Νικόλαος Μακαρέζος

Από Metapedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Νικόλαος Ιωαν. Μακαρέζος, Έλληνας εθνικιστής, ανώτατος αξιωματικός του Ελληνικού στρατού, ο οποίος υπηρέτησε ως Ταξίαρχος στο Πυροβολικό και αποστρατεύτηκε με το βαθμό του υποστρατήγου ε.α., ένας από τους τρεις πρωταγωνιστές -μαζί με το Γεώργιο Παπαδόπουλο και το Στυλιανό Παττακό- της επιβολής του καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967 που διατέλεσε αντιπρόεδρος και Υπουργός Εθνικής Οικονομίας κυβερνήσεων του καθεστώτος ενώ υπήρξε συγγραφέας βιβλίων ιστορικού και πολιτικού περιεχομένου, γεννήθηκε το 1919 στην κωμόπολη Γραβιά της επαρχίας Παρνασσίδος του νομού Φθιώτιδος και πέθανε στις 3 Αυγούστου 2009 [1] [2] [3] στην Αθήνα. Η εξόδιος ακολουθία του τελέστηκε το απόγευμα της Τρίτης 4 Αυγούστου 2009 στο κοιμητήριο του Δήμου Παπάγου, όπου και τάφηκε.

Ήταν παντρεμένος με τη Χαρίκλεια Μακαρέζου, το γένος Γ. Ματθαίου, αδελφή του καθηγητού Μέσης Εκπαιδεύσεως Αλέξανδρου Γ. Ματθαίου που διατέλεσε Υπουργός Γεωργίας και Βορείου Ελλάδος κυβερνήσεων της 21ης Απριλίου, με την οποία κατοικούσαν σε ιδιόκτητη οικία στην οδό Κυρήνειας στον οικισµό Παπάγου και από το γάμο του απέκτησε δύο παιδιά, μια κόρη την Αικατερίνη και έναν γιο, τον οικονομολόγο Ιωάννη Μακαρέζο.
Νικόλαος Μακαρέζος

Πίνακας περιεχομένων

Βιογραφία

Ο Νικόλαος Μακαρέζος κατάγονταν από οικογένεια σχετικά εύπορων κτηματιών και μικρεμπόρων του νομού Φωκίδος στη Στερά Ελλάδα. Πατέρας του ήταν ο Ιωάννης Αθαν. Μακαρέζος [4], που γεννήθηκε το 1883 και πέθανε στις 19 Δεκεμβρίου 1948, παντοπώλης, που διατηρούσε ένα από τα δέκα παντοπωλεία της κωμοπόλεως Γραβιά του νομού Φωκίδος, αγρότης και κτηνοτρόφος, ενώ μητέρα του ήταν η Αικατερίνη Μακαρέζου, που πέθανε στις 17 Νοεμβρίου 1946. Ο Νικόλαος ήταν ο δευτερότοκος γιός της οικογένειας, ενώ ένας ακόμη αδελφός του ο Νικόλαος που γεννήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1918 πέθανε από γρίπη, πριν συμπληρώσει τον πρώτο χρόνο της ζωής του [5], κι είχε δύο αδελφούς, τον πρωτότοκο Αθανάσιο και τον μικρότερο Παναγιώτη, γνωστό ως Τάκη, Μακαρέζο. Ο Νικόλαος παρακολούθησε τα μαθήματα της Βασικής εκπαιδεύσεως στη Γραβιά, ενώ φοίτησε και αποφοίτησε από το Γυμνάσιο της Λαμίας.

Μετά από επιτυχημένες εξετάσεις, εισήλθε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων στις 16 Οκτωβρίου 1937, όταν δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες ο πίνακας των επιτυχόντων του εκπαιδευτικού έτους 1937-38, ενώ η Τάξη της Σχολής Ευελπίδων ξεκίνησε τα μαθήματα στις 23 Οκτωβρίου 1937 με 311 Ευέλπιδες που κατανεμήθηκαν σε 6 Εκπαιδευτικά Τμήματα, 3 Οργανικούς Λόχους και 3 Λόχους Ασκήσεων. Ανήκε στην «Γενιά του 1937» της Σχολής Ευελπίδων, μιά από τις δύο οι οποίες εισήλθαν και αποφοίτησαν από τη Σχολή στη διάρκεια του καθεστώτος της «4ης Αυγούστου» με πρωθυπουργό τον Ιωάννη Μεταξά. Στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων ο Μακαρέζος υπήρξε συμφοιτητής με τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, με τον οποίο συνδέθηκαν με φιλική σχέση. Τον Αύγουστο του 1940 ο Μακαρέζος αποφοίτησε από την Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων με το βαθμό του Ανθυπολοχαγού και τοποθετήθηκε στο Πυροβολικό [6], που ήταν το πρώτο Όπλο της επιλογής του, σύμφωνα με το βαθμό της αποφοιτήσεως του από τη Σχολή στην οποία ήταν ένας από τους τέσσερις αριστεύσαντες. Μετά την ορκωμοσία του παρακολούθησε δύο υποχρεωτικά μαθήματα ως ανώτερη εκπαίδευση, το Χημικό Πόλεμο και τη Μετεωρολογία, έως τις 24 Σεπτεμβρίου 1940, όταν τοποθετήθηκε στο 1ο Σύνταγμα Βαρέος Πυροβολικού. Ολοκλήρωσε την στρατιωτική του κατάρτιση στη Σχολή Πυροβολικού στο Μεγάλο Πεύκο Αττικής. Αργότερα παρακολούθησε την Αγγλική Σχολή Εκπαιδευτών Πυροβολικού στην Almaza του Καΐρου, την Αμερικανική Σχολή Πυροβολικού στο Μπαμπενχάουζεν της Γερμανίας, την Σχολή Γενικής Μορφώσεως στην Αθήνα και στην Ανωτέρα Σχολή Πολέμου στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε οικονομικές και πολιτικές επιστήμες και ήταν κάτοχος τριών Πανεπιστημιακών πτυχίων, από την Α.Σ.Ο.Ε.Ε., την Πάντειο Σχολή και την Ανωτάτη Σχολή Βιομηχανικών Σπουδών.

Στρατιωτική δράση

Ο Μακαρέζος έλαβε μέρος στον πόλεμο του 1940, στον Νότιο Τομέα στη γραμμή μετώπου Καλπάκι-Χάνι Γεωργουτσάδες-Δέλβινο-Άγιοι Σαράντα-Άγιος Δημήτριος-Χειμάρρα. Στη διάρκεια της κατοχής της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονα, συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση και πολέμησε μέσα από τις τάξεις της αντιστασιακής οργανώσεως Ε.Ο.Ε.Α., [«Εθνικές Ομάδες Ελλήνων Ανταρτών»], του στρατηγού Ναπολέοντα Ζέρβα και στο 5/42 Σύνταγμα του Συνταγματάρχου Δημητρίου Ψαρρού. Στα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 1944 στην Αθήνα ήταν Υποδιοικητής και στη συνέχεια Διοικητής Λόχου στο 172ο Τάγμα Εθνοφυλακής, με Διοικητή τον Ταγματάρχη Ρουφόπουλο. Στη διάρκεια των επιχειρήσεων του 3ου κομμουνιστικού γύρου, στη διάρκεια της ενόπλου ανταρσίας των συμμοριών του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, ο Μακαρέζος πολέμησε στη γραμμή μετώπου Μουργκάνα-Γράμμος-Βίτσι-Σινιάτσικο ως Διοικητής Πυροβολαρχίας της 152 Μ.Μ.Π. με Διοικητές τους Ταγματάρχες Πυροβολικού, Ανδρέα Σιαπκαρά και Παύλο Δημόπουλο, μέχρι τη λήξη του συμμοριτοπολέμου. Τιμήθηκε με ηθικές αμοιβές και διακρίσεις, όπως μετάλλια, παράσημα, έπαινοι και εύφημοι μνείες. Υπηρέτησε ως Εκπαιδευτής Πυροβολικού στην Σχολή Πυροβολικού στο Μεγάλο Πεύκο και ως Καθηγητής στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και στην Ανωτέρα Σχολή Πολέμου, καθώς και ως Στρατιωτικός Ακόλουθος στην Ελληνική Πρεσβεία της Βόννης και το 1966 μετατέθηκε στην Κ.Υ.Π. [Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών].

21η Απριλίου 1967

Από κοινού με τον Ταξίαρχο Στυλιανό Παττακό των Τεθωρακισμένων και τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, Συνταγματάρχη του Πυροβολικού, συμμαθητή και στενό του φίλο από τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, οργάνωσαν, εκτέλεσαν και ηγήθηκαν της στρατιωτικής επαναστάσεως της 21ης Απριλίου 1967. Το απόγευμα της 20ής Απριλίου, οι τρεις άνδρες προσευχηθεί στο ναό της Αγίας Βαρβάρας, προστάτιδας του Πυροβολικού, στο Χαλάνδρι. Στις 9 το βράδυ της ίδιας μέρας, οι στρατιωτικοί που συμμετείχαν στην Επαναστατική Επιτροπή, μεταξύ τους και ο ίδιος ο Μακαρέζος, συνεδρίασαν για τελευταία φορά στο σπίτι του αντισυνταγματάρχη Μιχαήλ Μπαλόπουλου στην οδό Φρύνης στο Παγκράτι και συζήτησαν τις τελευταίες λεπτομέρειες, ενώ μια τελευταία σύσκεψη είχε προγραμματιστεί για τις 11 το βράδυ στο σπίτι του Δημήτρη Ιωαννίδη στο Γαλάτσι, ελάχιστη ώρα πριν ξεκινήσει ο καθένας για το γραφείο ή την μονάδα του. Ο Παττακός, ως διοικητής του Συγκροτήματος Τεθωρακισμένων με έδρα το Γουδί, με τον βαθμό του Ταξιάρχου, τέθηκε επικεφαλής 100 τεθωρακισμένων έφτασε στον κόμβο Αμπελοκήπων και διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην επιβολή του καθεστώτος.

Στις 2:00 μετά τα μεσάνυχτα τα άρματα μάχης εξήλθαν από το στρατόπεδο και ο Μακαρέζος, μετά του Ιλάρχου Διοικητού του Σχηματισμού, επέβαινε στο πρώτο άρμα που κινήθηκε προς το Πεντάγωνο, επιβάλλοντας το καθεστώς. Εκείνη την ώρα τέθηκε σε εφαρμογή το σχέδιο «Προμηθεύς», για την αντιμετώπιση του κομμουνιστικού κινδύνου, με αποτέλεσμα να κινηθούν όλες οι στρατιωτικές μονάδες της Αττικής. Μία από τις πρώτες ενέργειες των επαναστατών ήταν να συλλάβουν τον αρχηγό του Γ.Ε.Σ., [Γενικό Επιτελείο Στρατού], αντιστράτηγο Γρηγόρη Σπαντιδάκη και να τον αντικαταστήσουν με τον Οδυσσέα Αγγελή, που έδωσε εντολή σε όλους του μεγάλους στρατιωτικούς σχηματισμούς της χώρας να εφαρμόσουν το σχέδιο «Προμηθεύς». Στις 3:30 τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου 1967, η Επανάσταση είχε επικρατήσει αναίμακτα, ενώ με Συντακτική πράξη στη διάρκεια της ημέρας ανεστάλησαν οι διατάξεις του Συντάγματος και ματαιώθηκαν οι εκλογές της 28ης Μαΐου 1967. Η στρατιωτική επανάσταση κατάργησε την κυβέρνηση του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, τον οποίο συνέλαβε εικοσαμελής ομάδα στρατιωτών, υπό τις διαταγές του λοχαγού Ηρακλή Θωμά, συγχωριανού και στενού συνεργάτη του στρατηγού Οδυσσέα Αγγελή.

Καθ' οδόν για το Τατόϊ [7]
Η συντηρητική εφημερίδα «Καθημερινή» στην πρώτη της σελίδα δημοσίευσε ένα μονόστηλο με τίτλο «Την 2αν πρωινήν εξερράγη στρατιωτικόν κίνημα. Συνελήφθησαν πολιτικοί άνδρες», ενώ η αριστερή εφημερίδα «Αυγή» πάνω από τον τίτλο της έγραφε, «Συνελήφθησαν από στρατιωτικούς οι Μ. Γλέζος, Λ. Κύρκος, Α. Παπανδρέου. Ασυνήθιστες κινήσεις στρατιωτικών και αστυνομικών δυνάμεων». Το κείμενο ανέφερε: «...Την 2.30 πρωινήν δύναμις τεθωρακισμένων κατέλαβεν το κέντρο των Αθηνών. Υπό τα έκπληκτα βλέμματα των ολίγων Αθηναίων που εκυκλοφόρουν, την προκεχωρημένην αυτήν ώραν, τεθωρακισμένα απέκλεισαν τα Παλαιά Ανάκτορα ενώ στρατιωτικαί δυνάμεις κατελάμβανον τον Ο.Τ.Ε., τους ραδιοφωνικούς θαλάμους του Ε.Ι.Ρ. εις το Ζάππειον και τα υπουργεία». Και κατέληγε: «Η τηλεφωνική επικοινωνία διεκόπη περί την 2.45 πρωινήν. Προ της διακοπής, οι αντιληφθέντες τας κινήσεις των τεθωρακισμένων, ανήσυχοι, ετηλεφώνουν στις εφημερίδας διά να ζητήσουν πληροφορίας. Την 3.30 πρωινήν κατέστη σαφές ότι αι στρατιωτικαί δυνάμεις είχαν θέσει υπό τον έλεγχόν των το κέντρον της πόλεως. Φήμαι περί συλλήψεων πολιτικών ανδρών εκυκλοφόρουν και ουδείς ήτο εις θέσιν να παράσχη οιανδήποτε πληροφορία, περί των οργανωτών, της εκτάσεως και των σκοπών του στρατιωτικού κινήματος».

Στις 7 το πρωί, η ηγεσία των Επαναστατών επισκέφθηκε στα Ανάκτορα του Τατοΐου τον Βασιλιά Κωνσταντίνο και του ζήτησε να ορκίσει την κυβέρνησή τους. Η εφημερίδα «Ελεύθερος Κόσμος», ανάγγειλε την επιβολή του στρατιωτικού καθεστώτος, παραχωρώντας ολόκληρη την πρώτη σελίδα της, ενώ είχε κεντρικό τίτλο «Ο Στρατός ανέλαβε την εξουσία» και υπότιτλο «Ωρκίσθη Κυβέρνησις υπό τον κ. Κ. Κόλλιαν». Το κύριο άρθρο της έφερε την υπογραφή του εκδότη, ιδιοκτήτη και αρθρογράφου της Σάββα Κωνσταντόπουλου που με τίτλο «Η μοιραία πορεία», είχε κύριο θέμα τα γεγονότα και δικαιολογούσε τη στρατιωτική επέμβαση, περιγράφοντας, «...Αι περιστάσεις υπεχρέωσαν τον Στρατόν να αναλάβει πολιτική πρωτοβουλία...» καθώς «...Εβαδίζαμε μοιραίως προς την έκρηξιν ...» αλλά «...Ο στρατός φορεύς υγιούς πατριωτικού πνεύματος..» παρακολουθούσε «...με συνεχώς αυξανόμενη ανησυχία την επιδείνωση των πραγμάτων..» και «...υπεχρεώθη να επέμβη...» ενώ «...Η πράξις του προκάλεσε γενικήν ανακούφισιν...» [8]. Όπως έγραφε ο Κωνσταντόπουλος «...Η Κυβέρνησις Κόλλια, απετέλεσε συμβιβασμόν της Επαναστάσεως με τον Βασιλέα. Η μία πτέρυξ αυτής εξεπροσώπη τον Θρόνον. Και η άλλη, την Επανάστασιν. Ο κ. Κόλλιας εγνώριζεν ότι αρχηγός της Επαναστάσεως, ήτο ο Γ. Παπαδόπουλος...». Στις 17:30 το απόγευμα της 21ης Απριλίου 1967 ορκίστηκε το πρώτο κλιμάκιο της κυβερνήσεως Κόλλια στα Ανάκτορα της οδού Ηρώδου του Αττικού. Λίγες ώρες μετά την ορκωμοσία της κυβερνήσεως του Κωνσταντίνου Κόλλια, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος συναντήθηκε με τον Φίλιπ Τάλμποτ τον οποίο ρώτησε «...αν υπάρχει περίπτωσις να αποβιβαστούν αμερικανοί πεζοναύτες στην Ελλάδα, ώστε μαζί με τους Στρατηγούς του, να ανακτήσουν τον έλγχο των Ενόπλων Δυνάμεων...», ζητώντας άμεσα ξένη στρατιωτική επέμβαση στην χώρα [9]. Στις 22 Απριλίου 1967 ο Φίλιπ Τάλμποτ συμβούλεψε τον βασιλιά Κωνσταντίνο να μην αποχωρήσει από την Ελλάδα και να μην υποχωρήσει στους επαναστάτες, ενώ στις 24 Απριλίου οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής διέκοψαν τη δωρεάν παροχή στρατιωτικής βοήθειας στην Ελλάδα. Όταν μετά από λίγες μέρες ο Τάλμποτ είπε στο σταθμάρχη της C.I.A. στην Αθήνα, Τζακ Μέρι, ότι το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου ήταν ο βιασμός της Ελληνικής Δημοκρατίας, αυτός του απάντησε κυνικά «...Μα, πως είναι δυνατόν να βιάσεις μία πόρνη;..». Ο Μακαρέζος αποστρατεύτηκε στις 13 Δεκεμβρίου του 1967, μετά από αίτηση του, με το βαθμό του Υποστρατήγου σε αποστρατεία.

Κυβερνητικές θέσεις

Ο Μακαρέζος το απόγευμα της 21ης Απριλίου 1967 ανέλαβε

Αυθημερόν επέβαλλε περιορισμούς στις οικονομικές συναλλαγές, όπως το κλείσιμο του Χρηματιστηρίου και των Τραπεζών, ώστε να μη διενεργούνται αγοραπωλησίες συναλλάγματος και χρυσών λιρών ή αναλήψεις καταθέσεων, μέτρα τα οποία κατάργησε, δύο ημέρες αργότερα, στις 23 Απριλίου του ίδιου έτους. Διατήρησε τη θέση του στο Υπουργείο Συντονισμού [11] έως τις 28 Σεπτεμβρίου 1973 που παραιτήθηκε.

Ο Νικόλαος Μακαρέζος έχοντας την ευθύνη εποπτείας του τομέα της Εθνικής Οικονομίας σημείωσε εξαιρετικά αποτελέσματα και η Ελληνική οικονομία γνώρισε άνθηση σε όλους τους τομείς [12]. Στον κυβερνητικό ανασχηματισμό της 25ης Αυγούστου 1971 ο Μακαρέζος κατάλαβε τη θέση και επιφορτίστηκε με καθήκοντα Β' Αντιπροέδρου της κυβερνήσεως. Στις 26 Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου παραχώρησε συνέντευξη σε γερμανικό δεκαπενθήμερο περιοδικό και έθεσε έμμεσα καθεστωτικό θέμα, τονίζοντας ότι «...ως Έλληνες πολίται οι αξιωματικοί των ενόπλων δυνάμεων της χώρας ημών δικαιούνται αναμφιβόλως να έχουν ιδίαν γνώμην επί της μορφής του πολιτεύματος...». Στις 20 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους ο Μακαρέζος κατάργησε την φορολογική απαλλαγή που απολάμβαναν οι βασιλείς της χώρας από το 1911 με την αναθεώρηση του Συντάγματος που πραγματοποίησε ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Στις 12 Δεκεμβρίου 1972, με εντολή του διακόπηκαν οι συνεδριάσεις του Χρηματιστηρίου Αθηνών με αφορμή καταγγελίες για κερδοσκοπικά φαινόμενα και το Χρηματιστήριο επαναλειτούργησε στις 20 Ιανουαρίου 1973. Ο Μακαρέζος απομακρύνθηκε, επισήμως παραιτήθηκε, στις 28 Σεπτεμβρίου 1973, καθώς διαφώνησε με την παράδοση της εξουσίας στον πολιτικό Σπύρο Μαρκεζίνη, με την εντολή διενέργειας εκλογών και στο διάστημα από τις 12 Μαρτίου έως τις 15 Απριλίου του 1974 επισκέφθηκε τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, όπου βολιδοσκόπησε παράγοντες της ομογένειας και αναζήτησε λύσεις ανατροπής του καθεστώτος της 21ης Απριλίου και του Γεωργίου Παπαδόπουλου.

Τάμα του Έθνους

Ο Μακαρέζος είχε οριστεί από τον Παπαδόπουλο ως μέλος της επιτροπής για την ανέγερση του ναού του Σωτήρος στα Τουρκοβούνια, την οποία εξήγγειλε στις 14 Δεκεμβρίου 1968 ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, ως εκπλήρωση της σχετικής υποσχέσεως της Δ' Εθνοσυνελεύσεως του 1829 για την απελευθέρωση της Ελλάδος. Το έργο εγκρίθηκε στις 5 Ιανουαρίου 1969 σε συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου με τη συμμετοχή του Αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου Κοτσώνη. Για την επίβλεψή του συστήθηκε το Μάιο του ίδιου έτους μια «Ανώτατη Επιτροπή» με πρόεδρο το Γεώργιο Παπαδόπουλο και μέλη της τον Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Α'Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο, τους υπουργούς Εσωτερικών Στυλιανό Πατττακό, Συντονισμού Νικόλαο Μακαρέζο, Παιδείας Θεοφύλακτο Παπακωνσταντίνου, Δημοσίων Έργων Κ. Παπαδημητρίου και τον Υφυπουργό Προεδρίας Κωνσταντίνο Βοβολίνη. Ένα δεύτερο σώμα, το «Γνωμοδοτικό Συμβούλιο», αποτελούνταν από τον Πρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών, τους πρυτάνεις του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου και του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου, τον Δήμαρχο Αθηναίων, τον Γενικό Διευθυντή Αρχαιοτήτων και τον κοσμήτορα της Αρχιτεκτονικής. Σύμφωνα με τη σχετική εξαγγελία «...Ο Ναός του Σωτήρος Χριστού, αφ’ ενός μεν υλοποιεί την υπόσχεσιν που έδωσε το Έθνος προς τον Θεό, και αφ’ ετέρου θ’ αποτελέση, μετά την οικοδόμησίν του, το τρίτο αρχιτεκτονικό οικοδόμημα των Αθηνών, μετά τον κλασικό Παρθενώνα και τον Βυζαντινό Λυκαβηττό..».

Ανατροπή Παπαδόπουλου

Το καλοκαίρι του 1973 ο Παπαδόπουλος εκλέχθηκε στη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας με αντιπρόεδρο τον Οδυσσέα Αγγελή και ανέθεσε το σχηματισμό κυβερνήσεως στον Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη με σκοπό τη διεξαγωγή εκλογών, οι οποίες αποτράπηκαν από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου που οδήγησαν στην επιβολή στρατιωτικού νόμου. Ακολούθησε η απομάκρυνση του Παπαδόπουλου από τη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας, από στρατιωτικό κίνημα υπό τον Δημήτριο Ιωαννίδη, και η ανατροπή του καθεστώτος της 21ης Απριλίου. Ο Μακαρέζος, που είχε ήδη απομακρυνθεί από την κυβέρνηση, απόφαση με την οποία διαφώνησε με τον Παπαδόπουλο, στο πλαίσιο της πολιτικοποιήσεως του καθεστώτος όπως και ο Στυλιανός Παττακός, παρέμεινε σε κατ' οίκον περιορισμό μέχρι τις 23 Ιουλίου 1974, ημέρα της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο.

Σε δημοσίευμα της Αθηναϊκής εφημερίδας «Real News» το 2012, αναφέρεται ότι την παραμονή του κινήματος Ιωαννίδη, ο Μακαρέζος συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό Σπύρο Μαρκεζίνη στον οποίο είπε «Το καθήκον μου επιβάλλει να πω τη σκληρή αλήθεια. Μόνος τρόπος εξόδου από το αδιέξοδο είναι άρση του στρατιωτικού νόμου, παραίτηση του Παπαδόπουλου, ανάληψη της προεδρίας από τον αντιπρόεδρο Αγγελή και εκλογές». Πρόσθεσε ότι από δημοσκόπηση που έκανε στην Αθήνα, διαπίστωσε πως το 93% εκφραζόταν κατά του Παπαδόπουλου, το 7% ήταν αδιάφορο, ενώ στους στρατιωτικούς διαπιστώθηκε άρνηση εκδηλώσεως γνώμης. Με τον Μαρκεζίνη συναντήθηκε και ο καθηγητής Ιωάννης Γεωργάκης, που τον προειδοποίησε ότι «θα σας ανατρέψει ο Ιωαννίδης» και τον προέτρεψε να ενημερώσει τον Παπαδόπουλο. Και ο Στυλιανός Παττακός όμως είδε τον Μαρκεζίνη και τον πίεσε να επισπεύσει τις εκλογές. Πήγε μάλιστα και είδε και τον Παπαδόπουλο στον οποίο είπε «Γιώργο, πρόσεχε τον Μίμη. Κάτι ετοιμάζει!», όμως ο Παπαδόπουλος του επισήμανε ότι «Ο Μίμης είναι πιστός φίλος. Αρσακειάδα!» και ο Παττακός του απάντησε «Μου το είπες και πέρυσι, αλλά… πρόσεχε… Άκουσε με! Θυμήσου την Αρσακειάδα που ο φίλος μας την έπιασε σε ξένη αγκαλιά…».

Το βράδυ της ίδιας μέρας ο Μαρκεζίνης επισκέφτηκε τον Παπαδόπουλο στο Λαγονήσι και του έθεσε το θέμα άρσεως του στρατιωτικού νόμου και ορισμού ημέρας διεξαγωγής των εκλογών. Ο Παπαδόπουλος θεωρούσε ως πρόσφορη ημερομηνία την 10η Μαρτίου 1974, ενώ ο Μαρκεζίνης επέμενε για τη 10 Φεβρουαρίου 1974 και παρόντος του στρατηγού Αγγελή μετέφερε στον Παπαδόπουλο και άλλες πληροφορίες, αλλά από τη σιγή του αποκόμισε την άποψη ότι τα γνώριζε. Ο Παπαδόπουλος στράφηκε στον Αγγελή λέγοντας, «Νομίζω ότι πρέπει να είπωμεν εις τον Ιωαννίδην να παρουσιασθεί εις τον πρωθυπουργόν ώστε να μορφώσει ο ίδιος γνώμην, αν πρόκειται περί ανθρώπου ικανού να διαπράξει όσα διαδίδουν». Φεύγοντας ο Μαρκεζίνης είπε στον Παπαδόπουλο, «Περιμένω απάντησιν ημερομηνίας των εκλογών» και ο Παπαδόπουλος απάντησε, «Α, ναι, έχετε δίκαιον…».

Εξορία-Δίκη & Καταδίκη

Ο Μακαρέζος παρέμεινε σε κατ' οίκον περιορισμό έως την πτώση του καθεστώτος υπό τον Δημήτριο Ιωαννίδη, την ορκωμοσία και την παράδοση της διακυβερνήσεως σε πολιτική κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Την 26η Ιουλίου 1974 δημοσιεύθηκε Προεδρικό Διάταγμα Γενικής Αμνηστίας με αριθμό 519, το οποίο όριζε, «...Αμνηστεύονται τα καθ' οιονδήποτε τρόπον τελεσθέντα μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος εγκλήματα, τα προβλεπόμενα και τιμωρούμενα υπό των διατάξεων του Ποινικού Κώδικος, του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικος κ.λπ. και αυτόθι αναφερομένων νόμων, ως επίσης και τα προς αυτά συναπτόμενα ή συναφή, εφ' όσον ταύτα έχουν σχέσιν προς την κατάστασιν την δημιουργηθείσαν από της 21/4/1967. Ομοίως αμνηστεύονται τα αυτά ως άνω εγκλήματα, τελεσθέντα προ της 21/4/1967 και τα προς αυτά συναπτόμενα ή συναφή, εφ' όσον οπωσδήποτε απέβλεπον προς την ανατροπήν της καθεστηκυίας τάξεως...».

Εξορία

Στις 9 Σεπτεμβρίου 1974, οι δικηγόροι Αλέξανδρος Λυκουρέζος, ο οποίος λίγα χρόνια αργότερα τάχθηκε δημόσια και ξεκάθαρα υπέρ της αποφυλακίσεως του [13], και Δημήτριος Χαρισιάδης, υπέβαλλαν μήνυση -με βάση το Αστικό Δίκαιο- εναντίον των πρωταιτίων του στρατιωτικού καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967, επειδή υπέστησαν αστική ζημία, καθώς από την ενέργεια του παρεμποδίστηκε η επαγγελματική τους ανέλιξη. Στις 24 Σεπτεμβρίου 1974, ο συνταγματάρχης της Χωροφυλακής Νικόλαος Πορρικός με εντολή του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως Σόλωνα Γκίκα και του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή, επισκέφθηκε τον Παπαδόπουλο, στον οποίο μετέφερε τη θέληση του Καραμανλή, να μείνει μακριά από οποιαδήποτε πολιτική ανάμειξη, όμως εισέπραξε αρνητική απάντηση του Παπαδόπουλου, που είχε ήδη αποφασίσει την πολιτική εμπλοκή του. Στις 3 Οκτωβρίου 1974, η Βουλή των Ελλήνων με πρωτοβουλία των βουλευτών του κόμματος «Νέα Δημοκρατία», εξέδωσε Συντακτική Πράξη με με την οποία εξαίρεσε από την αμνηστία που είχε χορηγηθεί τους πρωταιτίους της 21ης Απριλίου και ο ίδιος, καθώς και οι Γεώργιος Παπαδόπουλος, Στυλιανός Παττακός, Ιωάννης Λαδάς και Μιχαήλ Ρουφογάλης, συνελήφθησαν στις 6 το πρωί της 23ης Οκτωβρίου 1974 και εκτοπίστηκαν αυθημερόν, στη νησί της Κέας, διότι «...αναπτύσσουν συνωμοτικήν δραστηριότητα, προκαλούν ανησυχία και δημιουργούν τας προϋποθέσεις διαταράξεως της ησυχίας και της γαλήνης του λαού...» [14].

Άσκηση διώξεως

Νικόλαος Μακαρέζος
Την 1η Νοεμβρίου 1974, ασκήθηκε δίωξη εναντίον του από τον προϊστάμενο της εισαγγελίας Εφετών Αθηνών Μενέλαο Κουτσάκο, καθώς και των Γεωργίου Παπαδόπουλου, Στυλιανού Παττακού, και 62 ακόμη συνεργατών τους. Στις 29 Δεκεμβρίου 1974 ο ανακριτής Γεώργιος Βολτής απήγγειλε τις κατηγορίες της στάσεως, εσχάτης προδοσίας και προπαρασκευαστικών ενεργειών εσχάτης προδοσίας, κατά των πέντε εκτοπισμένων στην Κέα. Ο Μακαρέζος ζήτησε και έλαβε προθεσμία 20 ημερών προκειμένου να ετοιμάσει την υπερασπιστική του γραμμή. Στις 15 Ιανουαρίου ο ανακριτής επέστρεψε στην Κέα και στις 17 Ιανουαρίου ζήτησε την απολογία του Μακαρέζου, ο οποίος αρνήθηκε να απολογηθεί. Στις 18 Ιανουαρίου 1975 έγινε νόμος του Ελληνικού κράτους το παράτυπο «Δ' Ψήφισμα» της Ε' Αναθεωρητικής Βουλή των Ελλήνων, που αποφάσισε και καθόρισε τη μορφή του καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967 ως «πραξικόπημα» [15] και θέσπισε την αναδρομικότητα σε Ποινικά αδικήματα, πρωτοφανές γεγονός για τα νομικά χρονικά της Ελλάδος.

Το Δ’ ψήφισμα ήταν αποτέλεσμα παρανομίας καθώς ψηφίσθηκε από αναθεωρητική Βουλή, αρμόδια για την αναθεώρηση του Συντάγματος και όχι για την έκδοση ποινικών νόμων. Το ψήφισμα παρήγαγε μια σειρά από παράνομα αποτελέσματα καθώς εισήγαγε δεύτερο νόμο αναδρομικής ισχύος και ονόμαζε τους διωκόμενους ως ενόχους «στάσεως» και «σφετερισμού εξουσίας», καταπατώντας την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Τέλος το Ψήφισμα, παραβαίνοντας κάθε έννοια δικαίου και λογικής, χαρακτήριζε μια Επανάσταση που επικράτησε και νομοθέτησε για επτά χρόνια, ως «πραξικόπημα» το οποίο «ουδέποτε επικράτησε» και διακηρύσσει ότι δήθεν «η Δημοκρατία δικαίω ουδέποτε κατελύθη», δημιουργώντας πρωτοφανές κενό νομικής συνέχειας του Ελληνικού κράτους για μια ολόκληρη επταετία.

Ο Μακαρέζος και μαζί του οι υπόλοιποι τέσσερις εκτοπισμένοι συνελήφθησαν επισήμως στις 20 Ιανουαρίου, κατηγορούμενοι για εσχάτη προδοσία, και μεταφέρθηκαν στον Πειραιά με τορπιλάκατο του Πολεμικού Ναυτικού, ενώ στις 21 Ιανουαρίου 1975, προφυλακίστηκε με βάση το «Δ' Ψήφισμα» της Βουλής των Ελλήνων. Στις 22 Μαΐου 1975 δημοσιεύθηκε το υπ' αριθμό 414/75 βούλευμα του Πενταμελούς Συμβουλίου Εφετών, με το οποίο παραπέμφθηκε σε δίκη με τις κατηγορίες της «εσχάτης προδοσίας» και της «στάσεως» και στις 2 Ιουλίου 1975 η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου απέρριψε, με την υπ' αριθμόν 683 απόφαση, την αναίρεση που είχε ασκήσει κατά του βουλεύματος της παραπομπής του. Παράλληλα η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου αποφάνθηκε, με την απόφαση 684, ότι το δήθεν αδίκημα της «εσχάτης προδοσίας» της 21ης Απριλίου 1967, ήταν «στιγμιαίον».

Στις 28 Ιουλίου 1975 ξεκίνησε η δίκη των πρωταιτίων της 21ης Απριλίου, με την κατηγορία της «στάσεως» και της «εσχάτης προδοσίας» και έγινε δίχως την παράσταση πολιτικής αγωγής, κατόπιν αιτήματος της υπερασπίσεως, ενώ οι δικηγόροι των κατηγορουμένων αποχώρησαν, δηλώνοντας ότι η καταδίκη των πελατών τους είναι προαποφασισμένη. Δήλωση αναλήψεως ευθυνών έκαναν ο ίδιος αλλά και ο Στυλιανός Παττακός, ενώ όλοι οι κατηγορούμενοι δήλωσαν, «Γνωρίζω την κατηγορία, αλλά δεν την αποδέχομαι». Λίγα λεπτά μετά την έναρξη της διαδικασίας, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος δήλωσε «...Υπήρξα αρχηγός της επαναστάσεως (...). Ως εκ τούτου αναλαμβάνω την ευθύνη πλήρως, δι' όλους όσοι συμμετέσχον εις την εκδήλωσίν της και δι' όσα έπραξαν εντός του πνεύματος των διαταγών. Δε θα με ξανακούσητε εις το Δικαστήριόν σας. Θα αναμένω την απόφασίν σας (...)».

Δικαστική απόφαση

Το Σάββατο 23 Αυγούστου 1975 στη 1.10 το μεσημέρι, εκδόθηκε η απόφαση υπ' αριθμόν 477 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών [16] με πρόεδρο τον Εφέτη Ιωάννη Ντεγιάννη, έκπτωτο τέως στρατιωτικό δικαστή πριν την επικράτηση της 21ης Απριλίου 1967. Ο Μακαρέζος, που διώκονταν για τη συμμετοχή του στο καθεστώς της 21ης Απριλίου και τον βάρυναν οι κατηγορίες της στάσεως και της εσχάτης προδοσίας, καταδικάστηκε σε θάνατο για τη κατηγορία της στάσεως, σε ισόβια κάθειρξη και καθαίρεση με ταυτόχρονο υποβιβασμό στο βαθμό του Στρατιώτη για την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, ενώ η άσκηση της εξουσίας από τις 21 Απριλίου 1967 έως τις 24 Ιουλίου 1973 χαρακτηρίστηκε «στιγμιαίο αδίκημα». Το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό περί άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, καθώς και ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια, ενώ για τον ίδιο τον Μακαρέζο, όπως και για τους Γεώργιο Παπαδόπουλο και Στυλιανό Παττακό, δέχτηκε ότι υπήρξε υποκινητής και επικεφαλής της στάσεως. Την ίδια μέρα και ελάχιστες ώρες αργότερα η ποινή του Μακαρέζου μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη, ενώ στις 25 Αυγούστου το Υπουργικό Συμβούλιο επικύρωσε ομόφωνα την απόφαση.

Φυλάκιση

Ο Μακαρέζος μεταφέρθηκε και κρατήθηκε στις Φυλακές Κορυδαλλού Πειραιώς. Καθαιρέθηκε με Προεδρικό διάταγμα και υποβιβάστηκε στο βαθμό του στρατιώτη στις 21 Ιουνίου 1976, μετά την επικύρωση από τον Άρειο Πάγο της αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου, ενώ διαγράφηκε από τους καταλόγους των στελεχών της εφεδρείας. Σύμφωνα με τον Χρήστο Καθάρειο, Επίτιμο Αρεοπαγίτη, λόγω του παρανόμου της «δίκης» [17] και της αντισυνταγματικότητος των ποινών [18], οι θανατικές μετατράπηκαν, με πρωτοβουλία της κυβερνήσεως, λεκτικά και την ίδια μέρα.

Στις 29 Αυγούστου 1975 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είπε σε ομιλία του προς εν ενεργεία αξιωματικούς: «...Όταν ομιλούμε για ισόβια δεσμά, εννοούμε ισόβια δεσμά». Τέλος στις 16 Οκτωβρίου 1975, μιλώντας στην Ολομέλεια της Βουλής, ο Καραμανλής, ομολόγησε ότι, «...Τας ποινικάς κυρώσεις η Κυβέρνησις ενεπιστεύθη, όπως επεβάλετο, εις την Δικαιοσύνην, αφού προηγουμένως την διευκόλυνεν εις τον έργον της με συγκεκριμένα νομοθετικά μέτρα, όπως η γνωστή Συντακτική Πράξη και το γνωστόν Ψήφισμα. Και δεν πρέπει να πλανώμεθα. Εάν δεν είχον γίνει αυτά, αυτήν την στιγμήν ουδείς θα ήτο δυνατόν να δικάζεται και ουδείς θα ευρίσκετο εις την φυλακήν....» [19]. Μετά την παρέλευση τριετίας η θανατική ποινή μετατράπηκε αυτεπαγγέλτως και νομικώς, ως μη εκτελεσθείσα, εις ισόβιο κάθειρξη. Εξέτισε την ποινή του κρατούμενος στην ειδικά διαμορφωμένη πτέρυγα των Φυλακών Κορυδαλλού στον Πειραιά.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου αποκάλυψε στον Εβραιοαμερικανό συμφοιτητή του, μετέπειτα καθηγητή, Τζέημς Σβάρτς, ότι «....Έστειλα στον κύριο Παττακό μία επιστολή και τον παρακάλεσα να μου ζητήσει να βγει από την φυλακή. Και προς τιμήν του μου απήντησε ο Παττακός ότι θεωρεί τον εαυτόν του ως μόνο υπεύθυνο για την 21η Απριλίου. Και ότι συνεπώς, θα πρέπει να βγουν νωρίτερα από την φυλακή οι μη υπεύθυνοι ως αυτός». Το 1982 ο Παπανδρέου, τότε Πρωθυπουργός της Ελλάδος, έστειλε στην φυλακή τον Τζέημς Σβάρτς, που έδωσε στον Παττακό, ένα μικρό ραδιόφωνο κι ένα κουτί γλυκά, ενώ το Φθινόπωρο του ίδιου έτους, ο καθηγητής Σβάρτς έγραψε στον Παττακό, ότι μετέφερε στον Ανδρέα Παπανδρέου την συζήτησή τους. Την Μεγάλη Τετάρτη του 1988, η Δήμητρα Νικολαΐδου-Παττακού, επισκέφθηκε το Καστρί, μετά από πρόσκληση του Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος της υποσχέθηκε ότι θα αποφυλακίσει τους στρατιωτικούς κρατουμένους για την 21η Απριλίου, δύο μήνες πριν τις εκλογές, που σχεδίαζε να πραγματοποιήσει στο τέλος του 1988, όμως τα σχέδια ανατράπηκαν από την ασθένεια του και τη μετάβαση του στο νοσοκομείο του Χέρφιλντ [20].

Αποφυλάκιση

Ο Μακαρέζος παρέμεινε κρατούμενος έως το 1990, όταν αποφυλακίστηκε με δικαστική απόφαση για λόγους ανηκέστου βλάβης της υγείας του και τέθηκε σε «κατ' οίκον» περιορισμό. Πριν την κατάθεση της αιτήσεως του συζήτησε και συναποφάσισε με τους Γεώργιο Παπαδόπουλο και Στυλιανό Παττακό την μεθόδευση της διαδικασίας που επρόκειτο να ακολουθηθεί. Ο Παπαδόπουλος, που σε ότι αφορούσε τον ίδιο ήταν απολύτως αντίθετος με κάθε διαδικασία αποφυλακίσεως, συμφωνούσε με τις δικαστικές διαδικασίες που είχαν κινήσει οι συνεργάτες του και τους προέτρεψε να εμμείνουν σ' αυτές, καθώς θεωρούσε απολύτως απαραίτητη και χρήσιμη την εκτός φυλακών παρουσία τους. Με βάση την δικαστική απόφαση για την αποφυλάκιση του ο Μακαρέζος ήταν υποχρεωμένος να προσφεύγει κάθε πέντε μήνες στο Τριμελές Εφετείο, το οποίο ήταν επιφορτισμένο με την ευθύνη να επιβεβαιώνει ότι η υγεία του Μακαρέζου παρέμενε επισφαλής, προκειμένου να ανανεώνεται η κατ' οίκον νοσηλεία του. Ο Μακαρέζος πέθανε στο σπίτι που απέκτησε το 1960 στο Δήμο Παπάγου, πάμφτωχος και δίχως ιατροφαρμακευτική περίθαλψη την οποία είχε στερηθεί από το 1975, καθώς μετά την καταδίκη του είχε διαγραφεί από τα στρατιωτικά μητρώα και είχε κηρυχθεί σε αφάνεια.

Μνήμη Νικολάου Μακαρέζου

Ο Μακαρέζος θεωρούνταν ένας από τους βασικότερους συνεργάτες του Γεωργίου Παπαδόπουλου και δημιούργησε σχέσεις συγγένειας με τον Αντώνη Σκαρμαλιωράκη, ο Μακαρέζος πάντρεψε την Μαρία Σκαρμαλιωράκη την κόρη του Υποπτέραρχου Σκαρμαλιωράκη και βάπτισε την εγγονή του, την κόρη της Μαρίας. Ως το τέλος της ζωής του ο Μακαρέζος διακήρυσσε την υπερηφάνεια του για το οικονομικό θαύμα που πραγματοποίησε ως υπουργός στη περίοδο της παρουσίας του στο Υπουργείο Συντονισμού. Από το 1962 η οικονομική εφημερίδα «Τάιμς» του Λονδίνου είχε καθιερώσει βραβείο Όσκαρ στην χώρα που είχε τις καλύτερες οικονομικές επιδόσεις. Υπό εξέταση ήταν όλες οι χώρες της γης, και τον σχετικό έλεγχο διενεργούσαν οικονομολόγοι και σχολιαστές, υπό την προεδρία ειδικού επιστήμονα και οικονομολόγου που εμφανιζόταν με το ψευδώνυμο «Λόμπαρντ», πίσω από το οποίο κρυβόταν ο κορυφαίος οικονομολόγος Gordon Tether.

Η Ελλάδα τιμήθηκε το 1971 και η απόφαση αιτιολογήθηκε ως ακολούθως: «....Το βραβείο ΟΣΚΑΡ απονεμήθηκε στην Ελλάδα, διότι επέτυχε ταχεία ανάπτυξη, υγιές ισοζύγιο εξωτερικών πληρωμών και σχεδόν την καλύτερη αντιπληθωριστική πολιτική του έτους 1971, απογοητεύσασα έτσι τους πολλούς επικριτές του καθεστώτος των Συνταγματαρχών». Το 1972 η Ελληνική οικονομία βραβεύτηκε για δεύτερη φορά, σχετική δημοσίευση έγινε στο φύλλο της 15ης Ιανουαρίου 1973 και κατατάχτηκε για την καλύτερη σε όλους τους τομείς οικονομική επίδοση μεταξύ όλων των χωρών του Κόσμου. Η απόφαση αιτιολογήθηκε ως εξής: «...Το βραβείο των χωρών υψηλής αυξήσεως του εισοδήματος απονέμει στην Ελλάδα για την επίτευξη ενός ρυθμού αναπτύξεως 8,5%, με παράλληλα ισχυρή θέση ως προς τις εξωτερικές της πληρωμές και εξαιρετική προσέγγιση προς την νομισματική σταθερότητα επίτευγμα για το οποίο απέσπασε δίκαιο τον έπαινο του ΟΟΣΑ...». Η οικονομική πολιτική των κυβερνήσεων του Γεωργίου Παπαδόπουλου απέδωσε καρπούς με αποτέλεσμα την άνοδο του λαϊκού βιοτικού επιπέδου καθώς αυξήθηκαν ή και διπλασιάστηκαν μισθοί και συντάξεις. Παράλληλα τα δημόσια οικονομικά ήταν σε ικανοποιητικά επίπεδα, η ανεργία είχε σχεδόν μηδενιστεί, δεν είχε επιβληθεί κανένας νέος φόρος, το δημόσιο και ιδιωτικό, εσωτερικό και εξωτερικό, χρέος βρισκόταν σε χαμηλά επίπεδα, οι προϋπολογισμοί του Ελληνικού κράτους ήταν πλεονασματικοί, γεγονότα που αποδεικνύουν την επιτυχία του πενταετούς προγράμματος 1968-72 που εκπόνησε ο Μακαρέζος, οικονομικός εγκέφαλος του καθεστώτος και το 1973 η ανάπτυξη είχε φθάσει το 8,3% ποσοστό που ανατράπηκε βίαια τα χρόνια μετά την πτώση του καθεστώτος.

Ο Μακαρέζος γράφει [21] ότι, την ημέρα της ανατροπής του Παπαδοπούλου, τον επεσκέφθη στην κατοικία του, ο στενός συνεργάτης του Ιωάννης Δημητρακόπουλος, ο οποίος του μετέφερε «σημαντικό μήνυμα» του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Ανάλογη πρωτοβουλία υπήρξε και στις 30 Νοεμβρίου 1973, όταν ο Αχιλλέας Καραμανλής, αδελφός του Κωνσταντίνου Καραμανλή, μετέφερε στον Μακαρέζο μήνυμα του αδελφού του, με το οποίο του ζητούσε να κληθεί ο Καραμανλής εκ μέρους των Ενόπλων Δυνάμεων ώστε να υπάρξει ομαλή έξοδος παραθέτοντας για επιβεβαίωση ιδιόγραφο σημείωμα και επικαλούμενος έξι μάρτυρες-διαμεσολαβητές. Ο Καραμανλής ζητούσε διαπραγματεύσεις με σκοπό να αναλάβει Πρόεδρος της Δημοκρατίας με Πρωθυπουργό το Νικόλαο Μακαρέζο και να οδηγηθεί η χώρα σε ελεύθερες εκλογές, με αντάλλαγμα «...να βοηθήσει εις την επικράτησιν εις τας πρώτας εκλογάς ενός συντηρητικού κόμματος, το οποίο θα εδημιουργείτο εντός των επιθυμητών από τας Ενόπλους Δυνάμεις και την Επανάστασιν πλαισίων..». Ο Μακαρέζος προσπάθησε να πείσει τον Ιωαννίδη να αποδεχθεί το σχέδιον Καραμανλή, στέλνοντας του επιστολή μέσω του Συνταγματάρχου Αντωνίου Λέκα, ενώ ανάλογη προσπάθεια κατρέβαλε και ο Συνταγματάρχης Ιωάννης Λαδάς.

Σύμφωνα με όσα γράφει [22] ο Ταγματάρχης ε.α. Αριστείδης Παλαΐνης, σε επιστολή του που δημοσιεύθηκε στον ημερήσιο Αθηναϊκό τύπο, «...ο ισχυρός ανήρ του μεγάλου Δημοσιογραφικού Ομίλου, (σ.σ.εννοεί τον Σταύρο Ψυχάρη [23]) αμέσως μετά την πτώση της Κυβέρνησης ΠαπαδόπουλουΜαρκεζίνη, και γνωρίζων την πρόθεση πολιτικοποίησης και την αμετάκλητη απόφαση, των μικρών κυρίως σε βαθμό αξιωματικών του νέου Στρατιωτικού Καθεστώτος, για την δημιουργία νέων πολιτικών δυνάμεων, πρωταγωνίστησε σε προσπάθεια να μας πείσει ότι, η ενδεδειγμένη πολιτική λύσις για την περίοδο εκείνη ήταν η επάνοδος του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Μάλιστα, ζήτησε τη μεσολάβηση Μακαρέζου και Λαδά για να μας μεταφέρουν προτάσεις του Κ. Καραμανλή προκειμένου να πεισθούμε να εγκρίνουμε την ανάθεση της Προεδρίας της Δημοκρατίας σ’ αυτόν και στον Ν. Μακαρέζο την Πρωθυπουργία, για μια μεταβατική Κυβέρνηση μικρού χρόνου, έως ότου διεξαχθούν οι πρώτες εκλογές. Παράλληλα, συγγενικό πρόσωπο του Κ. Καραμανλή υπέβαλε παρόμοιες προτάσεις σε ανώτερο αξιωματικό της Κ.Υ.Π., με τον οποίο διατηρούσε παλαιά γνωριμία. Λόγω της σθεναρής αντίδρασής μας στις προτάσεις αυτές, υποδείξαμε στον Ν. Μακαρέζο να παύσει κάθε επαφή με παλαιούς πολιτικούς και εκπροσώπους τους. Εν συνεχεία διαπιστώσαμε ότι ο Ν. Μακαρέζος συνέχιζε τις συναντήσεις του με τον Χρήστο Λαμπράκη και στις συναντήσεις αυτές τον μετέφερε ο κ. Σ. Ψυχάρης, οδηγών ένα μικρό Volkswagen...».

Εργογραφία

Έχει συγγράψει τα έργα,

  • «Ιστορική Μαρτυρία Α'-Πώς οδηγηθήκαμε στην 21η Απριλίου 1967. 21η Απριλίου 1967-8 Οκτωβρίου 1973: Από τα όχι της Πίνδου και των οχυρών της γραμμής Μεταξά στο όχι της Απριλιανής επαναστάσεως στον 4ο γύρο και στην εγκαθίδρυση της σταλινικής δικτατορίας», το 2005, εκδόσεις «Πελασγός» του Ιωάννη Γιαννάκενα.
  • «Ιστορική Μαρτυρία Β'-Η οικονομία της Ελλάδος. 21η Απριλίου 1967-8η Οκτωβρίου 1973», το 2006, εκδόσεις «Πελασγός» του Ιωάννη Γιαννάκενα.
  • «Ιστορική Μαρτυρία Γ'-Πώς καταλήξαμε στην μεταπολίτευση», το 2010, εκδόσεις «Ίρις-Α.Σ.Φιλιππότης», πρόλογος: Αριστείδης Γ. Δημόπουλος, Υφυπουργός-τέως Ευρωβουλευτής.

Το βιβλίο εκδόθηκε μετά το θάνατο του Νικολάου Μακαρέζου και συμπληρώθηκε από τον Αριστείδη Δημόπουλο, νομικό, Υπουργό του καθεστώτος της 21ης Απριλίου και Ευρωβουλευτή της Ε.Π.ΕΝ., [Εθνική πολιτική Ένωσις], που επιμελήθηκε την έκδοση του και στις σελίδες του αποκαλύπτονται ιστορικά ντοκουμέντα για την περίοδο του Ιουλίου 1974.

  • «Πώς οδηγηθήκαμε στην 21η Απριλίου 1967», το 2010, εκδόσεις «Ίρις-Α.Σ.Φιλιππότης», μεταθανάτια έκδοση.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Διαβάστε τα λήμματα

Παραπομπές

  1. Απεβίωσε ο Νικόλαος Μακαρέζος Εφημερίδα «Ελεύθερος Κόσμος», Δευτέρα 3 Αυγούστου 2009
  2. Πέθανε σε ηλικία 90 χρονών ο Νικόλαος Μακαρέζος Εφημερίδα «Στόχος».
  3. Πέθανε ο Μακαρέζος, το νο2 του Παπαδόπουλου. Εφημερίδα «Τα Νέα», σελίδα 10η, 05 Αυγούστου 2009.
  4. [Αδελφός του Ιωάννη Αθαν. Μακαρέζου ήταν ο Ευθύμιος Αθαν. Μακαρέζος, μετανάστης στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής που εγκαταστάθηκε το 1910 στο Ποκατέλλο της πολιτείας του Αϊντάχο και αργότερα επέστρεψε στη Γραβιά. Παντρεύτηκε κι δημιούργησε οικογένεια σε χωριό της ανατολικής Λοκρίδας. Αδελφός του ήταν, επίσης, ο Δημήτριος, γνωστός με το παρατσούκλι «Κατσαπράγκας», μετανάστης στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής που εγκαταστάθηκε το 1910 στο Ποκατέλλο της πολιτείας του Αϊντάχο, ο οποίος επέστρεψε στη Γραβιά και έκανε αγορές ακινήτων. Γυναίκα του ήταν η Αικατερίνη Στεργιοπούλου από τα Καστέλια. Παιδιά τους ήταν ο Αθανάσιος, ο Λεωνίδας (έγινε ράπτης), η Δεσπούλα, ο Γεώργιος, ο Νικόλαος (που πνίγηκε) και η Ασήμω. Ο Δημήτριος Μακαρέζος ήταν υπάλληλος των 3Τ.] Μετανάστες της Γραβιάς στην Αμερική. Εφημερίδα «Λαμιακός Τύπος».
  5. Oι άνθρωποι της Γραβιάς (την περίοδο 1914-1964).
  6. [Νομοθετικό διάταγμα, Φ.Ε.Κ. Γ’ 154/9 Αυγούστου 1940]
  7. [Στη΅ν φωτογραφία διακρίνονται: Εμπρός αριστερά ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, στη θέση του οδηγού ο Αντώνιος Σκαρμαλιωράκης, πίσω ο Στυλιανός Παττακός και ο Νίκος Φαρμάκης. Δεν διακρίνεται ο Νικόλαος Μακαρέζος.]
  8. [Εφημερίδα «Ελεύθερος Κόσμος», 23 Απριλίου 1967, «Η μοιραία πορεία» άρθρο του Σάββα Κωνσταντόπουλου]
  9. [Μάνος Χατζηδάκης, «Φάκελλος 21η Απριλίου», σελίδα 39.]
  10. Κυβέρνησις ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΟΛΛΙΑ Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης
  11. ΚΥΒΕΡΝΗΣΙΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης
  12. [«...Η Χώρα επί 21ης Απριλίου είχε πάψει να έχει απλωμένο το χέρι της ζητιανιάς για να μπορεί να στέκεται οικονομικώς στα πόδια της. Είχε μηδενίσει τον κίνδυνο της εξαρτήσεως από "συμμάχους" και "φίλους" πράγμα που δυστυχώς δεν συμβαίνει πλέον. Τρανή επιβεβαίωση της πολιτικής αυτής ήταν η παραίτηση μας στις 12.01.1973 από την δωρεάν Αμερικανική οικονομική και στρατιωτική βοήθεια, αφού νωρίτερα τον Αύγουστο του 1971 είχε προειδοποιήσει την Αμερικάνικη Κυβέρνηση ότι η Ελλάς ήταν αποφασισμένη και έτοιμη να κλείσει όλες τις Αμερικανικές Βάσεις και τους σταθμούς ραδιοφωνίας και τηλεοράσεως της επικρατείας, αν δεν σταματούσαν να πιέζουν και να υποδεικνύουν...»] Νικόλαος Μακαρέζος, «Η οικονομία της Ελλάδος, 1967-1973» σελίδες 33-34
  13. [Άρθρο του Αλέξανδρου Λυκουρέζου, Εφημερίδα «Ακρόπολις» 4 Ιανουαρίου 1987.]
  14. Εξορία οι συνωμόται Εφημερίδα «Μακεδονία», 24 Οκτωβρίου 1974, σελίδα 1 & 5.
  15. [«...Tο Συμβούλιον της Επικρατείας, υπό την προεδρίαν του μετά την αποχώρησιν της Επαναστάσεως Προέδρου της Δημοκρατίας Μιχαήλ Στασινοπούλου, εδέχθη διά των υπ’ αριθμ. 2468/1968 και 503/1969 αποφάσεών του, ότι «... η παρούσα Κυβέρνησις διωρίσθη από τον κατά το Σύνταγμα Ανώτατον Άρχοντα και ωρκίσθη ενώπιόν του προσλαβούσα τον τύπον συνταγματικώς νομίμου Κυβερνήσεως, ίδρυσε νέαν νομιμότητα και δι’ αυτής ετέθη η Χώρα υπό καθεστώς Κράτους νόμου δικαίου ...».] Στυλιανός Παττακός, «21η Απριλίου 1967-Διατί; Ποιοί; Πως;», Αθήνα 1999, σελίδα 225, Εκδόσεις «ΒΙΟΒΙΛ».]
  16. [Τη σύνθεση του Πανταμελούς Εφετείου Αθηνών αποτελούσαν, Πρόεδρος ο Γιάννης Ντεγιάννης, σύνεδροι οι εφέτες Παναγιώτης Λογοθέτης, Παναγιώτης Κωνσταντινόπουλος, Ιωάννης Γρίβας και Γεώργιος Πλαγιαννάκος, εισαγγελέας ο Κωνσταντίνος Σταμάτης και αναπληρωματικά μέλη οι Ηλίας Γιαννόπουλος και Δημήτριος Τζούμας.]
  17. [Σπύρος Β. Ζουρνατζής –Γρηγόρης Α. Μιχαλόπουλος, «21η ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1967-Μύθοι και Αλήθεια», Αθήνα 1998, σελίδα 582, Εκδόσεις «Γρηγόρης Α. Μιχαλόπουλος»]
  18. [«...Διότι το δικαστήριο αυτό, βάσει του Δ' Ψηφίσματος, που το όρισε να δικάσει τα πολιτικά αδικήματα, δεν είχε δικαιοδοσία να επιβάλει ποινή θανάτου, διότι στα πολιτικά αδικήματα εκ του Συντάγματος δεν επιβάλλεται ποινή θανάτου....»]
  19. [Επίσημα Πρακτικά της Βουλής των Ελλήνων, συνεδρίαση της 16ης Οκτωβρίου 1975, σελίδα 113.]
  20. [Πηγή: Συνέντευξη Στυλιανού Παττακού, εφημερίδα «Ελεύθερος Κόσμος», Απρίλιος 2007]
  21. [«Πως καταλήξαμε στη μεταπολίτευση», εκδόσεις «Ίρις-Α.Σ.Φιλιππότης»]
  22. Eπιστολή σχετικά με την διαμάχη Σ. Ψυχάρη και Α. Κακλαμάνη Αριστείδης Παλαΐνης, Ταγματάρχης ε.α., Msc Management (U of A USA).
  23. [Ο Σταύρος Ψυχάρης, το δεξί χέρι του Χρήστου Λαμπράκη στο Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη και διάδοχος του μετά το θάνατο του, συνδέονταν με συγγενική σχέση καθώς ήταν κουμπάρος του τότε υπουργού Τύπου, Βύρωνα Σταματόπουλου, ο οποίος βάφτισε τον μεγαλύτερο από τους δύο γιούς που ο Ψυχάρης απέκτησε από τον πρώτο του γάμο, τον Παναγιώτη.]