Νικόλαος Κουρκουλάκος

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Νικόλαος Κουρκουλάκος Έλληνας εθνικιστής μοναρχικός, ανώτατος αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού με το βαθμό του Υποστρατήγου π.δ., που υπήρξε διοικητής του 2ου ευζωνικού συντάγματος Πατρών των Ταγμάτων Ασφαλείας, τοπογράφος μηχανικός [1] από το 1928 και διατέλεσε Διοικητής της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος στη διάρκεια του επαναστατικού καθεστώτος της 21ης Απριλίου υπό τον πρωθυπουργό Γεώργιο Παπαδόπουλο, γεννήθηκε το 1894 στο χωριό Πύργος Δηρού στην περιοχή της Ανατολικής Μάνης στο νομό Λακωνίας και πέθανε στην Αθήνα.

Νικόλαος Κουρκουλάκος
Συνοπτικές πληροφορίες
Γέννηση: 1894
Τόπος: Πύργος Δηρού Μάνης, Λακωνία
Ελλάδα
Θάνατος:
Τόπος: Αθήνα, Ελλάδα
Σύζυγος: Εριέτα Κουρκουλάκου
Τέκνα: Ιωάννης, Μαρία, Γεώργιος
Ευτυχία, Αναστασία, Δημήτριος
Αλέξανδρος
Υπηκοότητα: Ελληνική
Ασχολία: Υποστράτηγος,
Διοικητής Αγροτικής Τραπέζης

Το 1920 παντρεύτηκε με την Εριέτα Κουρκουλάκου και από το γάμο του έγινε πατέρας του Υπολοχαγού Ιωάννη Κουρκουλάκου [2], που σκοτώθηκε το 1946 σε ένοπλη συμπλοκή με κομμουνιστές συμμορίτες, της Μαρίας, του Γεωργίου, της Ευτυχίας, της Αναστασίας, του Δημητρίου που υπήρξε Αρχίατρος Υγειονομικού στον Ελληνικό στρατό, και του Αλέξανδρου.

Βιογραφία

Πατέρας του Νικόλαου, που παρακολούθησε τα μαθήματα της Δημοτικής εκπαιδεύσεως στη γενέτειρα του και από το 1904 παρακολούθησε τα μαθήματα του Ελληνικού Σχολείου στην Αρεόπολη [3], ήταν ο χωροφύλακας Ιωάννης Κουρκουλάκος με καταγωγή από τον πύργο Δηρού Μάνης ενώ μεγαλύτερος αδελφός του, γεννημένος το 1892, ήταν ο επίσης αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού Στέφανος Κουρκουλάκος.

Στρατιωτική σταδιοδρομία

Μετά την αποφοίτηση του ο Νικόλαος αποφάσισε να ακολουθήσει στρατιωτική σταδιοδρομία και κατατάχθηκε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων από την οποία αποφοίτησε την 1 Νοεμβρίου του 1916, με το βαθμό του Ανθυπολοχαγού του Πεζικού.

Α' Παγκόσμιος Πόλεμος

Διαρκούντος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου ο Κουρκουλάκος τοποθετήθηκε στο Δ' Σώμα Στρατού στην Καβάλα όπου αιχμαλωτίστηκε, όπως το σύνολο των δυνάμεων του Σώματος, και μεταφέρθηκε ως αιχμάλωτος στη Γερμανία.

Αιχμαλωσία Δ' Σώματος Στρατού

Στις 18 Αυγούστου 1916, ο βουλγαρικός στρατός εισέβαλε αιφνιδιαστικά στην Ανατολική Μακεδονία. Στόχος τους, όπως ισχυρίζονταν, ήταν να περιορίσουν τις κινήσεις των εχθρικών δυνάμεων της Αντάντ. Την ίδια μέρα, οι πρέσβεις της Γερμανίας και της Βουλγαρίας, με διακοινώσεις των κυβερνήσεων τους, έδιναν εξηγήσεις και παρείχαν εγγυήσεις ότι δεν κινδυνεύει η Ελληνική εδαφική ακεραιότητα και ότι δεν θα έθιγαν την εξουσία των τοπικών αρχών ενώ ο στρατός τους θα αποχωρούσε όταν εξέλειπαν οι στρατιωτικοί λόγοι. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α' έδωσε εντολή στους επιτελείς του Δ' Σώματος Στρατού να συμπτυχθούν και να περιμένουν εντολές. Ο διοικητής συνταγματάρχης Ιωάννης Χατζόπουλος ζητούσε βοήθεια και τηλεγραφούσε: «Αναφέρω ότι η συμπεριφορά των Βουλγάρων είναι εντελώς εχθρική. Οι κάτοικοι των πόλεων Σερρών και Δράμας έντρομοι καταφεύγουν εις Καβάλα. Παρακαλώ όπως τύχω άμεσης απαντήσεως επί αιτήσεώς μου να επιστρέψουν αμέσως οι επίστρατοι καθόσον οι προθέσεις των Βουλγάρων περί καταλήψεως της Καβάλας εκδηλούνται από ώρα εις ώρα σαφέστερες, εάν δε συμβεί τούτο η πόλις θα καταστραφεί και θα αιχμαλωτιστεί το Σώμα ολόκληρον. Είναι αναγκαία η αποστολή στόλου, διότι μόνον η παρουσία του θα καθησυχάσει τους πληθυσμούς. Δεν είναι δυνατόν να αντιληφθείτε την ενταύθα κατάστασιν». Η απάντηση του εστάλη την ίδια μέρα: «Την πρότασιν περί εφέδρων αποκρούομεν, αποκλείοντες την βίαν. Καθησυχάσατε έντρομους πληθυσμούς και ενθαρρύνατε αυτούς. Στόλος δεν θα αποσταλεί».

Οι Γερμανοί πίεζαν με κάθε τρόπο τον Χατζόπουλο, να εγκαταλείψει την Καβάλα ενώ υπήρξε πρόταση Βρετανού πλοιάρχου ενός ατμόπλοιου να μεταφέρει το στράτευμα στη Θεσσαλονίκη. Ο Χατζόπουλος όμως αρνήθηκε, επειδή ήταν πιστός στον βασιλιά και απευθύνθηκε στον Γερμανό αρχιστράτηγο Χίντενμπουργκ. Για να αποφευχθεί η αιχμαλωσία του Σώματος από τον βουλγαρικό στρατό, του ζήτησε τη μεταφορά του στρατεύματος, μαζί με τον οπλισμό του, στη Γερμανία, ως το τέλος του πολέμου. Το αίτημα του έγινε δεκτό. Οι Έλληνες στρατιώτες παραδόθηκαν αμαχητί, εγκατέλειψαν οικειοθελώς την πόλη και αποφάσισαν να μεταφερθούν στην πόλη Γκέρλιτς [4]. Το αιχμάλωτο Δ' Σώμα του Ελληνικού Στρατού αποτελούσαν 6.100 Έλληνες στρατιώτες, 430 αξιωματικοί, δυνάμεις της Ελληνικής Χωροφυλακής, στρατιωτικοί υπάλληλοι, 93 γυναίκες αξιωματικών και 5 παιδιά με διοικητή τον Συνταγματάρχη Ιωάννη Χατζόπουλο [5], εκτός από 2.000 στρατιωτικούς που επίλεξαν να μεταφερθούν στην Θεσσαλονίκη και ονοµάστηκαν «Μεραρχία Σερρών». Για τη μεταφορά χρησιμοποιήθηκαν 10 τρένα και το ταξίδι έγινε μέσω Βουλγαρίας. Το ταξίδι από τη Δράμα διήρκησε 12 μέρες. Στο Γκαίρλιτς, η υποδοχή ήταν θερμή. Γερμανοί αξιωματικοί και κάτοικοι της πόλεως υποδέχθηκαν το Δ' Σώμα Στρατού, ενώ μπάντα παιάνιζε προς τιμή τους.

Στις αρχές του 1918, με την κατηγορία ότι ασκούσαν προπαγάνδα, 25 Έλληνες αξιωματικοί οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως του Βερλ της Βεστφαλίας, ενώ άλλοι 17 στις φυλακές του Κόνιγκσμπεργκ. Οι στρατιώτες υπέφεραν από ποικίλες στερήσεις, είχαν ελλιπή διατροφή και αντιμετώπιζαν συνθήκες αφόρητου κρύου στις παράγκες του στρατοπέδου, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους περίπου 400 άτομα, τα περισσότερα από φυματίωση. Οι Γερμανοί απαίτησαν από τους στρατιώτες να συμμετέχουν σε αγροτικές ασχολίες, ενώ ορισμένοι διασκορπίστηκαν βίαια, από την Κολωνία μέχρι και το Μπρέσλαου, σε πολεμικές βιομηχανίες, ορυχεία, εργοστάσια και αλλού. Οι Έλληνες «όμηροι» έβγαλαν δική τους εφημερίδα, που εκδόθηκε σε όλη τη Γερμανία και ηχογράφησαν ρεμπέτικα και παραδοσιακά τραγούδια. Εκεί, τον Ιούλιο του 1917, έγινε για πρώτη φορά παγκοσμίως και η ηχογράφηση ενός μπουζουκιού. Αξιόλογη ήταν επίσης η πνευματική και πολιτιστική δράση πολλών Ελλήνων αιχμαλώτων καλλιτεχνών και διανοουμένων, όπως του κομμουνιστή Υπολοχαγού, μετέπειτα θεατρικού συγγραφέα, Βασίλη Ρώτα. Τον Νοέμβριο του 1918, μετά την λήξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, οι βασιλόφρονες αξιωματικοί, φοβούμενοι αντίποινα, αρνήθηκαν να επιστρέψει το Δ' Σώμα Στρατού στην Ελλάδα. Πολλοί στρατιώτες συμμετείχαν στην επανάσταση των Σπαρτακιστών της Ρόζας Λούξεμπουργκ, με αίτημα την άμεση επιστροφή τους στην Ελλάδα. Μετά την αποτυχία της εξεγέρσεως αρκετοί δραπέτευσαν και επέστρεψαν κατά τμήματα στην Ελλάδα, όπου οι βασιλόφρονες υπέστησαν διώξεις και κατηγορήθηκαν για προδοσία. Ο Κουρκουλάκος κρατήθηκε στο Γκαίρλιτς ως το 1918 όταν αφέθηκε ελεύθερος και επέστρεψε στην Ελλάδα.

Μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου κι ύστερα από διαπραγματεύσεις, άρχισε η απέλαση, που ολοκληρώθηκε όταν οι τελευταίοι 600 Έλληνες στρατιώτες αναχώρησαν με προορισμό την Ελλάδα. Με την συνοδεία Αμερικανών αξιωματικών, που εκπροσωπούσαν τους νικητές συμμάχους, μεταφέρθηκαν τον Φεβρουάριο του 1919 από το Γκαίρλιτς στο Φιούμε της Ριέκα σιδηροδρομικώς και από εκεί με πλοίο στην Ελλάδα, έχοντας μαζί τους τις Γερμανίδες γυναίκες τους και τα παιδιά τους. Περισσότεροι από 200 Έλληνες εγκαταστάθηκαν οριστικά στο Γκέρλιτς, όπου το 1921, ιδρύθηκε ο «Ελληνικός Σύνδεσμος Γκαίρλιτς» που διαλύθηκε με την άνοδο του Αδόλφου Χίτλερ στην εξουσία [6]. Η υποδοχή των στρατιωτών και των αξιωματικών τους στην Ελλάδα που διοικούσε το καθεστώς του Βενιζέλου ήταν απολύτως εχθρική και διαδραματίστηκαν σε βάρος τους πολλά έκτροπα, από οπαδούς του Βενιζέλου. Οι αξιωματικοί παραπέμφθηκαν σε στρατοδικεία και καταδικάστηκαν, ενώ οκτώ από αυτούς, ανάμεσα τους και ο Καράκαλος που διαδέχθηκε τον Χατζόπουλο μετά τον θάνατο του, στη ποινή του θανάτου. Τελικά οι θανατικές καταδίκες δεν εκτελέστηκαν, ενώ πολλοί, που φυλακίστηκαν στην Κρήτη και σε άλλα νησιά, απελευθερώθηκαν λίγους μήνες αργότερα με την εκλογική ήττα του Ελευθέριος Βενιζέλος|Βενιζέλου]] το 1920 και την επαναφορά του βασιλιά Κωνσταντίνου Α' στον θρόνο.

Μεσοπόλεμος

Μετά την επάνοδο του στην Ελλάδα ο τότε υπολοχαγός Κουρκουλάκος αποτάχθηκε και συμμετείχε στην οργάνωση των Πολιτικών Συλλόγων του Λαϊκού Κόμματος του Δημητρίου Γούναρη, μια φυσική μετεξέλιξη των οργανώσεων των Επιστράτων. Στις εκλογές του 1920 ηττήθηκε ο Βενιζελισμός και οι αξιωματικοί που τιμωρήθηκαν από το βενιζελικό καθεστώς, μεταξύ τους και ο Κουρκουλάκος, αποκαταστάθηκαν πήραν προαγωγές και απεστάλησαν στο Μέτωπο της Μικράς Ασίας, το οποίο ήταν ήδη σε έξαρση. Ο Νικόλαος Κουρκουλάκος συμμετείχε στην Μικρασιατική εκστρατεία και τραυματίστηκε εξαιρετικά σοβαρά στην Μάχη στον Σαγγάριο ποταμό, λόγος για τον οποίο, τον Απρίλιο του 1926, τέθηκε σε ειδική αποστρατεία λόγω παθήσεως για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών [7]. Το 1934 αποτέλεσε ένα από τα ιδρυτικά μέλη της εθνικιστικής οργανώσεως Ο.Ε.Κ.Κ. [«Οργάνωσις Εθνικών και Κοινωνικών Κατεύθυνσεων»] όπου είχε αρχηγό τον Ευάγγελο Κυριάκη. Μερικά από τα πλέον προβεβλημένα μέλη της οργανώσεως, πέραν του Κουρκουλάκου, ήταν οι Θεόδωρος Σκυλακάκης, ο γιος του Παύλου Μελά ο Μίκης Μελάς, ο Νικόλαος Λούρος, ο Απόστολος Παπαγεωργίου και η Σίτσα Καραϊσκάκη. Η οργάνωση εξέδιδε την εφημερίδα «Κράτος».

Β' Παγκόσμιος πόλεμος

Ο Κουρκουλάκος ανακλήθηκε από την πολεμική διαθεσιμότητα, με το βαθμό του Αντισυνταγματάρχη, συμμετείχε στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο ως διοικητής του 52ου Συντάγματος Πεζικού και μετά τον Μάρτιο του 1941 ως την κατάρρευση του Ελληνογερμανικού πολέμου, στο τέλος Απριλίου του 1941, διατέλεσε διοικητής του 66ου Συντάγματος Πεζικού. Μετά την κατάληψη της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονα ο Κουρκουλάκος, όπως και ο αδελφός του, υπήρξε θιασώτης της δημιουργίας Κυανόλευκης Μεραρχίας η οποία θα πολεμούσε στο πλευρό των Γερμανικών στρατευμάτων στο Ανατολικό μέτωπο. Σύμφωνα με τον Θρασύβουλο Τσακαλώτο, ο οποίος συμμετείχε στη σχετική σύσκεψη, καθώς ήταν υπασπιστής του υπουργού Γεωργίου Μπάκου, «...Οι µόνοι οι οποίοι τότε εδέχθησαν ήσαν δύο συνταγµατάρχαι» [8], ενώ την ίδια άποψη καταθέτει και ο ιστορικός Ιάκωβος Χονδροµατίδης που αναφέρει σχετικά: «Θιασώτες της Κυανόλευκης Μεραρχίας ήταν ο συνταγµατάρχης Νικ. Κουρκουλάκος μαζί µε τον αδερφό του Στέφ. Κουρκουλάκο» [9].

Σύνταγμα Ασφαλείας Πελοποννήσου

Στις 18 Ιανουαρίου 1944 μετακινήθηκε και εγκαταστάθηκε στην Πάτρα το 2ο Τάγμα του 1ου Συντάγματος Ευζώνων Αθηνών. Αρχικά το αποτελούσαν 600 άνδρες στρατολογημένοι στην Αθήνα που αποτέλεσαν τον πυρήνα του 2ου Συντάγματος Ευζώνων Πατρών που διέθετε δύναμη τριών ταγμάτων και είχε διοικητή τον Συνταγματάρχη Κουρκουλάκο. Στην ανάπτυξη του το 2ο Σύνταγμα Ασφαλείας Πελοποννήσου διέθετε συνολικά 2.500 άνδρες, δύναμη πυρός από 8 πυροβόλα, πλέον των τεσσάρων της διώρυγος της Κορίνθου. Το 1ο Τάγμα του 2ου Συντάγματος, 41 αξιωματικοί και 860 οπλίτες, που συγκροτήθηκε στις 2 Φεβρουαρίου 1944, και το 2ο Τάγμα, 41 αξιωματικοί και 1.165 οπλίτες, εγκαταστάθηκαν στην Πάτρα, ενώ το 3ο εγκαταστάθηκε στην Κόρινθο, περί τις 20 Απριλίου του ίδιου χρόνου. Κάθε τάγμα είχε τέσσερις Λόχους, με συνεχή αρίθμηση. Στο 3ο Τάγμα, αυτό της Κορίνθου, ανήκαν οι 9ος έως και ο 12ος Λόχος. Από αυτούς ο 10ος εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο, με μια διμοιρία του στο Άργος. Στις 19 Μαΐου 1944, το 2ο Σύνταγμα Πατρών έστειλε στον Πύργο Ηλείας το 4ο Τάγμα, των 5 λόχων, με συνολική δύναμη 650 μαχητών. Το Μάιο του 1944 η συνολική δύναμη των Ταγμάτων Ασφαλείας στην Πελοπόννησο ανέρχονταν, σύμφωνα με εκτιμήσεις, στις 8.000 αξιωματικούς και οπλίτες.

Τάγμα Ασφαλείας Πατρών

Ο εθνικιστής και μέλος των Ταγμάτων Ασφαλείας Βασίλειος Σταυρογιαννόπουλος αναφέρει [10] σε έργο του τα ονόματα δεκαεπτά αξιωματικών του 2ου Συντάγματος Ασφαλείας Πατρών, μεταξύ τους ο συνταγματάρχης Νικόλαος Κουρκουλάκος, οι αντισυνταγματάρχες Θεόδωρος Λεοντοκανάκης, Γεώργιος Οικονόμου, Αντώνιος Χατζησταματίου, Δημοσθένης Γεωργακόπουλος και Ευθύμιος Παπαβασιλείου, οι ταγματάρχες Παναγιώτης Καφεντζοπουλος, Θωμάς Κλεινάκης, Γεώργιος Τουλιόπουλος, Γεώργιος Παλαντζής καί Κρατίνος Ζαλοκώστας, οι λοχαγοί Δημήτριος Κάρλος, Δημήτριος Σεβαστάκης, Μιχαήλ Λαδακάκος, Φώτιος Παχής και τέλος οι υπολοχαγοί Νικόλαος Ευθυμίου και Παναγιώτης Μαριόλης [11].

Στις 8 Μαΐου του 1944 με αφορμή την δολοφονία ομάδος ανδρών των Ταγμάτων Ασφαλείας Πατρών και 46 ανδρών της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής από συμμορίτες του Ε.Α.Μ./Ε.Λ.Α.Σ., ο Κουρκουλάκος παρέλαβε από τις φυλακές των Πατρών δέκα κομμουνιστές κρατουμένους, μεταξύ τους και ο εκ των ιδρυτών του Ε.Α.Μ. δικηγόρος Χωμενίδης, τους οποίους διέταξε να απαγχονίσουν στην Πλατεία στα Ψηλά Αλώνια και «Τά σώματα τών άπαγχονισθέντων αίωροΰντο έπί 24 ώρας έπί τών δένδρων [τής πλατείας]...» [12]. Στις 11 Σεπτεμβρίου, με αφορμή επικείμενη επίθεση συμμοριών του Ε.Λ.Α.Σ. στην Πάτρα ο Κουρκουλάκος κήρυξε την πόλη σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης ενώ στις 19 Σεπτεμβρίου, διεκπεραιώθηκε από την Ναύπακτο και το 2ο Τάγμα του 3ου Συντάγματος Ευζώνων Ναυπάκτου, που διέθετε δύναμη 47 αξιωματικών και 400 οπλιτών, καθώς και άλλες μικρότερες μονάδες.

Οι διαπραγματεύσεις, που έγιναν μεταξύ εθνικιστών και κομμουνιστών με τη μεσολάβηση του Σουηδού εκπροσώπου του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, ναυάγησαν και στις 16 Σεπτεμβρίου οι επικεφαλής κομμουνιστές της αποκαλούμενης VIII Ταξιαρχίας του Ε.Λ.Α.Σ. απέστειλε τελεσίγραφο ζητώντας την αποχώρηση των Ταγμάτων Ασφαλείας από την Πάτρα και την παράδοση του οπλισμού τους όμως αυτό απορρίφθηκε από τον Κουρκουλάκο. Στην πρωτεύουσα της Αχαΐας, μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου του 1944, είχε συγκεντρωθεί δύναμη τεσσάρων Ταγμάτων, με ετοιμοπόλεμους και ικανούς μαχητές αποφασισμένους να υπερασπίσουν την πόλη με κάθε κόστος, έτσι οι συμμορίες του Ε.Λ.Α.Σ., που σύντομα πολιόρκησαν την πόλη, δεν διακινδύνευσαν επίθεση.

Παράδοση Συντάγματος Ασφαλείας

Τις τελευταίες ημέρες του Σεπτεμβρίου 1944, στο Συνταγματάρχη Κουρκουλάκο κοινοποιήθηκε διαταγή του Διοικητού του Βρετανικού στρατιωτικού τμήματος που είχε πέσει με αλεξίπτωτα στην περιοχή του Αράξου:
«Διαταγή Διοικητού συμμαχικών δυνάμεων Βορειοδυτικής Πελοποννήσου
Προς τα Τάγματα Ασφαλείας Πατρών
Διατάσσω όπως άπαντες οι αξιωματικοί και οπλίται των Ταγμάτων Ασφαλείας, εξέλθουν των συνόρων της πόλεως και παραδοθώσι μετά τον οπλισμού των εις τας υπ’ εμέ Βρετανικάς δυνάμεις, οίτινες θα τα υποδεχθώσι και μεριμνήσωσι δια την παραλαβήν και ασφάλειαν αυτών. Ημέραν και ώραν παραδόσεως αυτών καθορίζω την 4ην Οκτωβρίου 1944 και ώραν μίαν μετά τη δύσιν του ηλίου μέχρι της 12ης νυχτερινής. Σημείον υποδοχής αυτών καθορίζω ανατολικώς της πόλεως Πατρών τας θέσεις Ψαροφάη και η δευτέρα μεταξύ Στρατώνων 12ου Συντάγματος και Εγλυκάδος, σημεία οίτινα θα υποδεχθούν Αγγλικαί περίπολοι.»

Κατόπιν αυτής της διαταγής, ο Συνταγματάρχης Κουρκουλάκος, λίγο πριν το μεσημέρι της 1ης Οκτωβρίου συγκάλεσε σε σύσκεψη τους διοικητές των Ταγμάτων και Λόχων καθώς και τους επιτελείς τους αξιωματικούς, προκειμένου να συναποφασίσουν. Την ίδια ημέρα αργά το απόγευμα οι μαχητές των Ταγμάτων δυνάμεως ενός Λόχου Διοικήσεως, 150 μαχητών, και άλλοι 18 Λόχοι Πεζικού εξήλθαν εν πλήρη τάξη από την πόλη και παρέδωσαν τον οπλισμό τους στους Άγγλους, με την προσωπική μεσολάβηση του Παναγιώτη Κανελλόπουλου εκπροσώπου της Ελληνικής κυβερνήσεως ο οποίος είχε μόλις φθάσει από την Ιταλία, ενώ οι Γερμανικές δυνάμεις κατοχής βρίσκονταν ακόμη στην Πάτρα την οποία εγκατέλειψαν στις 4 Οκτωβρίου. Συνολικά 1.475 αξιωματικοί και οπλίτες του 2ου Συντάγματος Ευζώνων Πατρών φυλακίστηκαν σε παραλιακά στρατόπεδα συγκεντρώσεως στις θέσεις Εγκλυκάδα και Ψαροφάι και στη συνέχεια μέχρι τις 14 Οκτωβρίου 1944, στο Στρατόπεδο του Αράξου. Μετά από μερικές εβδομάδες οι τελευταίοι 201, όσοι δεν είχαν ήδη διαφύγει, μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδο αιχμαλώτων στην Ιταλία και επέστρεψαν στην Ελλάδα στις 13 Μαρτίου του 1945. Μετά την αποχώρηση των Γερμανών, το Τάγμα Ευζώνων Κορίνθου μετονομάστηκε σε «Τάγμα Ε.Δ.Ε.Σ. Κορίνθου», όμως στις 6 Οκτωβρίου κι αυτό το Τάγμα υποχρεώθηκε να παραδοθεί στους Άγγλους και 180 από τους άνδρες του μεταφέρθηκαν υπό φρούρηση στις Σπέτσες και από εκεί μεταφέρθηκαν στου Γουδή στην Αθήνα.

Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο

Στις 6 Οκτωβρίου 1955 ο Συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Ιατρού, της Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού, με αίτημα του [13] προς τον Κουρκουλάκο ζήτησε την σύνταξη εκ μέρους του και την αποστολή στη Δ.Ι.Σ. εκθέσεως σχετικής με την δράση του στα τάγματα Ασφαλείας όμως, στις 15 Μαρτίου του ίδιου έτους, ο Κουρκουλάκος δεν ανταποκρίθηκε [14] . Αρνητική ήταν επίσης και η απάντηση άλλων πρωταγωνιστών εκείνης της περιόδου, μεταξύ τους οι Ιωάννης Πλυτζανόπουλος, Ταβουλάρης, Παπαθανασόπουλος, Γερακίνης, Μουστακόπουλος και Καφετζόπουλος [15].

Μνήμη Νικολάου Κουρκουλάκου

Ο Κουρκουλάκος γόνος οικογένειας στρατιωτικών από την Λακωνία, που εν ζωή κατοικούσε στην οδό Καπλανών στην Αθήνα, διέθεσε το σύνολο του βίου του στο κίνημα του μαχόμενου Ελληνικού εθνικισμού από την εποχή της ομάδος των Ιαπώνων και της συστάσεως του Λαϊκού Κόμματος από τον Δημήτριο Γούναρη ως το επαναστατικό καθεστώς της 21ης Απριλίου υπό τον Γεώργιο Παπαδόπουλο τον οποίο υπηρέτησε με συνέπεια και αυτοθυσία. Ο Κωνσταντίνος Καραλής, Αχαιός εθνικιστής συγγραφέας που υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας πολλών γεγονότων εκείνης της περιόδου αναφέρεται στην προσωπικότητα του Κουρκουλάκου για τον οποίο γράφει: «Λάκων τήν καταγωγήν» ... «ψύχραιμος, έφυέστατος, εργατικός καί αεικίνητος» ... «τολμηρός, πολυμήχανος καί δραστήριος. Ήτο δεσπόζουσα φυσιογνωμία καί ό ιθύνων νους τοΰ άντικομμουνιστικοΰ αγώνος έν Πελοποννήσω» ... «Είργάζετο μέ σύστημα καί θάρρος» ... «κρατών τάς Πάτρας μέ τό άριστα έξωπλισμένον καί ώργανωμένον Σύνταγμα τών Ευζώνων» ... «Διαρκώς έστρατολογοΰσε καί έδέχετο οπαδούς άπό τόν καθημερινώς όγκούμενον χείμαρρον τών καταδιωκομένων εθνικιστών τοΰ Μωρηά καί τής Ρούμελης. Άπό τάς πρώτας ημέρας πού έγκατεστάθη εις τάς Πάτρας, εφήρμοσε σκληρά κατά τών κομμουνιστών μέτρα. Ύπήρξεν αμείλικτος καί αδυσώπητος» ... «καί σκληρά έφάρμοζεν αντίποινα κατά τάς εκκαθαριστικός επιχειρήσεις, πού έκανε συχνάκις είς τά ενδότερα τής Πελοποννήσου κατά τών δυνάμεων τοΰ ΕΛΑΣ. Πολλαί εκατοντάδες κομμουνιστών ή συμπαθούντων άντίκρυσαν τό έκτελεστικόν απόσπασμα καί τήν άγχόνην, καί πολλά χωριά, τά όποια εΐχον πιστεύσει είς τήν κομμουνιστικήν ίδεολογίαν, παρεδόθησαν είς τάς φλόγας. Ό Κουρκουλάκος εφήρμοσε τήν ώμήν βίαν κατά τών συλλαμβανομένων κομμουνιστών καί γενικώς διεξήγαγεν έν τή Β.Δ. Πελοποννήσω έναν άνευ οίκτου άντικομμουνιστικόν αγώνα...» [16].

Εξωτερικοί σύνδεσμοι / Πηγές

Παραπομπές

  1. [Κουρκουλάκος, Νικόλαος Ιωάννης Μηχανικοί, εκβιομηχάνιση, εκσυγχρονισμός, 1830-1940.]
  2. [Μνημόσυνα Εφημερίδα «Εμπρός», Κυριακή 25η Αυγούστου 1946, σελίδα 2η.]
  3. [Η ΜΕΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ ΟΙΤΥΛΟΥ: ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ (1862-1912). Δρ. Πέπη Γαβαλά, Προϊσταμένη Γ.Α.Κ.-Αρχείων Ν. Λακωνίας.]
  4. [Το Γκαίρλιτς (Görlitz) μια παλιά πόλη στην ανατολική πλευρά του κρατιδίου της Σιλεσίας της πρώην Ανατολικής Γερμανίας (τώρα ανήκει στο γερμανικό ομόσπονδο κρατίδιο της), είναι κτισμένη από την εποχή του Μεσαίωνα στις όχθες του ποταμού Νάισε, ο οποίος αποτελεί σήμερα το φυσικό σύνορο της Γερμανίας με την Πολωνία. Την εποχή του Α' Παγκοσμίου Πολέμου είχε πληθυσμό 90.000 περίπου.]
  5. [Ο Συνταγματάρχης Ιωάννης Χατζόπουλος πέθανε τον Απρίλιο του 1918 στο Γκαίρλιτς. Στην κηδεία του παρέστη και εκπρόσωπος του Κάϊζερ ενώ ο θάνατός του προκάλεσε απέραντη θλίψη στους Έλληνες στρατιώτες και αξιωματικούς του.]
  6. [Γεράσιμος Αλεξάτος, «Οι Έλληνες του Γκαίρλιτς 1916-1919», εκδόσεις «Αδελφοί Κυριακίδη.}
  7. [Αποστρατεία αξιωματικών Εφημερίδα Μακεδονία, 26 Απριλίου 1926, σελίδα 4η.]
  8. [Θρασύβουλος Τσακαλώτος, «40 χρόνια στρατιώτης της Ελλάδος. Πώς εκερδίσαµε τους αγώνας µας, 1940-1949», Τυπογραφεία «Ακροπόλεως», Αθήναι 1960, τόμος Α', σελίδα 368η.]
  9. [Ιάκωβος Χονδροματίδης, «Η μαύρη σκιά στην Ελλάδα. Εθνικοσοσιαλιστικές και φασιστικές οργανώσεις στην Ελλάδα του Μεσοπολέµου και της Κατοχής 1923-1945», Γνώµων Εκδοτική, Αθήνα 2017, σελίδες 138η-139η.]
  10. [Βασίλειος Σταυρογιαννόπουλος, «Η ζωή της κατοχής και τα Τάγματα Ασφάλειας», Αθήνα 1966, 2η έκδοση 2004, σελίδες 75η-76η.]
  11. [Βασίλειος Σταυρογιαννόπουλος, «Η ζωή της κατοχής και τα Τάγματα Ασφάλειας», Αθήνα 1966, 2η έκδοση 2004, σελίδες 75η-76η.]
  12. [Κώστας Θ Καραλής, «Ιστορία τών δραματικών γεγονότων της Πελοποννήσου 1943-1949», Αθήνα 1958, σελίδα 30η.]
  13. [Δ.Ι.Σ./Φ.915/Α/12]
  14. [Δ.Ι.Σ./Φ.915/Γ/2ε]
  15. [Τάσος Κωστόπουλος, «Η αυτολογοκριμένη Μνήμη-Τα Τάγματα Ασφάλειας και η μεταπολεμική εθνικοφροσύνη», Αθήνα 2005, σελίδες 113η-114η]
  16. [Κώστας Θ Καραλής, «Ιστορία τών δραματικών γεγονότων της Πελοποννήσου 1943-1949», Αθήνα 1958, σελίδα 321η.]