωβρίου, σε «Εθνικήν Οργάνωσιν Εσωτερικής Αντιστάσεως του ΕΔΕΣ». Στις 31 του ίδιου μήνα οι άνδρες των Ταγμάτων μεταφέρθηκαν από τις Σπέτσες στο στρατόπεδο στου Γουδή όπου κρατούνταν και οι άνδρες των Ταγμάτων των Αθηνών.

Όσοι μαχητές των Ταγμάτων επιβίωσαν μετά την μάχη στο Μελιγαλά συνελήφθησαν αιχμάλωτοι και δολοφονήθηκαν από τους συμμορίτες για δήθεν εγκλήματα κατά του λαού της Μεσσηνίας, ενώ ακολούθησε σφαγή περίπου δύο χιλιάδων αμάχων κάθε ηλικίας. Σε Λαϊκό Δικαστήριο στην Καλαμάτα, κρίθηκε ένοχος και εκτελέστηκε στην κεντρική πλατεία της πόλεωςς ο νομάρχης Περρωτής, θερμός υποστηρικτής των Ταγμάτων Ευζώνων της Μεσσηνίας και άλλοι 17 επιφανείς πολίτες ως κύριοι υποστηρικτές των Ταγμάτων. Εκτελέσεις έγιναν και στους Γαργαλιάνους και στον Πύργο. Το Τάγμα της Πάτρας με διοικητή τον Νικόλαο Κουρκουλάκο αποχώρησε από την πόλη και οι μαχητές του κρατήθηκαν στο στρατόπεδο του Αράξου. Το Τάγμα Αγρινίου παραδόθηκε, στις 14 Σεπτεμβρίου, στον Ε.Λ.Α.Σ. έπειτα από μάχη που διήρκησε τρεις ημέρες. Οι δυνάμεις των εθνικιστών της Μακεδονίας συγκεντρώθηκαν στο Κιλκίς όπου περικυκλώθηκαν από τον Ε.Λ.Α.Σ. και κλήθηκαν να παραδοθούν. Μετά την άρνησή τους ακολούθησε φονική μάχη, που έληξε με την κατάληψη του Κιλκίς από τον Ε.Λ.Α.Σ., την οποία ακολούθησαν, ως συνήθως, εκτελέσεις εθνικιστών και αντικομμουνιστών πολιτών.

Συνολικές δυνάμεις & Απώλειες μαχητών

Σύμφωνα με αρχεία της εποχής η συνολική δύναμη των Ευζωνικών Ταγμάτων ανέρχονταν σε 18.500 άνδρες περίπου. Η δύναμη τους τον Ιούλιο του 1944, ανερχόταν σε 532 αξιωματικούς, 656 υπαξιωματικούς και 4.536 στρατιώτες. Την ίδια χρονική περίοδο τα Τάγματα Εθελοντικής Χωροφυλακής της Πελοποννήσου είχαν δύναμη άλλων 3.370 ανδρών, όμως σύμφωνα με αντικειμενικές εκτιμήσεις η πραγματική δύναμη των Ευζωνικών Ταγμάτων πρέπει να πλησιάζει ή και να ξεπερνά τους 25.000 μαχητές. Από το σύνολο αυτό και από την 1η Ιανουαρίου του 1944 έως την απελευθέρωση, δηλαδή στις 12 Οκτωβρίου 1944, το 1ο Σύνταγμα Ευζώνων απώλεσε 37 αξιωματικούς και 322 οπλίτες στη διάρκεια επιχειρήσεων στην Αθήνα και γενικότερα στο νομό Αττικής, στην Βοιωτία και στην Εύβοια.

Η άποψη του Επιτελείου

Επιθυμία του Παναγιώτη Σπηλιωτόπουλου που τότε ασκούσε καθήκοντα Γενικού διευθυντή στο υπουργείο Εθνικής Αμύνης, στρατιωτικού διοικητή Αθηνών και υπαρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού, παρά τις αρχικές του αντιρρήσεις, ενστάσεις και αντιθέσεις, ήταν η διατήρηση των Ταγμάτων ως εφεδρείας για την επικείμενη αναμέτρηση με το Ε.Α.Μ.-Ε.Λ.Α.Σ., όπως αποκαλύπτει ο επιτελάρχης του, μετέπειτα αντιστράτηγος Θεόδωρος Γρηγορόπουλος ο οποίος αναφέρει: «...Εκρίθη συμφερώτερον όπως τα Τάγματα Ασφαλείας μη εξωθηθούν παρ’ ημών εις διάλυσιν, αλλ’ αφεθούν να παραμείνουν εν λειτουργία άνευ δράσεως. (...) εννοείται ότι αι ανωτέρω σκέψεις δεν είχον ανακοινωθή παρά εις ελάχιστους εκ των άμεσων συνεργατών μας, η δε έναντι των Ταγμάτων Ασφαλείας επίσημος στάσις του Στρατιωτικού Διοικητού ελήφθη πρόνοια να παρουσιάζεται σύμφωνος προς την θέσιν την οποίαν έναντι αυτών είχε λάβει η Κυβέρνησις Καΐρου». Επίσης οι Άγγλοι, οι οποίοι την άνοιξη του 1944 καταδίκαζαν τα Τάγματα Ευζώνων, μόλις δύο μήνες αργότερα, συγκεκριμένα στις 4 Ιουνίου, έπειτα από αίτημα της κυβερνήσεως του Γεωργίου Παπανδρέου, διέκοψαν τη ρίψη προκηρύξεων στην κατεχόμενη Ελλάδα οι οποίες κατήγγελλαν τα Τάγματα ενώ η ελληνική υπηρεσία του B.B.C. στις εκπομπές της διέκοψε τις άμεσες καταγγελίες κατά των Ταγμάτων, καθώς το Αγγλικό Υπουργείο των Εξωτερικών αντιμετώπιζε θετικά το ενδεχόμενο εντάξεως των Ταγμάτων στον Ελληνικό τακτικό στρατό, έχοντας προφανώς αντιληφθεί τον σχεδιασμό και την στρατηγική τακτική των ηγετών της Σοβιετικής Ενώσεως και της ηγεσίας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδος.

Δεκεμβριανά

Τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 4ης Δεκεμβρίου 1944, το αποκαλούμενο «Α' Σώμα Στρατού» των συμμοριτών επιτέθηκε στα Αστυνομικά Τμήματα της Χωροφυλακής στην Αθήνα και τον Πειραιά, με στόχο την κατάληψη των Αθηνών και την εγκαθίδρυση κομμουνιστικού καθεστώτος. Την ίδια ώρα τμήματα τριών «μεραρχιών» συμμοριτών εισέρχονταν στην Αττική και οι εθνικιστικές ομάδες ανταρτών του ΕΔΕΣ στην Ήπειρο δέχθηκαν ισχυρή και συντονισμένη επίθεση. Την Αττική υπεράσπιζαν η ΙΙΙ Ορεινή Ταξιαρχία, που εξοπλισμένη από τους Άγγλους είχε μεταφερθεί στην Αθήνα από το μέτωπο της Ιταλίας, οι άνδρες της Βασιλικής Χωροφυλακής και αυτοί του Συντάγματος Χωροφυλακής Αθηνών στου Μακρυγιάννη και τέλος οι άνδρες της Αστυνομίας Πόλεων. Κατά τον χρόνο της κομμουνιστικής επιθέσεως, οι κρατούμενοι μαχητές των Ευζωνικών ταγμάτων ανέχονταν σε 370 αξιωματικούς των Ταγμάτων Ασφαλείας, οι οποίοι ήταν υπό κράτηση στη Σχολή Χωροφυλακής, και 600 οπλίτες που ήταν υπό περιορισμό στους Στρατώνες Ορειβατικού Πυροβολικού στου Γουδή, ενώ περίπου 200 μέλη των κατοχικών κυβερνήσεων, συμπεριλαμβανομένων των Τσολάκογλου και Ράλλη, κρατούνταν στις Φυλακές Αβέρωφ, σημεία που στόχευσαν οι συμμορίτες από την πρώτη ημέρα.

Οι αξιωματικοί και οι οπλίτες των Ευζωνικών Ταγμάτων, απελευθερώθηκαν από την κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου, οπλίστηκαν και συμμετείχαν στην καταστολή της κομμουνιστικής ανταρσίας και βοήθησαν στην άμυνα της Σχολής Χωροφυλακής. Οι αξιωματικοί και οι 600 Εύζωνοι οργανώθηκαν σε 9 συνολικά Λόχους, με 10 οπλοπολυβόλα, και συμμετείχαν στην άμυνα αλλά και στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις. Οι κρατούμενοι στις Φυλακές Αβέρωφ υπερασπίστηκαν με σημαντική επιτυχία τους εαυτούς τους όταν οι συμμορίες των κομμουνιστών δολοφόνων κατέλαβαν το κτίριο των φυλακών όμως κάποιοι από αυτούς σκοτώθηκαν εκεί ή έπεσαν θύματα απαγωγής και δολοφονήθηκαν αργότερα, όπως ο Στρατηγός Γεώργιος Μπάκος. Οι διασωθέντες των Φυλακών Αβέρωφ μερικές μέρες αργότερα μετεφέρθησαν σε στρατόπεδα στην Ερυθραία Αφρικής εν όψει των δικαστικών περιπετειών που τους ανέμεναν.

Εθνική προσφορά των Ευζωνικών Ταγμάτων

Ο Γεώργιος Παπανδρέου, εξεταζόμενος ως μάρτυρας κατηγορίας σε μία από τις αποκαλούμενες δίκες των δοσιλόγων, αρνήθηκε ότι άνδρες των Ταγμάτων χρησιμοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της κομμουνιστικής ανταρσίας στην Αθήνα το Δεκέμβριο του 1944. Είπε χαρακτηριστικά: «Απεφασίσαμεν να οπλίσωμεν τους άνδρας των Ταγμάτων Ασφαλείας (...) διά την προσωπικήν των ασφάλειαν, διά να μη σφαγούν. Αυτό έγινεν από ανθρωπισμόν. Δεν τους μετεχειρίσθημεν όμως εις μάχας» [28] αν και η συμμετοχή των μαχητών των Ταγμάτων πιστοποιείται και επιβεβαιώνεται από τις εκθέσεις της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, στις οποίες καταγράφονται νεκροί άνδρες των Ευζωνικών Ταγμάτων Πατρών, Τριπόλεως, Γυθείου και Χαλκίδος [29]. Ο στρατηγός Γρηγορόπουλος, τότε επιτελάρχης του στρατιωτικού διοικητή Αττικής Παναγιώτη Σπηλιωτόπουλου, έγραψε: «Μόνον τα Τάγματα Ασφαλείας απετέλουν σοβαράν δύναμιν, ικανήν να αντιμετωπίση τα εν τη πόλει των Αθηνών-Πειραιώς υπάρχοντα και καθημερινώς ενισχυόμενα ένοπλα τμήματα ΕΑΜ, ΕΛΑΣ....» [30], ενώ ο στρατηγός Λεωνίδας Σπαής, τότε υφυπουργός Στρατιωτικών αναφέρει: «Συνολικά υπήρχαν 27.000 άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας. Χρησιμοποιήσαμε 12.000, τους λιγότερο εκτεθειμένους και οπωσδήποτε κανένα από τα σημαίνοντα στελέχη. Τους ντύσαμε και τους εξοπλίσαμε» [31].

Το καλοκαίρι του 1946 επήλθε και η τελική λύση στο θέμα των αξιωματικών των Ταγμάτων και σύμφωνα με διαταγή του Υπουργού Στρατιωτικών «...η συγκροτηθείσα υπό της προηγουμένης κυβερνήσεως επιτροπή καταρτισμού δικογραφιών κατά των υπηρετησάντων αξιωματικών εις τα Τάγματα Ασφαλείας διελύετο και διετάσσετο η χρησιμοποίησίς των εις τον ενεργόν Στρατόν βάσει των ικανοτήτων των». Χαμηλόβαθμα και υψηλόβαθμα μέλη των Ταγμάτων εντάχθηκαν στα Τάγματα Εθνοφυλακής και στον Ελληνικό στρατό που δημιουργήθηκε μετά την Κατοχή, ακολουθώντας στρατιωτική σταδιοδρομία καθώς η κομμουνιστική απειλή εξανάγκασε την Ελληνική κυβέρνηση να προχωρήσει στην άμεση συγκρότηση του Ελληνικού στρατού, στον οποίο κατατάχθηκε σχεδόν το σύνολο των αξιωματικών και οπλιτών των Ευζωνικών Ταγμάτων. Σύμφωνα με αναφορά που γίνεται στο εβδομαδιαίο Δελτίο Τύπου, 5-12 Ιανουαρίου 1946, του Γραφείου Τύπου της Βασιλικής Πρεσβείας στη Μόσχα, από τους τρεις χιλιάδες αξιωματικούς που υπηρετούσαν τον Ιανουάριο του 1946 στον Ελληνικό στρατό, οι χίλιοι τετρακόσιοι είχαν υπηρετήσει στα Ευζωνικά Τάγματα, ενώ στις 4 Ιανουαρίου 1946 δημοσιεύθηκε κατάλογος τετρακοσίων ενός αξιωματικών που υπηρέτησαν στα Τάγματα οι οποίοι προβιβάστηκαν με διάταγμα που εξέδωσε ο υπουργός Στρατιωτικών. Μάλιστα αξιωματικοί των Ταγμάτων έφθασαν μέχρι του βαθμού του Στρατηγού, όπως ο Υποστράτηγος Χρήστος Γερακίνης, των Ευζωνικών Ταγμάτων Εύβοιας, ο οποίος το 1949 διοικούσε Μεραρχία Πεζικού. Ο Γερακίνης, μαχητής του Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού πολέμων 1940-41, στη διάρκεια της κατοχής με τον βαθμό του Συνταγματάρχη υπήρξε Υποδιοικητής της Ανωτέρας Στρατιωτικής Διοικήσεως Εύβοιας και το 1944 διηύθυνε τις επιχειρήσεις των Ταγμάτων Ευζώνων στην Εύβοια, εκλέχθηκε βουλευτής και διατέλεσε Υφυπουργός Συγκοινωνιών στην κυβέρνηση του Αλέξανδρου Παπάγου. Στον βαθμό του στρατηγού προήχθησαν, μετά την απελευθέρωση, και ο Ταγματάρχης Κωστόπουλος, Διοικητής του Συντάγματος Ασφαλείας Λακωνίας, καθώς και ο Συνταγματάρχης Στυλιανός Ταβουλάρης, Υποδιοικητής του Β' Αρχηγείου Χωροφυλακής στην Τρίπολη Αρκαδίας.

Δικαστικές περιπέτειες

Δίκη Ιωάννη Ράλλη

Σύμφωνα με όσα αναφέρει το κείμενο της αποφάσεως 49/1945 που αφορά τη σχέση του Ιωάννη Ράλλη με τα Τάγματα Ευζώνων «...ως απεδείχθη εκ της διαδικασίας η υπό τον Ι. Ράλλη συγκρότησις των Ταγμάτων Ευζώνων δεν απεσκόπει ούτε εις την άσκησιν βίας κατά Ελλήνων ένεκα της δράσεώς των κατά των Ιταλογερμανών, ούτε εις διέγερσιν εμφυλίου πολέμου αλλά ας την αποκατάστασην της δημοσίας τάξεως εν υπαίθρω και εις τας πόλεις, ήτις είχεν επικινδύνως διασαλευθή εκ της δράσεως κακοποιών στοιχείων εκτραχέντων εις την κατάλυσιν των αρχών, εις φόνους οργάνων της τάξεως και πολιτών, εμπρησμούς δημοσίων καταστημάτων και ετέρων ής έκρυθμου καταστάσεως αποτέλεσμα υπήρξεν ο εξαναγκασμός πολλών κατοίκων της υπαίθρου εις μετοικεσίαν προς ασφάλειαν των εις τα κέντρα. Τα σώματα ταύτα εξωπλίσθησαν υπό των Γερμανών, εις άλλους αποβλεπόντων σκοπούς, ήτοι εις την υποβοηθούσαν την ασφάλειαν των εν Ελλάδι παράτασιν της διαιρέσεως, μεταξύ των Ελλήνων, αλλά τοιαύτη πρόθεσις δεν υπήρχεν εν τη θελήσει της συγκροτησάσης τα Τάγματα Ασφαλείας Κυβερνήσεως, αθελήτως εν τούτοις. εξυπηρετησάσης τας προθέσεις τον εχθρού. Δια ταύτα. ο Ι. Ράλλης και η Κυβέρνησίς του απαλλάσσονται ως προς τα Τάγματα Ασφαλείας».

Τέλος, αθωωτική ήταν η απόφαση της 28ης Μαρτίου 1947 τόσο για τον Πλυτζανόπουλο όσο και όλους τους συγκατηγορούμενούς του για το σύνολο των κατηγοριών. Στις 26 Οκτωβρίου 1945 το δικαστήριο αθώωσε τον επικεφαλής του μηχανοκινήτου της Αστυνομίας Πόλεων Νικόλαο Μπουραντά και αποφάνθηκε πως η συμμετοχή του Μηχανοκίνητου στη μάχη της Νίκαιας Πειραιώς απλώς απέτρεψε την κατάληψη του εκεί αστυνομικού τμήματος από τις δυνάμεις των συμμοριτών του Κομμουνιστικού Κόμματος και σε καμία περίπτωση δεν συνιστούσε συνεργασία με τα στρατεύματα κατοχής, παρά τις λυσσαλέα συκοφαντικές και εξόφθαλμα ψευδείς καταθέσεις των κομμουνιστών μαρτύρων.

Δίκη Ιωάννη Πλυντζανόπουλου

Η δίκη του διοικητή του Συντάγματος Ευζώνων, του τότε συνταγματάρχη και μετέπειτα υποστράτηγου, Ιωάννη Πλυντζανόπουλου, και των κυριότερων συνεργατών του, στο Γ' Δικαστήριο δοσιλόγων, ξεκίνησε στις 23 Οκτωβρίου του 1946 με την εξέταση του μπλόκου της 6 Ιουλίου 1944 στο Περιστέρι, ενώ εξετάσθηκαν οι περιπτώσεις και άλλων σχετικών υποθέσεων -περίπου τριάντα μπλόκα, μεταξύ τους και το μπλόκο της Κοκκινιάς.

Μαρτυρικές καταθέσεις

Στην πλειονότητα τους οι μάρτυρες κατηγορίας δεν μπόρεσαν να υποστηρίξουν την θέση του κατηγορητηρίου σύμφωνα με την οποία η κυβέρνηση Ράλλη είχε θέσει τα Τάγματα στην υπηρεσία των δυνάμεων κατοχής. Ο Θεμιστοκλής Τσάτσος, υπουργός της Δικαιοσύνης στην κυβέρνηση Παπανδρέου κατέθεσε: « Όταν εδημιουργήθησαν τα τάγματα υπήρχαν πολλαί οργανώσεις αντιστάσεως. Μεταξu αuτών ό ΕΔΕΣ και η ΕΚΚΑ. [ . . . ] Ξέρω λοιπόν ότι τα τάγματα οuδέποτε συνεκρούσθησαν με τας οργανώσεις αuτάς. Επομένως έγιναν δια να κτυπήσουν τον ΕΛΑΣ και όχι δια να εξυπηρετήσουν τον εχθρόν» ενώ υπερασπίστηκε την άποψη του μη καταλογισμού, την οποία αποδέχθηκε το Ειδικό Δικαστήριο, για την απαλλαγή των ιδρυτών των Ταγμάτων «....επειδή υφίστατο εσωτερικός κίνδυνος, ο οποίος έδει να εξουδετερωθή, νομίζω ότι οι δημιουργήσαντες τα τάγματα ασφαλείας δεν εμφορούντο από προδοτικήν διάθεσιν» [32]. Από την πλευρά του ο Θεμιστοκλής Σοφούλης κατέθεσε: «Είναι γνωστός ο σκοπος των ταγμάτων. Έγιναν δια να κτυπήσουν τα δήθεν Τάγματα αντιστάσεως του ΕΑΜ . Δια της ιδρύσεώς των η κυβέρνησις θέλησε να διασφαλίσn την δημοσίαν τάξιν» [33]

Ως μάρτυρας υπερασπίσεως του Ιωάννη Πλυντζανόπουλου κατέθεσε ο πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών Μ. Καρζής ο οποίος είπε: «...Εις τον Πλυντζανόπουλον και τα Τάγματα αξίζει εθνική ευγνωμοσύνη», για να συμπληρώσει «...αν δεν ήτο αυτός, κ. πρόεδρε, ούτε σεις θα είσαστε εις την έδραν που κατέχετε, ούτε εγώ μάρτυς». Στη δίκη αυτή ακόμη και οι μάρτυρες κατηγορίας υποχρεώθηκαν από τα αδυσώπητα γεγονότα και την κομμουνιστική απειλή να μετατραπούν σε υπερασπιστές όσων κατάγγειλαν λίγο καιρό νωρίτερα. Ο πρώην και μετέπειτα πρωθυπουργός Θεμιστοκλής Σοφούλης κατέθεσε: «Είναι γνωστός ο σκοπός των Ταγμάτων. Έγιναν διά να χτυπήσουν τα δήθεν Τάγματα αντιστάσεως του ΕΑΜ. Διά της ιδρύσεώς των η κυβέρνησις θέλησε να διασφάλιση την δημοσίαν τάξιν». Ο τέως διοικητής της Εθνικής Τράπεζας και μετέπειτα πρωθυπουργός Δημήτριος Μάξιμος ανέφερε: «Τα Τάγματα Ασφαλείας δι’ όλους ημάς υπήρξαν χρησιμώτατα Εις την ύπαιθρον παρέσχον μεγάλην συνδρομήν. Ο λαός ανέπνεε μόλις έβλεπε τα Τάγματα», ενώ ο πρώην υπουργός Γεώργιος Στράτος κατέθεσε πως «τα Τάγματα προκαλούσαν τον ενθουσιασμό και θεωρούνταν σωτήρες του λαού» και πρόσθεσε «Όλος ο πολιτικός κόσμος διεμαρτυρήθη και προς την κυβέρνησιν Τσουδερού και προς την κυβέρνησιν Παπανδρέου διότι κατεδίκασαν τα τάγματα, ενώ η ζωή μας εκινδίνευεν εδώ». Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος κατέθεσε πως «τα Τάγματα Ασφαλείας έγιναν συνέπεια των εγκλημάτων του ΕΛΑΣ» ενώ ο Γεώργιος Παπανδρέου κατέθεσε: «Τα Τάγματα Ασφαλείας δεν συγκροτήθηκαν ούτε κατά το πρώτον ούτε κατά το δεύτερον έτος της δουλείας, αλλά κατά το τρίτον, οπότε ψυχολογικώς κατέστησεν τούτο ευχερές η προηγηθείσα τρομοκρατία του κομμουνιστικού κόμματος» [34].

Απόφαση Δικαστηρίου

Η διαδικασία εξαντλήθηκε την άνοιξη του επόμενου έτους, στις 28 Μαρτίου 1947, με την αθωωτική απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου, για το σύνολο των κατηγορουμένων, μεταξύ τους και ο τότε Ταγματάρχης Γεώργιος Σγούρος, Διοικητής του 1ου Τάγματος Ευζώνων επικεφαλής του οποίου συμμετείχε στην επιχείρηση στην Νίκαια Πειραιώς, ένας από τους μετέπειτα υπεύθυνους για την εθνική αναμόρφωση των Σκαπανέων στην Μακρόνησο όπου υπηρέτησε ως Διοικητής στο Γ' Ειδικό Τάγμα Οπλιτών, από τις 6 Σεπτεμβρίου 1948, και διαδέχθηκε τον έως τότε Διοικητή Λοχαγό Παναγιώτη Σκαλούμπακα. Μια ημέρα νωρίτερα, στις 27 Μαρτίου 1947, το Ειδικό Δικαστήριο Χαλκίδος απάλλαξε από κάθε κατηγορία τον Χρήστο Γερακίνη, μετέπειτα υποδιοικητή της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, και τους μαχητές του Τάγματος Ευζώνων του Αλιβεριού.

Τάγματα Ευζώνων & 21η Απριλίου 1967

Τα χρόνια που ακολούθησαν την κομμουνιστική ανταρσία και την καταστολή της επιχειρήθηκε να συνδεθούν με τα Τάγματα Ευζώνων άνθρωποι τη φήμη των οποίων προσπαθούσαν να διασύρουν οι Έλληνες κομμουνιστές. Στη διάρκεια του Επαναστατικού καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967 ανάλογη προσπάθεια καταβλήθηκε για την σχετική σύνδεση του ονόματος του Συνταγματάρχη Γεωργίου Παπαδόπουλου, επικεφαλής της Επαναστάσεως της 21ης Απριλίου, Πρωθυπουργού και Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας. Για τον Γεώργιο Παπαδόπουλο ο κομμουνιστικός μύθος υποστηρίζει πως όχι μόνο ήταν ενεργό μέλος Ευζωνικού Τάγματος στην Πάτρα αλλά και επικεφαλής οπλιτών, ως βαθμοφόρος, ήταν πρωταγωνιστής σε λεηλασία αποθηκών τροφίμων, μυθιστόρημα που δεν αντέχει σε καμία αξιολογική κρίση και το οποίο ερεύνησε στην κάθε του λεπτομέρεια ο αριστερός ερευνητής Λεωνίδας Καλλιβρετάκης [35], δίχως από την έρευνα του να προκύψει κάτι ουσιώδες και τεκμηριωμένο, πέραν των συνήθων υποθέσεων που στηρίζονται σε εικασίες. Ιστορικά, η πρώτη αναφορά για την πιθανότητα να υπάρχει κάποια σχέση του Γεωργίου Παπαδόπουλου με τα Ευζωνικά Τάγματα διατυπώθηκε τον Μάιο του 1969, όταν ο Παπαδόπουλος ήταν ήδη Πρωθυπουργός, σε εκτεταμένο δημοσίευμα της Γαλλικής εφημερίδος «Le Monde Diplomatique» [36] με αφορμή τα δύο χρόνια από την επικράτηση του Επαναστατικού καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967 και έφερε την υπογραφή της γνωστής αριστερής δημοσιογράφου Brigitte Friang. Επρόκειτο προφανώς για προσπάθεια μυστικών υπηρεσιών Δυτικών χωρών οι οποίες επιθυμούσαν να εμπλακεί το όνομα του τότε Πρωθυπουργού με τα Τάγματα Ευζώνων και με τον τρόπο αυτό να χειραγωγηθεί και να καταστεί συνεργάσιμος ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, μεταξύ Ισραηλινών και Αράβων, που μετά τον πόλεμο του 1968 είχε αποφασίσει να ακολουθήσει δρόμος εθνικής ανεξαρτησίας και απαλλαγής της Ελλάδος από κάθε είδους δεσμεύσεις έναντι τρίτων χωρών.

Το 1969 ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, πρωθυπουργός της Επαναστατικής κυβερνήσεως της 21ης Απριλίου με το Νομοθετικό Διάταγμα 179 «περί Εθνικής Αντιστάσεως», ολοκληρώθηκε στις 25 Απριλίου 1969. Το Διάταγμα φέρει τις υπογραφές του Γεωργίου Ζωιτάκη που ασκούσε τότε καθήκοντα αντιβασιλέως, του Πρωθυπουργού Γεωργίου Παπαδόπουλου και των άλλων μελών του Υπουργικού Συμβουλίου. Απών ήταν ο Β' Αντιπρόεδρος της Κυβερνήσεως, ο Δημήτριος Πατίλης, λόγω ασθενείας από την οποία απεβίωσε, ο μοναδικός από τους πρωταγωνιστές της 21ης Απριλίου με ενεργή και πλούσια δράση στο Τάγμα Ευζώνων της Ναυπάκτου, όπου υπηρέτησε με το βαθμό του Λοχαγού. Το Νομοθετικό Διάταγμα αναγνώρισε τη θητεία στα Τάγματα Ευζώνων ως χρόνο και πράξη συμμετοχής στην Εθνική Αντίσταση. Σύμφωνα με αυτό το νόμο αυτό αναγνωρίστηκαν ως αντιστασιακοί και όσοι πολέμησαν, στη διάρκεια της κατοχής της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονα, εναντίον οργανώσεων «αντεθνικώς δρασάντων και αποσκοπούντων εις την επιβολήν εν τη χώρα καθεστώτος διαφόρου του νομίμου τοιούτου». Ο Παπαδόπουλος σαφώς και θεωρούσε οργάνωση Εθνικής Αντιστάσεως τα Ευζωνικά Τάγματα όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του επικήδειου λόγου που εκφώνησε την 1η Ιουλίου του 1970 στην Μητρόπολη Αθηνών στη διάρκεια της νεκρώσιμης ακολουθίας του Δημητρίου Πατίλη. Ο Παπαδόπουλος αποχαιρετώντας τον νεκρό του «συμμαχητή καί φίλου» ανέφερε ότι «ο Έλληνοϊταλικός πόλεμος, η εθνική άντίστασις, ο άγων εναντίον της μακροχρονίου κομμουνιστικής επιθέσεως, η οποία επήρχετο κατά κύματα, σε είδαν όρθιον επί των επάλξεων». Στις 15:00 της 11ης Δεκεμβρίου 1975 στη δίκη για την υπόθεση του Πολυτεχνείου, όπου ο Παπαδόπουλος ήταν κατηγορούμενος, ρωτήθηκε από τον συνήγορο Πολιτικής Αγωγής Αναστάσιο Τζαβέλλα αν υπηρέτησε ποτέ στα Τάγματα Ασφαλείας, κατά την διατύπωση του συνηγόρου, ερώτηση στην οποία απάντησε με κατηγορηματικό τρόπο: «Ποτέ, ούτε στιγμή, ούτε μισό δευτερόλεπτο, κύριε συνήγορε». Ο νόμος 179/1969 καταργήθηκε το 1982, ένα χρόνο μετά την εκλογή του Ανδρέα Παπανδρέου ως πρωθυπουργού της Ελλάδος.

Ιστορική μνήμη Ταγμάτων Ευζώνων

Η ίδρυση και κατ' ακολουθία η δράση των Ευζωνικών Ταγμάτων δικαιώθηκε από τις από τις εξελίξεις που ακολούθησαν, συγκεκριμένα από το σχηματισμό και την δολοφονική δράση του αποκαλούμενου Δ.Σ.Ε. [Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδος] και τη γενίκευση του συμμοριοπολέμου, με την συμμετοχή χιλιάδων Σλάβων, οι οποίοι κάποια περίοδο αποτέλεσαν την πλειοψηφία των μαχητών του, ιδιαίτερα στην τελευταία φάση του συμμοριοπολέμου στο Γράμμο και στο Βίτσι. Η κομμουνιστική ανταρσία δικαίωσε την ίδρυση και την δράση των Ταγμάτων καθώς οι κατασυκοφαντημένοι, από τους κομμουνιστοσυμμορίτες, Αξιωματικοί και άνδρες των Ταγμάτων διέγνωσαν εγκαίρως την κομμουνιστική απειλή καθώς και τον διαφαινόμενο υπαρκτό κίνδυνο της επικρατήσεως του κομμουνισμού κι έσπευσαν να τον πολεμήσουν εγκαίρως, χωρίς να υπολογίσουν προσωπικές συνέπειες. Επικριτικά συκοφαντική και πολεμική στάση έναντι των Ευζωνικών Ταγμάτων τήρησαν εξ υπαρχής οι οπαδοί, τα μέλη, τα στελέχη και η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, οι οποίοι ήταν και οι άμεσα βλαπτόμενοι από τις ίδρυση και την επιτυχή δράση των Ταγμάτων, που με τις συνεχείς μάχες τους με τις κομμουνιστικές συμμορίες επιδίωξαν και πέτυχαν να αποτρέψουν την κατάληψη της εξουσίας, την κατάργηση του πολιτεύματος, την ένταξη της Ελλάδος στις χώρες επιρροής της Σταλινικής Ε.Σ.Σ.Δ. αλλά και τον κατακερματισμό της Ελληνικής επικράτειας με την απόσπαση μεγάλου μέρους εδαφών και την δημιουργία ανεξάρτητου κράτους ή την παραχώρηση τους σε γείτονες χώρες.

Οι κομμουνιστές που -ματαίως- επιχειρούν να συκοφαντήσουν και να ασκήσουν πολεμική ή απλώς κριτική στα Τάγματα Ευζώνων, είτε ψεύδονται ενσυνειδήτως, είτε διαστρεβλώνουν από πρόθεση και ιδεολογική εμπάθεια, είτε αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν την Ιστορία και την πραγματικότητα που προέκυψε από την ίδρυση, τη λειτουργία και την αποτελεσματική δράση των Ευζώνων. Τα Τάγματα Ευζώνων είναι, διαχρονικά, από τις πλέον αισχρά συκοφαντημένες στρατιωτικές μονάδες της Ελλάδος. Η Ιστορία έχει καταγράψει ότι:

  • Τα Τάγματα Ευζώνων δημιουργήθηκαν με την σιωπηρή συγκατάθεση της εξορίστου Ελληνικής Κυβερνήσεως.
  • Εξ αρχής διευκρινίστηκε πως τα Τάγματα δεν θα στρέφονταν κατά των Συμμάχων σε περίπτωση αποβάσεως, ούτε κατά των Γερμανών και ο ρόλος τους θα ήταν καθαρά ο αντικομμουνιστικός αγώνας.
  • Τα Τάγματα δεν πολεμούσαν για την επικράτηση του Εθνικοσοσιαλισμού ή του Γ' Ράιχ, γεγονός που συνάγεται από τον χρόνο της ιδρύσεως τους, καθώς η δημιουργία τους συνέβη όταν η τροπή του πολέμου προδίκαζε την τελική ήττα του Άξονα.
  • Οι Έλληνες που κατατάχθηκαν στα Ευζωνικά Τάγματα δεν το έπραξαν για να υπερασπιστούν τις δυνάμεις κατοχής αλλά για να σωθούν οι ίδιοι, οι οικογένειες τους και σε τελική ανάλυση η Ελλάδα από την λαίλαπα των ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.
  • Τα Ευζωνικά Τάγματα διεύρυναν την επιρροή τους και δυνάμωσαν τη δράση τους το 1944, χρόνο που πλέον ο πόλεμος είχε κριθεί υπέρ των συμμάχων ενώ η αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής από κάθε σπιθαμή εδάφους της Ελλάδος ήταν απλώς θέμα χρόνου και διαδικασιών.
  • Η ενίσχυση και ενδυνάμωση των Ευζωνικών Ταγμάτων παρά τις επικρίσεις που δέχονταν από τον ραδιοφωνικό σταθμός του Καΐρου, αποδεικνύουν πως η ίδρυση και η λειτουργία τους εξυπηρετούσαν τις πραγματικές ανάγκες του Ελληνικού λαού εκείνη την εποχή.
  • Οι άνδρες που επάνδρωσαν τα Τάγματα ήταν αντικομμουνιστές, όμως δεν ήταν ταγμένοι στη σημεία μιας πανευρωπαϊκής αντικομμουνιστικής σταυροφορίας, κατά της Σοβιετικής Ενώσεως, όπως εκτιμούν συκοφαντώντας τα Τάγματα ακόμη και σήμερα οι κομμουνιστές ιδεολογικοί τους αντίπαλοι.
  • Οι άνδρες των Ευζωνικών Ταγμάτων πολέμησαν υπέρ της διατηρήσεως της προπολεμικής τάξεως πραγμάτων, η οποία κινδύνευσε -αποδεδειγμένα- από τις συμμορίες του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ.
  • Στόχος και σκοπός των Ευζωνικών Ταγμάτων, των ιδρυτών και των μαχητών τους ήταν η ολοκληρωτική καταστροφή του κομμουνισμού και η εξουδετέρωση όλων των κινήσεων που ήταν πιθανό να βλάψουν τα εθνικά συμφέροντα.
  • Από την κατανομή και τις δραστηριότητες τους προκύπτει ότι λειτουργούσαν ως δύναμη εσωτερικής ασφαλείας κατά ατάκτων, προσαρμοσμένη στο σύστημα των νομών, και δεν είχαν καθήκοντα ασφαλείας της χώρας από πιθανή εξωτερική επίθεση, όπως η περίπτωση συμμαχικής αποβάσεως ή η επίθεση με αεροαγήματα ή αλεξιπτωτιστές.
  • Τα Τάγματα Ευζώνων συγκροτήθηκαν αφότου οι κομμουνιστικές συμμορίες του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ κατέστησαν, με την χρήση βίας, κυρίαρχη δύναμη και άρχισαν να επιτίθενται κατά των εθνικιστών ανταρτών και να διαλύουν τις ομάδες τους. Τότε έγινε φανερό σε όλους ότι ο στόχος των κομμουνιστών ήταν να καταλάβουν την εξουσία και να καταργήσουν το προπολεμικό πολιτικό σύστημα και τα υπάρχοντα αστικά κόμματα.
  • Οι αρχές των δυνάμεων κατοχής δεν εμπιστεύονταν τα Τάγματα Ευζώνων σε μη αντιανταρτικά καθήκοντα και αποκεφάλισαν την ηγεσία τους, συλλαμβάνοντας τον Στρατηγό Βασίλειο Ντερτιλή, τον οποίο έστειλαν αιχμάλωτο στο στρατόπεδο Νταχάου, καθώς υποψιάζονταν πως ήταν συνεργάτης των Άγγλων.
  • Οι Γερμανικές δυνάμεις κατοχής δεν αντιμετώπισαν σοβαρό πρόβλημα από την δράση των κομμουνιστικών οργανώσεως καθώς αποκλειστικός σκοπός των τελευταίων ήταν να καταλάβουν την εξουσία μετά την απελευθέρωση. Ως εκ τούτου οι Γερμανικές αρχές δεν είχαν κανένα όφελός προκειμένου να συμβάλλουν στην δημιουργία των Ταγμάτων Ευζώνων.
  • Μετά την αποχώρηση των δυνάμεων κατοχής από την Ελλάδα τα Τάγματα δεν προέβαλαν καμία αντίσταση κατά των στρατιωτικών δυνάμεων που έφτασαν στην Ελλάδα, είτε ήταν δυνάμεις του Ελληνικού Στρατού, είτε φίλιες συμμαχικές δυνάμεις.
  • Χαρακτηριστικό της σπουδαιότητος της αποστολής που έφεραν σε πέρας τα Τάγματα είναι ότι οι Άγγλοι έσπευδαν να προστατεύουν τους αξιωματικούς των Ευζωνικών Ταγμάτων, αναγνωρίζοντας πόσο δύσκολη θα ήταν η αποστολή τους στην αντιμετώπιση των συμμοριών του Κομμουνιστικού Κόμματος δίχως την δική τους συμβολή.
  • Οι κομμουνιστές και λοιποί κατά συρροή συκοφάντες των Ταγμάτων και του τιτάνιου αγώνα τους εναντίον του κομμουνισμού ονοματίζουν όσους κατατάχθηκαν σε αυτά ως προδότες, όμως αυτού του είδους οι χαρακτηρισμοί δεν προκαλούν καμία έκπληξη καθώς είναι γνωστό πως η κατηγορία περί προδοσίας απευθύνεται από την αριστερά σε όλους όσοι δεν ήταν τότε ενταγμένοι στο κομμουνιστικό ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.
  • Τα Τάγματα παρά τον χείμαρρο συκοφαντιών του δέχθηκαν από κατευθυνόμενους και υποκινούμενους κομμουνιστές μηνυτές και μάρτυρες πως συμμετείχαν ενεργά στα μπλόκα των δυνάμεων κατοχής της Ελλάδος, όπως στο πρώτο και δεύτερο μπλόκο της Κοκκινιάς, στο μπλόκο της Καισαριανής, στο Βύρωνα και αλλού, αποδείχθηκε -δικαστικά μετά την απελευθέρωση- πως δεν είχαν σχετική δράση και συμμετοχή ενώ τήρησαν Εθνοπρεπή στάση και ανέπτυξαν Εθνωφελή δράση.

Έγραψαν και είπαν για τα Τάγματα Ευζώνων

Η εφημερίδα «Μεγάλη Ελλάς», το «Επίσημον Όργανον της Κεντρικής Επιτροπής της Εθνικής Δημοκρατικής Ενώσεως Ελληνοπαίδων (ΕΔΕΕ)», με υπεύθυνο εκδόσεως τον I. Ιπποκράτη και κύριο αρθρογράφο τον δημοσιογράφο και πολιτικό Ευστράτιο Κουλουμβάκη με την αρθρογραφία της υπεράσπισε μαχητικά τα Τάγματα, τους δημιουργούς και τους μαχητές τους. Σύμφωνα με τον Κουλουμβάκη, μπροστά στα εγκλήματα που διέπραξε στην Κατοχή το Ε.Α.Μ., «οι παρεκτροπές ή μάλλον υπερβολές» των Ταγμάτων ήταν πταίσματα που συμβαίνουν «εις παντός είδους και εθνικότητος στρατιωτικόν τμήμα (...) αλλά το σύνολον ήτο άξιον της Πατρίδος. Και αν δεν υπήρχαν τα Τάγματα εκείνα η σφαγή θα ήτο μέχρις ίσως εθνικού εξαφανισμού μας. Διά τούτο εγώ τα αποκαλώ τάγματα Εθνικής Σωτηρίας». Ο νόμος 927/1943, περί συνταξιοδοτήσεως των οικογενειών «στρατιωτικών εν γίνει και δημοσίων υπαλλήλων, εκτελεσθέντων ή εκτελουμένων παρ' αναρχικών στοιχείων, ένεκεν γεγονότων σχέσιν εχόντων προς την ιδιότητά των ως στρατιωτικών ή δημοσίων υπαλλήλων ή προς την ενάσκησιν των δημοσίων καθηκόντων των» εφαρμόστηκε και μετά την Απελευθέρωση, καλύπτοντας μεταξύ άλλων και περιπτώσεις εκτελεσμένων από τον κομμουνιστικό ΕΛΑΣ στην Πηγάδα του Μελιγαλά αλλά και πολύ νωρίτερα. Από την άνοιξη του 1946 και μετέπειτα, οι ανάπηροι μαχητές των Ταγμάτων καθώς και οι οικογένειες των νεκρών συνταξιοδοτούνταν βάσει του νόμου 1119, που αφορά «τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους και υπηρέτας. στρατιωτικούς εν γίνει και τους εξομοιωμένους προς τούτους». Τον ίδιο χρόνο ο βουλευτής Πειραιώς Δρακούλης Μαντούβαλος εισηγήθηκε «να ιδρυθούν εθελοντικά σώματα και Τάγματα Ασφαλείας από αξιωματικούς των Ταγμάτων» και να εξαπολυθούν κατά των συμμοριτών του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος.

Πολιτικοί & κοινοβουλευτικοί

«Ο στρατός αυτός των λεγομένων «Ταγμάτων Ασφαλείας» απετέλει την μόνην Εθνικήν Αντίστασιν κατά των κομμουνιστών», είπε σε ομιλία του στην Ελληνική Βουλή ο Θεόδωρος Τουρκοβασίλης, διαμαρτυρόμενος ότι, «ενώ τους οφείλομεν το γεγονός ότι η Ελλάς δεν υπέκυψεν εις κομμουνιστικήν επικράτησιν» και συμπλήρωσε πως τα Τάγματα «διελύθησαν εγκληματικώς από την λεγομένην Κυβέρνησιν Απελευθερώσεως και κατά τρόπον ώστε να μη ημπορεί κανείς να αναφέρη ούτε το όνομά tων ακόμη και σήμερον». Τον Φεβρουάριο του 1948 ο Τουρκοβασίλης μιλώντας στην Ελληνική Βουλή ανέφερε πως «Μέγα μέρος των διαπρεψάντων αξιωματικών εις τον αγώνα κατά των συμμοριτών προέρχεται εκ των Ταγμάτων Ασφαλείας». Ο Τουρκοβασίλης σε ομιλία του κατά την ψήφιση του ΛΖ' Ψηφίσματος, που αναφέρονταν στην στέρηση ιθαγένειας των «υποστηρικτών της ανταρσίας» που βρίσκονται στο εξωτερικό, είπε: «Όταν οι Βούλγαροι ηθέλησαν να καταλάβουν την Μακεδονίαν και Θράκην μετά την αποχώρησιν των Γερμανών, ο Λαός της Μακεδονίας και Θράκης ανέλαβε τα όπλα, επρομηθεύθη τούτα από όπου ηδύνατο, και από τους Γερμανούς ακόμη, και κράτησε την Μακεδονίαν. Και εκατηγορήθησαν δια τούτο ως οπλισθέντες παρά των Γερμανών, όπως εκατηγορήθησαν και τα Τάγματα Ασφαλείας, τα οποία ωπλίσθησαν παρά των Γερμανών αλλά έσωσαν την Ελλάδα».

Τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, ο βουλευτής Νικόλαος Καράμπελας αποκάλυψε ότι «...οι πλείστοι των αξιωματικών των Ταγμάτων Ασφαλείας μάχονται εις τα πεδία των μαχών και αποσπούν καθημερινώς βραβεία και επαίνους από την Πατρίδα, από τους ανώτερους των» ενώ ο βουλευτής Γεώργιος Γραφάκος συμπλήρωσε: «...Βλέπετε αρίστους αξιωματικούς οι οποίοι υπηρέτησαν εις τα Τάγματα Ασφαλείας να έρχεται ο οιοσδήποτε και να τους λέγη ότι θα τους μηνύση διότι υπηρέτησαν εις τα Τάγματα κατά την κατοχήν. Και ηγωνίζεται ο κύριος Υπουργός των Στρατιωτικών να μη εκθέση τους αγωνιστάς αυτούς, διότι το λέγει η διεθνής πολιτική σκοπιμότης, ότι δήθεν οπλίσθησαν από τους Γερμανούς». Μιλώντας στην Ελληνική Βουλή, την Άνοιξη του 1947, ο βουλευτής Δημήτριος Κούτσικας αναφερόμενος στην κομμουνιστική ανταρσία είπε: «Επειδή και εγώ έχω ποιόν τινα πείραν τον ανταρτοπολέμου, εάν ηρωτώμην περί του ποιον κρίνω ικανόν και άξιον να αναλάβη την ηγεσίαν [του Εθνικού Στρατού] εν Πελοποννήσω. θα έλεγον ότι ο Συνταγματάρχης Κουρκουλάκος, τον οποίον καλώς γνωρίζω και του οποίου την εθνικήν δράσιν επίσης καλώς γνωρίζω, είναι ο ενδεδειγμένος να αναλάβη την ηγεσίαν αύτην». Το 1948 ο Γεώργιος Γραφάκος κατέθεσε την εκτίμηση του πως, «...αν είχαμε στείλει τα Τάγματα Ασφαλείας με τους αρχηγούς των στη Σερβία. Αλβανία και Βουλγαρία, εκεί θα εγένετο πόλεμος και ημείς θα είμεθα ελεύθεροι».

Στη συζήτηση, στις 27 Οκτωβρίου 1948, του νόμου 844 στην Ελληνική Βουλή για την αναγνώριση των οργανώσεων της Εθνικής Αντιστάσεως, τέσσερις από τους εννέα βουλευτές που αγόρευσαν ή παρενέβησαν σ' αυτή τη συνεδρίαση ζήτησαν την ισότιμη αναγνώριση των μαχητών των Ευζωνικών Ταγμάτων με τους εθνικόφρονες αντιστασιακούς. «Εάν, κύριοι, δι' ωρισμένους τόπους υπήρξεν ο ΕΔΕΣ ως Εθνική Αντίστασις, δι' ημάς τους Πελοποννησίους ως Εθνική Αντίστασις υπήρξαν τα Τάγματα Ασφαλείας», διακήρυξε ο βουλευτής Γραφάκος, ενώ ο Καράμπελας είπε: «Η Πελοπόννησος και ιδιαιτέρως η Λακωνία, εις την οποίαν ό,τι εκλεκτόν υπήρχεν ενετάχθη εις τα Τάγματα Ασφαλείας, επολέμησεν ηρωικότατα κατά των εχθρών της φυλής. Πώς είναι δυνατόν και σήμερον ακόμη να μην έχωμεν το σθένος οι πολιτικοί να αναγνωρίσομεν ότι οι άνθρωποι αυτοί υπήρξαν άξιοι Έλληνες, άξιοι της Πατρίδος, διότι διέγνωσαν καλύτερα υπό ημάς τον κίνδυνον και είχαν την δύναμη να λάβουν το όπλον και να πολεμήσουν αδιαφορούντες εάν θα έπιναν το ποτήριον της πικρίας και θα εχαρακτηρίζοντο και ως αντεθνικώς δράσαντες;». Ο καράμπελας, από κοινού με άλλους βουλευτές, κατέθεσε πρόταση «να αναγνωρισθή ότι τα Τάγματα Ασφαλείας προσέφερον υπηρεσίας εις την Ελλάδα, αντεστάθησαν μαζί με άλλας ομάδας εναντίον του εχθρού, τον οποίον και σήμερον πολεμώμεν όλοι». Την πρόταση υποστήριξαν ο Ευστράτιος Κουλουμβάκης, ο βουλευτής Αχαΐας του Λαϊκού Κόμματος Δημήτριος Στεφανόπουλος, ενώ αντίθετοι ήταν οι ΕΔΕΣίτες Στυλιανός Χούτας και Ευάγγελος Κουσαής, που απέφυγαν να καταδικάσουν τα Τάγματα -ενώ ο Κουσαής αναγνώρισε ότι «προσέφερον εθνικήν υπηρεσίαν». Την Άνοιξη του 1951 ο βουλευτής Αλέξανδρος Δημάκης αναφέρει: «Αι συνέπειαι αι ατιμωτικαί παρέμειναν. Και όμως, δεν εβρέθη κανείς ακόμη να ζητήση την αποκατάστασην της τιμής των ανθρώπων αυτών. Όχι δι’ ανθρώπους οι οποίοι πρόδωσαν εις τον εχθρόν, αλλά δι' ανθρώπους των Ταγμάτων Ασφαλείας. Και όταν ομιλούμεν δια Τάγματα Ασφαλείας, πρέπει να. αποκαλυπτώμεθα. Εάν δεν υπήρχαν αυτά, δεν θα υπήρχε Ελλάς, κύριοι. Είναι γνωστόν εις όλους ότι εις τα Τάγματα αυτά στηρίζεται η σωτηρία της Ελλάδος».

Στρατιωτικοί

Ο στρατηγός Θρασύβουλος Τσακαλώτος γράφει για τα Τάγματα: «...Με την ψυχραιμίαν και αντικειμενικότητα που δίδει η απόστασις του χρόνου από τα γεγονότα, δυνάμεθα να κατατάξωμεν τα Τάγματα Ασφαλείας εις την πλευράν της Εθνικής Αντιστάσεως» [...] αφού αυτά «εμείωσαν την θανάσιμον δύναμιν του πλέον πιστού συμμάχου του Κατακτητού, του κομμουνισμού». Οι κατηγορίες που τα βάρυναν «ως συνεργασθέντα με τον κατακτητήν», δεν ήταν παρά «συκοφαντικά ψεύδη προερχόμενα από τους διάφορους πολιτικούς ηγέτας, υπείκοντας εις τας απαιτήσεις των κομμουνιστών τα οποία διέλυσε η ήδη η Ιστορία και η σωτηρία της Πατρίδος» [37].

Ο υποστράτηγος Βασίλειος Σταυρογιαννόπουλος, στέλεχος ο ίδιος του Τάγματος Ευζώνων Ναυπάκτου, γράφει την Άνοιξη του 1974 ότι στόχος της ιδρύσεως των Ταγμάτων ήταν «η διεξαγωγή αντικομμουνιστικού αγώνος, αλλά και διά να χρησιμεύσουν ως πυρήνες διά την συγκρότησιν του νέου ελληνικού στρατού μετά την απελευθέρωσιν της πατρίδος μας» [38] και συνεχίζει: «Όσοι υπηρέτησαν εις τα Τάγματα Ασφαλείας, ας είναι βέβαιοι ότι η πατρίς τους ευγνωμονεί και ότι δόξα και τιμή θα στέφουν αιωνίως την μνήμην εκείνων, οι οποίοι έπεσαν υπέρ αυτής αγωνιζόμενοι εναντίον των κομμουνιστών. Δόξα και τιμή θα στέφη επίσης τα μέτωπα όλων εκείνων οι οποίοι επέζησαν, πλην εξακολουθούν να δοκιμάζουν, και σήμερον ακόμη, πικρίαν εκ της μη άρσεως του εις αυτούς αποδοθέντος χαρακτηρισμού του «προδότου», διότι θέλομεν να πιστεύωμεν, θα έλθη η ημέρα κατά την οποίαν τούτο θα πραγματοποιηθή. Δεν είναι νοητόν, πρόσωπα υπηρετήσαντα εις τα Τάγματα Ασφαλείας να έχουν προωθηθή και να έχουν καταλάβη ανώτερα και ανώτατα της πολιτείας αξιώματα, εν τούτοις να εξακολουθούν να βαρύνωνται με τον βαρύτατον χαρακτηρισμόν του «προδότου της πατρίδος». Τούτο, κατά την αντίληψίν μας, είναι ακατανόητον, ούτε η σιωπηρά αναγνώρισις των εθνικών των υπηρεσιών αποτελεί ικανοποιητικόν στοιχείον. Τούτο μετά τινα έτη θα λησμονηθή και μόνον τα γραπτά κείμενα θα αποτελούν τους μάρτυρας. Ας ελπίσωμεν, ή μάλλον ας πιστεύσωμεν, ότι θα ευρεθούν οι άνθρωποι εκείνοι οι οποίοι, ως αρμόδιοι θα θελήσουν να εξετάσουν το όλον θέμα και να δώσουν την πρέπουσαν λύσιν» [39]

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Βιβλιογραφία

  • [«Ιστορία & Προπαγάνδα δια τα ηρωικά Τάγματα Ασφαλείας (2ος τόμος)»] Κωνσταντίνος Πλεύρης, εκδόσεις «Ήλεκτρον», Αθήνα 2017.]
  • [«Τα Τάγματα Ασφαλείας στην Νότιο Ελλάδα», Νικόλαος Δ. Χριστοδούλου, Υποστράτηγος ε.α.] Περιοδικό «Στρατιωτική Ιστορία», τεύχος 45ο, Μάιος 2000].

Διαβάστε τα λήμματα

Παραπομπές

  1. [Νόμος 29, ΦΕΚ 123/Α της 11ης Μαΐου 1943.]
  2. [Η γενική απεργία κηρύχθηκε στις 23 Ιουνίου 1943, είχε διάρκεια οκτώ ημερών και η μαζική συμμετοχή σε αυτή «καθόρισε οριστικά τη θέση της Αστυνομίας Πόλεων στο πλευρό του Ελληνικού Λαού στον επικό αγώνα της Εθνικής Αντίστασης», Χρ. Παπαναστασίου, «Η απεργία των κατωτέρων αστυνομικών υπαλλήλων κατά την περίοδο της Κατοχής (23-30 του Ιούνη 1943)», Εθνική Αντίσταση, συλλογή 8η, 1965, σελίδα 822η. Σύμφωνα με τον Παπαναστασίου, στο Ε.Α.Μ. οργανώθηκε σχεδόν το 50% της Αστυνομίας Πόλεων, δηλαδή 1.700 από τους 3.500 άνδρες της.]
  3. [Μαρκ Μαζάουερ: «Μετά τον πόλεμο», εκδόσεις «Αλεξάνδρεια», σελίδα 166η.]
  4. [Θανάσης Βαλτινός, «Ορθοκωστά», εκδόσεις «Ωκεανίδα», σελίδα 1127η.]
  5. [Μενέλαος Χαραλαμπίδης, «Η εμπειρία της Κατοχής και της Αντίστασης στην Αθήνα, σελίδες 216η-221η.]
  6. [Η Φρουρά του Άγνωστου Στρατιώτη δεν είχε διαλυθεί μετά την κατάληψη της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονα και συνέχισε να χρησιμοποιείται ως τιμητική φρουρά του Μνημείου. Τα μέλη της έφεραν τυφέκια χωρίς πυρομαχικά και εξακολούθησαν να φρουρούν το Μνημείο κατά τα δύο πρώτα χρόνια της κατοχής. Η θητεία τους ήταν εντελώς εθελοντική και έως τον σχηματισμό της Κυβερνήσεως Ράλλη, δεν είχαν καμία επαφή με τις κατοχικές αρχές.]
  7. [«Ο Ιωάννης Δ. Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου», επιμέλεια Γεώργιος Ράλλης, Αθήναι 1947, σελίδες 58η-9η.]
  8. [Σε μια πληθώρα από σελίδες του διαδικτύου υπάρχει ο περίφημος «όρκος» που τα Τάγματα Ασφαλείας υποτίθεται ότι έδιναν στον Χίτλερ. Ο φερόμενος ως όρκος των Ευζωνικών Ταγμάτων.]
  9. [Περί του Περιωνύμου Όρκου του Ταγματασφαλίτη Χαράλαμπος Κ. Κοτίνης.]
  10. [Bασίλειος Καραμαλής, «Στα Τάγματα Ασφαλείας Ευζώνων...».]
  11. [Το ισόγειο διαμέρισμα, που χρησιμοποιήθηκε ως χώρος για τα πρώτα γραφεία του Τάγματος Ευζώνων, στο οποίο αναφέρεται ο μαχητής ήταν το σπίτι του Γεωργίου Μπαζώνη στην οδό Γρίβα 23, όπως αναφέρει ο κομμουνιστής καπετάνιος Καλλίκος (Αμάρμπεης) στο έργο του «Η απελευθέρωση του Αγρινίου 14 Σεπτέμβρη 1944, Αθήνα 1985, σελίδα 18η.]
  12. [Έκθεσις Γεωργίου Τολιόπουλου Τάγμα Ασφαλείας Αγρινίου.]
  13. [Στην Υπηρεσία Στρατιωτικών Αρχείων [Υ.Σ.Α.] συγκεκριμένα στο Αρχείο Ταγμάτων Ασφαλείας με τίτλο «Έκθεσις εξετάσεως» του αντισυνταγματάρχη πεζικού Άγγελου Κέντρου, Πάτρα, 2 Μαρτίου 1946, υπάρχει καταχωρημένη μεταπολεμική έκθεση του πρώτου διοικητή του Τάγματος Ασφαλείας Αγρινίου Άγγελου Κέντρου σχετικά με τη δράση του στην περιοχή.]
  14. [Bασίλειος Καραμαλής, «Στα Τάγματα Ασφαλείας Ευζώνων...».]
  15. [Δημήτριος Μπαλωμένος, Το ημερολόγιο ενός αγωνιστή», Αυτοέκδοση, Αγρίνιο 2011, σελίδα 167η.]
  16. [Ο Ταγματάρχης Γεώργιος Καπεντζώνης ήταν ο ένας εκ των δύο βασικότερων αξιωματικών του Δημητρίου Ψαρρού. Υπήρξε σφόδρα αντίθετος με τη συμβιβαστική τακτική του Συνταγματάρχη και Διοικητής του προς τον ΕΛΑΣ. Όταν οι δυνάμεις του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων του Ψαρρού αποσύρθηκαν στο Σκάλωμα κοντά στη Ναύπακτο, ο Καπεντζώνης μαζί με εκατό άντρες του Συντάγματος επιβιβάστηκαν με καΐκι και κατευθύνθηκαν προς τον Ψαθόπυργο Αχαΐας και εντάχθηκαν στο Ευζωνικό τάγμα Πατρών.]
  17. [Μπάμπης Γ. Κοτίνης, «Η Ναυπακτία και η Ναύπακτος στη δεκαετία 1940-1950», 2η έκδoση, Ναύπακτος 2009, σελίδα 116η.]
  18. [Συνέντευξη Χαράλαμπου Κοτίνη, Ναύπακτος, 20 Σεπτεμβρίου 2017.]
  19. [Έκθεση Δράσης Ταγμάτων Ασφαλείας Λακωνίας (1/11/43-3/10/1944) Βρεττάκος Λεωνίδας/1 Οκτ 1955.]
  20. [Διοικητής του Τάγματος Ασφαλείας Λακωνίας ήταν ο Λεωνίδας Βρεττάκος, και Διοικητές των Λόxων του ήταν οι: Γεώργιος Περιβολιότης, του 1ου Λόχου, Ιωάννης Τσόμπος, του 2ου Λόχου, Ανάργυρος Ψυχογιός, του 3ου Λόχου, Πάνος Κατσαρέας του 4ου Λόχου και Αλέξανδρος Καραδημητρόπουλος, του 5ου Λόχου.]
  21. [«Iστορία του Τάγματος Ασφαλείας Καλαμών (Μελιγαλά)», Έκθεση του διοικητή του Τάγματος Π. Καζάκου, ΔΙΣ/ΙΕΑ, τόμος 8ος, σελίδες 226η-245η.]
  22. [ΦΕΚ,1944/Α/43, Νόμος 1236 της 20ης Φεβρουαρίου 1944.]
  23. [Ο Τάκης Μακεδών συνελήφθη από τον Ε.Λ.Α.Σ., το πιθανότερο στο Κιλκίς, στην επίθεση του εναντίον των δυνάμεων του Αντών τσαούς.]
  24. [ «Ντοκουμέντα της Αντίστασης», εκδοσεις «Το Ποντίκι», σελίδα 188η.]
  25. [Εφημερίδα «Ελευθερία», φύλλο 17ης Οκτωβρίου 1944]
  26. [Εφημερίδα «Ελευθερία», φύλλο 28ης Οκτωβρίου 1944.]
  27. [Μιχάλης Λυμπεράτος, «Στα πρόθυρα του Εμφυλίου Πολέμου», εκδόσεις «Βιβλιόραμα», Αθήνα, 2006, σελίδες 274η & 291η.]
  28. [Νίκος Κ. Καρκάνης, «Οι δοσίλογοι της κατοχής, Δίκες-Παρωδία», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1981, σελίδα 87η.]
  29. [Θεμιστοκλής Τσάτσος, «Ο Δεκέμβριος του 1944», Εκδόσεις «Σάκκουλα», Αθήναι, 1945, σελίδες 56η-57η.]
  30. [Τάσος Κωστόπουλος, «Η αυτολογοκριμένη μνήμη», εκδόσεις «Φιλίστωρ», σελίδα 63η.]
  31. [Πέτρος Ρούσος: «Η μεγάλη πενταετία», τόμος Β', εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», σελίδα 358η.]
  32. [Κατάθεση Θεμιστοκλή Τσάτσου, εφημερίδα «Ελευθερία», φύλλο 28ης Φεβρουαρίοu 1945.]
  33. [Κατάθεση Θεμιστοκλή Σοφούλη, εφημερίδα «Ριζοσπάστης», φύλλο 5ης Μαρτίοu 1945.]
  34. [Κατάθεση Γεωργίου Παπανδρέου, εφημερίδα «Εμπρός», φύλλο 16ης Μαρτίοu 1945.]
  35. «Γεώργιος Παπαδόπουλος, Τάγματα Ασφαλείας και ‘Χ’»: Μια απόπειρα συγκέντρωσης και επανεκτίμησης του παλαιότερου και νεότερου τεκμηριωτικού υλικού Λεωνίδας Καλλιβρετάκης, περιοδικό «Αρχειοτάξιο», τεύχος 8ο, Αθήνα, 2006, σελίδες 109η-147η.]
  36. [Brigitte Friang, εφημερίδα «Le Monde Diplomatique», φύλλο 7ης Μαΐου 1969.]
  37. [Θρασύβουλος Τσακαλώτος, «Η μάχη των ολίγων», Αθήνα 1971, σελίδα 106η.]
  38. [Βασίλειος Σταυρογιαννόπουλος, «Η ζωή της Κατοχής και τα Τάγματα Ασφαλείας», β. Κομνηνός Πυρομάγλου, «Η εθνική αντίσταση», εκδόσεις «Δωδώνη», Αθήνα 1975, σελίδα 254η.]
  39. [Βασίλειος Σταυρογιαννόπουλος, «Πικρές αναμνήσεις», Αθήναι 1974, σελίδα 330η.]