Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Β'

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυρός Μακάριος Β', το κοσμικό του όνομα ήταν Μιχαήλ Χαραλάμπους Παπαϊωάννου, Έλληνας εθνικιστής με Κυπριακή καταγωγή, φανατικός οπαδός της Ενώσεως της Κύπρου με την Ελλάδα, ο «Παπαφλέσσας» της Κύπρου και πρόδρομος της ΕΟΚΑ, γνωστός ως Μακάριος Μυριανθεύς, καθηγητής θεολόγος απόφοιτος της Μεγάλης του Γένους Σχολής στην Κωνσταντινούπολη αλλά και της θεολογικής Σχολής της Χάλκης, εθνικός αγωνιστής που εκλέχθηκε αρχικά Μητροπολίτης Κυρήνειας και στη συνέχεια Αρχιεπίσκοπος της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Κύπρου, γεννήθηκε το 1870 στο χωριό Πεδουλάς κοντά στον Πρόδρομο Μαραθάσας στο νησί της Κύπρου και πέθανε στις 28 Ιουνίου 1950 στην Λευκωσία. Η νεκρώσιμη ακολουθία του τελέστηκε στις 29 Ιουνίου στην Κυπριακή πρωτεύουσα και ήταν ο τελευταίος Κύπριος Αρχιεπίσκοπος που τάφηκε καθισμένος, κατά το έθιμο της Κύπρου [1]

Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Β'

Βιογραφία

Γονείς του Μιχαήλ ήταν ο Χαράλαμπος και η Δέσποινα Παπαϊωάννου, ενώ αδελφός της μητέρας του Μιχαήλ ήταν ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κύριλλος Β'. Ο Μιχαήλ διδάχθηκε τα εγκύκλια μαθήματα στη γενέτειρα του και στη συνέχεια φοίτησε στη Σχολή Λεμύθου, ενώ συνέχισε τις σπουδές του στην Ελληνική Σχολή Λευκωσίας, όπου είχε καθηγητή τον θείο του, αδελφό της μητέρας του Δέσποινας, τότε διάκονο και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Κύριλλο Β'. Ο Μιχαήλ το 1895 χειροτονήθηκε διάκονος και έλαβε το όνομα Μακάριος. Σπούδασε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή στην Κωνσταντινούπολη, καθώς και στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Το 1900 ενεγράφη στη Θεολογική Σχολή του Εθνικού Πανεπιστημίου Αθηνών και μετά την αποφοίτηση του το 1905 μετέβη στη Γενεύη για μεταπτυχιακές σπουδές, τις οποίες ολοκλήρωσε φοιτώντας για δύο χρόνια στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Το 1908 επέστρεψε στην Κύπρο, όπου διορίστηκε ιεροκήρυκας της μητροπόλεως Κιτίου, από τον θείο του Μητροπολίτη Κιτίου Κύριλλο ενώ παράλληλα εργάστηκε ως καθηγητής στα εκπαιδευτήρια της Λάρνακος. Το 1911 πήγε στην Αλεξάνδρεια για να εργαστεί. Εκεί ο τότε Πατριάρχης Αλεξανδρείας Φώτιος τον προσέλαβε στην υπηρεσία του Πατριαρχείου και ταυτόχρονα τον χειροτόνησε ιερέα και αργότερα αρχιμανδρίτη. Το 1912 επέστρεψε στην Ελλάδα, κατετάγη ως εθελοντής στον Ελληνικό στρατό με την έκρηξη του Α' Βαλκανικού Πολέμου και υπηρέτησε ως στρατιωτικός ιεροκήρυκας, παίρνοντας και την Ελληνική ιθαγένεια. Το 1915 ο Μακάριος επέστρεψε στην Κύπρο και διορίστηκε αρχιμανδρίτης της Αρχιεπισκοπής και γραμματέας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου.

Μητροπολίτης Κυρήνειας

Στις 20 Μαρτίου 1917 ο Μακάριος εξελέγη Μητροπολίτης Κυρήνειας, όταν ο τότε επίσκοπος Κύριλλος (Βασιλείου) αναδείχθηκε Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, και κενώθηκε ο θρόνος της επισκοπής αυτής. Μεταξύ των ετών 1926 έως 1928 ο Μακάριος διενήργησε εράνους στην περιφέρεια του υπέρ της Ελλάδος, με αποτέλεσμα να συγκεντρώσει το ποσό των 2.800 λιρών, που διατέθηκε για την ενίσχυση της Ελληνικής πολεμικής αεροπορίας, κι ένα αεροπλάνο που αγοράστηκε ονομάστηκε τιμητικά «Κυρήνεια». Ως Μητροπολίτης εργάστηκε για την προώθηση της εκπαιδεύσεως, ίδρυσε επτά νέα σχολεία [2] και στη γενέτειρά του, τον Πεδουλά, ίδρυσε το 1922 σχολείο με δικές του δαπάνες, ενώ ενίσχυσε τα υφιστάμενα, ενδιαφέρθηκε για την ύπαιθρο και τους ανθρώπους της αλλά και την γεωργία. Με πρωτοβουλία και απόφαση του Μακάριου μεταφέρθηκε το 1922 η έδρα της μητροπολιτικής περιφέρειας Κυρηνείας από τη Μύρτου στην πόλη της Κυρύνειας κι έγιναν τα εγκαίνια του νέου μητροπολιτικού μεγάρου, σε ύψωμα πίσω από το Σεβέρειο. Ο Μακάριος ίδρυσε και ανακαίνισε εκκλησίες, ενώ εισήγαγε τον 13ο μισθό για τους κληρικούς της περιφέρειας του.

Τη νύχτα της 25ης Οκτωβρίου 1931, στον κεντρικό εμπορικό δρόμο της Κυρήνειας έγιναν συγκρούσεις, εξέγερση [3] που έγινε γνωστή με την ονομασία «Οκτωβριανά», με τους Άγγλους κατακτητές. Στις 26 Οκτωβρίου 1931 υπογράφηκε το διάταγμα εξορίας του Μακαρίου. Λίγη ώρα μετά τα μεσάνυχτα εκείνης της ημέρας Ο Μακάριος έγινε ένας από τους δέκα Κύπριους πολιτικούς και θρησκευτικούς ηγέτες που εξορίστηκαν, αφού θεωρήθηκε από τους πρωταγωνιστές της εξεγέρσεως κατά των Άγγλων. Μετά την σύλληψη του οδηγήθηκε με φορτηγό στις κεντρικές φυλακές της Λευκωσίας, όπου κρατήθηκε επί οκτώ ημέρες και στη συνέχεια τον επιβίβασαν σε πλοίο μεταφοράς κάρβουνου με το οποίο μεταφέρθηκε στο Λονδίνο. Με ενέργειες του Έλληνα πρεσβευτή στην Αγγλία επετράπη στον Μακάριο να εγκαταλείψει την Αγγλική πρωτεύουσα και να επιστρέψει στην Αθήνα, όπου εγκαταστάθηκε σε σπίτι επί της οδού Πρόκλου 31 στη συνοικία του Παγκρατίου και βίωσε μαζί με τον Ελληνικό λαό τη φρίκη του Β' Παγκοσμίου πολέμου και την κατοχή της Ελλάδος. Ο Μακάριος επέστρεψε στην Κύπρο, στις 22 Δεκεμβρίου του 1946, όταν ήρθε το διάταγμα εξορίας του. Εκείνη την περίοδο ο Λεόντιος, ο τοποτηρητής του Αρχιεπισκοπικού θρόνου της Κύπρου, είχε μεταβεί στο Λονδίνο επικεφαλής αντιπροσωπείας και ο Μακάριος ως αναπληρωτής του ανέλαβε καθήκοντα προεδρεύοντος του Συμβουλίου Εθναρχίας. Ως Προεδρεύων ο Μακάριος ηγήθηκε συλλαλητηρίου που οργανώθηκε στη Λευκωσία στις 16 Φεβρουαρίου 1947, το οποίο είχε σκοπό την υποστήριξη και ενίσχυση του έργου της αντιπροσωπείας που υπό τον Λεόντιο βρίσκονταν στο Λονδίνο. Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Λεόντιος πέθανε στις 26 Ιουλίου του 1947, τριάντα έξι ημέρες μετά την εκλογή του στο αρχιεπισκοπικό αξίωμα, πριν η Κυπριακή Εκκλησία προλάβει να αναδιοργανωθεί. Τον Μητροπολίτη Μακάριο διαδέχθηκε στον θρόνο της Επισκοπής Κυρήνειας ο μέχρι τότε Αρχιμανδρίτης Κυπριανός.

Αρχιεπίσκοπος Κύπρου

Μακάριος Β' στον Ελληνικό Στρατό

Μετά τον θάνατο του Αρχιεπισκόπου Λεόντιου, ο Μητροπολίτης (Κυρηνείας) Μακάριος ανέλαβε τοποτηρητής και ήταν ταυτοχρόνως υποψήφιος για την πλήρωση του Αρχιεπισκοπικού θρόνου της Εκκλησίας της Κύπρου. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Κύπρου τάχθηκε κατά της υποψηφιότητος του και προέβαλε ως υποψήφιος Αρχιεπίσκοπο τον (παρεπιδημούντα) «εξωκλιματικό» μητροπολίτη Δέρκων Ιωακείμ, ο οποίος, αν και άφησε να εννοηθεί ότι θα αποδεχόταν τυχόν εκλογή του, αναγκάστηκε να αναχωρήσει από την Κύπρο ακολουθώντας σχετική εντολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στο οποίο ανήκε, καθώς το Πατριαρχείο υποστήριζε την εκλογή του Μητροπολίτη Μακαρίου ως νέου αρχιεπισκόπου, τον οποίο υποστήριξε και η Ελλαδική Εκκλησία. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο απέστειλε στην Κύπρο δύο άλλους ιεράρχες, τους μητροπολίτες Περγάμου Αδαμάντιο και Σάρδεων Μάξιμο, για τη συμπλήρωση του αριθμού των απαραίτητων τριών Μητροπολιτών προς εκλογή Αρχιεπισκόπου και παρά το ότι το Κομμουνιστικό Kόμμα Κύπρου συνέχισε να υποστηρίζει την υποψηφιότητα του Ιωακείμ Δέρκων, ο Μητροπολίτης Κυρήνειας εξελέγη στις 24 Δεκεμβρίου 1947, Αρχιεπίσκοπος Νέας Ιουστινιανής και Πάσης Κύπρου.

Ο Μακάριος Β', διέθετε το μισθό του για φιλανθρω­πικούς σκοπούς. Φορούσε πάντα υποκάμισα με τα Ελληνικά χρώματα, μπλε και άσπρο, καθώς κι ένα καλογερικό σκουφάκι με κεντημένο τον δικέφαλο αετό στο μπροστινό μέρος κι ήταν γνωστός για τις σκληρές του θέσεις απέναντι στους Άγγλους και την επιμονή του στην άμεση ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Σε αντίθεση με τους προκατόχους του, Αρχιεπισκόπους Λεόντιο και Κύριλλο Γ', που εξέφραζαν μια διαλλακτικότερη στάση, ο Μακάριος Β' επέβαλε την πολιτική γραμμή της μηδενικής συνδιαλλαγής με τους Βρετανούς κατακτητές, την καθολική άρνηση αποδοχής, ούτε συζητήσεως, οιασδήποτε προτάσεως εκ μέρους των Άγγλων για σύνταγμα και παροχή περιορισμένων ελευθεριών και στάθηκε ως το τέλος ακλόνητος και εμμένων στο αίτημα της άμεσου ενώσεως της Κύπρου με την Ελλάδα. Ήταν ο δημιουργός των εθνικών ενωτικών κύκλων που είχαν προπύργιο τους την μητρόπολη της Κερύνειας, στα ίχνη του δε βάδισε και ο διάδοχος του στον επισκοπικό θρόνο της Κερύνειας επίσκοπος Κυπριανός. Ως εθνικός ηγέτης ήταν άκαμπτος και ασυμβίβαστος, τίμιος, αγνός και ειλικρινής αγωνιστής.

Εξίσου αδιάλλακτος ήταν στις θέσεις του κατά των κομμουνιστών, με τους οποίους απέρριπτε κάθε συνεργασία. Στις 13 Ιουνίου 1948 προήδρευσε συνεδρίας που καταδίκασε τον κομμουνισμό και εξέδωσε σχετική εγκύκλιο, ενώ αποφάσισε τη σύσταση Εθνικού Συμβουλίου από αντιπροσώπους της Εκκλησίας και του λαού, του οποίου οι ίδιος έγινε πρόεδρος, ενώ από τον ίδιο χρόνο είχε στενό του συνεργάτη και συμπαραστάτη τον Μακάριο (Μιχαήλ Μούσκο), Μητροπολίτη Κιτίου. Στην περίοδο της Αρχιεπισκοπίας του Μακαρίου Β' πραγματοποιήθηκε, με Αγγλική πρωτοβουλία, η αποκαλούμενη «Διασκεπτική Συνέλευση», με τη συμμετοχή του ΑΚΕΛ, από την οποία απείχαν η Εκκλησία, οι εθνικές και οι εθνικιστικές οργανώσεις. Αντίθετα ο Μακάριος Β' υλοποίησε την ιδέα για παγκύπρια ενωτικά συλλαλητήρια και πρωτοστάτησε στο ενωτικό δημοψήφισμα στις 15 με 22 Ιανουαρίου του 1950. Την Κυριακή της 15ης Ιανουαρίου του 1950 μετά τη θεία λειτουργία στον καθεδρικό ναό του Αγίου Ιωάννη, πρώτος ο Μακάριος Β' υπέγραψε το αίτημα για Ένωση, ακολούθησε ο Σαλαμίνας Γεννάδιος και το «Αξιούμεν ένωσιν της Κύπρου με την Ελλάδα» υπογράφηκε από το 97% του Κυπριακού Ελληνισμού. Μία επίσημη επιτροπή υπό την ηγεσία του Μητροπολίτου Κυρηνείας Κυπριανού ταξίδεψε στο εξωτερικό για να παραδώσει τους τόμους του ενωτικού δημοψηφίσματος στη Βουλή των Ελλήνων, στην Βρετανική κυβέρνηση και στον Γενικό Γραμματέα του Ο.Η.Ε., όμως προφτάσει να φέρει σε πέρας την αποστολή της, ο Μακάριος Β' απεβίωσε.

Τιμητικές διακρίσεις

Ο Μακάριος Β', τιμήθηκε για τις εθνικές στρατιωτικές του υπηρεσίες, με:

  • τον Αργυρούν Σταυρό των Ιπποτών του Τάγματος του Σωτήρος,
  • τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Φοίνικος
  • Στρατιωτικά μετάλλια.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Το έθιμο της ταφής των Ιεραρχών σε καθιστή θέση καταργήθηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ' ο οποίος διαδέχθηκε τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Β'.]
  2. [Με δωρεά από ιδιώτη και έρανο, δημιουργήθηκε πρώτα το Ελληνικό Γυμνάσιο Κυρηνείας και αργότερα τα ελληνικά Γυμνάσια: Αγίου Αμβροσίου, Λαπήθου, Μόρφου, Σολέας, Ευρύχου, Πεδουλά, Άλωνας. Ο Μακάριος Β' συντηρούσε τα σχολεία με δικά του χρήματα και με χρήματα της Μητροπόλεως. Τα Γυμνάσια αυτά ήταν και οι μεγαλύτερες σχολές Μέσης Εκπαιδεύσεως στην επαρχία Κερύνειας. Το 1924 προστέθηκαν στο Σχολαρχείο της Κερύνειας δύο ακόμη τάξεις, η τρίτη και η τετάρτη τάξη και προέκυψε το Ημιγυμνάσιο της Κυρύνειας.]
  3. [Στη διάρκεια των Οκτωβριανών γεγονότων έπεσε νεκρός από σφαίρα ο δεκαοκτάχρονος Μιχάλης Γιαννή Τριφούρτζη, γιος του Παπά Ισάκκα (Ισαάκ) από τον Καραβά, ενώ υπήρξαν και πολλοί σοβαρά τραυματίες.]