Κωνσταντίνος Καρύδας

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Κωνσταντίνος Καρύδας Έλληνας εθνικιστής, ανώτατος αξιωματικός των Τεθωρακισμένων με το βαθμό του Ταξιάρχου ε.α., στενός φίλος συνεργάτης του Γεωργίου Παπαδόπουλου στις κυβερνήσεις του οποίου διατέλεσε Διευθυντής Τύπου, Γενικός Γραμματέας, Υφυπουργός και αναπληρωτής Υπουργός, γεννήθηκε το 1919 στην Πάτρα του νομού Αχαΐας και πέθανε από καρκίνο το 1987, στη Νέα Υόρκη των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής.

Ήταν παντρεμένος με τη Ντόλυ Καρύδα και από το γάμο του είχε αποκτήσει τρία παιδιά, τον Αθανάσιο, το Χρυσόστομο και την Παναγιώτα.

Κων/νος Καρύδας

Βιογραφία

Παρακολούθησε τα μαθήματα της Βασικής και Μέσης εκπαιδεύσεως στην Πάτρα. Φοίτησε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων από την οποία αποφοίτησε το 1940 με το βαθμό του Ανθυπολοχαγού Πεζικού. Συμμετείχε στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο 1940-41 και ως τον Απρίλιο του 1941 στον Ελληνογερμανικό πόλεμο. Μετά την κατάρρευση του Μετώπου διέφυγε από τον Ελλάδα και κατέφυγε στη μέση Ανατολή, όπου εντάχθηκε στις Ελληνικές δυνάμεις και πήρε μέρος στις εκεί πολεμικές επιχειρήσεις. Πολέμησε στο Ρίμινι με τον Ιερό Λόχο και την περίοδο 1946-49 πήρε στις επιχειρήσεις για τη συντριβή της ένοπλης ανταρσίας των οπαδών του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος. Υπηρέτησε ως βοηθός Επιτελάρχου στο Γενικό Επιτελείο Εθνοφρουράς της Κύπρου και το Σεπτέμβριο του 1966 επέστρεψε με μετάθεση στην Αθήνα. Κατέθεσε ως 27ος μάρτυρας στη δίκη των Αξιωματικών που ήταν κατηγορούμενοι στην υπόθεση «Α.Σ.Π.Ι.Δ.Α.» [1] και είπε ότι δεν υπέπεσε στην αντίληψη του προσπάθεια πολιτικολογίας από την πλευρά των κατηγορουμένων αξιωματικών, ενώ κατέθεσε ότι γνώριζε για την προσπάθεια του Διονυσίου Μπουλούκου να μυήσει αξιωματικούς στην οργάνωση.

21η Απριλίου

Παραιτήθηκε από το στράτευμα το Δεκέμβριο του 1967 και αποστρατεύθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1968, μετά από αίτηση του. Τέθηκε σε αποστρατεία με το βαθμό του Ταξιάρχου των Τεθωρακισμένων [2], με διάταγμα που δημοσιεύθηκε στο Φύλλο Εφημερίδος Κυβερνήσεως υπ' αριθμόν 59 τεύχος Γ'. Ο Καρύδας τιμήθηκε με όλα τα προβλεπόμενα στρατιωτικά μετάλλια και παράσημα, μεταξύ τους τρεις Πολεμικοί σταυροί, Χρυσό αριστείο ανδρείας, δυο μετάλλια εξαιρέτων πράξεων και Πολεμικοί σταυροί Γ' Τάξεως.

Κυβερνητικές θέσεις

Στις κυβερνήσεις του καθεστώτος της 21ης Απριλίου διετέλεσε γενικός διευθυντής Τύπου [3] από την 1η Ιουνίου 1967 έως τις 22 Ιανουαρίου του 1968, γενικός γραμματέας του υπουργείου Δημοσίων Έργων [4] από τις 23 Ιανουαρίου 1968 έως τις 24 Αυγούστου 1971 που υπέβαλλε παραίτηση, υφυπουργός-περιφερειακός διοικητής Πελοποννήσου-Στερεάς Ελλάδος [5] από τις 25 Αυγούστου 1971 έως τις 31 Ιουλίου 1972 και από τις 31 Ιουλίου 1972 έως τις 8 Οκτωβρίου 1973, αναπληρωτής υπουργός Εθνικής Οικονομίας [6], με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπαδόπουλο [7].

Δίκες & Καταδίκες

Στις 24 Σεπτεμβρίου 1968 το Συμβούλιον της Επικρατείας, υπό την προεδρία του Μιχάλη Στασινόπουλου, είχε αποφανθεί για την 21η Απριλίου 1967 ότι αποτέλεσε Επανάσταση [8]. Επίσης στις 26 Ιουλίου 1974, δημοσιεύθηκε το Προεδρικό Διάταγμα Γενικής Αμνηστίας με αριθμό 519, το οποίο όριζε, «...Αμνηστεύονται τα καθ' οιονδήποτε τρόπον τελεσθέντα μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος εγκλήματα, τα προβλεπόμενα και τιμωρούμενα υπό των διατάξεων του Ποινικού Κώδικος, του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικος κ.λπ. και αυτόθι αναφερομένων νόμων, ως επίσης και τα προς αυτά συναπτόμενα ή συναφή, εφ' όσον ταύτα έχουν σχέσιν προς την κατάστασιν την δημιουργηθείσαν από της 21/4/1967. Ομοίως αμνηστεύονται τα αυτά ως άνω εγκλήματα, τελεσθέντα προ της 21/4/1967 και τα προς αυτά συναπτόμενα ή συναφή, εφ' όσον οπωσδήποτε απέβλεπον προς την ανατροπήν της καθεστηκυίας τάξεως...».

Άσκηση διώξεων

Στις 4 Σεπτεμβρίου 1974 ο εισαγγελέας Κριτσέλης άσκησε την πρώτη δικαστική δίωξη για αδίκημα, που, φέρεται ότι είχε τελεσθεί στη διάρκεια του καθεστώτος της 21ης Απριλίου. Η δίωξη ασκήθηκε κατά του Κωνσταντίνου Καρύδα, της Δέσποινας Γάσπαρη-Παπαδοπούλου, συζύγου του Γεωργίου Παπαδόπουλου και του αντισυνταγματάρχη Ιωάννη Καλογερόπουλου. Ο Καρύδας παραπέμφθηκε για απάτη από κοινού με τους Παπαδοπούλου και Καλογερόπουλο, καθώς κατηγορήθηκε ότι εξέδωσε ψευδείς βεβαιώσεις ότι η Δέσποινα υπηρετούσε σε δημόσια θέση και έτσι καρπώθηκε παράνομα 900.000 δραχμές. Την ανάκριση ανέλαβε ο ανακριτής του 3ου ειδικού τμήματος Λαμπρόπουλος, ο οποίος δυο μέρες μετά απαγόρευσε την έξοδο από την χώρα όλων των κατηγορουμένων [9].

Με μια κίνηση μεθοδευμένη και με ξεκάθαρο πολιτικό στόχο, στις 9 Σεπτεμβρίου 1974, υποβλήθηκαν μηνύσεις εναντίον του από το δικηγόρο Αλέξανδρος Λυκουρέζος, ο οποίος δεκατρία χρόνια αργότερα τάχθηκε εγγράφως, δημόσια και απολύτως ξεκάθαρα υπέρ της αποφυλακίσεως του [10], καθώς υποστήριξε ότι η καταδίκη του Παπαδόπουλου και των συνεργατών του υπήρξε παράνομη. Μαζί του συντάχθηκαν ο δικηγόρος Ανδρέας Αναγνωστάκης, από τον Κίσσαμο Χανίων, ως εκπρόσωπος της «Ένωσης Δημοκρατικών Δικηγόρων Ελλάδας», οι Φοίβος Κούτσικας, Γρηγόριος Κασιμάτης, με την μήνυση των οποίων κινήθηκε δίωξη κατά 50 φυσικών προσώπων [11] για Εσχάτη προδοσία, Στάση, ενώ οι μηνυτές πρότειναν την εξέταση 40 μαρτύρων κατηγορίας. Ακόμη, υπέβαλλε μήνυση ο δικηγόρος Δημήτριος Χαρισιάδης. Οι κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν -με βάση το Αστικό Δίκαιο- αφορούσαν κατηγορίες για εσχάτη προδοσία, συγκεκριμένα για παραβάσεις των άρθρων 134, 8α και 8β του Ποινικού Κώδικα.

Οι μηνύσεις, δυο μέρες αργότερα, διαβιβάστηκαν από την Εισαγγελία Αθήνας στην Στρατιωτική Δικαιοσύνη, επειδή ο Παπαδόπουλος όταν τελέστηκαν τα αδικήματα είχε την ιδιότητα του στρατιωτικού. Οι μηνυτές υποστήριξαν ότι υπέστησαν αστική ζημία, καθώς από την ενέργεια του παρεμποδίστηκε η επαγγελματική τους ανέλιξη. Στους εν λόγω μηνυτές απαγορεύτηκε από το δικαστήριο να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες και τους απέβαλε της Πολιτικής Αγωγής, όμως τους επέτρεψε να καταθέσουν ως μάρτυρες κατηγορίας. Οι δεκαπέντε εναγόμενοι της αναφοράς Λυκουρέζου ήταν οι Γεώργιος Παπαδόπουλος, Νικόλαος Μακαρέζος, Δημήτριος Ιωαννίδης, Ιωάννης Λαδάς, Κωνσταντίνος Ασλανίδης, Αντώνιος Λέκκας, Κωνσταντίνος Καρύδας, Μιχαήλ Ρουφογάλης, Κωνσταντίνος Χρ. Παπαδόπουλος, Αλέξανδρος Χατζηπέτρος, Σπυρίδων-Μάριος Φραγκίσκος, που υπηρετούσε ως συνταγματάρχης στο Γ.Ε.Σ. στις 21 Απριλίου 1967, Γεώργιος Ζωιτάκης, Γρηγόρης Σπαντιδάκης και Μιχαήλ Μπαλόπουλος. Στις 28 Σεπτεμβρίου έγινε γνωστό από δημοσιεύματα εφημερίδων ότι ο υποστράτηγος της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης Εμμανουήλ Πλευράκης διενεργεί προκαταρκτική εξέταση με βάση την μήνυση Λυκουρέζου.

Την 1η Νοεμβρίου 1974, ασκήθηκε δίωξη εναντίον του με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, κατά παράβαση των άρθρων 134 και 135, άρθρα 8α και 8β του Ποινικού Κώδικα, καθώς και 63 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα. Η δίωξη ασκήθηκε από τον Μενέλαο Κουτσάκο, προϊστάμενο της Εισαγγελίας Εφετών, καθώς και εναντίον των Γεωργίου Παπαδόπουλου, Νικολάου Μακαρέζου, Στυλιανού Παττακού, και 62 ακόμη συνεργατών τους. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής σε συνέντευξη του στην Ελληνική κρατική τηλεόραση, στις 13 Νοεμβρίου 1974, υποστήριξε ότι «..παρέλαβε χάος και καμμένη γην», ενώ είπε ακόμη πως «..η κυβέρνησή μου αντικατέστησε άνω των 100.000 ατόμων, από τον τελευταίο κοινοτάρχη μέχρι τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, άνοιξε το δρόμο για την δικαστική δίωξη των πρωταιτίων της τυραννίας και για να διευκολύνει το έργο της Δικαιοσύνης, έλαβε μέτρα ασφαλείας κατά των υπευθύνων, τους δε κορυφαίους εξ αυτών, τους εξετόπισε σε νήσο του Αιγαίου»...». Την 1η Δεκεμβρίου προφυλακίστηκε για μια μέρα η Δέσποινα Παπαδοπούλου, η οποία αποφυλακίστηκε την επόμενη καταβάλλοντας χρηματική εγγύηση.

Συντακτική πράξη

Στις 3 Οκτωβρίου 1974, η Βουλή των Ελλήνων με πρωτοβουλία των βουλευτών του κόμματος «Νέα Δημοκρατία», εξέδωσε Συντακτική Πράξη [12] με την οποία βάπτιζε ως «πολιτικό έγκλημα» την 21η Απριλίου και ανακαλούσε την αμνηστία της 26ης Ιουλίου 1974 –που είχε παραχωρήσει ο Καραμανλής– μόνον για τους «πρωταίτιους» της 21ης Απριλίου. Η Συντακτική Πράξη παραβίασε τρεις θεμελιώδεις αρχές του Δικαίου, του Συντάγματος και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθώς:
α) Εισήγαγε νομοθέτημα αναδρομικής ισχύος, με το οποίο καθιστούσε την επανάσταση ποινικό αδίκημα και παραγνώρισε το αξίωμα ότι «Επανάσταση επικρατήσασα δημιουργεί δίκαιον». Σύμφωνα με το άρθρο 134 του Ποινικού Κώδικος τιμωρείται μόνον: «Ο αποπειρώμενος να μεταβάλη το πολίτευμα του κράτους», δηλαδή τιμωρείται μόνο τυχόν αποτυχημένη απόπειρα Επαναστάσεως. Η Συντακτική Πράξη παραβίαζε το αξίωμα «Nullum crimen nula paena sine praevia lege» [«Δεν υπάρχει έγκλημα ούτε ποινή, χωρίς να υπάρχει προηγουμένως νόμος που να το προβλέπει], καθώς και το Ελληνικό Σύνταγμα που ρητώς αναφέρει: «Νομοθέτημα αναδρομικής ισχύος απαγορεύεται απολύτως».
β) Ανακάλεσε αμνηστία, παραβιάζοντας το διεθνές αξίωμα «Αμνηστία δοθείσα, ουδέποτε ανακαλείται». Η Συντακτική Πράξη της 3ης Οκτωβρίου 1974 ανακάλεσε τρεις αμνηστίες: Την αμνηστία της 26ης Ιουλίου 1974 [13] την οποία έδωσε ο Καραμανλής ως Πρωθυπουργός. Την αμνηστία της 20ης Αυγούστου 1973 [14] που είχε δώσει ως Πρόεδρος ο Παπαδόπουλος και αμνήστευε και αυτό όλα τα πολιτικά αδικήματα που είχαν σχέση με την 21η Απριλίου κι έπειτα, καθώς και την επικύρωση την αμνηστίας της 20ης Αυγούστου 1973 με την Συντακτική Πράξη της 5ης Αυγούστου 1974 [15] και πάλι από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.
γ) Στέρησε το δικαίωμα του «φυσικού δικαστού»: Η Συντακτική Πράξη όριζε ότι οι διωκόμενοι «υπάγονται εις την αρμοδιότητα του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών». Όμως για το αδίκημα της «στάσεως» αρμόδιο ήταν το Στρατοδικείο, ενώ γι’ αυτό της «εσχάτης προδοσίας» ήταν το ορκωτό Κακουργιοδικείο. Αντιθέτως, ορίστηκε, εντελώς παράνομα, «Ειδικό Δικαστήριο», ενώ η Συντακτική Πράξη δέσμευε την Δικαιοσύνη, προσδιορίζοντας την πράξη ως «πολιτικό έγκλημα», πριν εκδικασθεί.

Εναντίον των στελεχών και του επικεφαλής του καθεστώτος της 21ης Απριλίου στήθηκε μια πραγματική βιομηχανία μηνύσεων. Με απόφαση της Βουλής καθορίστηκε προθεσμία για την υποβολή μηνύσεων κατά των στελεχών του καθεστώτος, τρεις μήνες και για εγκλήματα από τα οποία είχε ζημιωθεί το Δημόσιο, έξι μήνες. Η Δικαστική Αρχή κινήθηκε αυτεπαγγέλτως από τα τέλη του 1974, μόνο για τις υποθέσεις του Πολυτεχνείου, κατά την εξέγερση του Νοέμβρη 1973 και για τα υποτιθέμενα βασανιστήρια των πολιτικών κρατουμένων και η Εισαγγελία Αθηνών διέταξε την διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως, για τις δυο αυτές περιπτώσεις των «ομαδικών» εγκλημάτων. Έτσι ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθήνας Κωνσταντίνος Φαφούτης διέταξε την διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως, από τους Εισαγγελείς Δημήτριο Τσεβά, για την υπόθεση του «Πολυτεχνείου», και Βασίλειο Παππά, για τις υποθέσεις των «βασανισμών», «...ίνα κρίνη αν συντρέχη περίπτωσις ποινικής διώξεως..». Η προθεσμία για την υποβολή μηνύσεων που είχε οριστεί ήταν από τις 18 Ιανουαρίου μέχρι τις 18 Απριλίου 1975. Γεννήθηκε το ερώτημα αν η 18η Απριλίου είναι μέρα, μέσα στην προθεσμία ή έξω από αυτή και από την Εισαγγελία ανακοινώθηκε επίσημα, ότι η 18 Απριλίου είναι μέσα στην προθεσμία και ο αρμόδιος Εισαγγελέας, δέχτηκε τη μέρα αυτή, μόνο στην Αθήνα, περίπου 150 μηνύσεις με εκατοντάδες κατηγορούμενους. Τελικά όσοι μηνύθηκαν στις 18 Απριλίου και παραπέμφθηκαν σε δίκες, τα δικαστήρια αποφάσισαν ότι η εν λόγω ημέρα είναι έξω από την προθεσμία, οι μηνύσεις εκπρόθεσμες και έπαψε η δίωξη των κατηγορουμένων. Ο Παπαδόπουλος στις 18 Οκτωβρίου 1974, υπέβαλλε μηνυτήρια αναφορά για παράνομη απομόνωση και παραβίαση του απορρήτου της αλληλογραφίας του και στις 21 Οκτωβρίου 1974, ο υπουργός Δημοσίας Τάξεως Σόλων Γκίκας διένειμε στον Παπαδόπουλο και τους συνεργάτες του λευκά διαβατήρια. Όπως γράφει ο Στυλιανός Παττακός «..Όσοι θα τα εδέχοντο θα ελάμβανον: Εισιτήριον δια χώραν της αρεσκείας του έκαστος μετά της οικογενείας του, την δαπάνην του ταξιδίου και την διαβεβαίωσιν ότι θα ανελαμβάνετο υπό της Κυβερνήσεως η δαπάνη διαβιώσεώς του εις το εξωτερικόν..» [16]

Η δικογραφία που είχε σχηματιστεί μετά τις μηνύσεις διαβιβάστηκε στην Ολομέλεια των Εφετών. Στις 24 Οκτωβρίου συνήλθε σε συνεδρίαση η Ολομέλεια Εφετών Αθηνών, δηλαδή 80 από τους 83 εφέτες και 8 από τους 9 προέδρους εφετών που υπηρετούσαν, προκειμένου να αποφασίσουν για την άσκηση διώξεως εναντίον των πρωταιτίων της 21ης Απριλίου. Ο εισαγγελέας Μενέλαος Κουτσάκος πρότεινε να διωχθούν οι πρωταίτιοι και να ορισθεί ανακριτής εφέτης, όμως η ολομέλεια επιφυλάχθηκε να αποφασίσει και όρισε εισηγητή τον εφέτη Παναγιώτη Λογοθέτη. Την 1η Νοεμβρίου 1974 η Ολομέλεια των Εφετών αποφάσισε την ποινική δίωξη για εσχάτη προδοσία, έδωσε παραγγελία στον προϊστάμενο της εισαγγελίας Μενέλαο Κουτσάκο για την άσκηση της διώξεως και όρισε ανακριτή στην υπόθεση τον εφέτη Γεώργιο Βολτή. Η απόφαση έφερε τις υπογραφές 86 εφετών και προέδρων εφετών και η δίωξη έγινε ονομαστικά κατά όσων κατονομάζονταν στις μηνύσεις Λυκουρέζου, δεκαπέντε πρόσωπα, «Δημοκρατικών Δικηγόρων», πενήντα πρόσωπα, και Χαρισιάδη, πέντε πρόσωπα, αλλά και κατά κάθε άλλου που θα προέκυπτε από την ανάκριση.

Ανακριτική διαδικασία

Στις 9 Ιανουαρίου 1975 η κυβέρνηση Καραμανλή κατέθεσε ψήφισμα στη Βουλή με το οποίο χαρακτηρίστηκε πραξικόπημα η 21η Απριλίου 1967 και οι κυβερνήσεις που προέκυψαν χαρακτηρίστηκαν κυβερνήσεις βίας. Στις 14 Ιανουαρίου ο ανακριτής επέστρεψε στην Κέα και ζήτησε την απολογία του Παπαδόπουλου, ο οποίος αρνήθηκε να απολογηθεί και στις 18 Ιανουαρίου 1975 έγινε νόμος του Ελληνικού κράτους το παράτυπο «Δ' Ψήφισμα» της Ε' Αναθεωρητικής Βουλή των Ελλήνων, που αποφάσισε και καθόρισε τη μορφή της 21ης Απριλίου 1967 ως «πραξικόπημα» [17] και θέσπισε την αναδρομικότητα σε Ποινικά αδικήματα, πρωτοφανές γεγονός για τα νομικά χρονικά της Ελλάδος.

Το Δ’ ψήφισμα ήταν αποτέλεσμα παρανομίας καθώς ψηφίσθηκε από αναθεωρητική Βουλή, αρμόδια για την αναθεώρηση του Συντάγματος και όχι για την έκδοση ποινικών νόμων. Το Ψήφισμα παρήγαγε μια σειρά από παράνομα αποτελέσματα καθώς εισήγαγε δεύτερο νόμο αναδρομικής ισχύος και ονόμαζε τους διωκόμενους ως ενόχους «στάσεως» και «σφετερισμού εξουσίας», καταπατώντας την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Τέλος το Ψήφισμα, παραβαίνοντας κάθε έννοια δικαίου και λογικής, χαρακτήριζε μια Επανάσταση που επικράτησε για επτά χρόνια, ως «πραξικόπημα» το οποίο «ουδέποτε επικράτησε» και διακηρύσσει ότι δήθεν «η Δημοκρατία δικαίω ουδέποτε κατελύθη», δημιουργώντας πρωτοφανές κενό νομικής συνέχειας του Ελληνικού κράτους για μια ολόκληρη επταετία.

Την 24η Φεβρουαρίου 1975, το καθεστώς Καραμανλή σκηνοθέτησε κι αποκάλυψε το Πραξικόπημα της Πυτζάμας, με αφορμή το οποίο αποστρατεύθηκαν περισσότεροι από 275 αξιωματικοί. Στις 22 Μαΐου 1975 δημοσιεύθηκε το υπ' αριθμό 414/75 βούλευμα του Πενταμελούς Συμβουλίου Εφετών, με το οποίο παραπέμφθηκε σε δίκη με τις κατηγορίες της «εσχάτης προδοσίας» και της «στάσεως» και στις 2 Ιουλίου 1975 η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου απέρριψε, με την υπ' αριθμόν 683 απόφαση, την αναίρεση [18] που είχε ασκήσει κατά του βουλεύματος της παραπομπής του.

O τότε Πρόεδρος της Ε.ΔΗ.Κ. Ιωάννης Ζίγδης στις 26 Νοεμβρίου 1974 δήλωσε ότι, «Η Κυβέρνησις Καραμανλή ωρκίσθη στις 24 Ιουλίου 1974 ενώπιον του «Προέδρου της Δημοκρατίας Στρατηγού Φαίδωνα Γκιζίκη», ανεγνώρισε έτσι το πολίτευμα της Αβασίλευτης Δημοκρατίας του Δημοψηφίσματος Ιουλίου 1973. Υπό τις συνθήκες αυτές, η κυβέρνηση Καραμανλή είναι συνέχεια των κυβερνήσεων της δικτατορίας και επιβεβαίωση της νομιμότητος αυτών. Με την κυβέρνηση Καραμανλή ανεγνωρίσθη ότι η λεγόμενη «Επανάσταση της 21ης Απριλίου 1967» επεβλήθη και επομένως εδημιούργησε δίκαιον. Κατόπιν αυτών δεν γνωρίζω ότι υπάρχει θέμα διώξεως των υπευθύνων της δικτατορίας». Η παραβίαση κάθε αρχής δικαίου προκάλεσε τη λεκτική αντίδραση ακόμη και του Ηλία Ηλιού, προέδρου του κόμματος «Ενωμένη Δημοκρατική Αριστερά» [«Ε.Δ.Α.»] ο οποίος στη συζήτηση του θέματος στη Βουλή, είπε «... Ωραία, δεν είναι επανάστασις, είναι πραξικόπημα. Μας ανησυχεί όμως κάτι άλλο. Ημνηστεύθη! Είτε ημνηστεύθη το 1973 από την ιδίαν την πραξικοπηματικήν Κυβέρνησιν... ή από την αμνηστίαν, την αναπόφευκτον πρέπει να πούμε αμνηστίαν της 26.07.1974, μετά την αποχώρησιν των πραξικοπηματιών. Αλλά, αφού αμνηστεύθηκε, είναι δυνατόν να δοθή ερμηνευτική έννοια και επομένως αναδρομή ισχύος εις τον κανόνα του άρθρου 5; Είναι αμφίβολον. Ερμηνευτικός νόμος είναι εκείνος, ο οποίος πράγματι ερμηνεύει κάτι το ασαφές και όχι το σαφές ...» [19].

Παράλληλα υποβλήθηκε μήνυση και ασκήθηκε δίωξη με παραγγελία της Ολομέλειας των Εφετών Αθηνών εναντίον των συνεργατών και των συμμετόχων στις κυβερνήσεις της 21ης Απριλίου. Ο εφέτης, Κωνσταντίνος Ποταμιάνος, που ορίστηκε ανακριτής, αρνήθηκε να διεξάγει ανακρίσεις, διότι «το έγκλημα τους ήταν στιγμιαίο» κατά τη γνώμη του. Τη διαφωνία κλήθηκε να επιλύσει το Συμβούλιο Εφετών, που έκρινε ότι το έγκλημα είναι «διαρκές» κι ανανέωσε την εντολή στον Ποταμιάνο. Κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών έγινε προσφυγή στον Άρειο Πάγο, ύστερα από αναίρεση του Εισαγγελέα Α. Π. Ευσταθίου Μπλέτσα. Στις 2 Ιουλίου 1975 η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου αποφάνθηκε, με την απόφαση 684, ότι το δήθεν αδίκημα της «εσχάτης προδοσίας» της 21ης Απριλίου 1967, ήταν «στιγμιαίον», απόφαση που είχε ως αποτέλεσμα την απαλλαγή από κάθε ευθύνη, όσων συνεργάστηκαν με την 21η Απριλίου μετά την επικράτηση της. Καταθέτοντας ως μάρτυρας, σε δίκη του Νίκου Ψαρουδάκη, που είχε κατηγορηθεί για περιύβριση αρχής, για άρθρο του στην εφημερίδα «Χριστιανική» με τίτλο «Διαρκές το δικό σας έγκλημα κύριοι Αρεοπαγίτες» ο καθηγητής Γεώργιος-Αλέξανδρος Μαγκάκης, αργότερα Υπουργός της Δικαιοσύνης, χαρακτήρισε τους αρεοπαγίτες που εξέδωσαν την απόφαση «ανθρωπάκια».

Η απολογία του

Στις 27 Ιανουαρίου 1975 κλήθηκε σε απολογία από τον ανακριτή και ο συνήγορος υπερασπίσεως του ζήτησε και έλαβε ολιγοήμερη προθεσμία προκειμένου να ετοιμάσει την απολογία του Καρύδα [20]. Απολογήθηκε στις 31 Ιανουαρίου 1975, ενώπιον του ανακριτή Δημητρίου Βολτή στο Αστυνομικό Τμήμα της Κηφισιάς και αμέσως μετά την απολογία του κρατήθηκε προσωρινά στο εκεί Παράρτημα Ασφαλείας, όμως την Τρίτη το πρωί της 4ης Φεβρουαρίου κρίθηκε απολυτέος και αφέθηκε ελεύθερος, με τον περιοριστικό όρο της απαγορεύσεως εξόδου από την Ελλάδα.

Ο Καρύδας προφυλακίστηκε και κρατήθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού για εσχάτη προδοσία καθώς μηνύθηκε για την υπόθεση της πολιτειακής μεταβολής του Ιουλίου του 1973 και την κατάργηση του θεσμού της Βασιλείας από το καθεστώς της 21ης Απριλίου. Αποφυλακίστηκε στις 4 Νοεμβρίου 1975, όταν το Δικαστικό Συμβούλιο αποδέχθηκε σχετική πρόταση του εισαγγελέα Σπύρου Κανίνια, που εισηγήθηκε ότι η πολιτειακή μεταβολή επήλθε την 21η Απριλίου 1967, συνεπώς ο Καρύδας και οι άλλοι κατηγορούμενοι για την υπόθεση δεν είχαν διαπράξει κάποιο αδίκημα τον Ιούλιο του 1973.

Με το βούλευμα 4012\ της 19ης Οκτωβρίου 1975 παραπέμφθηκε σε δίκη για απλή συνέργεια σε απάτη και ψευδείς βεβαιώσεις, στην υπόθεση της κατηγορίας σε βάρος της Δέσποινας Παπαδοπούλου και προφυλακίστηκε στις φυλακές Κορυδαλλού απ' όπου αφέθηκε ελεύθερος στο τέλος του Νοεμβρίου 1975, μετά από αίτημα αποφυλακίσεως το οποίο υπέβαλλε κι έγινε δεκτό από το δικαστικό συμβούλιο. Παραπέμφθηκε και δικάστηκε στη δίκη των πρωταιτίων, όπου το δικαστήριο δέχθηκε την αθωωτική πρόταση των εισαγγελέων Κανίνια και Σταμάτη. Στην απολογία του ο Καρύδας αρνήθηκε οποιαδήποτε συμμετοχή στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν το βράδυ της 20ης προς 21η Απριλίου 1967 [21]. Το δικαστήριο τον αθώωσε λόγω αμφιβολιών καθώς και λόγω μη υπάρξεως επαρκών στοιχείων που να θεμελιώνουν τη συμμετοχή του στην Επαναστατική επιτροπή, που προετοίμασε την επιβολή του καθεστώτος της 21ης Απριλίου [22].

Το τέλος του

Έπασχε από καρκίνο και είχε μεταβεί για νοσηλεία σε νοσοκομείο στη Νέα Υόρκη των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, όπου πέθανε στη διάρκεια της νοσηλείας του.

Διαβάστε τα λήμματα

21η ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1967

Αξιωματικοί (επαναστάτες)

21η Απριλίου 1967

25η Νοεμβρίου 1973

Θύματα τρομοκρατίας

Πολιτικά πρόσωπα

Πρωθυπουργοί

Υπουργοί

Υποστηρικτές

25η Νοεμβρίου 1973

Ορθόδοξοι Ιερωμένοι
  • Επίσκοποι
  • Μητροπολίτες
  • Θεολόγοι

Παραπομπές

  1. 37η ημέρα της δίκης του «ΑΣΠΙΔΑ». Εφημερίδα «Μακεδονία», 28 Δεκεμβρίου 1966, σελίδα 5.
  2. Απεστρατεύθησαν τη αιτήσει των γενικοί γραμματείς. Εφημερίδα «Μακεδονία», 17 Φεβρουαρίου 1968, σελίδα 1.
  3. Ο κ. Καρύδας διωρίσθη Γενικός Διευθυντής της Διευθύνσεως Τύπου. Εφημερίδα «Μακεδονία», 2 Ιουνίου 1967, σελίδα 7.
  4. Νέοι Γενικοί Γραμματείς Υπουργείων. Εφημερίδα «Μακεδονία», 24 Ιανουαρίου 1968, σελίδα 1.
  5. Νέοι Ποίοι παραμένουν υπουργοί και ποίοι φέρονται ως νέοι. Εφημερίδα «Μακεδονία», 26 Αυγούστου 1971, σελίδα 1.
  6. 22 νέοι Υπουργοί και Υφυπουργοί. Εφημερίδα «Μακεδονία», 1η Αυγούστου 1972, σελίδα 1.
  7. Κυβέρνησις ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης.
  8. [«...Tο Συμβούλιον της Επικρατείας, υπό την προεδρίαν του μετά την αποχώρησιν της Επαναστάσεως Προέδρου της Δημοκρατίας Μιχαήλ Στασινοπούλου, εδέχθη διά των υπ’ αριθμ. 2468/1968 και 503/1969 αποφάσεών του, ότι «... η παρούσα Κυβέρνησις διωρίσθη από τον κατά το Σύνταγμα Ανώτατον Άρχοντα και ωρκίσθη ενώπιόν του προσλαβούσα τον τύπον συνταγματικώς νομίμου Κυβερνήσεως, ίδρυσε νέαν νομιμότητα και δι’ αυτής ετέθη η Χώρα υπό καθεστώς Κράτους νόμου δικαίου ...».] Στυλιανός Παττακός, «21η Απριλίου 1967-Διατί; Ποιοί; Πως;», Αθήνα 1999, σελίδα 225, Εκδόσεις «ΒΙΟΒΙΛ».]
  9. Απηγορεύθη η αποδημία της Δέσποινας, του Καρύδα και ενός Ταγματάρχου ε.α. Εφημερίδα «Μακεδονία», 7 Σεπτεμβρίου 1974, σελίδα 1 & 5.
  10. [Άρθρο του Αλέξανδρου Λυκουρέζου, Εφημερίδα «Ακρόπολις» 4 Ιανουαρίου 1987. Επιχειρήματα υπέρ της αποφυλακίσεως του Παπαδόπουλου είχαν διατυπωθεί από τον Ανδρέα Λεντάκη, που σε άρθρο του στις 13 Απριλίου 1995 στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» διατύπωσε την άποψη ότι «η έξωθεν απειλή κατά του εθνικού μας χώρου, οπότε απαιτείται η μέγιστη ομοψυχία και ενότητα πέρα από τις κομματικές πολιτικές μας διαφορές».]
  11. [Πλην της μηνύσεως που υποβλήθηκε από τον Αλέξανδρο Λυκουρέζο, υποβλήθηκε άλλη μηνυτήρια αναφορά και από την «Ένωση Δημοκρατικών Δικηγόρων». Από τους εκπροσώπους της Ενώσεως μηνύθηκαν 50 αξιωματικοί, οι Γεώργιος Παπαδόπουλος, Στυλιανός Παττακός, Νικόλαος Μακαρέζος, Γεώργιος Ζωιτάκης, Κωνσταντίνος Χρ. Παπαδόπουλος, Μιχαήλ Ρουφογάλης, Νικόλαος Γκαντώνας, Κωνσταντίνος Καρύδας, Μιχαήλ Μπαλόπουλος, Πέτρος Κωτσέλης, Κωνσταντίνος Ασλανίδης, Δημήτριος Ιωαννίδης, Ιωάννης Λαδάς, Αντώνιος Λέκκας, Γρηγόρης Σπαντιδάκης, Γεώργιος Τσούμπας, Ιωάννης Μανουσακάκης, Ιωάννης Στειακάκης, Κωνσταντίνος Παπαγιάννης, Αριστείδης Παλαΐνης, Αθανάσιος Περδίκας, Θεόδωρος Θεοφιλογιαννάκος, Νικόλαος Δαουλάκος, Ιωάννης Μίρκος, Μιχαήλ Πηλιχός, Δημήτριος Κερκινέζης, Δημήτριος Λούκουτος, Γεώργιος Τσουμάς, Χρήστος Δαριώτης, Μιχαήλ Κίτσιος, Γεώργιος Κωνσταντόπουλος, Δημήτριος Νικολακόπουλος, Ηρακλής Θωμάς, Μιλτιάδης Γκίκας, Αθανάσιος Τσούκας, Ανδρέας Χρήστου, Θεόκλητος Παπαγεωργίου, Ιωάννης Μισαηλίδης, Γεώργιος Μπίσσας, Ιωάννης Ροϊδοδήμος, Χρήστος Ρούχας, Δημήτριος Καλαφάτης, Δημοσθένης Κωτσέλης, Κωνσταντίνος Κοντογιάννης, Ιωάννης Βασιλακόπουλος, Παναγιώτης Στασινόπουλος, Σωτήριος Μικρός, Νικόλαος Γιαννούζης, Δημήτριος Αποστόλου και Βασίλειος Κατσιμεντές.
  12. [Φ.Ε.Κ. 277, 3 Οκτωβρίου 1974]
  13. [Προεδρικό Διάταγμα 519–Φ.Ε.Κ. 211]
  14. [Προεδρικό Διάταγμα 168–Φ.Ε.Κ. 186]
  15. [Φ.Ε.Κ. 217]
  16. [«Δυστυχώς ενικήσαμεν», Α’ μέρος, σελίδα 96.
  17. [«...Tο Συμβούλιον της Επικρατείας, υπό την προεδρίαν του μετά την αποχώρησιν της Επαναστάσεως Προέδρου της Δημοκρατίας Μιχαήλ Στασινοπούλου, εδέχθη διά των υπ’ αριθμ. 2468/1968 και 503/1969 αποφάσεών του, ότι «... η παρούσα Κυβέρνησις διωρίσθη από τον κατά το Σύνταγμα Ανώτατον Άρχοντα και ωρκίσθη ενώπιόν του προσλαβούσα τον τύπον συνταγματικώς νομίμου Κυβερνήσεως, ίδρυσε νέαν νομιμότητα και δι’ αυτής ετέθη η Χώρα υπό καθεστώς Κράτους νόμου δικαίου ...».] Στυλιανός Παττακός, «21η Απριλίου 1967-Διατί; Ποιοί; Πως;», Αθήνα 1999, σελίδα 225, Εκδόσεις «ΒΙΟΒΙΛ».]
  18. [Πλην του Κωνσταντίνου Καρύδα, άσκησαν αναίρεση κατά του 414/1975 βουλεύματος, και οι: Γεώργιος Παπαδόπουλος, Στυλιανός Παττακός, Νικόλαος Μακαρέζος, Γεώργιος Ζωιτάκης, Αλέξανδρος Χατζηπέτρος, Ιωάννης Λαδάς, Αντώνιος Λέκκας, Νικόλαος Ντερτιλής, Κωνσταντίνος Χρ. Παπαδόπουλος, Μιχαήλ Ρουφογάλης, Δημήτριος Ιωαννίδης, Θεόδωρος Θεοφιλογιαννάκος και Ευάγγελος Τσάκας.]
  19. [Στυλιανός Παττακός, «21η Απριλίου 1967-Διατί; Ποιοί; Πως;», Αθήνα 1999, σελίδα 224, Εκδόσεις «ΒΙΟΒΙΛ» & Γρηγόριος Μιχαλόπουλος, «Γεώργιος Παπαδόπουλος-Ο Μεγάλος Επαναστάτης», Αθήνα 2000, σελίδα 251, Εκδόσεις «Γρηγόρη Α. Μιχαλόπουλου».]
  20. Εκλήθησαν να απολογηθούν. Εφημερίδα «Μακεδονία», 28 Ιανουαρίου 1975, σελίδα 1.
  21. Ο Καρύδας είπε δεν μετείχε. Εφημερίδα «Μακεδονία», 19 Αυγούστου 1975, σελίδα 9.
  22. Αθώοι Καρύδας-Χατζηπέτρου Εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 24 Αυγούστου 1975, σελίδα 1.