Αλέξανδρος Σακελλαρίου

Από Metapedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο Αλέξανδρος Ε. Σακελλαρίου-Πιλάτος, Έλληνας αξιωματικός του Βασιλικού Πολεμικού Ναυτικού με το βαθμό του Αντιναυάρχου, που διατέλεσε αρχηγός του Ναυτικού την περίοδο του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου και πολιτικός που διατέλεσε για δύο ημέρες αναπληρωτής πρωθυπουργός στην κυβέρνηση του Θεμιστοκλή Σοφούλη, στην οποία ήταν υπουργός και μεταπολεμικά βουλευτής και υπουργός, γεννήθηκε το 1887 στη Μάνδρα του Νομού Αττικής και πέθανε στις 7 Ιουλίου 1982 στην Αθήνα.
Αλέξανδρος Σακελλαρίου

Πίνακας περιεχομένων

Βιογραφία

Σπούδασε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων από το 1902 έως το 1907 που αποφοίτησε με το βαθμό του σημαιοφόρου. Εκπαιδεύτηκε στη ναυσιπλοΐα και προήχθη σε ανθυποπλοίαρχο το 1910, σε υποπλοίαρχο το 1913 και το 1917 σε πλωτάρχη. Είχε σημαντική συμβολή στους πολεμικούς αγώνες του έθνους, υπήρξε κυβερνήτης του θωρηκτού «Αβέρωφ» κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, όμως το 1918 εκδιώχθηκε από το Ναυτικό, καθώς τάχθηκε εναντίον του Βασιλιά στη διάρκεια του εθνικού διχασμού. Επανακατατάχθηκε στο Ναυτικό τη δεκαετία του 1920 και συμμετείχε στη Μικρασιατική εκστρατεία.

Το Μάρτιο του 1935, με το βαθμό του Πλοιάρχου, ήταν διοικητής των ναυτικών δυνάμεων που κατέστειλαν την απόπειρα πραξικοπήματος από βενιζελικούς αξιωματικούς και πολέμησε τους στασιαστές του αποτυχημένου κινήματος της 28ης Φεβρουαρίου προς 1η Μαρτίου 1935, μετά από δικό του αίτημα προς το ναύαρχο Δημήτριο Οικονόμου. Στις 10 Μαρτίου, από τη δυτική πλευρά της Θάσου βομβάρδισε, αντί το λιμάνι της Καβάλας που βρισκόταν το πλοίο «Έλλη» των στασιαστών, που είχε κηρυχθεί πειρατικό όπως όλα τα υπόλοιπα, τα υψώματα της πόλης, προκαλώντας καταστροφές και θύματα μεταξύ του αμάχου πληθυσμού. Ο διοικητής όμως του πλοίου, το επιτελείο και το πλήρωμα, πανικοβλημένοι εγκατέλειψαν το σκάφος και εξήλθαν στην ξηρά. Μετά την επιβολή της τάξεως, ανέλαβε πρόεδρος του στρατοδικείου που δίκασε και καταδίκασε σε θάνατο τον Ελευθέριο Βενιζέλο μετά το κίνημα.

Κατάργηση της 2ης Ελληνικής Δημοκρατίας

Στη συνέχεια προήχθη σε αρχηγό της Διοικήσεως του Στόλου και τον Οκτώβριο του 1935, διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο κατά το κίνημα του Γεωργίου Κονδύλη, που είχε ως αποτέλεσμα την κατάργηση της Δεύτερης Ελληνικής Δημοκρατίας. Τότε ο Σακελλαρίου, από κοινού με τους Αλέξανδρο Παπάγο του Στρατού Ξηράς, Δημήτρη Οικονόμου του Πολεμικού Ναυτικού και Γεώργιο Ρέππα της Αεροπορίας, επισκέφθηκαν στις 8 Οκτωβρίου 1935 τον τότε πρωθυπουργό Παναγή Τσαλδάρη στο γραφείο του και του ζήτησαν την άμεση επαναφορά του Γεωργίου με απόφαση της Ε΄ Εθνοσυνέλευσης. Εναλλακτικά, πρότειναν τη διεξαγωγή αδιάβλητου δημοψηφίσματος, ενώ την επόμενη επισκέφθηκαν τον Γεώργιο Κονδύλη, ο οποίος τους ενημέρωσε ότι ο Τσαλδάρης όχι μόνο δεν σκόπευε να επαναφέρει τον Γεώργιο δια της Εθνοσυνέλευσης, αλλά και θα προχωρούσε σε αναβολή του δημοψηφίσματος.

Το πρωί της 10ης Οκτωβρίου οι Παπάγος, Ρέππας, Οικονόμου σταμάτησαν το πρωθυπουργικό αυτοκίνητο, με το οποίο κατερχόταν στην Αθήνα ο πρωθυπουργός Παναγής Τσαλδάρης και του ζήτησαν να επιστρέψει στην οικία του, ενώ του ανακοίνωσαν την απόφαση των Ενόπλων Δυνάμεων για παλινόρθωση της Βασιλείας με απόφαση της Εθνοσυνέλευσης, η οποία συνεδρίαζε το απόγευμα της ίδιας ημέρας και επικύρωση της αποφάσεως με δημοψήφισμα. Η κυβέρνηση παραιτήθηκε και πρωθυπουργός ανέλαβε ο Γεώργιος Κονδύλης, που ορκίστηκε ενώπιον της Βουλής, ενώ με τις ψήφους 82 βουλευτών καταργήθηκε η αβασίλευτη Δημοκρατία, εγκαθιδρύθηκε η Βασιλευομένη Δημοκρατία και προκηρύχθηκε δημοψήφισμα για τις 3 Νοεμβρίου 1935. Ταυτόχρονα, ο Κονδύλης ανέλαβε με την έγκριση της Βουλής καθήκοντα Αντιβασιλέως.

Β' Παγκόσμιος πόλεμος

Από το 1937 διατέλεσε αρχηγός Στόλου και αρχηγός Γενικού Επιτελείου Ναυτικού έως και την Ιταλική και Γερμανική επίθεση στη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν ο Ελληνικός στόλος υπέστη τεράστια πλήγματα στο διάστημα 4-25 Απριλίου 1941, με την βύθιση εικοσιπέντε πλοίων του κάθε κατηγορίας, από τη Γερμανική αεροπορία. Σύμφωνα με τον Ιταλό ιστορικό Giorgio Rizzo, ως υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού «ενημέρωσε» στις 29 Ιουνίου 1940, τον Ιταλό πρέσβη Emanuele Grazzi ότι τρία αγγλικά αντιτορπιλικά στάθμευαν στον όρμο της Μονεμβασιάς, επιβεβαιώνοντας έτσι τις υποψίες της Ιταλίας που κατηγορούσε την Ελλάδα ότι φιλοξενούσε αγγλικά πλοία [1].

Στις 10 Απριλίου 1941, συγκλήθηκε το Ανώτατο Ναυτικό Συμβούλιο στο οποίο συμμετείχαν ο πρωθυπουργός και υπουργός Ναυτικών Αλέξανδρος Κορυζής και οι ναύαρχοι Επαμεινώνδας Καββαδίας τότε Αρχηγός Στόλου, Δημήτριος Οικονόμου, Αλέξανδρος Σακελλαρίου και Χ. Δελαγραμμάτικας, για να συζητήσει το θέμα της αποδημίας του Ελληνικού Στόλου. Αποφασίστηκε ότι ο στόλος έπρεπε να κατευθυνθεί σε κατάλληλη βάση, για την συνέχιση του αγώνα. Ο Σακελλαρίου, ακολούθησε την πολιτική ηγεσία της Ελλάδος, αρχικά στη Σούδα της Κρήτης και στη συνέχεια στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, ενώ συντέλεσε στη διαφυγή των υπολειμμάτων του Ελληνικού Στόλου και στο τέλος του Απριλίου 1941, στον όρμο της Αλεξάνδρειας, βρίσκονταν το θωρηκτό «Αβέρωφ», έξι αντιτορπιλικά, τρία τορπιλοβόλα, πέντε υποβρύχια και ένα βοηθητικό, τα μόνα Ελληνικά πλοία που διασώθηκαν και ενώθηκαν με τον αγγλικό στόλο [2].

Με απόφαση της κυβερνήσεως Τσουδερού, αντικαταστάθηκε μετά το κίνημα του Μαρτίου του 1943 στην Ι και ΙΙ ταξιαρχίες, μαζί με το ναύαρχο Καββαδία τότε υφυπουργό Ναυτικών και τον πλοίαρχο Κώνστα τότε διοικητή υποβρυχίων, από τους Γ. Ρούσσο και πλοίαρχο Τσιριμώκο. Η αντικατάσταση τους είχε ως στόχο να εξευμενίσει το στασιαστικό πνεύμα στις ένοπλες δυνάμεις απομακρύνοντας τους αξιωματικούς της «4ης Αυγούστου» και επαναφέροντας τους απότακτους Βενιζελικούς του 1935, όμως η κίνηση εκλήφθηκε από τους στασιαστές ως κυβερνητική αδυναμία.

Πολιτική δράση

Διαταγή Σακελλαρίου
Πολιτικά ανήκε στους υποστηρικτές του θεσμού της βασιλείας και υπήρξε φανατικός πολέμιος του κομμουνισμού. Στις 18 Απριλίου 1941 μετά την αυτοκτονία του τότε πρωθυπουργού Αλέξανδρου Κορυζή, διορίστηκε από το Βασιλιά Γεώργιο Β' ως υπουργός Ναυτικών και αντιπρόεδρος της κυβερνήσεως [3], υπό τον Εμμανουήλ Τσουδερό, ο οποίος στις 20 Απριλίου ανέλαβε καθήκοντα πρωθυπουργού. Παραιτήθηκε από τις θέσεις του στην κυβέρνηση στις 2 Μαΐου 1942, όμως παρέμεινε επικεφαλής του Ελληνικού Ναυτικού. Ως ιδρυτής και επικεφαλής του κόμματος «Πανελλήνιον Εθνικόν Κόμμα», πήρε μέρος στις εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946, συμμετέχοντας στο συνασπισμό κομμάτων «Ηνωμένη Παράταξις Εθνικοφρόνων» και εκλέχθηκε βουλευτής στην περιφέρεια Αττικοβοιωτίας, ένας από τους οκτώ που εξέλεξε η «Ηνωμένη Παράταξις Εθνικοφρόνων», συγκεντρώνοντας 16.278 ψήφους.

Στις 29 Ιουλίου 1947 διορίστηκε υπουργός Εφοδιασμού και προσωρινώς υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας [4] στην κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Τσαλδάρη, ενώ στην επόμενη κυβέρνηση του Θεμιστοκλή Σοφούλη ορίστηκε από τις 7 σεπτεμβρίου 1947 έως τις 18 Νοεμβρίου 1948, υπουργός Ναυτικών [5]. Στις 14 Απριλίου 1949, στη διάρκεια επισκέψεως του στο Ζάππειο μέγαρο σε φωτογραφική έκθεση για τη Μακρόνησο, που οργανώθηκε από το Γενικό Επιτελείο Στρατού, από την αρμόδια για τη Μακρόνησο διεύθυνση του, την ΒΧΙ, η οποία εγκαινιάστηκε από το τότε Βασιλικό ζεύγος της Ελλάδος, ευχήθηκε, «Μακάρι να γινόταν όλη η χώρα μας Μακρόνησος» [6].

Πήρε μέρος στις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1950, με το «Μέτωπο Εθνικής Αναδημιουργίας», συνασπισμό του «Εθνικού Ενωτικού Κόμματος» του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, του «Πανελλήνιου Εθνικού Κόμματος και άλλων μικρότερων σχηματισμών, συγκεντρώνοντας 2.838 ψήφους. Στην κυβέρνηση του Νικολάου Πλαστήρα, διορίστηκε υπουργός Εθνικής Άμυνας [7] στις 27 Οκτωβρίου 1951 και παρέμεινε ως την παραίτησή του, στις 31 Μαρτίου 1952. Η θητεία του στο Υπουργείο Εθνικής Αμύνης συνέπεσε με τη δίκη και την εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη, στελέχους του Κ.Κ.Ε., [Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος]. Το 1961 συμμετείχε στις εκλογές με το Συνασπισμό της Ενώσεως Κέντρου και του Κόμματος των Προοδευτικών του Σπύρου Μαρκεζίνη, και επανεμφανίστηκε στην πολιτική μετά το 1950, συγκέντρωσε 3.036 ψήφους, όμως απέτυχε να εκλεγεί, καθώς εκλέχθηκε ο Ιάκωβος Διαμαντόπουλος. Το 1954 ήταν υποψήφιος στις δημοτικές εκλογές στην Αθήνα, με το συνδυασμό του μετέπειτα δημάρχου Κωνσταντίνου Νικολόπουλου.

Διακρίσεις

Το 1947 τιμήθηκε [8] με το Ανώτατο Ελληνικό Παράσημο, τον Ταξιάρχη του Αριστείου Ανδρείας, για τη συμβολή του Βασιλικού Ναυτικού στο Έπος του 1940, για την πετυχημένη αποχώρηση του Ελληνικού στόλου στη Μέση Ανατολή και για τη συμβολή του στην αναδιοργάνωση του Ναυτικού, από τον τότε βασιλιά Γεώργιο Β' της Ελλάδος.

Εργογραφία

Δημοσίευσε θέματα περί την στρατιωτική τέχνη και τακτική στο περιοδικό «Ναυτική Επιθεώρησις» [9], ενώ δημοσίευσε, μεταξύ άλλων, τα βιβλία,

  • «Εγχειρίδιον Αρμενιστού»,
  • «Το Πυροβολικόν κατά την δύσιν της Μεσαιωνικής ημών Αυτοκρατορίας» [10], το 1928, «Ναυτική Επιθεώρησις»,
  • «Χρήσις και περιγραφή των ναρκών»,
  • «Η θέσις της Ελλάδος κατά τον Β' Παγκόσμιον Πόλεμον», το 1944,
  • «Ένας Ναύαρχος Θυμάται.. Ναυάρχου Αλέξανδρου Σακελλαρίου Απομνημονεύματα», δίτομο έργο, το 1976, εκδόσεις «Γιώτα-Σίγμα Ε.Π.Ε.»,
  • «Θωρηκτό Γ. Αβέρωφ, Ναυτική εκστρατεία 1912-1913 μέσα από το ημερολόγιο του Ναύαρχου Σακελλαρίου Αλέξανδρου», το 1982, 80 σελίδες.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Παραπομπές

  1. [Giorgio Rizzo, «Ο Πικρός Πόλεμος–Η Ελληνοϊταλική Σύγκρουση 1940–41»]
  2. Η δράση του Ελληνικού Ναυτικού κατά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο Γεώργιος Κολοβός, το 2009, σελίδες 39 & 48-52
  3. Κυβέρνηση Εμμανουήλ Τσουδερού Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης
  4. Κυβέρνηση Κωνσταντίνου Τσαλδάρη Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης
  5. Κυβέρνηση Θεμιστοκλή Σοφούλη Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης
  6. «..Μακάρι να γινόταν όλη η χώρα μας Μακρόνησος..» «Ιστορικό Αρχείο ελληνικής Νεολαίας», σελίδα 118
  7. Κυβέρνηση Νικολάου Πλαστήρα Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης
  8. Βασιλικό Διάταγμα της 1ης Ιουλίου 1947, Φ.Ε.Κ. Γ’ 155/9 Ιουλίου 1947
  9. Πίνακας περιεχομένων τευχών «Ναυτικής Επιθεωρήσεως» 1917-2014
  10. «Το Πυροβολικόν κατά την δύσιν της Μεσαιωνικής ημών Αυτοκρατορίας» Ολόκληρο το βιβλίο