Παρασκευάς Μπόλαρης

Από Metapedia

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Παρασκευάς Μπόλαρης-Αλκαλύνης, Έλληνας εθνικιστής, ανώτερος αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού με το βαθμό του Ταγματάρχου ε.α των Ειδικών Δυνάμεων, απόφοιτος Νομικής Σχολής και μεταφραστής, συνταξιούχος του Αγγλικού Δημοσίου, γεννήθηκε το 1938 στα Χανιά της Κρήτης και πέθανε [1] την Κυριακή 26 Αυγούστου 2018, στην Αθήνα. Η νεκρώσιμη ακολουθία του τελέστηκε στις 15:30 της Τρίτης 28 Αυγούστου στο νεκροταφείο του Δήμου Καισαριανής Αττικής όπου και τάφηκε.

Παντρεύτηκε με την Σύλβια Μπόλαρη και από το γάμο του έγινε πατέρας δυο παιδιών, μία από τα οποία είναι είναι η φωτογράφος Τατιάνα Μπόλαρη, γνωστή υποστηρίκτρια του αναρχικού χώρου και της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Κάποια χρόνια μετά την απόδραση του η σύζυγος του, που κατάγονταν από την Ασωπία Θηβών Βοιωτίας, ζήτησε και λύθηκε ο γάμος τους.
Παρασκευάς Μπόλαρης

Πίνακας περιεχομένων

Βιογραφία

Πατέρας του Παρασκευά ήταν ο Σταμάτιος Μπόλαρης και μητέρα του η Γεωργία Μπόλαρη. Ο Παρασκευάς το Φθινόπωρο του 1958 μετά από επιτυχείς εξετάσεις εισήχθη στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, από την οποία αποφοίτησε με το βαθμό του Ανθυπολοχαγού Πεζικού.

Στρατιωτική σταδιοδρομία

Ο Μπόλαρης μετατέθηκε αρχικά σε μονάδα Πεζικού στην περιοχή του Λαγκαδά της Θεσσαλονίκης και συμμετείχε σε μυστικές αποστολές που αποσκοπούσαν στην διανομή προπαγανδιστικού υλικού, στην κατεχόμενη από τους Αλβανούς κομμουνιστές Βόρειο Ήπειρο. Την περίοδο από το 1963 μέχρι το 1966, υπηρέτησε στο Επιτελείο των Ελληνικών δυνάμεων στην Κύπρο, όπου συνέβαλε στην στρατιωτική εκπαίδευση των Ελληνοκυπρίων. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα μετατάχθηκε στις Ειδικές Δυνάμεις του Ελληνικού Στρατού και υπηρέτησε στην 3η Μοίρα Αμφίβιων Καταδρομών στον Λαγκαδά, ενώ παρακολούθησε μαθήματα και αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Δίδαξε στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών των Καταδρομών, ενώ την περίοδο 1968-71, υπηρέτησε στην Α' Μοίρα Αλεξιπτωτιστών στον Ασπρόπυργο Αττικής και την περίοδο από το 1971 έως το 1973, υπηρέτησε στην Ε' Μοίρα Καταδρομών στη Δράμα. Ο Μπόλαρης ανήκε στον στενό και σκληρό πυρήνα των αξιωματικών που συντάχθηκαν με τον Ταξίαρχο Δημήτριο Ιωαννίδη και συμμετείχε ενεργώς στην ανατροπή του Γεωργίου Παπαδόπουλου. Το καλοκαίρι του 1974 ο Μπόλαρης υπηρετούσε στην Διεύθυνση Καταδρομών στο Γενικό Επιτελείο Στρατού και υπηρετώντας στη Διεύθυνση Καταδρομών στο Γενικό επιτελείο Στρατού, έζησε όσα διαδραματίστηκαν εκεί κατά την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο.

Στις 26 Σεπτεμβρίου 1974 μαζί με το Υπολοχαγό Άρη Νικολόπουλο [2], συνόδευσε -με πολιτικά, ένοπλος και δίχως σχετική υπηρεσιακή εντολή, τον Δημήτριο Ιωαννίδη στον εισαγγελέα Τσεβά, όπου ο Ιωαννίδης επρόκειτο να απολογηθεί για τη συμμετοχή του στο επαναστατικό κίνημα της 21ης Απριλίου. Ο Μπόλαρης συνελήφθη και κρατήθηκε στο γραφείο του Προϊσταμένου της Γραμματείας της Εισαγγελείας, μέσα στους χώρους του Δικαστικού Αρσακείου Μεγάρου, ενώ το πιστόλι του παραδόθηκε στον τότε Αστυνομικό Διευθυντή Αθηνών Χρήστο Καραθανάση. Στον Μπόλαρη απαγγέλθηκε κατηγορία και δικάστηκε τη Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 1975, όταν καταδικάστηκε σε φυλάκιση 3 μηνών και πέντε ημερών με τριετή αναστολή για παράνομη οπλοφορία, ενώ αθωώθηκε ο συγκατηγορούμενος του Άρης Νικολόπουλος.

Κίνημα της Πιτζάμας

Ο Μπόλαρης συνελήφθη το μεσημέρι της 24ης Φεβρουαρίου 1975 για την υποτιθέμενη συμμετοχή του στο αποκληθέν «κίνημα της πιτζάμας», μια οργανωμένη προβοκάτσια της Κυβερνήσεως του Κωνσταντίνου Καραμανλή με τη συμμετοχή του τότε Υπουργού Εθνικής Αμύνης Ευάγγελου Αβέρωφ, η οποία είχε ως στόχο την απομάκρυνση εκατοντάδων εθνικιστών αξιωματικών από τις τάξεις του Ελληνικού στρατού, μεταξύ τους ο Νικόλαος Ντερτιλής, ο Ανδρέας Κονδύλης, ο Ιωάννης Στειακάκης, ο Ιωάννης Μανουσακάκης, τα αδέλφια Χαράλαμπος και Αριστείδης Παλαΐνης, ο Αθανάσιος Περδίκης και άλλοι. Η δίκη του ξεκίνησε στις 21 Ιουλίου και ολοκληρώθηκε με την έκδοση της αποφάσεως στις 10 Αυγούστου 1975. Ο Παρασκευάς Μπόλαρης καταδικάστηκε πρωτοδίκως σε ποινή καθείρξεως 11 χρόνων, από το Στρατοδικείο Αθηνών. Η ποινή του μετατράπηκε στο δεύτερο βαθμό, ενώπιον του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών το οποίο συνεδρίασε από τις 12 έως τις 22 Ιανουαρίου 1976, σε φυλάκιση 8 ετών και μετά την έκδοση της μεταφέρθηκε στις φυλακές της Κέρκυρας. Στη συνέχεια, με τις προσπάθειες του συνηγόρου υπερασπίσεως, του εθνικιστή δικηγόρου Γεωργίου Αλφαντάκη, ο Μπόλαρης μετήχθη στις φυλακές Κασσαβέτειας του Βόλου.

Απόδραση Μπόλαρη

Παρασκευάς Μπόλαρης
Ο Μπόλαρης το 1977 είχε μεταχθεί και εκρατείτο στις φυλακές της Αίγινας, όπου συνυπήρξε με τον πολιτικούς καρατούμενους, Νικόλαο Μακαρέζο και Ιωάννη Λαδά, ηγετικά στελέχη του επαναστατικού καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967, τον Ιωάννη Λυμπέρη, καθώς και με τον εθνικοσοσιαλιστή αγωνιστή Αριστοτέλη Καλέντζη. Στις 22 Ιουλίου εκείνου του έτους ο Μπόλαρης ζήτησε να μεταφερθεί για ιατρικές νοσοκομειακές εξετάσεις, «καρκινογενείς διεργασίες», και στην διάρκεια τους απέδρασε την 1η Αυγούστου 1977 από τον θάλαμο 311 του «Λαϊκού Νοσοκομείου» στην Αθήνα, όπου νοσηλεύονταν φρουρούμενος. Σύμφωνα με δική του μαρτυρία: «....Στο δωμάτιο βρήκα τον Θεόδωρο Θεοφιλογιαννάκο, που ήταν εκεί ήδη περίπου μία εβδομάδα, αλλά υπήρχε και η Ασφάλεια. Ήταν περίπου δέκα αστυνομικοί στην αρχή, με επικεφαλής έναν αστυνόμο. Σε κάποια στιγμή, ο Θεοφιλογιαννάκος πήγαινε για τηλέφωνα, αλλά τον συνόδευαν δύο ή τρία άτομα, οπότε σκέπτομαι: “δεν αρχίζω να κάνω τηλέφωνα να δω πώς είναι;”. Δηλαδή, η ουσία ήταν ότι εγώ προσπαθούσα να βρω τις συνήθειες των αστυνομικών. ...{...}... Στην αρχή, με συνόδευαν, αντί για δύο ή τρεις, όπως έκαναν με τον Θεοφιλογιαννάκο, ερχόταν και ο επικεφαλής, γιατί φοβόντουσαν πάντοτε ότι εγώ δεν αποκλείεται να δραπετεύσω, αλλά τους καθησύχαζα και με την πάροδο των ημερών αλλοιώθηκε αυτό, σε σημείο που στο τέλος δεν με συνόδευε κανείς! Υπόψη ότι η σύζυγός μου ερχόταν επισκεπτήριο και της ζήτησα να μου φέρει μια ποδιά ιατρού και μια περούκα. Αυτή κατάλαβε περί τίνος πρόκειται. Μου λέει “αυτό είναι επικίνδυνο”, αλλά μου τα έφερε. Και τι έκανα λοιπόν; Αποφάσισα ένα βράδυ και τους λέω “εγώ πάω να κοιμηθώ, κουράστηκα”, 2 η ώρα μετά τα μεσάνυχτα τώρα. Μπήκα μέσα στο δωματιάκι, έβγαλα από τον Θεοφιλογιαννάκο τα μαξιλάρια και τις κουβέρτες, τα έβαλα από κάτω από τη δική μου κουβέρτα, διότι οι αστυνομικοί, όταν κοιμόμασταν, άνοιγαν λίγο κουφωτά την πόρτα να δουν αν ήμαστε μέσα. Έτσι, βρήκα κάποια στιγμή, κοντά στο ξημέρωμα, για να μην βγω έξω και δεν υπάρχουν συγκοινωνίες, έβαλα την ποδιά, όπως το είχα σκηνοθετήσει, πήρα και ένα τσαντάκι που είχα τα ξυριστικά μου μέσα εκεί, έβαλα και την περούκα και την ώρα που άλλαζε και η βάρδια των γιατρών, βγήκα έξω από την είσοδο, αλλά δεν πήγα απευθείας από το φυλάκιο, εκεί που άνοιγε μία μπάρα, αλλά πήγα από την απέναντι μεριά, χαιρέτησα από μακριά το θυρωρό και έφυγα. Αυτό ήταν. ...{...}...».

Η απόδραση του έγινε αντιληπτή τρεις ώρες αργότερα. Ο Μπόλαρης κρύφτηκε για χρονικό διάστημα κάποιων μηνών στην Αθήνα, όπου του εξασφάλισε δύο κρυσφήγετα ο Θεόδωρος Θεοφιλογιαννάκος, έχοντας και την ενεργό συμπαράσταση του τότε εν ενεργεία Στρατηγού Αλέξανδρου Γιάννακα, πρώην Διοικητού του στην Διεύθυνση Καταδρομών στο Γενικό Επιτελείο Στρατού. Ο Μπόλαρης ταξίδεψε μεταμφιεσμένος με περούκα στην Κρήτη, όπου φιλοξενήθηκε για κάποιο χρονικό διάστημα από τον ηγούμενο Μονής της Παντάνασσας στην περιοχή της Ρογδιάς Ηρακλείου, από τον πανοσιολογιότατο Αρχιμανδρίτη, ιεροκήρυκα του Αγίου Μηνά, Κατηχητή και των Σπουδαστών της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Ηρακλείου και των αξιωματικών κι ανδρών της V Μεραρχίας, και κατοπινό Μητροπολίτη Νέας Πελαγονίας & Ενόπλων Δυνάμεων Νικόλαο Ξένο, καθώς και στην περιοχή των Ανωγείων. Στις 23 Αυγούστου ασκήθηκε δίωξη για «συνέργεια από πρόθεση σε απόδραση» σε βάρος των έξι φρουρών του, πέντε από τους οποίους προφυλακίστηκαν την επόμενη ημέρα. Στις 4 Σεπτεμβρίου προφυλακίστηκαν για την απόδραση του ο Αντισυνταγματάρχης της Ελληνικής Χωροφυλακής Γεώργιος Γλακουσάκης, ο οποίος υπηρετούσε στο Τμήμα Μεταγωγών και ο Υπομοίραρχος Φώτιος Αυγερινός και στις 8 Σεπτεμβρίου η εποπτεία της ανακρίσεως ανατέθηκε στον στρατιωτικό επίτροπο Μιχαήλ Ζούβελο. Στις 17 Ιουνίου 1978 ο Μπόλαρης φέρεται -σύμφωνα με δημοσιεύματα Αθηναϊκών εφημερίδων της εποχής, να σχεδίαζε τη απαγωγή και απελευθέρωση του Δημητρίου Ιωαννίδη από τις φυλακές του Κορυδαλλού, ενώ στις 2 Δεκεμβρίου 1979 δικάστηκαν στο Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών 8 Αξιωματικοί και Χωροφύλακες για την απόδραση του Μπόλαρη και τελικά καταδικάστηκαν δύο, οι Χωροφύλακες Κυριάκος Γούναρης και Ηλίας Πότσιος σε φυλάκιση 10 μηνών ο καθένας για «απελευθέρωση κρατουμένου από αμέλεια».

Μετά την Κρήτη ο Μπόλαρης επέστρεψε στην Αθήνα, όπου ο Αλέξανδρος Γιάννακας του εξασφάλισε τα οικονομικά μέσα και του εξέδωσε διαβατήριο με το όνομα Γεώργιος Καυκιτζίδης και διευθύνσεις φλικών του προσώπων στον Καναδά, προκειμένου να τον φιλοξενήσουν. Ο Γιάννακας τον μετέφερε στην Ηγουμενίτσα από όπου ο Μπόλαρης ταξίδεψε με πλοίο στην Ιταλία και κατέλυσε στη Ρώμη. Μετά από παραμονή δύο ημερών στην Ιταλική πρωτεύουσα αναχώρησε για τη Γενεύη, όπου συναντήθηκε με έναν εν ενεργεία Υπολοχαγό των Καταδρομών, απεσταλμένο του Γιάννακα, ο οποίος του έδωσε ένα χρηματικό ποσό για τις ανάγκες του. Την ίδια ημέρα ο Μπόλαρης ταξίδεψε σιδηροδρομικά για τη Γαλλία και το Καλαί ενώ στη συνέχεια με πλοίο έφτασε στο Ντόβερ και στη συνέχεια στο Λονδίνο της Αγγλίας. Στην πρωτεύουσα του Ηνωμένου Βασιλείου ο Μπόλαρης εργάστηκε ως μεταφραστής εγγράφων σε Κυπριακή εταιρεία, ως υπάλληλος σε κατασκευαστική και τέλος ως επιστάτης κτιρίου της οικογένειας του εφοπλιστή Ιωάννη Λάτση, με πάγια αντιμισθία. Ο Μπόλαρης, που καταζητείτο διαρκώς χωρίς να συλληφθεί μέχρι την ημέρα της παραγραφής των αδικημάτων για τα οποία διώκετο, με σχετική εντολή του Ιωάννη Λάτση εισέπραττε το μισθό του κάθε μήνα μέχρι την μόνιμη επανεγκατάσταση του στην Ελλάδα.

Επιστροφή στην Ελλάδα

Το 1996 το αδίκημα του Παρασκευά Μπόλαρη παραγράφηκε, όπως γνωμοδότησε καθηγητής της Νομικής Σχολής του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και ο συνήγορος του Γεώργιος Αλφαντάκης ανέλαβε τις διαδικασίες για την επάνοδο του στην Ελλάδα. Ο Μπόλαρης επισκέφθηκε αστυνομικό τμήμα της γειτονιάς του στο Λονδίνο όπου δήλωσε ότι απώλεσε το Ελληνικό διαβατήριο στη διάρκεια ταξιδιού του στην Αγγλία και πήρε βεβαιώση απώλειας με την οποία επισκέφθηκε την Ελληνική πρεσβεία στο Λονδίνο και ζήτησε την έκδοση ταξιδιωτικού εγγράφου με το οποίο επέστρεψε αεροπορικώς στην Ελλάδα. Με την υπ' αριθμό 18 της 15ης Δεκεμβρίου 1997 διάταξη του αντεισαγγελέα του αναθεωρητικού δικαστηρίου, επικυρώθηκε η παραγραφή της αξιοποίνου πράξεως του Παρασκευά Μπόλαρη. Ο Μπόλαρης με αίτηση του στην αρμόδια υπηρεσία της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Χανίων ζήτησε να τροποποιήσει το επίθετο του και στο πιστοποιητικό της Εισαγγελίας Πρωτοδικών με αριθμό 171 της 18ης Μαρτίου 1998 αναφέρεται ότι «ο αιτών δεν καταδιώκεται ως φυγόποινος ή φυγόδικος». Παράλληλα, στη Διεύθυνση Διοικητικών Υπηρεσιών και Δικαιωμάτων Πολιτών ήρθε η απόφαση του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία παραγράφεται το αδίκημα που τέλεσε λόγω της συμπληρώσεως 20 χρόνων. Έτσι στις 16 Απριλίου 1998 έγινε δεκτή σχετική αίτηση του Μπόλαρη, η οποία εξετάστηκε από το αρμόδιο δικαστήριο καθώς κρίθηκε ότι συγκέντρωνε τις νόμιμες προϋποθέσεις, και του δόθηκε η δυνατότητα να προσθέσει στο επίθετο του το Αλκαλίνης, επίθετο το οποίο φέρεται ότι χρησιμοποιούσε ο Μπόλαρης τα χρόνια της παραμονής του στην Αγγλία. Την απόφαση υπέγραψε ο διευθυντής Διοικητικών Υπηρεσιών και Δικαιωμάτων Πολιτών της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Χανίων Βλάσης Μανουσάκης [3].

Μέρος της συντάξεως του αποδίδονταν στην οικογένεια του κάποια χρόνια μετά την απομάκρυνση του από τις τάξεις του Ελληνικού Στρατού και με δικές του ενέργειες του αποδόθηκε μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα. Στην κηδεία του Γεωργίου Παπαδόπουλου, στις 30 Ιουνίου του 1999, ο Μπόλαρης συνάντησε τον επιχειρηματία ηλεκτρολογικού υλικού Σταυρόπουλο, οπαδό και υποστηρικτή του Παπαδόπουλου, που τον προσέλαβε και εργάστηκε στην επιχείρηση του. Ο Μπόλαρης ήταν παρών και συμμετείχε στην νεκρώσιμη ακολουθία του Υποστρατήγου, πολιτικού κρατουμένου, Νίκου Ντερτιλή.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Πηγές

  • Περιοδικό «Crash», Τεύχος 20, Φεβρουάριος 2013

Παραπομπές