Αντώνιος Λέκκας

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Αντώνης Λέκκας, Έλληνας εθνικιστής, ανώτατος αξιωματικός του Πεζικού, [Α.Μ.25121], με το βαθμό του Ταξιάρχου ε.α., στενός συνεργάτης του Γεωργίου Παπαδόπουλου που συνέβαλλε καθοριστικά στην επικράτηση του καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967 και Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Βιομηχανίας και Υφυπουργός-περιφερειακός διοικητής Πελοποννήσου και Δυτικής Στερεάς στην κυβέρνηση του Γεωργίου Παπαδόπουλου, γεννήθηκε το 1921 στον Πειραιά και πέθανε στις 23 Νοεμβρίου 1984 στην Αθήνα. Κηδεύτηκε στις 24 Νοεμβρίου 1984 και τάφηκε στη Γλυφάδα Αττικής.

Ήταν παντρεμένος και από το γάμο του απέκτησε ένα γιο, το Δημήτρη Λέκκα και μια κόρη, τη Μαρία-Ελένη. Κατοικούσε στη Γλυφάδα Αττικής.

Βιογραφία

Ο πατέρας του Αντώνη Λέκκα ήταν οικοδόμος και κατάγονταν από φτωχική πολύτεκνη μικροαστική οικογένεια. Ο Αντώνης Λέκκας, που είχε έξι αδέλφια, παρακολούθησε με επιτυχία τα μαθήματα της εγκύκλιου και της μέσης εκπαιδεύσεως και αποφοίτησε με βαθμό «άριστα». Το καλοκαίρι του 1939 ο Ιωάννης Μεταξάς ανεβαίνοντας με αυτοκίνητο στο σπίτι του στην Κηφισιά, έγινε κοινωνός μιας μικρής ανθρώπινης ιστορίας. Στο ύψος του Ζηρινίου ο νεαρός Αντώνης Λέκκας πετάχτηκε μπροστά στο αυτοκίνητο του Μεταξά, το οποίο λόγω της κλίσεως του δρόμου και της μικρής ταχύτητας δεν του προκάλεσε τραύματα. Ο Μεταξάς βγαίνοντας από το αυτοκίνητο ρώτησε το νέο γιατί θέλει να τερματίσει τη ζωή του και η απάντηση ήταν «...θέλω να σας δω. Είμαι παιδί ενός κτίστη και υπάρχουν και άλλα έξι αδέλφια και παρότι είμαι αριστούχος η οικογένειά μου δεν διαθέτει τα μέσα να σπουδάσω και ως εκ τούτου ήθελα να σας δω για να με βοηθήσετε να σπουδάσω». Ο Μεταξάς του απήντησε ότι «αν είσαι αριστούχος θα μπεις άνευ εξετάσεων στη σχολή των Ευελπίδων».

Ο Λέκκας φοίτησε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων από την οποία δεν αποφοίτησε καθώς ξέσπασε ο Ελληνοϊταλικός και στη συνέχεια ο Ελληνογερμανικός πόλεμος. Στη διάρκεια της κατοχής της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονα πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και από τον Οκτώβριο του 1942 έως το Δεκέμβριο του 1944, συμμετείχε στην αντιστασιακή οργάνωση «Χ» του στρατηγού Γεωργίου Γρίβα. Στη συνέχεια εντάχθηκε στις τάξεις του Ελληνικού στρατού και έως το 1949, πήρε μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον των ένοπλων συμμοριών του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος.

Συμμετείχε στην οργάνωση «Ένωσις Ελλήνων Νέων Αξιωματικών», από κοινού με 25 περίπου αξιωματικούς, από το βαθμό του αντισυνταγματάρχου μέχρι του λοχαγού, οι περισσότεροι από τους οποίους υπηρετούσαν στο Γενικό Επιτελείο και στην Κ.Υ.Π. [1]. To 1964, μετά την εκλογική επικράτηση του κόμματος Ένωσις Κέντρου, υπό τον Γεώργιο Παπανδρεόυ, αντικαταστάθηκε στην ηγεσία του ΓΕΣ ο αντιστράτηγος Σακελλαρίου με τον αντιστράτηγο Ιωάννη Γεννηματά, που προχώρησε στην αποστρατεία εθνικιστών αξιωματικών και μετέθεσε τον Λέκκα και άλλους στη Βόρεια Ελλάδα, μεταξύ τους οι Δημήτριος Ιωαννίδης, Ιωάννης Λαδάς, Μιχαήλ Μπαλόπουλος, Δημήτριος Σταματελόπουλος, Κωνσταντίνος Χρ. Παπαδόπουλος, ενώ ο Κωνσταντίνος Καρύδας και ο Γεώργιος Κωνσταντόπουλος μετατέθηκαν στην Κύπρο. Στις 13 Δεκεμβρίου 1966 η ηγεσία της επαναστατικής ομάδας -σύμφωνα με την Αμερικανική υπηρεσία πληροφοριών- στην οποία συμμετείχε και ο Λέκκας, συναντήθηκε μυστικά στο σπίτι του Ιωάννη Λαδά. Η ηγεσία αναφερόταν ως Επαναστατικό Συμβούλιο και αποτελείτο από τους Γεώργιο Παπαδόπουλο, Ιωάννη Λαδά, Δημήτριο Σταματελόπουλο, Δημήτριο Ιωαννίδη, Μιχαήλ Ρουφογάλη και Αντώνιο Μέξη.

21η Απριλίου 1967

Το διάστημα που προηγήθηκε της επιβολής του καθεστώτος της 21ης Απριλίου και μετά την ανάληψη καθηκόντων ως Αρχηγού του γενικού Επιτελείου Στρατού από τον Γρηγόριο Σπαντιδάκη, ο Λέκκας επέστρεψε στην Αθήνα όπου υπηρετούσε με το βαθμό του Αντισυνταγματάρχη ως Διευθυντής στο 4ο Γραφείο του Γενικού Επιτελείου Στρατού [Γ.Ε.Σ.]. Τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου 1967 ο Λέκκας ήταν επικεφαλής των μικτών δυνάμεων Πεζικού και Τεθωρακισμένων, που αποτελούσαν το μικτό απόσπασμα «Αετός» και περικύκλωσαν το Τατόι, την παραθεριστική κατοικία του βασιλιά Κωνσταντίνου, αποκόπτοντας την επικοινωνία της με τον έξω κόσμο. Σε όλη τη διάρκεια των κυβερνήσεων του καθεστώτος ο Λέκκας έστελνε στρατιωτικό απόσπασμα στην επέτειο της 28ης Οκτωβρίου στο σπίτι όπου ο Μεταξάς είπε «ΟΧΙ» και βρίσκεται εντοιχισμένη αναμνηστική στήλη, αποδίδοντας φόρο τιμής στον Ιωάννη Μεταξά.

Ο Λέκκας κατά τη διάρκεια του καθεστώτος της 21ης Απριλίου διατέλεσε Υπουργός Εργασίας, παραιτήθηκε και την 1η Νοεμβρίου του 1967 τον διαδέχθηκε ο νομικός Ιωάννης Ξυδόπουλος, Υφυπουργός Εσωτερικών-Περιφερειακός διοικητής Πελοποννήσου και Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, από τις 31 Ιουλίου 1972 έως τις 8 Οκτωβρίου 1973 [2]. Στη διάρκεια της θητείας του ανακίνησε την ιδέα της δημιουργίας και τοποθετήσεως ανδριάντα του Ιωάννη Μεταξά στη γενέτειρα του, την Κεφαλονιά, για τον οποίο διατηρούσε μεγάλο σεβασμό καθώς σε εκείνον όφειλε τις σπουδές του. Η προτομή του Ιωάννη Μεταξά, τοποθετήθηκε τον Αύγουστο του 1972 στην πλατεία του Αργοστολίου με επίσημο τελετή στην οποία παραβρέθηκαν οι κόρες του Λουκία και Νανά [3]. Ο Λέκκας στις 5 Αυγούστου 1973, με την ιδιότητα του Υφυπουργού Εσωτερικών-Περιφερειακού Διοικητή Πελοποννήσου και Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, εκφώνησε τον επικήδειο λόγο στη νεκρώσιμη τελετή του Αντωνίου Μέξη.

Μηνυτήρια αναφορά

Στις 24 Σεπτεμβρίου 1968 το Συμβούλιον της Επικρατείας, υπό την προεδρία του Μιχάλη Στασινόπουλου, είχε αποφανθεί για την 21η Απριλίου 1967 ότι αποτέλεσε Επανάσταση [4]. Επίσης στις 26 Ιουλίου 1974, δημοσιεύθηκε το Προεδρικό Διάταγμα Γενικής Αμνηστίας με αριθμό 519, το οποίο όριζε, «...Αμνηστεύονται τα καθ' οιονδήποτε τρόπον τελεσθέντα μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος εγκλήματα, τα προβλεπόμενα και τιμωρούμενα υπό των διατάξεων του Ποινικού Κώδικος, του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικος κ.λπ. και αυτόθι αναφερομένων νόμων, ως επίσης και τα προς αυτά συναπτόμενα ή συναφή, εφ' όσον ταύτα έχουν σχέσιν προς την κατάστασιν την δημιουργηθείσαν από της 21/4/1967. Ομοίως αμνηστεύονται τα αυτά ως άνω εγκλήματα, τελεσθέντα προ της 21/4/1967 και τα προς αυτά συναπτόμενα ή συναφή, εφ' όσον οπωσδήποτε απέβλεπον προς την ανατροπήν της καθεστηκυίας τάξεως...».

Με μια κίνηση μεθοδευμένη και με ξεκάθαρο πολιτικό στόχο, στις 9 Σεπτεμβρίου 1974, υποβλήθηκαν μηνύσεις εναντίον του από το δικηγόρο Αλέξανδρος Λυκουρέζος, ο οποίος δεκατρία χρόνια αργότερα τάχθηκε εγγράφως, δημόσια και απολύτως ξεκάθαρα υπέρ της αποφυλακίσεως του [5], καθώς υποστήριξε ότι η καταδίκη του Λέκκα καθώς και του Παπαδόπουλου και των συνεργατών του υπήρξε παράνομη. Μαζί του συντάχθηκαν ο δικηγόρος Ανδρέας Αναγνωστάκης, από τον Κίσσαμο Χανίων, ως εκπρόσωπος της «Ένωσης Δημοκρατικών Δικηγόρων Ελλάδας», οι Φοίβος Κούτσικας, Γρηγόριος Κασιμάτης, με την μήνυση των οποίων κινήθηκε δίωξη κατά 50 φυσικών προσώπων [6] , αξιωματικών όλων των βαθμίδων του Ελληνικού στρατού, για εσχάτη προδοσία και στάση. Οι μηνυτές πρότειναν την εξέταση 40 μαρτύρων κατηγορίας, ενώ μήνυση υπέβαλλε και ο δικηγόρος Δημήτριος Χαρισιάδης. Οι κατηγορίες που απαγγέλθηκαν κατά του Λέκκα -με βάση το Αστικό Δίκαιο- αφορούσαν κατηγορίες για εσχάτη προδοσία, συγκεκριμένα για παραβάσεις των άρθρων 134, 8α και 8β του Ποινικού Κώδικα.

Οι μηνύσεις, δυο μέρες αργότερα, διαβιβάστηκαν από την Εισαγγελία Αθηνών στην Στρατιωτική Δικαιοσύνη, καθώς όταν τελέστηκαν τα αδικήματα ο Λέκκας είχε την ιδιότητα του στρατιωτικού. Οι μηνυτές υποστήριξαν ότι υπέστησαν αστική ζημία, καθώς από την ενέργεια του παρεμποδίστηκε η επαγγελματική τους ανέλιξη. Στους εν λόγω μηνυτές απαγορεύτηκε από το δικαστήριο να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες και τους απέβαλε της Πολιτικής Αγωγής, όμως τους επέτρεψε να καταθέσουν ως μάρτυρες κατηγορίας. Οι δεκαπέντε εναγόμενοι της αναφοράς Λυκουρέζου ήταν οι Αντώνιος Λέκκας, Γεώργιος Παπαδόπουλος, Νικόλαος Μακαρέζος, Δημήτριος Ιωαννίδης, Ιωάννης Λαδάς, Κωνσταντίνος Ασλανίδης, Κωνσταντίνος Καρύδας, Μιχαήλ Ρουφογάλης, Κωνσταντίνος Χρ. Παπαδόπουλος, Αλέξανδρος Χατζηπέτρος, Μάριος Φραγκίσκος, που υπηρετούσε ως συνταγματάρχης στο Γ.Ε.Σ. στις 21 Απριλίου 1967, Γεώργιος Ζωιτάκης, Γρηγόρης Σπαντιδάκης και Μιχαήλ Μπαλόπουλος. Στις 28 Σεπτεμβρίου έγινε γνωστό από δημοσιεύματα εφημερίδων ότι ο υποστράτηγος της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης Εμμανουήλ Πλευράκης διενεργεί προκαταρκτική εξέταση με βάση την μήνυση Λυκουρέζου.

Συντακτική πράξη

Στις 3 Οκτωβρίου 1974, η Βουλή των Ελλήνων με πρωτοβουλία των βουλευτών του κόμματος «Νέα Δημοκρατία», εξέδωσε Συντακτική Πράξη [7] με την οποία βάπτιζε ως «πολιτικό έγκλημα» την 21η Απριλίου και ανακαλούσε την αμνηστία της 26ης Ιουλίου 1974 –που είχε παραχωρήσει ο Καραμανλής– μόνον για τους «πρωταίτιους» της 21ης Απριλίου, εξαιρουμένων του στρατηγού Φαίδωνα Γκιζίκη που ως τις 18 Δεκεμβρίου 1974 παρέμεινε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, της υφιστάμενης στρατιωτικής ηγεσίας και του αρχιεπισκόπου Σεραφείμ Τίκα.

Η Συντακτική Πράξη παραβίασε τρεις θεμελιώδεις αρχές του Δικαίου, του Συντάγματος και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθώς:
α) Εισήγαγε νομοθέτημα αναδρομικής ισχύος, με το οποίο καθιστούσε την επανάσταση ποινικό αδίκημα και παραγνώρισε το αξίωμα ότι «Επανάσταση επικρατήσασα δημιουργεί δίκαιον». Σύμφωνα με το άρθρο 134 του Ποινικού Κώδικος τιμωρείται μόνον: «Ο αποπειρώμενος να μεταβάλη το πολίτευμα του κράτους», δηλαδή τιμωρείται μόνο τυχόν αποτυχημένη απόπειρα Επαναστάσεως. Η Συντακτική Πράξη παραβίαζε το αξίωμα «Nullum crimen nula paena sine praevia lege» [«Δεν υπάρχει έγκλημα ούτε ποινή, χωρίς να υπάρχει προηγουμένως νόμος που να το προβλέπει], καθώς και το Ελληνικό Σύνταγμα που ρητώς αναφέρει: «Νομοθέτημα αναδρομικής ισχύος απαγορεύεται απολύτως».
β) Ανακάλεσε αμνηστία, παραβιάζοντας το διεθνές αξίωμα «Αμνηστία δοθείσα, ουδέποτε ανακαλείται». Η Συντακτική Πράξη της 3ης Οκτωβρίου 1974 ανακάλεσε τρεις αμνηστίες: Την αμνηστία της 26ης Ιουλίου 1974 [8] την οποία έδωσε ο Καραμανλής ως Πρωθυπουργός. Την αμνηστία της 20ης Αυγούστου 1973 [9] που είχε δώσει ως Πρόεδρος ο Παπαδόπουλος και αμνήστευε και αυτό όλα τα πολιτικά αδικήματα που είχαν σχέση με την 21η Απριλίου κι έπειτα, καθώς και την επικύρωση την αμνηστίας της 20ης Αυγούστου 1973 με την Συντακτική Πράξη της 5ης Αυγούστου 1974 [10] και πάλι από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.
γ) Στέρησε το δικαίωμα του «φυσικού δικαστού»: Η Συντακτική Πράξη όριζε ότι οι διωκόμενοι «υπάγονται εις την αρμοδιότητα του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών». Όμως για το αδίκημα της «στάσεως» αρμόδιο ήταν το Στρατοδικείο, ενώ γι’ αυτό της «εσχάτης προδοσίας» ήταν το ορκωτό Κακουργιοδικείο. Αντιθέτως, ορίστηκε, εντελώς παράνομα, «Ειδικό Δικαστήριο», ενώ η Συντακτική Πράξη δέσμευε την Δικαιοσύνη, προσδιορίζοντας την πράξη ως «πολιτικό έγκλημα», πριν εκδικασθεί.

Εναντίον των στελεχών και του επικεφαλής του καθεστώτος της 21ης Απριλίου στήθηκε μια πραγματική βιομηχανία μηνύσεων. Με απόφαση της Βουλής καθορίστηκε προθεσμία για την υποβολή μηνύσεων κατά των στελεχών του καθεστώτος, τρεις μήνες και για εγκλήματα από τα οποία είχε ζημιωθεί το Δημόσιο, έξι μήνες. Η Δικαστική Αρχή κινήθηκε αυτεπαγγέλτως από τα τέλη του 1974, μόνο για τις υποθέσεις του Πολυτεχνείου, κατά την εξέγερση του Νοέμβρη 1973 και για τα υποτιθέμενα βασανιστήρια των πολιτικών κρατουμένων και η Εισαγγελία Αθηνών διέταξε την διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως, για τις δυο αυτές περιπτώσεις των «ομαδικών» εγκλημάτων. Έτσι ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθήνας Κωνσταντίνος Φαφούτης διέταξε την διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως, από τους Εισαγγελείς Δημήτριο Τσεβά, για την υπόθεση του «Πολυτεχνείου», και Βασίλειο Παππά, για τις υποθέσεις των «βασανισμών», «...ίνα κρίνη αν συντρέχη περίπτωσις ποινικής διώξεως..». Η προθεσμία για την υποβολή μηνύσεων που είχε οριστεί ήταν από τις 18 Ιανουαρίου μέχρι τις 18 Απριλίου 1975. Γεννήθηκε το ερώτημα αν η 18η Απριλίου είναι μέρα, μέσα στην προθεσμία ή έξω από αυτή και από την Εισαγγελία ανακοινώθηκε επίσημα, ότι η 18 Απριλίου είναι μέσα στην προθεσμία και ο αρμόδιος Εισαγγελέας, δέχτηκε τη μέρα αυτή, μόνο στην Αθήνα, περίπου 150 μηνύσεις με εκατοντάδες κατηγορούμενους. Τελικά όσοι μηνύθηκαν στις 18 Απριλίου και παραπέμφθηκαν σε δίκες, τα δικαστήρια αποφάσισαν ότι η εν λόγω ημέρα είναι έξω από την προθεσμία, οι μηνύσεις εκπρόθεσμες και έπαψε η δίωξη των κατηγορουμένων.

Η δικογραφία που είχε σχηματιστεί μετά τις μηνύσεις διαβιβάστηκε στην Ολομέλεια των Εφετών. Στις 24 Οκτωβρίου συνήλθε σε συνεδρίαση η Ολομέλεια Εφετών Αθηνών, δηλαδή 80 από τους 83 εφέτες και 8 από τους 9 προέδρους εφετών που υπηρετούσαν, προκειμένου να αποφασίσουν για την άσκηση διώξεως εναντίον των πρωταιτίων της 21ης Απριλίου. Ο εισαγγελέας Μενέλαος Κουτσάκος πρότεινε να διωχθούν οι πρωταίτιοι και να ορισθεί ανακριτής εφέτης, όμως η ολομέλεια επιφυλάχθηκε να αποφασίσει και όρισε εισηγητή τον εφέτη Παναγιώτη Λογοθέτη. Την 1η Νοεμβρίου 1974 η Ολομέλεια των Εφετών αποφάσισε την ποινική δίωξη για εσχάτη προδοσία, έδωσε παραγγελία στον προϊστάμενο της εισαγγελίας Μενέλαο Κουτσάκο για την άσκηση της διώξεως και όρισε ανακριτή στην υπόθεση τον εφέτη Γεώργιο Βολτή. Η απόφαση έφερε τις υπογραφές 86 εφετών και προέδρων εφετών και η δίωξη έγινε ονομαστικά κατά όσων κατονομάζονταν στις μηνύσεις Λυκουρέζου, δεκαπέντε πρόσωπα, «Δημοκρατικών Δικηγόρων», πενήντα πρόσωπα, και Χαρισιάδη, πέντε πρόσωπα, αλλά και κατά κάθε άλλου που θα προέκυπτε από την ανάκριση.

Άσκηση διώξεως

Την 1η Νοεμβρίου 1974, ασκήθηκε δίωξη εναντίον του με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, κατά παράβαση των άρθρων 134 και 135, άρθρα 8α και 8β του Ποινικού Κώδικα, καθώς και 63 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα. Η μήνυση δυο μέρες αργότερα, διαβιβάστηκε από την Εισαγγελία Αθήνας στην Στρατιωτική Δικαιοσύνη, επειδή όταν τελέστηκαν τα αδικήματα ήταν στρατιωτικός. Η δίωξη ασκήθηκε από τον Μενέλαο Κουτσάκο, προϊστάμενο της Εισαγγελίας Εφετών, καθώς και εναντίον των Γεωργίου Παπαδόπουλου, Νικολάου Μακαρέζου, Στυλιανού Παττακού, και 62 ακόμη συνεργατών τους. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής σε συνέντευξη του στην Ελληνική κρατική τηλεόραση, στις 13 Νοεμβρίου 1974, υποστήριξε ότι «..παρέλαβε χάος και καμμένη γην», ενώ είπε ακόμη πως «..η κυβέρνησή μου αντικατέστησε άνω των 100.000 ατόμων, από τον τελευταίο κοινοτάρχη μέχρι τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, άνοιξε το δρόμο για την δικαστική δίωξη των πρωταιτίων της τυραννίας και για να διευκολύνει το έργο της Δικαιοσύνης, έλαβε μέτρα ασφαλείας κατά των υπευθύνων, τους δε κορυφαίους εξ αυτών, τους εξετόπισε σε νήσο του Αιγαίου»...». Την 1η Δεκεμβρίου προφυλακίστηκε για μια μέρα η Δέσποινα Παπαδοπούλου, η οποία αποφυλακίστηκε την επόμενη καταβάλλοντας χρηματική εγγύηση.

Ανακριτική διαδικασία

Στις 18 Ιανουαρίου 1975 κατέστη νόμος του Ελληνικού κράτους το παράτυπο «Δ' Ψήφισμα» της Ε' Αναθεωρητικής Βουλή των Ελλήνων, που αποφάσισε και καθόρισε τη μορφή της 21ης Απριλίου 1967 ως «πραξικόπημα» [11] και θέσπισε την αναδρομικότητα σε Ποινικά αδικήματα, πρωτοφανές γεγονός για τα νομικά χρονικά της Ελλάδος.

Το Δ’ ψήφισμα ήταν αποτέλεσμα παρανομίας καθώς ψηφίσθηκε από αναθεωρητική Βουλή, αρμόδια για την αναθεώρηση του Συντάγματος και όχι για την έκδοση ποινικών νόμων. Το Ψήφισμα παρήγαγε μια σειρά από παράνομα αποτελέσματα καθώς εισήγαγε δεύτερο νόμο αναδρομικής ισχύος και ονόμαζε τους διωκόμενους ως ενόχους «στάσεως» και «σφετερισμού εξουσίας», καταπατώντας την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Τέλος το Ψήφισμα, παραβαίνοντας κάθε έννοια δικαίου και λογικής, χαρακτήριζε μια Επανάσταση που επικράτησε για επτά χρόνια, ως «πραξικόπημα» το οποίο «ουδέποτε επικράτησε» και διακηρύσσει ότι δήθεν «η Δημοκρατία δικαίω ουδέποτε κατελύθη», δημιουργώντας πρωτοφανές κενό νομικής συνέχειας του Ελληνικού κράτους για μια ολόκληρη επταετία.

O τότε Πρόεδρος της Ε.ΔΗ.Κ. Ιωάννης Ζίγδης στις 26 Νοεμβρίου 1974 δήλωσε ότι, «Η Κυβέρνησις Καραμανλή ωρκίσθη στις 24 Ιουλίου 1974 ενώπιον του «Προέδρου της Δημοκρατίας Στρατηγού Φαίδωνα Γκιζίκη», ανεγνώρισε έτσι το πολίτευμα της Αβασίλευτης Δημοκρατίας του Δημοψηφίσματος Ιουλίου 1973. Υπό τις συνθήκες αυτές, η κυβέρνηση Καραμανλή είναι συνέχεια των κυβερνήσεων της δικτατορίας και επιβεβαίωση της νομιμότητος αυτών. Με την κυβέρνηση Καραμανλή ανεγνωρίσθη ότι η λεγόμενη «Επανάσταση της 21ης Απριλίου 1967» επεβλήθη και επομένως εδημιούργησε δίκαιον. Κατόπιν αυτών δεν γνωρίζω ότι υπάρχει θέμα διώξεως των υπευθύνων της δικτατορίας». Η παραβίαση κάθε αρχής δικαίου προκάλεσε τη λεκτική αντίδραση ακόμη και του Ηλία Ηλιού, προέδρου του κόμματος «Ενωμένη Δημοκρατική Αριστερά» [«Ε.Δ.Α.»] ο οποίος στη συζήτηση του θέματος στη Βουλή, είπε «... Ωραία, δεν είναι επανάστασις, είναι πραξικόπημα. Μας ανησυχεί όμως κάτι άλλο. Ημνηστεύθη! Είτε ημνηστεύθη το 1973 από την ιδίαν την πραξικοπηματικήν Κυβέρνησιν... ή από την αμνηστίαν, την αναπόφευκτον πρέπει να πούμε αμνηστίαν της 26.07.1974, μετά την αποχώρησιν των πραξικοπηματιών. Αλλά, αφού αμνηστεύθηκε, είναι δυνατόν να δοθή ερμηνευτική έννοια και επομένως αναδρομή ισχύος εις τον κανόνα του άρθρου 5; Είναι αμφίβολον. Ερμηνευτικός νόμος είναι εκείνος, ο οποίος πράγματι ερμηνεύει κάτι το ασαφές και όχι το σαφές ...» [12].

Εναντίον του Λέκκα υποβλήθηκε μήνυση και ασκήθηκε δίωξη με παραγγελία της Ολομέλειας των Εφετών Αθηνών εναντίον των συνεργατών και των συμμετόχων στις κυβερνήσεις της 21ης Απριλίου. Ο εφέτης, Κωνσταντίνος Ποταμιάνος, που ορίστηκε ανακριτής, αρνήθηκε να διεξάγει ανακρίσεις, διότι «το έγκλημα τους ήταν στιγμιαίο» κατά τη γνώμη του. Τη διαφωνία κλήθηκε να επιλύσει το Συμβούλιο Εφετών, που έκρινε ότι το έγκλημα είναι «διαρκές» κι ανανέωσε την εντολή στον Ποταμιάνο. Κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών έγινε προσφυγή στον Άρειο Πάγο, ύστερα από αναίρεση του Εισαγγελέα Α. Π. Ευσταθίου Μπλέτσα. Στις 2 Ιουλίου 1975 η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου αποφάνθηκε, με την απόφαση 684, ότι το δήθεν αδίκημα της «εσχάτης προδοσίας» της 21ης Απριλίου 1967, ήταν «στιγμιαίον», απόφαση που είχε ως αποτέλεσμα την απαλλαγή από κάθε ευθύνη, όσων συνεργάστηκαν με την 21η Απριλίου μετά την επικράτηση της. Καταθέτοντας ως μάρτυρας, σε δίκη του Νίκου Ψαρουδάκη, που είχε κατηγορηθεί για περιύβριση αρχής, για άρθρο του στην εφημερίδα «Χριστιανική» με τίτλο «Διαρκές το δικό σας έγκλημα κύριοι Αρεοπαγίτες» ο καθηγητής Γεώργιος-Αλέξανδρος Μαγκάκης, αργότερα Υπουργός της Δικαιοσύνης, χαρακτήρισε τους αρεοπαγίτες που εξέδωσαν την απόφαση «ανθρωπάκια».

Προφυλάκιση / Δίκη & Καταδίκη

Ο Λέκκας απολογήθηκε στον ανακριτή τις πρώτες μέρες του Φεβρουαρίου 1975 και στις 13 του ίδιου μήνα προφυλακίστηκε με τη σύμφωνη γνώμη ανακριτή και εισαγγελέως. Στις 2 Ιουλίου 1975 η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου απέρριψε, με την υπ' αριθμόν 683 απόφαση, την αναίρεση [13] που είχε ασκήσει κατά του βουλεύματος της παραπομπής του. Ο Λέκκας στο δικαστήριο δήλωσε από την αρχή της ακροαματικής διαδικασίας, ότι δεν αποδέχεται την κατηγορία και πως δεν πρόκειται να απολογηθεί. Τήρησε την αρχική του θέση ως το τέλος και αρνήθηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις του Προέδρου και των Εισαγγελέων του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με απόφαση του οποίου καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για εσχάτη προδοσία και δέκα χρόνια κάθειρξη για τη στάση, ενώ του επιβλήθηκε και στρατιωτική καθαίρεση. Μετά την καταδίκη του κρατήθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού και στις 21 Ιουνίου 1976, όταν επικυρώθηκε από τον Άρειο Πάγο η ποινή που του επιβλήθηκε, μετατάχθηκε στην τάξη του στρατιώτη.

Το φθινόπωρο του 1976 υπέστη καρδιακό έμφραγμα και νοσηλεύτηκε στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών και στη συνέχεια επέστρεψε στις φυλακές του Κορυδαλλού. Στο τέλος του Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου ο συνήγορος του υπέβαλλε αίτημα αποφυλακίσεως και νοσηλείας του Λέκκα στο νοσοκομείο Ερυθρός Σταυρός προς αποφυγήν ανηκέστου βλάβης της υγείας του, το οποίο έγινε αποδεκτό με απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς και αποφυλακίστηκε για διάστημα σαράντα πέντε ημερών στις 18 Οκτωβρίου 1976. Στο διάστημα αυτό νοσηλεύτηκε στον Ερυθρό Σταυρό και μετά τη λήξη της διακοπής εκτίσεως της ποινής του επέστρεψε στις φυλακές. Η κατάσταση της υγείας του επιβαρύνθηκε και με νέα αίτηση διακοπής εκτίσεως της ποινής του ζήτησε να αποφυλακιστεί και να του δοθεί η δυνατότητα να μεταβεί στο εξωτερικό προκειμένου να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση. Το αίτημα του έγινε δεκτό και στη συνέχεια ταξίδεψε στο Χιούστον του Τέξας στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής όπου υποβλήθηκε σε επέμβαση ανοικτής καρδιάς.

Διαβάστε τα λήμματα

21η ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1967

Αξιωματικοί (επαναστάτες)

21η Απριλίου 1967

25η Νοεμβρίου 1973

Θύματα τρομοκρατίας

Πολιτικά πρόσωπα

Πρωθυπουργοί

Υπουργοί

Υποστηρικτές

25η Νοεμβρίου 1973

Ορθόδοξοι Ιερωμένοι
  • Επίσκοποι
  • Μητροπολίτες
  • Θεολόγοι

Παραπομπές

  1. [Μέλη της «Ενώσεως Ελλήνων Νέων Αξιωματικών» φέρονται οι Δημήτριος Πατίλης, Γεώργιος Παπαδόπουλος, Κωνσταντίνος Χρ. Παπαδόπουλος, Δημήτριος Ιωαννίδης, Πέτρος Κωτσέλης, Νικόλαος Γκαντώνας, Ιωάννης Λάζαρης, Στέφανος Καραμπέρης, Μιχαήλ Μπαλόπουλος, Αντώνιος Μέξης, Νικόλαος Ντερτιλής και Νικόλαος Πετάνης, όλη η μετέπειτα ηγετική ομάδα του καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967, με εξαίρεση τους Παττακό και Μακαρέζο, των οποίων η ενεργή ένταξη από τότε στην ομάδα δεν τεκ­μηριώνεται επαρκώς.
  2. Κυβέρνησις ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης
  3. Γεράσιμος Μ. Μεταξάς: «Άξιος ηγέτης ο Ιωάννης Μεταξάς».
  4. [«...Tο Συμβούλιον της Επικρατείας, υπό την προεδρίαν του μετά την αποχώρησιν της Επαναστάσεως Προέδρου της Δημοκρατίας Μιχαήλ Στασινοπούλου, εδέχθη διά των υπ’ αριθμ. 2468/1968 και 503/1969 αποφάσεών του, ότι «... η παρούσα Κυβέρνησις διωρίσθη από τον κατά το Σύνταγμα Ανώτατον Άρχοντα και ωρκίσθη ενώπιόν του προσλαβούσα τον τύπον συνταγματικώς νομίμου Κυβερνήσεως, ίδρυσε νέαν νομιμότητα και δι’ αυτής ετέθη η Χώρα υπό καθεστώς Κράτους νόμου δικαίου ...».] Στυλιανός Παττακός, «21η Απριλίου 1967-Διατί; Ποιοί; Πως;», Αθήνα 1999, σελίδα 225, Εκδόσεις «ΒΙΟΒΙΛ».]
  5. [Άρθρο του Αλέξανδρου Λυκουρέζου, Εφημερίδα «Ακρόπολις» 4 Ιανουαρίου 1987. Επιχειρήματα υπέρ της αποφυλακίσεως του Παπαδόπουλου είχαν διατυπωθεί από τον Ανδρέα Λεντάκη, που σε άρθρο του στις 13 Απριλίου 1995 στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία διατύπωσε την άποψη ότι «η έξωθεν απειλή κατά του εθνικού μας χώρου, οπότε απαιτείται η μέγιστη ομοψυχία και ενότητα πέρα από τις κομματικές πολιτικές μας διαφορές».]
  6. [Πλην της μηνύσεως που υποβλήθηκε από τον Αλέξανδρο Λυκουρέζο, υποβλήθηκε άλλη μηνυτήρια αναφορά και από την «Ένωση Δημοκρατικών Δικηγόρων». Από τους εκπροσώπους της Ενώσεως μηνύθηκαν 50 αξιωματικοί, οι Γεώργιος Παπαδόπουλος, Στυλιανός Παττακός, Νικόλαος Μακαρέζος, Γεώργιος Ζωιτάκης, Κωνσταντίνος Χρ. Παπαδόπουλος, Μιχαήλ Ρουφογάλης, Νικόλαος Γκαντώνας, Κωνσταντίνος Καρύδας, Μιχαήλ Μπαλόπουλος, Πέτρος Κωτσέλης, Κωνσταντίνος Ασλανίδης, Δημήτριος Ιωαννίδης, Ιωάννης Λαδάς, Αντώνιος Λέκκας, Γρηγόρης Σπαντιδάκης, Γεώργιος Τσούμπας, Ιωάννης Μανουσακάκης, Ιωάννης Στειακάκης, Κωνσταντίνος Παπαγιάννης, Αριστείδης Παλαΐνης, Αθανάσιος Περδίκας, Θεόδωρος Θεοφιλογιαννάκος, Νικόλαος Δαουλάκος, Ιωάννης Μίρκος, Μιχαήλ Πηλιχός, Δημήτριος Κερκινέζης, Δημήτριος Λούκουτος, Γεώργιος Τσουμάς, Χρήστος Δαριώτης, Μιχαήλ Κίτσιος, Γεώργιος Κωνσταντόπουλος, Δημήτριος Νικολακόπουλος, Ηρακλής Θωμάς, Μιλτιάδης Γκίκας, Αθανάσιος Τσούκας, Ανδρέας Χρήστου, Θεόκλητος Παπαγεωργίου, Ιωάννης Μισαηλίδης, Γεώργιος Μπίσσας, Ιωάννης Ροϊδοδήμος, Χρήστος Ρούχας, Δημήτριος Καλαφάτης, Δημοσθένης Κωτσέλης, Κωνσταντίνος Κοντογιάννης, Ιωάννης Βασιλακόπουλος, Παναγιώτης Στασινόπουλος, Σωτήριος Μικρός, Νικόλαος Γιαννούζης, Δημήτριος Αποστόλου και Βασίλειος Κατσιμεντές.
  7. [Φ.Ε.Κ. 277, 3 Οκτωβρίου 1974]
  8. [Προεδρικό Διάταγμα 519–Φ.Ε.Κ. 211]
  9. [Προεδρικό Διάταγμα 168–Φ.Ε.Κ. 186]
  10. [Φ.Ε.Κ. 217]
  11. [«...Tο Συμβούλιον της Επικρατείας, υπό την προεδρίαν του μετά την αποχώρησιν της Επαναστάσεως Προέδρου της Δημοκρατίας Μιχαήλ Στασινοπούλου, εδέχθη διά των υπ’ αριθμ. 2468/1968 και 503/1969 αποφάσεών του, ότι «... η παρούσα Κυβέρνησις διωρίσθη από τον κατά το Σύνταγμα Ανώτατον Άρχοντα και ωρκίσθη ενώπιόν του προσλαβούσα τον τύπον συνταγματικώς νομίμου Κυβερνήσεως, ίδρυσε νέαν νομιμότητα και δι’ αυτής ετέθη η Χώρα υπό καθεστώς Κράτους νόμου δικαίου ...».] Στυλιανός Παττακός, «21η Απριλίου 1967-Διατί; Ποιοί; Πως;», Αθήνα 1999, σελίδα 225, Εκδόσεις «ΒΙΟΒΙΛ».]
  12. [Στυλιανός Παττακός, «21η Απριλίου 1967-Διατί; Ποιοί; Πως;», Αθήνα 1999, σελίδα 224, Εκδόσεις «ΒΙΟΒΙΛ» & Γρηγόριος Μιχαλόπουλος, «Γεώργιος Παπαδόπουλος-Ο Μεγάλος Επαναστάτης», Αθήνα 2000, σελίδα 251, Εκδόσεις «Γρηγόρη Α. Μιχαλόπουλου».]
  13. [Πλην του Αντωνίου Λέκκα άσκησαν αναίρεση κατά του 414/1975 βουλεύματος, και οι: Γεώργιος Παπαδόπουλος, Στυλιανός Παττακός, Νικόλαος Μακαρέζος, Γεώργιος Ζωιτάκης, Αλέξανδρος Χατζηπέτρος, Ιωάννης Λαδάς, Κωνσταντίνος Καρύδας, Νικόλαος Ντερτιλής, Κωνσταντίνος Χρ. Παπαδόπουλος, Μιχαήλ Ρουφογάλης, Δημήτριος Ιωαννίδης, Θεόδωρος Θεοφιλογιαννάκος και Ευάγγελος Τσάκας.]