Στέφανος Καραμπέρης

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Στέφανος Καραμπέρης, Έλληνας εθνικιστής, ανώτατος αξιωματικός, με το βαθμό του Υποστρατήγου ε.α., των Διαβιβάσεων του Ελληνικού Στρατού Ξηράς, μέλος της «Επαναστατικής Επιτροπής» κι ένας από τους αξιωματικούς που συμμετείχαν στην επικράτηση του καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967, προσωπικός φίλος, στενός συνεργάτης και πιστός ως την πτώση, του Γεωργίου Παπαδόπουλου, γεννήθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 1921 στο μικρό ορεινό χωριό Κλεισώρεια της επαρχίας Βοΐου του νομού Κοζάνης [1] και πέθανε στις 25 Νοεμβρίου 2008.

Ήταν παντρεμένος με τη Βασιλική το γένος Λόντζου και γιος του είναι ο Υποστράτηγος Πεζικού ε.α. Δημήτριος Καραμπέρης, ενώ ήταν πατέρας και μιας κόρης.

Στέφανος Καραμπέρης

Βιογραφία

Πατέρας του ήταν ο Ευάγγελος Καραμπέρης. Ο Στέφανος εισήχθη στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων το 1939 και εξήλθε στις 9 Νοεμβρίου 1940, ως Εύελπις Ανθυπασπιστής, συνεπεία της κηρύξεως του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Μετά από σύντομη εκπαίδευση προωθήθηκε στον τομέα της Κορυτσάς του Ελληνοαλβανικού Μετώπου, ενώ συμμετείχε και στις μάχες της περιόδου Μαρτίου-Απριλίου 1941, ως Διμοιρίτης Πεζικού. Μετά την Γερμανική εισβολή και την κατάρρευση του μετώπου, εντάχθηκε στις ανταρτικές ομάδες της αντιστασιακής οργανώσεως «Πανελλήνιος Απελευθερωτική Οργάνωσις» [Π.Α.Ο.] [2], με την οποία συμμετείχε σε επιχειρήσεις στις περιοχές Βοΐου, Παΐκου, Βερμίου, Πιερίων και Χαλκιδικής, από τον Οκτώβριο του 1941 έως τον Οκτώβριο του 1943, όταν διέφυγε στη Μέση Ανατολή. Η διάλυση των αντάρτικων μονάδων της Π.Α.Ο. έγινε στο τέλος Ιανουαρίου του 1944, από έλλειψη πυρομαχικών καθώς η οργάνωση επισήμαινε το πρόβλημα εξεύρεσης πυρομαχικών από πολύ νωρίς.

Εκεί εντάχθηκε στον Ιερό Λόχο από τις τάξεις του οποίου συμμετείχε, από τον Ιανουάριο του 1944 έως το Μάιο του 1945, στις περισσότερες επιχειρήσεις για την απελευθέρωση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου και των Δωδεκανήσων. Μετά την απελευθέρωση επέστρεψε στην Ελλάδα, τοποθετήθηκε στο νεοσύστατο Όπλο των Διαβιβάσεων και συμμετείχε στις επιχειρήσεις της περιόδου 1946-49 κατά των ενόπλων συμμοριών του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, στη Θεσσαλία, στο Γράμμο της Ηπείρου και στο Βίτσι στη Δυτική Μακεδονία. Στις 17 Σεπτεμβρίου προήχθη κατ' αρχαιότητα στο βαθμό του Λοχαγού [3]. Μετά τη λήξη του πολέμου, υπηρέτησε σε μια σειρά από μονάδες, υπηρεσίες και επιτελεία του Ελληνικού Στρατού καθώς και στο Στρατηγείο του ΝΑΤΟ στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας.

Συμμετείχε στην οργάνωση «Ένωσις Ελλήνων Νέων Αξιωματικών», από κοινού με 25 περίπου αξιωματικούς, από το βαθμό του αντισυνταγματάρχου μέχρι του λοχαγού, οι περισσότεροι από τους οποίους υπηρετούσαν στο Γενικό Επιτελείο και στην Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών. Ανάμεσα τους, πλην του Καραμπέρη, ήταν οι Γεώργιος Παπαδόπουλος, Δημήτριος Πατίλης, Κωνσταντίνος Χρ. Παπαδόπουλος, Δημήτριος Ιωαννίδης, Ιωάννης Λαδάς, Πέτρος Κωτσέλης, Νικόλαος Γκαντώνας, Ιωάννης Λάζαρης, Αντώνιος Λέκκας, Μιχαήλ Μπαλόπουλος, Αντώνιος Μέξης, Μιχαήλ Ρουφογάλης, Νικόλαος Ντερτιλής και Νικόλαος Πετάνης, σχεδόν στο σύνολο της η μετέπειτα ηγετική ομάδα του καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967, με εξαίρεση τους Παττακό και Μακαρέζο, των οποίων η ενεργή ένταξη από τότε στην ομάδα δεν τεκ­μηριώνεται με επάρκεια.

21η Απριλίου 1967

Την 20η Απριλίου 1967 υπηρετούσε ως Διευθυντής του 2ου Επιτελικού Γραφείου στο Γενικό Επιτελείο Στρατού και αποτέλεσε έναν εκ των πρωτεργατών της επικρατήσεως του καθεστώτος της 21ης Απριλίου. Στις 13 Δεκεμβρίου του ιδίου έτους, υπήρξε βασικός συντελεστής της καταστολής του Βασιλικού κινήματος. Αποστρατεύθηκε με αίτηση του στις 25 Νοεμβρίου 1973, όταν υπηρετούσε ως Διοικητής της VIης Μεραρχίας Πεζικού, εκδηλώνοντας την αντίθεση του στο κίνημα του Δημητρίου Ιωαννίδη και τέθηκε σε αποστρατεία με το βαθμό που κατείχε στις 22 Ιανουαρίου 1974, με διάταγμα που δημοσιεύθηκε στο Φύλλο Εφημερίδος της Κυβερνήσεως με αριθμό 17/τεύχος 3ον [4].

Δίκες & Καταδίκες

Στις 24 Σεπτεμβρίου 1968 το Συμβούλιον της Επικρατείας, υπό την προεδρία του Μιχάλη Στασινόπουλου, είχε αποφανθεί για την 21η Απριλίου 1967 ότι αποτέλεσε Επανάσταση [5]. Επίσης στις 26 Ιουλίου 1974, δημοσιεύθηκε το Προεδρικό Διάταγμα Γενικής Αμνηστίας με αριθμό 519, το οποίο όριζε, «...Αμνηστεύονται τα καθ' οιονδήποτε τρόπον τελεσθέντα μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος εγκλήματα, τα προβλεπόμενα και τιμωρούμενα υπό των διατάξεων του Ποινικού Κώδικος, του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικος κ.λπ. και αυτόθι αναφερομένων νόμων, ως επίσης και τα προς αυτά συναπτόμενα ή συναφή, εφ' όσον ταύτα έχουν σχέσιν προς την κατάστασιν την δημιουργηθείσαν από της 21/4/1967. Ομοίως αμνηστεύονται τα αυτά ως άνω εγκλήματα, τελεσθέντα προ της 21/4/1967 και τα προς αυτά συναπτόμενα ή συναφή, εφ' όσον οπωσδήποτε απέβλεπον προς την ανατροπήν της καθεστηκυίας τάξεως...».

Μηνυτήρια αναφορά

Με μια κίνηση μεθοδευμένη και με ξεκάθαρο πολιτικό στόχο, στις 9 Σεπτεμβρίου 1974, υποβλήθηκαν μηνύσεις εναντίον του από το δικηγόρο Αλέξανδρος Λυκουρέζος, ο οποίος δεκατρία χρόνια αργότερα τάχθηκε εγγράφως, δημόσια και απολύτως ξεκάθαρα υπέρ της αποφυλακίσεως του [6], καθώς υποστήριξε ότι η καταδίκη του Παπαδόπουλου και των συνεργατών του υπήρξε παράνομη. Μαζί του συντάχθηκαν ο δικηγόρος Ανδρέας Αναγνωστάκης, από τον Κίσσαμο Χανίων, ως εκπρόσωπος της «Ένωσης Δημοκρατικών Δικηγόρων Ελλάδας», οι Φοίβος Κούτσικας, Γρηγόριος Κασιμάτης, με την μήνυση των οποίων κινήθηκε δίωξη κατά 49 φυσικών προσώπων για Εσχάτη προδοσία, Στάση, ενώ οι μηνυτές πρότειναν την εξέταση 40 μαρτύρων κατηγορίας. Ακόμη, υπέβαλλε μήνυση ο δικηγόρος Δημήτριος Χαρισιάδης. Οι κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν -με βάση το Αστικό Δίκαιο- αφορούσαν κατηγορίες για εσχάτη προδοσία, συγκεκριμένα για παραβάσεις των άρθρων 134, 8α και 8β του Ποινικού Κώδικα.

Οι μηνύσεις, δυο μέρες αργότερα, διαβιβάστηκαν από την Εισαγγελία Αθήνας στην Στρατιωτική Δικαιοσύνη, επειδή ο Παπαδόπουλος όταν τελέστηκαν τα αδικήματα είχε την ιδιότητα του στρατιωτικού. Οι μηνυτές υποστήριξαν ότι υπέστησαν αστική ζημία, καθώς από την ενέργεια του παρεμποδίστηκε η επαγγελματική τους ανέλιξη. Στους εν λόγω μηνυτές απαγορεύτηκε από το δικαστήριο να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες και τους απέβαλε της Πολιτικής Αγωγής, όμως τους επέτρεψε να καταθέσουν ως μάρτυρες κατηγορίας. Οι δεκαπέντε εναγόμενοι της αναφοράς Λυκουρέζου ήταν οι Γεώργιος Παπαδόπουλος, Νικόλαος Μακαρέζος, Δημήτριος Ιωαννίδης, Ιωάννης Λαδάς, Κωνσταντίνος Ασλανίδης, Αντώνιος Λέκκας, Κωνσταντίνος Καρύδας, Μιχαήλ Ρουφογάλης, Κωνσταντίνος Χρ. Παπαδόπουλος, Αλέξανδρος Χατζηπέτρος, Μάριος Φραγκίσκος, που υπηρετούσε ως συνταγματάρχης στο Γ.Ε.Σ. στις 21 Απριλίου 1967, Γεώργιος Ζωιτάκης, Γρηγόρης Σπαντιδάκης και Μιχαήλ Μπαλόπουλος. Στις 28 Σεπτεμβρίου έγινε γνωστό από δημοσιεύματα εφημερίδων ότι ο υποστράτηγος της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης Εμμανουήλ Πλευράκης διενεργεί προκαταρκτική εξέταση με βάση την μήνυση Λυκουρέζου.

Συντακτική πράξη

Στις 3 Οκτωβρίου 1974, η Βουλή των Ελλήνων με πρωτοβουλία των βουλευτών του κόμματος «Νέα Δημοκρατία», εξέδωσε Συντακτική Πράξη [7] με την οποία βάπτιζε ως «πολιτικό έγκλημα» την 21η Απριλίου και ανακαλούσε την αμνηστία της 26ης Ιουλίου 1974 –που είχε παραχωρήσει ο Καραμανλής– μόνον για τους «πρωταίτιους» της 21ης Απριλίου. Η Συντακτική Πράξη παραβίασε τρεις θεμελιώδεις αρχές του Δικαίου, του Συντάγματος και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθώς:
α) Εισήγαγε νομοθέτημα αναδρομικής ισχύος, με το οποίο καθιστούσε την επανάσταση ποινικό αδίκημα και παραγνώρισε το αξίωμα ότι «Επανάσταση επικρατήσασα δημιουργεί δίκαιον». Σύμφωνα με το άρθρο 134 του Ποινικού Κώδικος τιμωρείται μόνον: «Ο αποπειρώμενος να μεταβάλη το πολίτευμα του κράτους», δηλαδή τιμωρείται μόνο τυχόν αποτυχημένη απόπειρα Επαναστάσεως. Η Συντακτική Πράξη παραβίαζε το αξίωμα «Nullum crimen nula paena sine praevia lege» [«Δεν υπάρχει έγκλημα ούτε ποινή, χωρίς να υπάρχει προηγουμένως νόμος που να το προβλέπει], καθώς και το Ελληνικό Σύνταγμα που ρητώς αναφέρει: «Νομοθέτημα αναδρομικής ισχύος απαγορεύεται απολύτως».
β) Ανακάλεσε αμνηστία, παραβιάζοντας το διεθνές αξίωμα «Αμνηστία δοθείσα, ουδέποτε ανακαλείται». Η Συντακτική Πράξη της 3ης Οκτωβρίου 1974 ανακάλεσε τρεις αμνηστίες: Την αμνηστία της 26ης Ιουλίου 1974 [8] την οποία έδωσε ο Καραμανλής ως Πρωθυπουργός. Την αμνηστία της 20ης Αυγούστου 1973 [9] που είχε δώσει ως Πρόεδρος ο Παπαδόπουλος και αμνήστευε και αυτό όλα τα πολιτικά αδικήματα που είχαν σχέση με την 21η Απριλίου κι έπειτα, καθώς και την επικύρωση την αμνηστίας της 20ης Αυγούστου 1973 με την Συντακτική Πράξη της 5ης Αυγούστου 1974 [10] και πάλι από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.
γ) Στέρησε το δικαίωμα του «φυσικού δικαστού»: Η Συντακτική Πράξη όριζε ότι οι διωκόμενοι «υπάγονται εις την αρμοδιότητα του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών». Όμως για το αδίκημα της «στάσεως» αρμόδιο ήταν το Στρατοδικείο, ενώ γι’ αυτό της «εσχάτης προδοσίας» ήταν το ορκωτό Κακουργιοδικείο. Αντιθέτως, ορίστηκε, εντελώς παράνομα, «Ειδικό Δικαστήριο», ενώ η Συντακτική Πράξη δέσμευε την Δικαιοσύνη, προσδιορίζοντας την πράξη ως «πολιτικό έγκλημα», πριν εκδικασθεί.

Εναντίον των στελεχών και του επικεφαλής του καθεστώτος της 21ης Απριλίου στήθηκε μια πραγματική βιομηχανία μηνύσεων. Με απόφαση της Βουλής καθορίστηκε προθεσμία για την υποβολή μηνύσεων κατά των στελεχών του καθεστώτος, τρεις μήνες και για εγκλήματα από τα οποία είχε ζημιωθεί το Δημόσιο, έξι μήνες. Η Δικαστική Αρχή κινήθηκε αυτεπαγγέλτως από τα τέλη του 1974, μόνο για τις υποθέσεις του Πολυτεχνείου, κατά την εξέγερση του Νοέμβρη 1973 και για τα υποτιθέμενα βασανιστήρια των πολιτικών κρατουμένων και η Εισαγγελία Αθηνών διέταξε την διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως, για τις δυο αυτές περιπτώσεις των «ομαδικών» εγκλημάτων. Έτσι ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθήνας Κωνσταντίνος Φαφούτης διέταξε την διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως, από τους Εισαγγελείς Δημήτριο Τσεβά, για την υπόθεση του «Πολυτεχνείου», και Βασίλειο Παππά, για τις υποθέσεις των «βασανισμών», «...ίνα κρίνη αν συντρέχη περίπτωσις ποινικής διώξεως..». Η προθεσμία για την υποβολή μηνύσεων που είχε οριστεί ήταν από τις 18 Ιανουαρίου μέχρι τις 18 Απριλίου 1975. Γεννήθηκε το ερώτημα αν η 18η Απριλίου είναι μέρα, μέσα στην προθεσμία ή έξω από αυτή και από την Εισαγγελία ανακοινώθηκε επίσημα, ότι η 18 Απριλίου είναι μέσα στην προθεσμία και ο αρμόδιος Εισαγγελέας, δέχτηκε τη μέρα αυτή, μόνο στην Αθήνα, περίπου 150 μηνύσεις με εκατοντάδες κατηγορούμενους. Τελικά όσοι μηνύθηκαν στις 18 Απριλίου και παραπέμφθηκαν σε δίκες, τα δικαστήρια αποφάσισαν ότι η εν λόγω ημέρα είναι έξω από την προθεσμία, οι μηνύσεις εκπρόθεσμες και έπαψε η δίωξη των κατηγορουμένων.

Άσκηση διώξεως

Την 1η Νοεμβρίου 1974, ασκήθηκε δίωξη εναντίον του με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, κατά παράβαση των άρθρων 134 και 135, άρθρα 8α και 8β του Ποινικού Κώδικα, καθώς και 63 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα. Η μήνυση δυο μέρες αργότερα, διαβιβάστηκε από την Εισαγγελία Αθήνας στην Στρατιωτική Δικαιοσύνη, επειδή όταν τελέστηκαν τα αδικήματα ήταν στρατιωτικός. Η δίωξη ασκήθηκε από τον Μενέλαο Κουτσάκο, προϊστάμενο της Εισαγγελίας Εφετών, καθώς και εναντίον των Γεωργίου Παπαδόπουλου, Νικολάου Μακαρέζου, Στυλιανού Παττακού, και 62 ακόμη συνεργατών τους. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής σε συνέντευξη του στην Ελληνική κρατική τηλεόραση, στις 13 Νοεμβρίου 1974, υποστήριξε ότι «..παρέλαβε χάος και καμμένη γην», ενώ είπε ακόμη πως «..η κυβέρνησή μου αντικατέστησε άνω των 100.000 ατόμων, από τον τελευταίο κοινοτάρχη μέχρι τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, άνοιξε το δρόμο για την δικαστική δίωξη των πρωταιτίων της τυραννίας και για να διευκολύνει το έργο της Δικαιοσύνης, έλαβε μέτρα ασφαλείας κατά των υπευθύνων, τους δε κορυφαίους εξ αυτών, τους εξετόπισε σε νήσο του Αιγαίου»...». Στις 8 Φεβρουαρίου 1975, συνελήφθη και φυλακίστηκε για τη συμμετοχή του στην επιβολή του καθεστώτος της 21ης Απριλίου.

Καταδίκη για την 21η Απριλίου

Ο Καραμπέρης, όπως ο Παπαδόπουλος και οι συνεργάτες του, ουδέποτε αναγνώρισε την νομιμότητα της δίκης και την αρμοδιότητα του δικαστηρίου που τους δίκασε και καταδίκασε. Δεν δέχτηκαν διορισμό δικηγόρου, δεν απολογήθηκαν και θεωρούσαν εαυτούς ως «οιονεί απόντες». Το Σάββατο 23 Αυγούστου 1975 στη 1.10 το μεσημέρι, εκδόθηκε η απόφαση υπ' αριθμόν 477 από το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών [11] με πρόεδρο τον Ιωάννη Ντεγιάννη, έκπτωτο δικαστή της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης πριν την 21η Απριλίου 1967, με την οποία ο Καραμπέρης καταδικάστηκε σε κάθειρξη 15 ετών κατά συγχώνευση για στάση και εσχάτη προδοσία και πέντε χρόνια στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του [12] για τη συμμετοχή του στην επικράτηση του καθεστώτος της 21ης Απριλίου. Το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό περί άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, καθώς και ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια [13].

Υπόθεση Τσαρουχά

Στέφανος Καραμπέρης

Το 1968 ο Καραμπέρης υπηρετούσε ως διοικητής του κλιμακίου της Κ.Υ.Π. Θεσσαλονίκης. Στις 10 Μαΐου του 1968 δημοσιεύτηκε στον τύπο η είδηση ότι ο Γιώργος Τσαρουχάς, που είχε διατελέσει βουλευτής και ήταν δραστήριο στέλεχος του μηχανισμού του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος στη Θεσσαλονίκη, συνελήφθη από κλιμάκιο της Κ.Υ.Π. με επικεφαλής τον Καραμπέρη, ενώ ταξίδευε προς την Αθήνα και ότι πέθανε από καρδιακή προσβολή. Μετά την πτώση του καθεστώτος της 21ης Απριλίου, ο ανακριτής Ηλιάδης φέρεται να ανακάλυψε στη θυρίδα της Σημάνσεως ένα φιλμ από το οποίο προέκυψε ότι ο Τσαρουχάς είχε υποστεί βασανιστήρια μετά τη σύλληψή του. Το φιλμ περιλάμβανε φωτογραφίες του σώματος του νεκρού, στις οποίες φαίνονταν μαστιγώματα στην πλάτη, πρησμένα κάτω άκρα και χτυπήματα στο εσωτερικό των μηρών που, σύμφωνα με γιατρούς που διέγνωσαν από τις φωτογραφίες, πρέπει να ήταν τα μοιραία. Ο Τσαρουχάς κατά τη σύλληψη του, είχε πάνω του ένα σημείωμα με την τελευταία απόφαση της Κομματικής Οργανώσεως Θεσσαλονίκης του Κ.Κ.Ε., το οποίο κατάπιε πριν τη σύλληψη του. Το σημείωμα βρέθηκε κατά την νεκροψία-νεκροτομή και φωτοτυπία του συμπεριελήφθη στη δικογραφία για την υπόθεση και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη» στις 10 Μαΐου 1979. Στη δίκη για τη δολοφονία του Τσαρουχά, κατηγορούμενοι ήταν οι Στέφανος Καραμπέρης, Φωκίων Καραπάνος, Δημήτριος Σταματόπουλος και Δημήτριος Τασόπουλος, αξιωματικοί της αστυνομίας.

Το παραπεμπτικό βούλευμα για την υπόθεση Τσαρουχά εκδόθηκε στις 29 Απριλίου 1977 και η ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε, μετά από τρεις αναβολές, στις 9 Μαΐου 1979 και ολοκληρώθηκε την 8η Ιουνίου του ίδιου χρόνου στο Μικτό Κακουργιοδικείο Θεσσαλονίκης. Ακολούθησαν δύο ακόμη δίκες σε δεύτερο βαθμό το 1982 στα Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Κατερίνης και στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης, τα οποία μείωσαν τις ποινές. Οι συγκατηγορούμενοι του Καραμπέρη προσπαθώντας να ελαφρύνουν τη θέση τους, ομολόγησαν την ενοχή τους και πρόβαλαν, ο καθένας, τον ισχυρισμό ότι «…εις την πράξιν των ωθήθησαν εκ του φόβου ον ενέπνευσε αυτώ ο συγκατηγορούμενός τους Στέφανος Καραμπέρης». Στους αξιωματικούς επιβλήθηκαν οι ακόλουθες ποινές: στο Στέφανο Καραμπέρη, κάθειρξη 9 χρόνων και 10 μηνών, που μετά την έφεση έγιναν 7 χρόνια, για ηθική αυτουργία σε σκοπούμενη θανατηφόρα σωματική βλάβη, κατάχρηση εξουσία και ψευδορκία, στον υποστράτηγο Φωκίωνα Καραπάνο, πρόεδρο του Έκτακτου Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης, φυλάκιση 5 χρόνων, που μετά την έφεση έγιναν 3 χρόνια, στον υποστράτηγο Δημήτριο Τασσόπουλο, διοικητή της 87ης Στρατιωτικής Διοικήσεως, φυλάκιση ενός χρόνου, στον υποστράτηγο Χωροφυλακής Δημήτριο Σταματόπουλο, διοικητή της Εθνικής Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, φυλάκιση ενός χρόνου και στο συνταγματάρχη Σταύρο Αναστασιάδη, αξιωματικό της Κ.Υ.Π. στη Θεσσαλονίκη, φυλάκιση 22 μηνών. Ο Καραμπέρης ήταν κατηγορούμενος για ηθική αυτουργία στη δολοφονία του Γιάννη Χαλκίδη, υπόθεση για την οποία αθωώθηκε στις 18 Ιουλίου 1977.

Φυλάκιση

Ο Καραμπέρης φυλακίστηκε αρχικά στο Ναύπλιο και στη συνέχεια, μετά τις 13 Οκτωβρίου 1979, στις φυλακές της Κέρκυρας. Καθαιρέθηκε με Προεδρικό διάταγμα και υποβιβάστηκε στο βαθμό του στρατιώτη στις 21 Ιουνίου 1976, μετά την επικύρωση από τον Άρειο Πάγο της αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου. Στις 29 Αυγούστου 1975 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, έπειτα από την ολοκλήρωση της ασκήσεως «Πτολεμαίος», είπε σε ομιλία του προς εν ενεργεία αξιωματικούς, «Όταν ομιλούμε για ισόβια δεσμά, εννοούμε ισόβια δεσμά». Τέλος στις 16 Οκτωβρίου 1975, μιλώντας στην Ολομέλεια της Βουλής, ο Καραμανλής, ομολόγησε την πολιτική παρέμβαση στο έργο της δικαιοσύνης είπε ότι, «….Τας ποινικάς κυρώσεις η Κυβέρνησις ενεπιστεύθη, όπως επεβάλετο, εις την Δικαιοσύνην, αφού προηγουμένως την διευκόλυνεν εις τον έργον της με συγκεκριμένα νομοθετικά μέτρα, όπως η γνωστή Συντακτική Πράξη και το γνωστόν Ψήφισμα. Και δεν πρέπει να πλανώμεθα. Εάν δεν είχον γίνει αυτά, αυτήν την στιγμήν ουδείς θα ήτο δυνατόν να δικάζεται και ουδείς θα ευρίσκετο εις την φυλακήν….» [14]. Εξέτισε την ποινή του κρατούμενος στην ειδικά διαμορφωμένη πτέρυγα των Φυλακών Κορυδαλλού στον Πειραιά και αποφυλακίστηκε για λόγους υγείας και με περιοριστικούς όρους μετά τη συμπλήρωση της εκτίσεως των 2/3 της συνολικής ποινής, στις 11 Ιανουαρίου 1990 και αφού εξέτισε ποινή 15 περίπου ετών. Ο Καραμπέρης διαγράφτηκε από τους καταλόγους των στελεχών της εφεδρείας, στερήθηκε την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ενώ μετά το θάνατο του η οικογένεια του εισέπραξε σύνταξη στρατιώτη.

Εργογραφία

Ο Καραμπέρης έγραψε και μετά το θάνατο του δημοσιεύθηκαν τα βιβλία του,

  • «Οι αναμνήσεις μου από την δράσιν μου εις τα τμήματα της Π.Α.Ο.», εκδόσεις «Πελασγός», Αθήνα 2010.

Το βιβλίο αναφέρεται στην περίοδο της συμμετοχής του Καραμπέρη στις ανταρτικές ομάδες της «Πανελληνίου Απελευθερωτικής Οργανώσεως» [Π.Α.Ο.]. Η οργάνωση έδρασε κατά των Γερμανών, Ιταλών και Βουλγάρων την τριετία 1942-44 σε διάφορες περιοχές της Μακεδονίας. Ο Καραμπέρης συμμετείχε στη δράση της στις περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας, στα όρη Πάικο και Βέρμιο και στην Πιερία.

  • «Η επανάστασις της 21ης Απριλίου 1967 και τα κινήματα Βασιλέως και Ιωαννίδη», εκδόσεις «Πελασγός», Αθήνα Δεκέμβριος 2011.

Όπως αναφέρει ο συγγραφέας το βιβλίο «...αποσκοπεί εις την κατάθεσιν γεγονότων, αληθειών και κρίσεων, όπως τις έζησα εγώ ή εις όσον μέτρον μου είναι δυνατόν να τις γνωρίζω. Ο αναγνώστης κατά πρώτον λόγον και ο ιστορικός του μέλλοντος κατά δεύτερον, θα κάνουν τις απαραίτητες συγκρίσεις μεταξύ των διαφόρων πονημάτων και αυτοί θα αποφασίσουν για την ορθότητα και τον βαθμόν αντικειμενικότητος των καταγεγραμμένων εις το παρόν.»

Διαβάστε τα λήμματα

21η ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1967

Αξιωματικοί (επαναστάτες)

21η Απριλίου 1967

25η Νοεμβρίου 1973

Θύματα τρομοκρατίας

Πολιτικά πρόσωπα

Πρωθυπουργοί

Υπουργοί

Υποστηρικτές

25η Νοεμβρίου 1973

Ορθόδοξοι Ιερωμένοι
  • Επίσκοποι
  • Μητροπολίτες
  • Θεολόγοι

Παραπομπές

  1. [Η Κλεισώρεια της επαρχίας Βοΐου αποτελεί σήμερα Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Τσοτυλίου.]
  2. [Η Πανελλήνιος Απελευθερωτική Οργάνωση [Π.Α.Ο.] είναι χρονολογικά, η πρώτη Αντιστασιακή Οργάνωση. Ιδρύθηκε στις 10 Ιουλίου 1941 στη Θεσσαλονίκη [αρχικά, ως Υ.Β.Ε.], από πατριώτες αξιωματικούς του κεντροδεξιού πολιτικού χώρου. Ταυτόχρονα, είναι και η πλέον άγρια χτυπημένη από τους κομμουνιστές Αντιστασιακή Οργάνωση, με περισσότερα από 1.300 άγρια δολοφονημένα μέλη. Ο οπλισμός των ανδρών της αποτελείτο από ατομικά τουφέκια Μάνλιχερ ως επί το πλείστον, από 6-8 αυτόματα Τόμσον και Στεν και από τρία οπλοπολυβόλα Σαίντ-Ετιέν και από ανάλογο αριθμόν φυσιγγίων. Από πλευράς ιματισμού οι περισσότεροι των ανδρών έφεραν πολιτική ενδυμασία και ελάχιστοι έφεραν χακί στολή, όλοι τους φορούσαν δίκοχα με τα γράμματα Ε.Σ. [Ελληνικός Στρατός] και γαλανόλευκη ταινία.]
  3. Προαγωγαί αξιωματικών Στρατού Ξηράς Εφημερίδα «Εμπρός», 17 Σεπτεμβρίου 1948, σελίδα 3.
  4. Ετέθησαν σε αποστρατεία Υποστράτηγος και Ταξίαρχος. Εφημερίδα «Μακεδονία», 23 Ιανουαρίου 1974, σελίδα 10.
  5. [«...Tο Συμβούλιον της Επικρατείας, υπό την προεδρίαν του μετά την αποχώρησιν της Επαναστάσεως Προέδρου της Δημοκρατίας Μιχαήλ Στασινοπούλου, εδέχθη διά των υπ’ αριθμ. 2468/1968 και 503/1969 αποφάσεών του, ότι «... η παρούσα Κυβέρνησις διωρίσθη από τον κατά το Σύνταγμα Ανώτατον Άρχοντα και ωρκίσθη ενώπιόν του προσλαβούσα τον τύπον συνταγματικώς νομίμου Κυβερνήσεως, ίδρυσε νέαν νομιμότητα και δι’ αυτής ετέθη η Χώρα υπό καθεστώς Κράτους νόμου δικαίου ...».] Στυλιανός Παττακός, «21η Απριλίου 1967-Διατί; Ποιοί; Πως;», Αθήνα 1999, σελίδα 225, Εκδόσεις «ΒΙΟΒΙΛ».]
  6. [Άρθρο του Αλέξανδρου Λυκουρέζου, Εφημερίδα «Ακρόπολις» 4 Ιανουαρίου 1987. Επιχειρήματα υπέρ της αποφυλακίσεως του είχαν διατυπωθεί από τον Ανδρέα Λεντάκη, που σε άρθρο του στις 13 Απριλίου 1995 στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» διατύπωσε την άποψη ότι «η έξωθεν απειλή κατά του εθνικού μας χώρου, οπότε απαιτείται η μέγιστη ομοψυχία και ενότητα πέρα από τις κομματικές πολιτικές μας διαφορές».]
  7. [Φ.Ε.Κ. 277, 3 Οκτωβρίου 1974]
  8. [Προεδρικό Διάταγμα 519–Φ.Ε.Κ. 211]
  9. [Προεδρικό Διάταγμα 168–Φ.Ε.Κ. 186]
  10. [Φ.Ε.Κ. 217]
  11. [Τη σύνθεση του Πανταμελούς Εφετείου Αθηνών αποτελούσαν, Πρόεδρος ο Γιάννης Ντεγιάννης, σύνεδροι οι εφέτες Παναγιώτης Λογοθέτης, Παναγιώτης Κωνσταντινόπουλος, Ιωάννης Γρίβας και Γεώργιος Πλαγιαννάκος, εισαγγελέας ο Κωνσταντίνος Σταμάτης και αναπληρωματικά μέλη οι Ηλίας Γιαννόπουλος και Δημήτριος Τζούμας.]
  12. «Εις θάνατον» οι πρωταίτιοι της χούντας Εφημερίδα «Ριζοσπάστης», Σάββατο 24 Αυγούστου 2002.
  13. [Οι ποινές που επέβαλλε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών: Γεώργιος Παπαδόπουλος, Στυλιανός Παττακός και Νικόλαος Μακαρέζος, εις θάνατον. Γρηγόρης Σπαντιδάκης, Γεώργιος Ζωιτάκης, Μιχαήλ Μπαλόπουλος, Δημήτριος Ιωαννίδης, Μιχαήλ Ρουφογάλης, Κωνσταντίνος Χρ. Παπαδόπουλος, Ιωάννης Λαδάς και Αντώνιος Λέκκας, σε ισόβια κάθειρξη. Οδυσσέας Αγγελής, εις 20ετή κάθειρξη, ενώ οι Πέτρος Κωτσέλης, Κωνσταντίνος Ασλανίδης και Ιωάννης Παλαιολόγος, δικάστηκαν ερήμην. Έξι αξιωματικοί καταδικάστηκαν σε ποινές από 20ετή κάθειρξη μέχρι 5ετή φυλάκιση και έξι αθωώθηκαν.]
  14. [Επίσημα Πρακτικά της Βουλής των Ελλήνων, συνεδρίαση της 16ης Οκτωβρίου 1975, σελίδα 113.]