Μητροπολίτης Γεννάδιος (ο Μαχαιριώτης)

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Μακαριστός Μητροπολίτης Κυρός Γεννάδιος (ο Μαχαιριώτης), Έλληνας εθνικιστής με Κυπριακή καταγωγή, Χωροεπίσκοπος Σαλαμίνος, βοηθός των Αρχιεπισκόπων Κύπρου Μακαρίου Β' και Μακαρίου Γ', Μητροπολίτης Πάφου, υπέρτιμος και έξαρχος Αρσινόης και Ρωμαίων, καθηγητής θεολόγος, μέλος και αγωνιστής στον εθνικό αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α., προσωπικός φίλος και εξ απορρήτων συνεργάτης του Γεωργίου Γρίβα στον αγώνα για την απελευθέρωση της Κύπρου από τον Αγγλικό ζυγό και την ένωση του νησιού με τον Ελληνικό εθνικό κορμό, μέλος της ενωτικής τριανδρίας των Μητροπολιτών, μαζί με τους Κυπριανό της Κυρήνειας και Άνθιμο του Κιτίου, που αντιτάχθηκαν στην πολιτική ανεξαρτησίας του Μακάριου Γ', γεννήθηκε στις 20 ή 22 Σεπτεμβρίου 1893 στο χωριό Λυθροδόντας της επαρχίας Λευκωσίας και εξέπνευσε στις 27 Μαρτίου 1986.

Μητροπολίτης Γεννάδιος (ο Μαχαιριώτης)

Βιογραφία

Ο Γεννάδιος κατάγονταν από ευσεβή οικογένεια του χωριού Λυθροδόντα και από παιδική ηλικία διακρίνονταν για την αγάπη του προς την Εκκλησία, την φιλομάθεια και το ήθος του. Κατατάχθηκε ως δόκιμος μοναχός στην Ιερά Μονή Μαχαιρά και ως υπότροφος της Μονής στάλθηκε και παρακολούθησε μαθήματα στο Παγκύπριο Γυμνάσιο στη Λευκωσία από το οποίο αποφοίτησε το 1919 [1] και στη συνέχεια παρακολούθησε τα μαθήματα του Παγκύπριου Ιεροδιδασκαλείου. Χειροτονήθηκε Διάκονος στις 20 Δεκεμβρίου 1918 από τον τότε Μητροπολίτη Πάφου Ιάκωβο. Το 1920 εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα όπου φοίτησε με δικές του δαπάνες στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών από την οποία αποφοίτησε [2] το 1923. Στα χρόνια των σπουδών του στην Αθήνα, ο Γεννάδιος γνωρίστηκε με τον μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Λεόντιο. Ο Γεννάδιος υπηρέτησε ως καθηγητής Θεολογίας στο Παγκύπριο Γυμνάσιο από το 1924 μέχρι το 1927 και στο Γυμνάσιο Κυρηνείας από το 1927 μέχρι το 1928. Από το 1928 μέχρι το 1931 υπηρέτησε ως Ιεροκύρηκας στη Μητρόπολη Κυρηνείας, όμως μετά από πρόταση του Μητροπολίτη Πάφου και μετέπειτα Αρχιεπισκόπου Λεόντιου ανέλαβε από την 1η Σεπτεμβρίου 1931 και καθήκοντα Αρχιερατικού Επιτρόπου στη Μητρόπολη Πάφου.

Σύμφωνα με μαρτυρίες στις 22 Οκτωβρίου 1931, πλήθος λαού πραγματοποίησε συλλαλητήριο στην περιοχή της Πάφου στο οποίο μίλησαν ο Γεννάδιος (Μαχαιριώτης), ο βουλευτής Χριστόδουλος Γαλατόπουλος, ο δήμαρχος Νικόλοας Νικολαΐδης και ο δικηγόρος Σωτηράκης Μαρκίδης. Στις 2 Οκτωβρίου 1932, ο Λεόντιος χειροτόνησε Πρεσβύτερο και προχείρισε Αρχιμανδρίτη τον Γεννάδιο, ο οποίος αναδείχθηκε πολύτιμος βοηθός του και τον αντιπροσώπευε σε πολλές περιπτώσεις, όταν ο Μητροπολίτης Πάφου, ύστερα από την ανάληψη της τοποτηρητείας του αρχιεπισκοπικού θρόνου, παρέμενε στη Λευκωσία. Επίσης, ο Γεννάδιος επιτελούσε τα καθήκοντα περιοδεύοντος Ιεροκήρυκα και συμπλήρωνε το έργο του Μητροπολίτη, επισκεπτόμενος τα χωριά της επαρχίας και επιλύοντας επί τόπου τρέχοντα προβλήματα των κατοίκων. Στις αρχές Ιανουαρίου 1935 ο Αρχιμανδρίτης Γεννάδιος ανέλαβε καθήκοντα προέδρου επιτροπή, που αποτελούσαν επιφανείς πολίτες της Πάφου, η οποία επιτροπή ανέλαβε να πραγματοποιήσει εράνους για την οικονομική ενίσχυση των πλημμυροπαθών κατοίκων της Κάτω Πάφου και των χωριών της επαρχίας. Την 1η Ιανουαρίου 1939 ανατέθηκαν στον Γεννάδιο καθήκοντα εκπροσώπου [3] του τοποτηρητή Αρχιεπισκόπου Κύπρου στην περιφέρεια της Πάφου. Στις 5 Σεπτεμβρίου 1948 ο Γεννάδιος, με πρόταση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Β', ψηφίστηκε από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας Κύπρου ως Χωροεπίσκοπος (τιτουλάριος) Επίσκοπος Σαλαμίνος.

Υποψήφιος Μητροπολίτης Κιτίου

Στις 29 Αυγούστου 1950 ο τότε μητροπολίτης Κιτίου Μακάριος (ο Κυκκώτης) εκλέχθηκε Αρχιεπίσκοπος Κύπρου με το όνομα Μακάριος Β' και η εκλογή του ενέτεινε τις ζυμώσεις για την αναπλήρωση του στην για την εκλογή του νέου Μητροπολίτη Κιτίου. Στις 29 Αυγούστου εκδηλώθηκε η πρώτη δημόσια τοποθέτηση σχετικά με την εκλογή νέου Μητροπολίτη από την κοινότητα του χωριού Λυθρόδοντας της επαρχίας Λευκωσίας, απ’ όπου κατάγονταν ο Γεννάδιος. Έτσι η Αγροτική Τοπική Ένωση «Ελιά» με ανακοίνωση της στις 29 Αυγούστου τοποθετήθηκε υπέρ της υποψηφιότητας του, ζητώντας στήριξη από όλα τα σωματεία της Δεξιάς των επαρχιών Λεμεσού και Λάρνακος. Στην ανακοίνωση της η Ένωση τους καλούσε να υποστηρίξουν «...τον καθ' όλα άξιον Ιεράρχην και νυν Χωρεπίσκοπον Σαλαμίνος Γεννάδιον, Ιεράρχην ικανόν να πληρώση το κενόν του πρώην Μητροπολίτου Κιτίου». Ίδια ήταν η απόφαση που πήραν την ίδια μέρα ο σύλλογος «Νέα Ζωή» και η «Χριστιανική Επιτροπή» των εκλεγέντων ειδικών αντιπροσώπων για την ανάδειξη του νέου Αρχιεπισκόπου στα Λεύκαρα. Την 1η Οκτωβρίου 1950 οι διαδικασίες κορυφώθηκαν και στη Λεμεσό συνήλθαν σε συνεδρίαση αντιπρόσωποι των συντονιστικών επιτροπειών της Δεξιάς για τη Λεμεσό και τη Λάρνακα, στο οίκημα του εθνικολαϊκού συλλόγου Καθολικής Λεμεσού. Σύμφωνα με την ανακοίνωση: «Αντιπροσωπείαι των συντονιστικών επιτροπειών Λεμεσού και Λάρνακος συνελθούσαι σήμερον εν Λεμεσώ εις συνδιάσκεψιν σχετικώς με την επικειμένην εκλογήν Μητροπολίτου Κιτίου και μελετήσασα το όλον ζήτημα έκρινον ως πολύ προώρους και βεβιασμένας τας ενεργείας προς υπόδειξιν διαφόρων υποψηφίων εκ μέρους ωρισμένων οργανώσεων και ατόμων. Αι βεβιασμέναι αύται υποδείξεις δεν είναι απίθανον να συντελέσουν εις την διάσπασιν της επιβεβλημένης ενότητας και προσπαθείας του εθνικόφρονος κόσμου προς υπόδειξιν ενός και μόνον υποψηφίου προς πλήρωσιν του παραδοσιακού Θρόνου Κιτίου. Εν καταλλήλω χρόνω η εθνικόφρων Παράταξις των αμέσως ενδιαφερομένων επαρχιών Λεμεσού και Λάρνακος θα αποφασίσει όπως εν πλήρει συνεννοήσει υποδείξη το πρόσωπον του μέλλοντος υποψηφίου διά τον Μητροπολιτικόν Θρόνον Κιτίου».

Όπως διαφάνηκε και από το ύφος της ανακοινώσεως, η δεξιά διασπάστηκε στο πρόσωπο του υποψηφίου καθώς άλλες δεξιές ομάδες και οργανώσεις εκδηλώθηκαν υπέρ του Αρχιερατικού Προϊσταμένου της Εκκλησίας της Παναγίας Μυρτιδιώτισσας του Νέου Φαλήρου, των Αθηνών, Άνθιμου (Μαχαιριώτη). Στις 27 Οκτωβρίου 1950 συνήλθε το Ανώτατο Αγροτικό Συμβούλιο της ΠΕΚ και μετά από συζήτηση αποφάσισε ομόφωνα να υποστηρίξει για το θρόνο του Κιτίου τον Γεννάδιο. Η αντιπροσωπεία προχώρησε στη δημοσίευση της απόφασης της για υποστήριξη του Γενναδίου, πρώην συνεργάτη του Μακαρίου Β': «Η Παναγροτική Ένωσις Κύπρου, ενδιαφερομένη ζωηρώς διά τους εκκλησιαστικούς αρχηγούς, οίτινες είναι διά την υπόδουλον νήσον μας φύσει και θέσει η Εθνική ηγεσία μας, ευρίσκει εν τω προσώπω του Αγίου Σαλαμίνος, τον δεδοκιμασμένον Θρησκευτικόν αγωνιστήν και άκαμπτον εθνικόν μαχητήν. Αι συνθήκαι και αι περιστάσεις τας οποίας διερχόμεθα είναι κρίσιμοι και ιστορικαί και τα πρόσωπα, τα οποία θα ηγηθούν των αγώνων του λαού μας, πρέπει να έχουν ριζωμένους βαθειά εις την ψυχήν των τους αγώνας αυτούς. Ο Άγιος Σαλαμίνος είναι ακριβώς το πρόσωπον, το οποίον ενσαρκώνει τους θρησκευτικούς και εθνικούς αυτούς πόθους και αγώνας του λαού μας. Κληρικός, ο οποίος επί είκοσι πέντε περίπου έτη αγωνίζεται θαρραλέα και μαχητικά, ενάρετος, Άγιος κυριολεκτικώς αγωνιστής της θρησκείας και της πατρίδος από τους λίγους που έχει να επιδείξη η νήσος μας, εκράτησεν υψηλά και ανόθευτα τα ιερά μας ιδανικά και όταν ακόμη κληρικοί και λαϊκοί μεγάλης φήμης εκλονίζοντο ΑΥΤΟΣ επολεμούσεν εις τας επάλξεις του αγώνος. Και όταν ο λαός μας πανηγυρικώς ανεδείκνυεν εις τον αρχιεπισκοπικόν Θρόνον το ίνδαλμα του Κυπριακού λαού, τον αοίδιμον ΜΑΚΑΡΙΟΝ Β΄, όστις λόγω της ηλικίας του εχρειάζετο έναν άξιον και ικανόν κληρικόν εις το πλευρόν του, ως τοιούτον προέκρινεν ως άριστον ΤΟΝ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΝ ΓΕΝΝΑΔΙΟΝ, τον οποίον και ανέδειξεν Χωρεπίσκοπον Σαλαμίνος. Τον εκλεκτόν τούτον της ιστορικωτέρας μορφής της Κύπρου, του αοιδίμου Αρχιεπισκόπου ΜΑΚΑΡΙΟΥ του Β΄, η ΠΕΚ ευρίσκει ως ικανώτατον να κυβερνήση τον θρόνον Κιτίου και να κρατήση εις το ύψος του, μαζί με τον εκλεκτόν μας Αρχιεπίσκοπον και τα άλλα μέλη της Ιεράς μας Συνόδου, τους αγώνες του Κυπριακού λαού και καλεί όλον τον λαόν της μητροπολιτικής Περιφερείας Κιτίου όπως τον τιμήση διά της τιμίας του ψήφου».

Την ίδια μέρα συνήλθε στη Λεμεσό η Συντονιστική Επιτροπή των δεξιών οργανώσεων και σωματείων για να συζητήσουν το θέμα. Η σύσκεψη έγινε στα γραφεία του Κυπριακού Εθνικού Κόμματος Λάρνακας και σ' αυτήν παρέστησαν αντιπρόσωποι της Συντονιστικής Λεμεσού, της Συντονιστικής Λάρνακας, Γενικοί και Ειδικοί αντιπρόσωποι της επαρχίας Λάρνακας που είχαν εκλεγεί κατά τις Αρχιεπισκοπικές εκλογές, μέλη του Ανωτάτου Συμβουλίου της ΠΕΚ και άλλα στελέχη της δεξιάς. Στην ψηφοφορία που ακολούθησε πήρε 17 ψήφους, ο Άνθιμος (Μαχαιριώτης), δυο ο Ιάκωβος Παύλου και ένα μόνο ο Χωρεπίσκοπος Γεννάδιος. Στις 10 Νοεμβρίου 1950 σε Γενική συνέλευση των μελών της με θέμα την εκλογή του Μητροπολίτη Κιτίου, η Σ.Ε.Κ.Α., [Συντονιστική Επιτροπή Κυπριακού Αγώνα], αποφάσισε να αφήσει στα μέλη της το δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής μεταξύ των τελικών υποψηφίων για την Επισκοπή Κιτίου, οι οποίοι ήταν ο Άνθιμος (Μαχαιριώτης) και ο Χωροεπίσκοπος (Τιτουλάριος) Γεννάδιος (Μαχαιριώτης). Στις εκλογές για την ανάδειξη των ειδικών αντιπροσώπων που έγιναν στις 26 Νοεμβρίου 1950 οι αντιπρόσωποι που υποστήριζαν την εκλογή του Αρχιμανδρίτη Άνθιμου (Μαχαιριώτη) επικράτησαν με σαρωτικό τρόπο.

Μητροπολίτης Πάφου

Στις 31 Ιουλίου 1959 ο Γεννάδιος εξελέγη Μητροπολίτης Πάφου. Η αρχιερατεία του συνέπεσε με την έναρξη του ανεξάρτητου κράτους της Κύπρου που σηματοδότησε την προώθηση των κατηχητικών σχολείων και μια γενικότερη πνευματική ανάπτυξη. Οι Μητροπολίτες Γεννάδιος Πάφου, Άνθιμος Κιτίου και Κυπριανός Κυρήνειας, είχαν από το 1959 διαφωνήσει με την ανάληψη πολιτικών καθηκόντων από τον Αρχιεπίσκοπο, καλώντας τον να μην θέσει υποψηφιότητα στις πρώτες εκλογές για την ανάδειξη Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο Κυρηνείας ήταν μόνιμα αμετακίνητος στο θέμα αυτό, ενώ οι Γεννάδιος και Άνθιμος έλεγαν μεν «ναι» στην επιλογή Μακαρίου, αλλά το συνόδευαν και με τον καθορισμό χρονικού ορίου.

Ρήξη με Αρχιεπίσκοπο Μακάριο

Μητροπολίτης Γεννάδιος (ο Μαχαιριώτης)

Τον Δεκέμβριο του 1967 με αφορμή της εκλογές για την Προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο Μητροπολίτης Γεννάδιος, συνεπικουρούμενος από τους Μητροπολίτες Άνθιμο του Κιτίου και Κυπριανό της Κυρήνειας έθεσε για πρώτη φορά, θέμα διαχωρισμού των καθηκόντων του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου [4]. Την 14η Φεβρουαρίου 1972 ο Μακάριος δέχεται διάβημα από τον μητροπολίτη Κιτίου, με το οποίο ο Άνθιμος ζητεί από τον Μακάριο να συγκαλέσει το ταχύτερο δυνατό την Ιερά Σύνοδο, θέτοντάς του ζήτημα παραιτήσεως από τον προεδρικό θώκο με το επιχείρημα ότι τα εκκλησιαστικά του καθήκοντα είναι ασυμβίβαστα με τα πολιτικά. Στο κοινό έγγραφό τους προς τον Μακάριο κατά τη συνεδρία της Συνόδου, οι τρεις συνοδικοί τον κατηγορούσαν ευθέως ως υπεύθυνο «δια την θλιβεράν κατάστασιν ήτις έχει δημιουργηθεί εις την νήσον», για «την φθοράν η οποία έχει προκληθεί εις το κύρος της Εκκλησίας», για «τον σκανδαλισμόν του ποιμνίου και την ψυχικήν ζημίαν τούτου», καταστάσεις, όπως τόνιζαν, «αι οποίαι εγκυμονούν και εμφύλιον πόλεμον» και που όλες έχουν τη ρίζα τους «εις την υπό της υμετέρας Μακαριότητος ασκήσεως της κοσμικής εξουσίας». ΜΕ βάση τις κατηγορίες τους αυτές, οι τρεις Μητροπολίτες πρόσθεταν πως οδηγήθηκαν «εις την απόφασιν, την οποίαν υπαγορεύει και της Εκκλησίας και της Νήσου το αληθές συμφέρον, να αξιώσωμεν την άμεσον παραίτησιν της Υμετέρας Μακαριότητος εκ του αξιώματος του Προέδρου της Δημοκρατίας της Κύπρου». Η αξίωση αυτή, τόνιζαν, με βάση τους Ιερούς Κανόνες, σήμαινε άμεση συμμόρφωση -«αμελλητί», όπως ανέφεραν. Ταυτόχρονα, εξέφραζαν την ελπίδα ότι ο Αρχιεπίσκοπος θα έσπευδε να συμμορφωθεί στο αίτημά τους, αλλά και προειδοποιούσαν ότι σε αντίθετη περίπτωση δεν θα έμεναν απαθείς.

Στην Ιερά Σύνοδο της Κυπριακής Εκκλησίας η οποία συγκλήθηκε στις 2 Μαρτίου του ίδιου χρόνου ο Μητροπολίτης Γεννάδιος και οι Μητροπολίτες Κυπριανός και ο Κιτίου Άνθιμος κατέθεσαν πρόταση στην Ιερά Σύνοδο της Κυπριακής Εκκλησίας με την οποία ζητούσαν να παραιτηθεί ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ' από τη Προεδρία της Δημοκρατίας της Κύπρου. Οι Μητροπολίτες θεωρούσαν ότι η παράλληλη άσκηση εκκλησιαστικών και κοσμικών καθηκόντων, από έναν κληρικό, ήταν αντίθετη με τους κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, καθώς κατά τους ιερατικούς κανόνες δεν επιτρεπόταν σε κληρικούς να διεκδικήσουν και να λάβουν πολιτειακά αξιώματα. Οι τρεις μητροπολίτες ήταν φανατικά υπέρ της Ενώσεως της Κύπρου με την Ελλάδα και θεωρούσαν ότι ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος αθέτησε τον όρκο του προδίδοντας τον αγώνα για ένωση, στον βωμό των προσωπικών του φιλοδοξιών. Ανάλογο ήταν και η αρθρογραφία της εποχής κι είναι χαρακτηριστικό το δημοσίευμα της εφημερίδος η «Πατρίς» [5] η οποία χαιρετίζει την πρωτοβουλία του Μητροπολίτη Κυπριανού και των άλλων Μητροπολιτών, γράφοντας: «...Είπατε μετά θάρρους, Πανιερώτατοι, εις τον Μακάριον, ότι επιβάλλεται να αποφασίση και ο ίδιος τι, τέλος πάντων, θέλει να είναι: Καίσαρ ή Πάπας, Μιχαήλ Μούσκος (σ.σ. πρόκειται για το κοσμικό όνομα του αρχιεπισκόπου) ή ο Κύπρου Μακάριος, Πρόεδρος της “Δημοκρατίας” ή Αρχιεπίσκοπος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, Εθνάρχης ή κτηματομεσίτης, έμπορος ή ξενοδόχος; Ερωτήσατέ τον εις πόσους κυρίους θα επιμείνη δουλεύων».

Στις 19 Μαρτίου 1972 ο Μακάριος εξέδωσε απάντηση με την οποία κατηγόρησε τους τρεις επισκόπους ότι συνωμότησαν μεταξύ τους, αλλά και με άλλους εσω-εκκλησιαστικούς και εξω-εκκλησιαστικούς παράγοντες, υπαινισσόμενος την κυβέρνηση της 21ης Απριλίου υπό τον Γεώργιο Παπαδόπουλο αλλά και τον Γεώργιο Γρίβα, αρχηγό της ΕΟΚΑ, ο οποίος από το 1971 βρίσκονταν στη Κύπρο και συντόνιζε τον ενωτικό και -αυτονόητα- αντιμακαριακό αγώνα της αποκαλούμενης ΕΟΚΑ Β'. Την οργάνωση χρηματοδοτούσαν οι Μητροπολίτες Γεννάδιος, Άνθιμος του Κιτίου και Κυπριανός (ο Κυριακίδης) της Κυρήνειας, πολλοί γνωστοί Κύπριοι μεγαλοεπιχειρηματίες και άλλοι οπαδοί του Διγενή που τάσσονταν υπέρ του αγώνα της Ένωσης, τα μέλη της και ο ίδιος ο Γεώργιος Γρίβας. Η ΕΟΚΑ Β' ιδρύθηκε για να αντιμετωπίσει την πιθανότητα επιβολής ανθενωτικής λύσεως ή μη αποδεκτής στους Έλληνες και Κύπριους εθνικιστές και αρχικά δεν ήταν κίνηση εναντίον του Μακαρίου. Στην ανακοίνωση του ο Μακάριος υποστήριζε ότι το αξίωμα του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας και η ιδιότητα του Αρχιεπισκόπου δεν ήταν αντίθετες έννοιες καθώς οι Έλληνες Χριστιανοί Ορθόδοξοι της Κύπρου αγωνίζονταν για εθνική επιβίωση, ενώ η άσκηση κοσμικών υπηρεσιών δεν παρείχε στον Αρχιεπίσκοπο οποιοδήποτε προσωπική ανταμοιβή, αλλά ήταν δαπανηρό και πικρό καθήκον το οποίο δεν ήταν δυνατόν, στην ουσία δεν ήθελε, να αποφύγει.

1η καθαίρεση

Στις 8 Φεβρουαρίου του 1973 ο Μακάριος επανεκλέχθηκε στην Προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας και η κρίση στις σχέσεις του με τους τρεις Μητροπολίτες [6] κορυφώθηκε. Οι Μητροπολίτες συγκάλεσαν έκτακτη Ιερά σύνοδο της Κυπριακής Εκκλησίας την οποία προγραμμάτισαν για την 7η Μαρτίου 1973, όμως κάλεσαν σε απολογία τον Μακάριο πριν απ' αυτή την ημερομηνία. Από τη δική του πλευρά, ο Μακάριος δήλωσε στις 6 Μαρτίου, ότι η Σύνοδος που οι τρεις επίσκοποι είχαν συγκαλέσει ήταν αντισυνταγματική και ως εκ τούτου, οποιαδήποτε απόφαση της θα είναι άκυρη. Η Σύνοδος, όμως, παρά τις απαγορεύσεις του Μακαρίου έλαβε χώρα κανονικά και αποφάσισε την καθαίρεση του Μακάριου από το αξίωμα του Αρχιεπισκόπου. Ο Μακάριος συγκάλεσε Μείζονα και Υπερτελή Σύνοδο (Μεγάλη Σύνοδος), την οποία αποτελούσαν 13 εκπρόσωποι Ορθοδόξων Πατριαρχείων, ενώ δεν ανταποκρίθηκαν το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωσνταντινουπόλεως και η Εκκλησία της Ελλάδος. Η Μεγάλη Σύνοδος, που συνήλθε στις 5 και 6 Ιουλίου 1973, αποφάσισε να ακυρώσει την καθαίρεση του Μακαρίου και να καλέσει τους τρεις επισκόπους να εκφράσουν τις απόψεις τους. Οι τρεις επίσκοποι αρνήθηκαν να παραστούν στη Μεγάλη Σύνοδο, η οποία συνήλθε εκ νέου στις 14 Ιουλίου και ακολούθησε η καθαίρεση του Γενναδίου και των δύο Μητροπολιτών που συνέπλεαν μαζί του. Στις 14 Ιουλίου 1973 ο Γεννάδιος Πάφου καθαιρέθηκε από τη Μείζονα και Υπερτελή Σύνοδο, η οποία συνήλθε στην Λευκωσία και τον διαδέχθηκε ο Χρυσόστομος Α', ο οποίος υπηρετούσε ως βοηθός του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ'. Επιστολή συμπαραστάσεως στου τρεις Μητροπολίτες που καθαιρέθηκαν απέστειλε η Ορθόδοξη Αδελφότητα Θεολόγων «Η Ζωή» από την Αθήνα, όπου βρέθηκε τον Νοέμβριο του 1973 και χοροστάστησε σε λειτουργία στον Μητροπολιτικό ναό της Αγίας Σοσίας στη ΘΥεσσαλονίκη, φιλοξενούμενος του Μητροπολίτη Λεωνίδα (Παρασκευόπουλου) και στη συνέχεια μετέβη στη Φλώρινα φιλοξενούμενος του Μητροπολίτη Αυγουστίνου Καντιώτη και στην Ελευθερούπολη Καβάλας φιλοξενούμενος του Μητροπολίτη Αμβρόσιου. Στις 14 Νοεμβρίου, ο Γεννάδιος εκφώνησε ομιλία, για την αίρεση του Παποκαισαρισμού, στην αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός», ενώ στα τέλη του Ιανουαρίου του 1974 προέστη στην νεκρώσιμη ακολουθία του Γεωργίου Γρίβα, συνεπικουρούμενος από τους άλλους δύο Μητροπολίτες και τον Φεβρουάριο του 1974 πραγματοποίησε ταξίδι ατην Αθήνα.

Οριστική καθαίρεση & Αποκατάσταση

Στις 15 Ιουλίου 1974, στρατιωτικό κίνημα ανέτρεψε τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ'. Οι Μητροπολίτες Κυπριανός (ο Κυριακίδης) και Άνθιμος (ο Μαχαιριώτης) που είχαν καθαιρεθεί, από τη Μεγάλη Σύνοδο, επανήλθαν στις θέσεις τους, όταν ο εθνικιστής και ενωτικός Νίκος Σαμψών ανέλαβε καθήκοντα ως Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ ο Μητροπολίτης Πάφου Γεννάδιος, ορίστηκε τοποτηρητής Αρχιεπίσκοπος Κύπρου. Η κυβέρνηση Σαμψών παρέδωσε την εξουσία στις 23 Ιουλίου 1974 και ο Γλαύκος Κληρίδης, τότε Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, ανέλαβε τις αρμοδιότητες του Προέδρου ως ευρισκομένου εν απουσία, ενώ τον Δεκέμβριο του 1974 επέστρεψε ο Μακάριος στην Προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας και την Αρχιεπισκοπή της Κυπριακής Εκκλησίας, Οι τρεις Μητροπολίτες καθαιρέθηκαν και απομακρύνθηκαν από το σώμα της Κυπριακής Εκκλησίας, ενώ μετά από την απομάκρυνση τους από τους Επισκοπικούς θρόνους σχηματίστηκαν δύο νέες Μητροπόλεις, η Μητρόπολη Λεμεσού, η οποία αποσπάστηκε από τη Μητρόπολη Κιτίου, και η Μητρόπολη Μόρφου, η οποία αποσπάστηκε από τη Μητρόπολη Κυρηνείας [7]. Τον Δεκέμβριο του 1974 εκπρόσωπος των Μητροπολιτών που καθαιρέθηκαν επέδωσε υπόμνημα στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Σεραφείμ (Τίκα) με το οποίο του ανέλυαν τον τρόπο που θα οδηγούσε στην εξομάλυνση των σχέσεων τους με τον Μακάριο. Στις 6 Απριλίου 1982, ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος Α' συνεκάλεσε νέα Μείζονα και Υπερτελή Σύνοδο, η οποία αποφάσισε την άρση της καθαιρέσεως του Μητροπολίτη Πάφου Γεννάδιου, ο οποίος εξέφρασε μεταμέλεια και επέκτεινε τη συγγνώμη στον Μητροπολίτη Κιτίου Άνθιμο ή Ανθέμιο που είχε ήδη πεθάνει, ενώ ο Μητροπολίτης Κυρηνείας Κυπριανός ουδέποτε εξέφρασε μεταμέλεια.

Συγγραφικό έργο

Ο Μητροπολίτης Γεννάδιος έγραψε και δημοσίευσε το έργο:

  • «Βαδίζειν Σταθερώς».

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [«Αναµνηστικόν Λεύκωµα επί τη πεντηκονταετηρίδι του Παγκυπρίου Γυµνασίου 1893-1943», Λευκωσία 1944, σελίδα 113η.]
  2. Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Λεόντιος, σελίδα 36η. Κωστής Κοκκινόφτας
  3. [«Εγκύκλιοι της Α.Σ. του Τοποτηρητού περί διορισμού αντιπροσώπων αυτού εν ταις επαρχίαις Αρχιεπισκοπής, Πάφου και Κιτίου και περί Τοποτηρητού του χηρεύσαντος Μητροπολιτικού Θρόνου Κιτίου», Περιοδικό «Απόστολος Βαρνάβας (1939-1940)», σελίδες 28η-33η.]
  4. Βουλή των Ελλήνων-Φάκελλος Κύπρου, 1ος Τόμος-Πορίσματα, σελίδα 324η.
  5. [Εφημερίδα «Πατρίς», φύλλο 2ας Μαρτίου 1972, σελίδα 1η.]
  6. Η Εκκλησία της Κύπρου το έτος 1973.
  7. Σύντομος Ιστορία της Εκκλησίας Κύπρου