Μητροπολίτης Κυπριανός (ο Κυριακίδης)

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Μακαριστός Μητροπολίτης Κυρός Κυπριανός (ο Κυριακίδης), [κατά κόσμον Χρήστος Κυριακίδης], Έλληνας με Κυπριακή καταγωγή, εθνικιστής Μητροπολίτης Κυρήνειας και Πρόεδρος Σολέας, καθηγητής και θεολόγος, μέλος και αγωνιστής στον εθνικό αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α., προσωπικός φίλος και εξ απορρήτων συνεργάτης του Γεωργίου Γρίβα στον αγώνα για την απελευθέρωση της Κύπρου από τον Αγγλικό ζυγό και την ένωση του νησιού με τον Ελληνικό εθνικό κορμό, που χαρακτηρίστηκε ως ο αγέρωχος και ακατάβλητος μαχητής της Ενώσεως, μέλος της ενωτικής τριανδρίας των Μητροπολιτών, μαζί με τους Άνθιμο του Κιτίου και Γεννάδιο της Πάφου, που αντιτάχθηκαν στην πολιτική ανεξαρτησίας του Μακάριου Γ', γεννήθηκε το 1908 στο χωριό Κακοπετριά της επαρχίας Λευκωσίας και εξέπνευσε στις 23 Δεκεμβρίου 1984 [1], στο πατρικό του σπίτι, στη γενέτειρα του. Με δική του επιθυμία τάφηκε στην Κακοπετριά.

Μητροπολίτης Κυπριανός (ο Κυριακίδης) [2]

Βιογραφία

Πατέρας του Χρήστου ήταν ο Θεμιστοκλής Κυριακίδης, ο οποίος γεννήθηκε στην Τεμπριά, την πόλη που έκτισε ο Τέμπρος ο ήρωας του Τρωικού πολέμου, στη Σολιά. Ο Θεμιστοκλής νυμφεύθηκε στην Κακοπετριά με την Ευθυμία και από το γάμο του απέκτησε δέκα παιδιά, πρωτότοκο από τα οποία ήταν ο Χρήστος. Μεταξύ των αδελφών του Χρήστου περιλαμβάνονται ο Ιωάννης, μετανάστης στη Νότιο Αφρική, ο Ευαγόρας, ο Ρένος και ο Χαράλαμπος Κυριακίδης [3] που υπήρξαν μέλη και Τομεάρχες της ΕΟΚΑ. Ο Χρήστος Κυριακίδης παρακολούθησε τα μαθήματα της εγκύκλιας παιδείας στην γενέτειρα του και τα μαθήματα της Μέσης εκπαιδεύσεως στην «Ελληνική Σχολή» της Σολέας [4] [5], στην οποία εγγράφηκε τον Σεπτέμβριο του 1919 ως μαθητής της πρώτης τάξεως του Γυμνασίου. Ο Χρήστος, ο οποίος το 1920 έγινε δόκιμος μοναχός της Μονής Κύκκου, μετά την αποφοίτηση του από τη Σχολή, ανέλαβε διδακτικό έργο σ' αυτήν έχοντας μεταξύ των μαθητών του και τον μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Μακάριο Γ' (ο Μούσκος). Ακολούθως ο Ιεροδιάκονος Κυπριανός σπούδασε Θεολογία στην Θεολογική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Εκκλησιαστική δράση

Ο Κυπριανός Κυριακίδης υπηρέτησε ως Αρχιμανδρίτης-Αρχιερατικός Επίτροπος Αμμοχώστου και στη διάρκεια της εκεί παρουσίας του καλούσε τον λαό να παραμείνει αμετακίνητος στην Ορθόδοξη πίστη του και την Ελλάδα. Ίδρυσε Θρησκευτικά Ορθόδοξα Ιδρύματα και κατέστησε το σωματείο «Ανόρθωσις» καθοδηγητή των απογόνων τού Ευαγόρα και του Ονήσιλου στην εθνική τους πορεία. Την 1η Ιανουαρίου του 1939 ο Κυπριανός ορίστηκε εκπρόσωπος του Αρχιεπισκόπου Κύπρου στην περιφέρεια Κυρήνειας, ενώ τον Μάρτιο του 1939 του ανατέθηκαν καθήκοντα Aρχιερατικού Eπιτρόπου της Αρχιεπισκοπής, με έδρα την Αμμόχωστο. Στις 20 Ιανουαρίου 1941 όταν η κοινότητα Παραλιμνίου επλήγη από καταστρεπτικό σεισμό, ο τότε Μητροπολίτης Πάφου Λεόντιος και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, με την ιδιότητα του Τοποτηρητή του αρχιεπισκοπικού θρόνου, επισκέφθηκε την περιοχή και υποσχέθηκε βοήθεια στους πληγέντες. Ο Λεόντιος με εγκύκλιο που εξέδωσε στις 30 του ίδιου μηνός, καλούσε τα ηγουμενοσυμβούλια των Μονών και τις εκκλησιαστικές επιτροπές των ναών να αποστείλουν την εισφορά τους στον Αρχιερατικό Επίτροπο Αμμοχώστου Ιεροδιάκονο Κυπριανό (Κυριακίδη), τον οποίο όρισε ως πρόεδρο της συσταθείσας επιτροπής περιθάλψεως των σεισμοπαθών. Το 1947 ο Αρχιμανδρίτης Κυπριανός μετέβη στις Η.Π.Α., ως υπότροφος της Αρχιεπισκοπής Κύπρου, όμως το επόμενο έτος αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο Πρίνσετον και να επιστρέψει στην Κύπρο, όπου, διά βοής κλήρου και λαού εκλέχθηκε Μητροπολίτης Κυρηνείας, θέση στην οποία διαδέχθηκε τον έως τότε Μητροπολίτη Μακάριο (Μυριανθέα), μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Μακάριο Β' [6].

Μητροπολίτης Κυρήνειας

Ο Κυπριανός χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Κυρηνείας στις 18 Απριλίου 1948. Πρωταγωνίστησε στο Ενωτικό Δημοψήφισμα της 15ης Ιανουαρίου 1950 και επιλέχθηκε για να παραδώσει τις Δέλτους του Δημοψηφίσματος στη Βουλή των Ελλήνων, το Βρετανικό Κοινοβούλιο αλλά και να φροντίσει για την κατάθεσή τους στη Γραμματεία των Ηνωμένων Εθνών. Στην Ελλάδα η πρεσβεία έγινε δεκτή από τον Αρχιεπίσκοπο Σπυρίδωνα Βλάχο και ψάλλεται Δοξολογία στη Μητρόπολη, ενώ ο τότε πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων Γόντικας διαβεβαιώνει την πρεσβεία ότι το Έθνος βρίσκεται στο πλευρό του αγωνιζόμενου Κυπριακού Ελληνισμού. Με πρωτοβουλία της Εκκλησίας της Ελλάδας οργανώνεται στο Καλλιμάρμαρο Παναθηναϊκό στάδιο μεγαλειώδες συλλαλητήριο υπέρ του ενωτικού αγώνα της Κύπρου, ενώ συλλαλητήρια διοργανώνονται σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Ελλάδος στα οποία ο Κυπριανός μεταφέρει αγωνιστικό χαιρετισμό. Στο Λονδίνο η Αγγλική κυβέρνηση αρνείται να παραλάβει τους τόμους και ο Κυπριανός προβαίνει σε δηλώσεις που επικρίνουν τη στάση της Βρετανίας στο Κυπριακό. Στη συνέχεια, η πρεσβεία μετέφερε τους τόμους στην Νέα Yόρκη, όπου βρίσκεται η έδρα του Ο.Η.Ε., έχει επαφές με πολιτικούς και διπλωματικούς κύκλους και οργάνωσε συγκεντρώσεις για προβολή του ενωτικού αγώνα.

Στη διάρκεια του Εθνικοαπελευθερωτικού αγώνος σε όλα τα κηρύγματά του, ο Κυπριανός καλούσε τη νεολαία να πυκνώσει τις φάλαγγες της ΕΟΚΑ και ν’ αγωνιστεί υπό τον Γεώργιο Γρίβα-Διγενή, για την ελευθερία της Κύπρου και την Ένωση με την Ελλάδα. Ο Κυπριανός δεν δίσταζε να κηρύττει ενώπιον πρακτόρων της «Ιντέλιτζενς Σέρβις» και άλλων οργάνων ή και αρχών της αποικιακής κυβερνήσεως και όπως προκύπετει από επίσημα έγγραφα του Βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών, ο Μητροπολίτης Κυπριανός απασχόλησε πολλές φορές τη βρετανική κυβέρνηση, η οποία μελετούσε την εξορία του. Στις 9 Μαρτίου 1956, ο Μακάριος και η συνοδεία του, ο Μητροπολίτης Κυπριανός, ο πρωθιερέας Σταύρος Παπαγαθαγγέλου ιερέας του ναού της Φανερωμένης Λευκωσίας, και ο δημοσιογράφος και αγωνιστής Πολύκαρπος Ιωαννίδης γραμματέας της Μητρoπόλεως Κυρηνείας, βρίσκονται στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας με προορισμό την Αθήνα. Στο αεροδρόμιο απαγάγονται από τους Βρετανούς, που τους μεταφέρουν στο νησί Μαχέ των Σεϋχελλών, όπου έμειναν φρουρούμενοι σε μια έπαυλη ως τα τέλη Μαρτίου 1956. Εξόριστος στις Σεϋχέλλες, ο Κυπριανός αρνήθηκε να συναντηθεί με τον Κρίτωνα Τορναρίτη και τον εκπρόσωπο της Βρετανίας, που πήγαν στον τόπο της εξορίας του για να τον πείσουν να δεχθεί το Σύνταγμα που πρότειναν οι Άγγλοι μέσω του κυβερνήτη Χάρτινγκ.

Σύγκρουση με Μακάριο

Ο Μητροπολίτης Κυπριανός ήταν ο πρώτος που τάχθηκε εναντίον κάθε άλλης λύσεως του Κυπριακού ζητήματος, πλην της Ενώσεως με την Ελλάδα, και διαφώνησε διαχωρίζοντας την θέση του από τον Μακάριο Γ', όταν ο Αρχιεπίσκοπος, χωρίς να συνεννοηθεί με την Εθναρχία, αιφνιδίασε τον Ελληνισμό με τη δήλωσή του στην Μπάρμπαρα Κασλ ότι ήταν έτοιμος να δεχθεί λύση αυτοκυβερνήσεως, ενώ πρώτος τάχθηκε εναντίον των συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου. Ο Κυπριανός κατήγγειλε την Ελληνική κυβέρνηση και τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ' ως εθνικούς μειοδότες και τους χαρακτήρισε νεκροθάφτες της Ενώσεως. Παράλληλα, στις 25 Φεβρουαρίου 1959 με τηλεγράφημά του στον Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων, Κωνσταντίνο Ροδόπουλο, με το οποίο τον καλούσε να μην εγκρίνει το Ελληνικό Κοινοβούλιο τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, του δήλωνε πως οι συμφωνίες είναι χειρότερες του αποικιακού καθεστώτος «...διότι υπό το τελευταίον τούτο η Κύπρος παρέμενεν εις τας αγγλικάς χείρας ως παρακαταθήκη Ελληνική, ενώ τώρα αποκόπτεται οριστικώς εκ του κορμού της Μητρός Ελλάδος» και πως θα δημιουργηθεί «...ανάπτυξις δραστηριότητος προς δημιούργιαν Κυπριακού πατριωτισμού με στόχο διαρκή και μοναδικόν τον αφελληνισμό της νήσου». Ο Κυπριανός, στις 8 Μαρτίου 1959, όταν επέστρεψε στην Κύπρο μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Ζυρίχης, καλεσε τον λαό της Κύπρου σε ενότητα και τόνισε ότι δεν θα πάψει να αγωνίζεται για το καλό του ποιμνίου του και την ολοκλήρωση των εθνικών πόθων της Κύπρου καταλήγοντας: «Το αθάνατον ελληνικόν ημών έθνος Ζήτω. Η ελληνική μεγαλόνησος Κύπρος ζήτω. Η Ένωσις της Κύπρου μετά της μητρός Ελλάδος ζήτω» [7].

Προοίμιο συγκρούσεως

Οι Μητροπολίτες Κυπριανός Κυρήνειας, Γεννάδιος Πάφου και Άνθιμος Κιτίου, είχαν από το 1959 διαφωνήσει με την ανάληψη πολιτικών καθηκόντων από τον Αρχιεπίσκοπο, καλώντας τον να μην θέσει υποψηφιότητα στις πρώτες εκλογές για την ανάδειξη Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο Κυρηνείας ήταν μόνιμα αμετακίνητος στο θέμα αυτό, ενώ οι Γεννάδιος και Άνθιμος έλεγαν μεν «ναι» στην επιλογή Μακαρίου, αλλά το συνόδευαν και με τον καθορισμό χρονικού ορίου. Τον Δεκέμβριο του 1967 με αφορμή της εκλογές για την Προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο Μητροπολίτης Κυπριανός, συνεπικουρούμενος από τους Μητροπολίτες Άνθιμο και Γεννάδιο έθεσε για πρώτη φορά, θέμα διαχωρισμού των καθηκόντων του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου [8].

Κορύφωση της συγκρούσεως

Την 14η Φεβρουαρίου 1972 ο Μακάριος δέχεται διάβημα από τον μητροπολίτη Κιτίου, με το οποίο ο Άνθιμος ζητεί από τον Μακάριο να συγκαλέσει το ταχύτερο δυνατό την Ιερά Σύνοδο, θέτοντάς του ζήτημα παραιτήσεως από τον προεδρικό θώκο με το επιχείρημα ότι τα εκκλησιαστικά του καθήκοντα είναι ασυμβίβαστα με τα πολιτικά. Στο κοινό έγγραφό τους προς τον Μακάριο κατά τη συνεδρία της Συνόδου, οι τρεις συνοδικοί τον κατηγορούσαν ευθέως ως υπεύθυνο «δια την θλιβεράν κατάστασιν ήτις έχει δημιουργηθεί εις την νήσον», για «την φθοράν η οποία έχει προκληθεί εις το κύρος της Εκκλησίας», για «τον σκανδαλισμόν του ποιμνίου και την ψυχικήν ζημίαν τούτου», καταστάσεις, όπως τόνιζαν, «αι οποίαι εγκυμονούν και εμφύλιον πόλεμον» και που όλες έχουν τη ρίζα τους «εις την υπό της υμετέρας Μακαριότητος ασκήσεως της κοσμικής εξουσίας». ΜΕ βάση τις κατηγορίες τους αυτές, οι τρεις Μητροπολίτες πρόσθεταν πως οδηγήθηκαν «εις την απόφασιν, την οποίαν υπαγορεύει και της Εκκλησίας και της Νήσου το αληθές συμφέρον, να αξιώσωμεν την άμεσον παραίτησιν της Υμετέρας Μακαριότητος εκ του αξιώματος του Προέδρου της Δημοκρατίας της Κύπρου». Η αξίωση αυτή, τόνιζαν, με βάση τους Ιερούς Κανόνες, σήμαινε άμεση συμμόρφωση -«αμελλητί», όπως ανέφεραν. Ταυτόχρονα, εξέφραζαν την ελπίδα ότι ο Αρχιεπίσκοπος θα έσπευδε να συμμορφωθεί στο αίτημά τους, αλλά και προειδοποιούσαν ότι σε αντίθετη περίπτωση δεν θα έμεναν απαθείς.

Στην Ιερά Σύνοδο της Κυπριακής Εκκλησίας η οποία συγκλήθηκε στις 2 Μαρτίου 1973 ο Μητροπολίτης Κυπριανός και οι Μητροπολίτες Κιτίου Άνθιμος και Πάφου Γεννάδιος κατέθεσαν πρόταση στην Ιερά Σύνοδο της Κυπριακής Εκκλησίας με την οποία ζητούσαν να παραιτηθεί ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ' από τη Προεδρία της Δημοκρατίας της Κύπρου. Οι Μητροπολίτες θεωρούσαν ότι η παράλληλη άσκηση εκκλησιαστικών και κοσμικών καθηκόντων, από έναν κληρικό, ήταν αντίθετη με τους κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, καθώς κατά τους ιερατικούς κανόνες δεν επιτρεπόταν σε κληρικούς να διεκδικήσουν και να λάβουν πολιτειακά αξιώματα. Οι τρεις μητροπολίτες ήταν φανατικά υπέρ της Ενώσεως της Κύπρου με την Ελλάδα και θεωρούσαν ότι ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος αθέτησε τον όρκο του προδίδοντας τον αγώνα για ένωση, στον βωμό των προσωπικών του φιλοδοξιών. Ανάλογο ήταν και η αρθρογραφία της εποχής κι είναι χαρακτηριστικό το δημοσίευμα της εφημερίδος η «Πατρίς» [9] η οποία χαιρετίζει την πρωτοβουλία του Μητροπολίτη Κυπριανού και των άλλων Μητροπολιτών, γράφοντας: «...Είπατε μετά θάρρους, Πανιερώτατοι, εις τον Μακάριον, ότι επιβάλλεται να αποφασίση και ο ίδιος τι, τέλος πάντων, θέλει να είναι: Καίσαρ ή Πάπας, Μιχαήλ Μούσκος (σ.σ. πρόκειται για το κοσμικό όνομα του αρχιεπισκόπου) ή ο Κύπρου Μακάριος, Πρόεδρος της “Δημοκρατίας” ή Αρχιεπίσκοπος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, Εθνάρχης ή κτηματομεσίτης, έμπορος ή ξενοδόχος; Ερωτήσατέ τον εις πόσους κυρίους θα επιμείνη δουλεύων». Το βράδυ της 2ας Μαρτίου οι Μητροπολίτες Κιτίου και Πάφου είχαν μεταβεί στη Λεμεσό για διανυκτέρευση στο εκεί μέγαρο της Μητροπόλεως, όταν εκατοντάδες μαινόμενοι οπαδοί του Μακάριου Γ' πολιόρκησαν το κτίριο. Ύβριζαν, απειλούσαν, πετούσαν πέτρες και ξύλα, προκάλεσαν ζημιές σε υαλοπίνακες, πόρτες, παράθυρα και άλλον εξοπλισμό, με αποτέλεσμα οι δύο αρχιερείς κι το προσωπικό να διατρέξουν κίνδυνο για τη σωματική τους ακεραιότητα ή ακόμη για την ίδια τη ζωή τους. Οι άνθρωποι της Μητροπόλεως τηλεφώνησαν στην Αστυνομία, της οποίας η στάση δεν ήταν τέτοια που να εξασφάλιζε τη σωματική ακεραιότητα όσων βρίσκονταν στο μέγαρο. Ο Σταύρος Σύρος, εκ των στενών συνεργατών του στρατηγού Γεωργίου Γρίβα, ενημέρωσε τον στρατηγό, που διέμενε τότε στη Λεμεσό, από τον οποίο και εξασφάλισε -κατά την μαρτυρία του Σύρου- την έγκριση για μετάβαση μιας ενόπλου ομάδος της ΕΟΚΑ, με τους ενόπλους, που εισήλθαν απαρατήρητοι στην Μητρόπολη, να καιροφυλακτούν πίσω από τις πόρτες και σε άλλα καίρια σημεία του κτιρίου. Το πρωί της επόμενης ημέρας όταν η φρουρά της ΕΟΚΑ αποχωρούσε από τη Μητρόπολη, αφού οι συγκεντρωθέντες είχαν αποχωρήσει και στην περιοχή επικρατούσε απόλυτη ησυχία, το αυτόματο ενός των αποχωρούντων εκπυρσοκρότησε την ώρα που αυτός πηδούσε πάνω από το περιτοίχισμα του Μεγάρου και οι σφαίρες έπληξαν θανάσιμα τον Ελληνοκύπριο αστυνομικό, Ποντίκη.

Στις 19 Μαρτίου 1972 ο Μακάριος εξέδωσε απάντηση με την οποία κατηγόρησε τους τρεις επισκόπους ότι συνωμότησαν μεταξύ τους, αλλά και με άλλους εσω-εκκλησιαστικούς και εξω-εκκλησιαστικούς παράγοντες, υπαινισσόμενος την κυβέρνηση της 21ης Απριλίου υπό τον Γεώργιο Παπαδόπουλο αλλά και τον Γεώργιο Γρίβα, αρχηγό της ΕΟΚΑ, ο οποίος από το 1971 βρίσκονταν στη Κύπρο και συντόνιζε τον ενωτικό και -αυτονόητα- αντιμακαριακό αγώνα της αποκαλούμενης ΕΟΚΑ Β'. Την οργάνωση χρηματοδοτούσαν οι Μητροπολίτες Κυπριανός, Άνθιμος του Κιτίου και Γεννάδιος (Μαχαιριώτης) της Πάφου, πολλοί γνωστοί Κύπριοι μεγαλοεπιχειρηματίες και άλλοι οπαδοί του Διγενή που τάσσονταν υπέρ του αγώνα της Ένωσης, τα μέλη της και ο ίδιος ο Γεώργιος Γρίβας. Η ΕΟΚΑ Β' ιδρύθηκε για να αντιμετωπίσει την πιθανότητα επιβολής ανθενωτικής λύσεως ή μη αποδεκτής στους Έλληνες και Κύπριους εθνικιστές και αρχικά δεν ήταν κίνηση εναντίον του Μακαρίου. Στην ανακοίνωση του ο Μακάριος υποστήριζε ότι το αξίωμα του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας και η ιδιότητα του Αρχιεπισκόπου δεν ήταν αντίθετες έννοιες καθώς οι Έλληνες Χριστιανοί Ορθόδοξοι της Κύπρου αγωνίζονταν για εθνική επιβίωση, ενώ η άσκηση κοσμικών υπηρεσιών δεν παρείχε στον Αρχιεπίσκοπο οποιοδήποτε προσωπική ανταμοιβή, αλλά ήταν δαπανηρό και πικρό καθήκον το οποίο δεν ήταν δυνατόν, στην ουσία δεν ήθελε, να αποφύγει.

1η καθαίρεση

Στις 8 Φεβρουαρίου του 1973 ο Μακάριος επανεκλέχθηκε στην Προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας και η κρίση στις σχέσεις του με τους τρεις Μητροπολίτες [10] κορυφώθηκε. Οι Μητροπολίτες συγκάλεσαν έκτακτη Ιερά σύνοδο της Κυπριακής Εκκλησίας την οποία προγραμμάτισαν για την 7η Μαρτίου 1973, όμως κάλεσαν σε απολογία τον Μακάριο πριν απ' αυτή την ημερομηνία. Από τη δική του πλευρά, ο Μακάριος δήλωσε στις 6 Μαρτίου, ότι η Σύνοδος που οι τρεις επίσκοποι είχαν συγκαλέσει ήταν αντισυνταγματική και ως εκ τούτου, οποιαδήποτε απόφαση της θα είναι άκυρη. Η Σύνοδος, όμως, παρά τις απαγορεύσεις του Μακαρίου έλαβε χώρα κανονικά και αποφάσισε την καθαίρεση του Μακάριου από το αξίωμα του Αρχιεπισκόπου. Ο Μακάριος συγκάλεσε Μείζονα και Υπερτελή Σύνοδο (Μεγάλη Σύνοδος), την οποία αποτελούσαν 13 εκπρόσωποι Ορθοδόξων Πατριαρχείων, ενώ δεν ανταποκρίθηκαν το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωσνταντινουπόλεως και η Εκκλησία της Ελλάδος. Η Μεγάλη Σύνοδος, που συνήλθε στις 5 και 6 Ιουλίου 1973, αποφάσισε να ακυρώσει την καθαίρεση του Μακαρίου και να καλέσει τους τρεις επισκόπους να εκφράσουν τις απόψεις τους. Οι τρεις επίσκοποι αρνήθηκαν να παραστούν στη Μεγάλη Σύνοδο, η οποία συνήλθε εκ νέου στις 14 Ιουλίου και ακολούθησε η καθαίρεση του Κυπριανού και των δύο Μητροπολιτών που συνέπλεαν μαζί του. Επιστολή συμπαραστάσεως στου τρεις Μητροπολίτες που καθαιρέθηκαν απέστειλε η Ορθόδοξη Αδελφότητα Θεολόγων «Η Ζωή» από την Αθήνα.

Οριστική καθαίρεση & Αποκατάσταση

Στις 15 Ιουλίου 1974, στρατιωτικό κίνημα ανέτρεψε τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ'. Ο Κυπριανός και ο Μητροπολίτης Άνθιμος (ο Μαχαιριώτης) που είχαν καθαιρεθεί, από τη Μεγάλη Σύνοδο, επανήλθαν στις θέσεις τους, όταν ο εθνικιστής και ενωτικός Νίκος Σαμψών ανέλαβε καθήκοντα ως Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ ο Μητροπολίτης Πάφου Γεννάδιος, ορκίστηκε νέος Αρχιεπίσκοπος Κύπρου. Η κυβέρνηση Σαμψών παρέδωσε την εξουσία στις 23 Ιουλίου 1974 και ο Γλαύκος Κληρίδης, τότε Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, ανέλαβε τις αρμοδιότητες του Προέδρου ως ευρισκομένου εν απουσία, ενώ τον Δεκέμβριο του 1974 επέστρεψε ο Μακάριος στην Προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας και την Αρχιεπισκοπή της Κυπριακής Εκκλησίας, Οι τρεις Μητροπολίτες καθαιρέθηκαν και απομακρύνθηκαν από το σώμα της Κυπριακής Εκκλησίας, ενώ μετά από την απομάκρυνση τους από τους Επισκοπικούς θρόνους σχηματίστηκαν δύο νέες Μητροπόλεις, η Μητρόπολη Λεμεσού, η οποία αποσπάστηκε από τη Μητρόπολη Κιτίου, και η Μητρόπολη Μόρφου, η οποία αποσπάστηκε από τη Μητρόπολη Κυρηνείας [11]. Τον Δεκέμβριο του 1974 εκπρόσωπος των Μητροπολιτών που καθαιρέθηκαν επέδωσε υπόμνημα στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Σεραφείμ (Τίκα) με το οποίο του ανέλυαν τον τρόπο που θα οδηγούσε στην εξομάλυνση των σχέσεων τους με τον Μακάριο. Στις 6 Απριλίου 1982, ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος Α' συνεκάλεσε νέα Μείζονα και Υπερτελή Σύνοδο, η οποία αποφάσισε την άρση της καθαιρέσεως του Μητροπολίτη Πάφου Γεννάδιου, ο οποίος εξέφρασε μεταμέλεια και επέκτεινε τη συγγνώμη στον Μητροπολίτη Κιτίου Άνθιμο ή Ανθέμιο που είχε ήδη πεθάνει, ενώ ο Μητροπολίτης Κυρηνείας Κυπριανός ουδέποτε εξέφρασε μεταμέλεια κι έζησε ως το τέλος της ζωής του αποτραβηγμένος στο πατρικό του σπίτι στην Κακοπετριά.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. Περιοδικό «Ο Αγωνιστής. ΕΟΚΑ 1955-59», τεύχος 31ο Ιούλιος-Δεκέμβριος 2011, σελίδες 11η κ.ε.
  2. [Φωτογραφία του Μητροπολίτη Κυπριανού (Κυριακίδη) μετά από κατάθεση στεφάνου στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη στην Αθήνα.]
  3. Εφημερίδα «Αλήθεια», Πέμπτη 12 Ιουνίου 2014, «Νεκρολούλουδα», Ρένος Κυριακίδης, σελίδα 41η.
  4. Λύκειο Σολέας-Ιστορικό
  5. [Το 1953 ο Κυπριανός ως Μητροπολίτης Κυρήνειας έθεσε το θεμέλιο λίθο στο κτίριο όπου στεγάζεται σήμερα το Λύκειο της Σολέας.] Λύκειο Σολέας-Ιστορικό
  6. Μακάριος Β', Εθνικός αγωνιστής, αρχιεπίσκοπος Κύπρου από το 1947 μέχρι το 1950, και πιο πριν επίσκοπος Κυρηνείας από το 1917 μέχρι το 1947, γνωστός ως Μακάριος Μυριανθεύς επειδή καταγόταν από την Μαραθάσα. Γεννήθηκε στο χωριό Πρόδρομος το 1870 και πέθανε στη Λευκωσία το 1950. Το κοσμικό του όνομα ήταν Μιχαήλ Χαραλάμπους Παπαϊωάννου.]
  7. [Ο Μητροπολίτης Κυρηνείας Κυπριανός με επιστολή του ενημέρωσε τη Βουλή των Ελλήνων για τη διαφωνία του για τις προδοτικές και επαίσχυντες συμφωνίες της. Το περιεχόμενο της επιστολής του είναι το ακόλουθο: «Αξιότιμε κύριε Πρόεδρε,
    Επί τη ενάρξει της συζητήσεως της συμφωνίας Ζυρίχης-Λονδίνου υπό της Βουλής, αποτεινόμεθα προς το Σώμα της Εθνικής Αντιπροσωπείας, ίνα απευθύνωμεν μεν θερμόν από μέρους του Ελληνικού Κυπριακού λαού χαιρετισμόν, διερηνεύσωμεν δε την συνέχουσαν τούτον αγωνίαν και οδύνην, εκ των όρων της ειρημένης συμφωνίας και προβώμεν εις έκκλησιν, όπως ρυθμιστής της σκέψεως και της αποφάσεως της Βουλής των Ελλήνων, εν τη προκειμένη εξόχως δε σοβαρά εθνική περιστάσει, παραμείνη η γνώριμος εις τους Ελληνας και εις κρισίμους, ως αι παρούσαι, ώρας, εντονώτερον προβάλλουσα και διαυγέστερον ακουομένη φωνή της εθνικής συνειδησεως και επιταγή της ενδόξου ελληνικής ιστορίας.
    Η Κύπρος εγεννήθη και παρέμεινεν ελληνική μέχρι σήμερον.
    Καθ' όν όμως χρόνον μετά πίστεως ανέμενεν ότι θ' ανέκτα την ελευθερίαν- διά την οποίαν πλουσίαν προσέφερε την σπονδήν του αίματος και απερίγραπτα υπέστη κατά την διαρρεύσασαν τετραετίαν μαρτύρια- και θα εξησφαλίζετο η μετά της Μητρός Ελλάδος Ένωσις της, κατάπληκτος και φρικιώσα, νικήτρια δ’ επί του πεδίου της μάχης, είδε να καθίσταται-παρά πάσαν αρχήν του δικαίου και ηθικής- και νέος κυρίαρχος της, η Τουρκία, να υποτάσσεται δε ο όγκος του Ελληνικού πληθυσμού της εις την ελαχίστην “τουρκικήν” μειονότητα των 18% από την θέλησιν της οποίας θα εξαρτάται απολύτως και εσαεί το μέλλον του.
    Ομιλούν ευγλώττως το δημοσιευθέντα κείμενα της συμφωνίας.
    Το δημιουργούμενον δι' αυτής καθεστώς, πόρρω απέχον του αληθούς πολιτεύματος ανεξαρτησίας και δημοκρατίας, είναι απείρως χειρότερον και αυτού του αποικιακού καθεστώτος.
    Διότι υπό το τελευταίον τούτο η Κύπρος παρέμενεν εις τας αγγλικάς χείρας ως παρακαταθήκη ελληνική, ενώ τώρα αποκόπτεται οριστικώς εκ του κορμού της Μητρός Ελλάδος.
    Το ιερόν και απαράγραπτον δικαίωμα της αυτοδιαθέσεως, το οποίον ασκείται και υπ αυτών των μαύρων της Αφρικής, εξοβελίζεται διά παντός.
    Συνεπεία δε της διατάξεως καθ ην “είναι απηγορευμένη πάσα δραστηριότης δυναμένη να ευνοήση αμέσως ή εμμέσως την Ενωσιν”, θα είναι η ανάπτυξις δραστηριότητος προς δημιουργίαν “κυπριακού” πατριωτισμού, με στόχον διαρκή και μοναδικόν τον αφελληνισμόν της νήσου.
    Την κρίσιν της Βουλής των Ελλήνων, καλουμένης ν αποφασίση επί του καιρίου θέματος της Ελληνικής Κύπρου, δεν θα κρίνουν μόνον οι άνθρωποι και η ιστορία, Θα κρίνη και ο Θεός, του οποίου τας ευλογίας και τον φωτεισμόν επικαλούμεθα επί το σώμα της Εθνικής Αντιπροσωπείας».
    «Το αθάνατον ελληνικόν ημών έθνος Ζήτω.– Η ελληνική μεγαλόνησος Κύπρος ζήτω.– Η Ένωσις της Κύπρου μετά της μητρός Ελλάδος ζήτω».] Ολόκληρο το κείμενο της επιστολής του Μητροπολίτη Κυρήνειας Κυπριανού.
  8. Βουλή των Ελλήνων-Φάκελλος Κύπρου, 1ος Τόμος-Πορίσματα, σελίδα 324η.
  9. [Εφημερίδα «Πατρίς», φύλλο 2ας Μαρτίου 1972, σελίδα 1η.]
  10. Η Εκκλησία της Κύπρου το έτος 1973.
  11. Σύντομος Ιστορία της Εκκλησίας Κύπρου