Νικόλαος Γκαντώνας

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Νικόλαος Γκαντώνας, Έλληνας εθνικιστής, ανώτερος αξιωματικός του Πεζικού στον Ελληνικό Στρατό Ξηράς με το βαθμό του Συνταγματάρχη ε.α., ένας από τους αξιωματικούς που συμμετείχαν ενεργά στην επικράτηση του επαναστατικού καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967, που υπήρξε στενός συνεργάτης του Γεωργίου Παπαδόπουλου και διατέλεσε Περιφερειακός Διοικητής Κεντρικής-Δυτικής Μακεδονίας καθώς και Υπουργός Παιδείας στις κυβερνήσεις του, γεννήθηκε το 1919 στο χωριό Γαλατινή [1] του νομού Κοζάνης και πέθανε το 1988.

Ήταν παντρεμένος και από το γάμο του απέκτησε δύο παιδιά, την Αγνή και τον Κωνσταντίνο.

Νικόλαος Γκαντώνας

Βιογραφία

Πατέρας του Νικόλαου ήταν ο Κωνσταντίνος και αδελφός του ο συγγραφέας Αθανάσιος Γκαντώνας. Ο Νικόλαος Γκαντώνας φοίτησε και αποφοίτησε το 1940, μεταξύ των πρώτων πέντε αποφοίτων με βάση τη βαθμολογική τους κατάταξη, από τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων με το βαθμό του Ανθυπολοχαγού Πεζικού. Στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων ήταν συμμαθητής και φίλος με τον Γεώργιο Παπαδόπουλο και τον Νικόλαο Μακαρέζο. Ο Γκαντώνας συμμετείχε στη Μάχη των Οχυρών τον Απρίλιο του 1941, όπουτ τιμήθηκε με Χρυσό Αριστείο για την Ανδρεία που επέδειξε. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Στυλιανού Παττακού ο Γκαντώνας ήταν ο πρώτος Έλληνας Αξιωματικός που σκότωσε κατά την διάρκεια του πολέμου υψηλόβαθμο Γερμανό Αξιωματικό. Στη διάρκεια της κατοχής της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονος, ο Γκαντώνας συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση αρχικά ως μέλος της ομάδος Υ.Β.Ε. [Υπερασπισταί Βορείου Ελλάδος] [2]. Ο Γκαντώνας συμμετείχε και στη δράση της αντιστασιακής ομάδος ΠΑΟ, με την οποία πολέμησε στις μάχες της Σιατίστης και των Πηγαδουλίων. Το 1944 συνελήφθη από τις δυνάμεις των κομμουνιστών ανταρτών και κρατήθηκε για κάποιο χρονικό διάστημα όμως στη συνέχεια αφέθηκε ελεύθερος. Μετά την λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και την απελευθέρωση της Ελλάδος, ο Γκαντώνας επέστρεψε στις τάξεις του Ελληνικού στρατού και ως αξιωματικός των Ενόπλων Δυνάμεων συμμετείχε στον συμμοριτοπόλεμο παίροντας μέρος στις μάχες του Σκρά, στις επιχειρήσεις στην περιοχή της Θεσσαλίας, στις μάχες του Καταφυγίου και του Βελβενδού στην περιοχή της Κοζάνης, όπου τιμήθηκε με δεύτερο Χρυσό Αριστείο Ανδρείας. Το 1956 ο Γκαντώνας εντάχθηκε στην οργάνωση «Εθνική Ένωση Νέων Αξιωματικών» [«Ε.Ε.Ν.Α.»] [3] που είχε αρχηγό τον Αντισυνταγματάρχη Γεώργιο Μπάλλα, τον οποίο διαδέχθηκε το 1959, o Δημήτριος Πατίλης ο οποίος στη συνέχεια παρέδωσε την αρχηγία της στον Γεώργιο Παπαδόπουλο. Στις 5 Μαρτίου 1958 ο Γκαντώνας μετατέθηκε από την Καστοριά, όπου ήταν διευθυντής του Α2 Γραφείου της XV Μεραρχίας, στην Εράτυρα Κοζάνης ως διοικητής του 619ου Τάγματος Πεζικού, όπου παρέμεινε έως τον Φεβρουάριο του 1959, όταν τοποθετήθηκε στο στρατηγείο του ΝΑΤΟ στη Νάπολη της Ιταλίας.

21η Απριλίου 1967

Ο Γκαντώνας συμμετείχε στην προετοιμασία και την οργάνωση της επαναστάσεως της 21ης Απριλίου 1967 και υπήρξε ένας από τους βασικότερους συντελεστές της επικρατήσεως της στην περιοχή της Βορείου Ελλάδος, όπου υπηρετούσε εκείνο το βράδυ. Παράλληλα συμμετείχε στην καταστολή του κινήματος της 13ης Δεκεμβρίου 1967, όταν στασίασαν δυνάμεις πιστές στον Βασιλιά Κωνσταντίνο Β'. Ο Γκαντώνας αποστρατεύθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1968, μετά από αίτηση του, και τέθηκε σε αποστρατεία λαμβάνοντας το βαθμό του Συνταγματάρχη [4] με διάταγμα που δημοσιεύθηκε στο Φύλλο Εφημερίδος της Κυβερνήσεως υπ' αριθμόν 59 τεύχος Γ'. Στη διάρκεια της υπηρεσίας του στο Στρατό τιμήθηκε με όλα τα προβλεπόμενα στρατιωτικά μετάλλια και παράσημα.

Διατέλεσε [5]

  • από τις 26 Ιουνίου 1971 έως τις 31 Ιουλίου 1972, Υφυπουργός Περιφερειακός Διοικητής Κεντρικής-Δυτικής Μακεδονίας και στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, το 1971 απένειμε '«....δια την εξαίρετον συμβολήν των εις τας καλάς τέχνας και τα γράμματα» τον Αργυρούν σταυρόν του Τάγματος του Φοίνικος στους ποιητές Γεώργιο Θέμελη και Νικόλαο Πεντζίκη, στον πεζογράφο Γεώργιο Δέλιο και τους ζωγράφους Πολύκλειτο Ρέγκο και Δημήτριο Ιατρού, ενώ
  • από τις 31 Ιουλίου 1971 έως τις 8 Οκτωβρίου 1973, ανέλαβε Υπουργός Παιδείας στις κυβερνήσεις του καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967, υπό τον πρωθυπουργό Γεώργιο Παπαδόπουλο.

Δίκες & Καταδίκες

Στις 24 Σεπτεμβρίου 1968 το Συμβούλιο της Επικρατείας, υπό την προεδρία του Μιχάλη Στασινόπουλου, είχε αποφανθεί για την 21η Απριλίου 1967, ότι αποτέλεσε Επανάσταση [6]. Επίσης στις 26 Ιουλίου 1974, δημοσιεύθηκε το Προεδρικό Διάταγμα Γενικής Αμνηστίας με αριθμό 519, το οποίο όριζε, «...Αμνηστεύονται τα καθ' οιονδήποτε τρόπον τελεσθέντα μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος εγκλήματα, τα προβλεπόμενα και τιμωρούμενα υπό των διατάξεων του Ποινικού Κώδικος, του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικος κ.λπ. και αυτόθι αναφερομένων νόμων, ως επίσης και τα προς αυτά συναπτόμενα ή συναφή, εφ' όσον ταύτα έχουν σχέσιν προς την κατάστασιν την δημιουργηθείσαν από της 21/4/1967. Ομοίως αμνηστεύονται τα αυτά ως άνω εγκλήματα, τελεσθέντα προ της 21/4/1967 και τα προς αυτά συναπτόμενα ή συναφή, εφ' όσον οπωσδήποτε απέβλεπον προς την ανατροπήν της καθεστηκυίας τάξεως...».

Μηνυτήρια αναφορά

Με μια κίνηση μεθοδευμένη και με ξεκάθαρο πολιτικό στόχο, στις 9 Σεπτεμβρίου 1974, υποβλήθηκαν μηνύσεις εναντίον του από το δικηγόρο Αλέξανδρος Λυκουρέζος, ο οποίος δεκατρία χρόνια αργότερα τάχθηκε εγγράφως, δημόσια και απολύτως ξεκάθαρα υπέρ της αποφυλακίσεως του [7], καθώς υποστήριξε ότι η καταδίκη του Παπαδόπουλου και των συνεργατών του υπήρξε παράνομη. Μαζί του συντάχθηκαν ο δικηγόρος Ανδρέας Αναγνωστάκης, από τον Κίσσαμο Χανίων, ως εκπρόσωπος της «Ένωσης Δημοκρατικών Δικηγόρων Ελλάδας», οι Φοίβος Κούτσικας, Γρηγόριος Κασιμάτης, με την μήνυση των οποίων κινήθηκε δίωξη κατά 49 φυσικών προσώπων για Εσχάτη προδοσία, Στάση, ενώ οι μηνυτές πρότειναν την εξέταση 40 μαρτύρων κατηγορίας. Ακόμη, υπέβαλλε μήνυση ο δικηγόρος Δημήτριος Χαρισιάδης. Οι κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν -με βάση το Αστικό Δίκαιο- αφορούσαν κατηγορίες για εσχάτη προδοσία, συγκεκριμένα για παραβάσεις των άρθρων 134, 8α και 8β του Ποινικού Κώδικα.

Οι μηνύσεις, δυο μέρες αργότερα, διαβιβάστηκαν από την Εισαγγελία Αθήνας στην Στρατιωτική Δικαιοσύνη, επειδή ο Παπαδόπουλος όταν τελέστηκαν τα αδικήματα είχε την ιδιότητα του στρατιωτικού. Οι μηνυτές υποστήριξαν ότι υπέστησαν αστική ζημία, καθώς από την ενέργεια του παρεμποδίστηκε η επαγγελματική τους ανέλιξη. Στους εν λόγω μηνυτές απαγορεύτηκε από το δικαστήριο να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες και τους απέβαλε της Πολιτικής Αγωγής, όμως τους επέτρεψε να καταθέσουν ως μάρτυρες κατηγορίας. Οι δεκαπέντε εναγόμενοι της αναφοράς Λυκουρέζου ήταν οι Γεώργιος Παπαδόπουλος, Νικόλαος Μακαρέζος, Δημήτριος Ιωαννίδης, Ιωάννης Λαδάς, Κωνσταντίνος Ασλανίδης, Αντώνιος Λέκκας, Κωνσταντίνος Καρύδας, Μιχαήλ Ρουφογάλης, Κωνσταντίνος Χρ. Παπαδόπουλος, Αλέξανδρος Χατζηπέτρος, Μάριος Φραγκίσκος, που υπηρετούσε ως συνταγματάρχης στο Γ.Ε.Σ. στις 21 Απριλίου 1967, Γεώργιος Ζωιτάκης, Γρηγόρης Σπαντιδάκης και Μιχαήλ Μπαλόπουλος. Στις 28 Σεπτεμβρίου έγινε γνωστό από δημοσιεύματα εφημερίδων ότι ο υποστράτηγος της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης Εμμανουήλ Πλευράκης διενεργεί προκαταρκτική εξέταση με βάση την μήνυση Λυκουρέζου.

Συντακτική πράξη

Στις 3 Οκτωβρίου 1974, η Βουλή των Ελλήνων με πρωτοβουλία των βουλευτών του κόμματος «Νέα Δημοκρατία», εξέδωσε Συντακτική Πράξη [8] με την οποία βάπτιζε ως «πολιτικό έγκλημα» την 21η Απριλίου και ανακαλούσε την αμνηστία της 26ης Ιουλίου 1974 –που είχε παραχωρήσει ο Καραμανλής– μόνον για τους «πρωταίτιους» της 21ης Απριλίου. Η Συντακτική Πράξη παραβίασε τρεις θεμελιώδεις αρχές του Δικαίου, του Συντάγματος και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθώς:
α) Εισήγαγε νομοθέτημα αναδρομικής ισχύος, με το οποίο καθιστούσε την επανάσταση ποινικό αδίκημα και παραγνώρισε το αξίωμα ότι «Επανάσταση επικρατήσασα δημιουργεί δίκαιον». Σύμφωνα με το άρθρο 134 του Ποινικού Κώδικος τιμωρείται μόνον: «Ο αποπειρώμενος να μεταβάλη το πολίτευμα του κράτους», δηλαδή τιμωρείται μόνο τυχόν αποτυχημένη απόπειρα Επαναστάσεως. Η Συντακτική Πράξη παραβίαζε το αξίωμα «Nullum crimen nula paena sine praevia lege» [«Δεν υπάρχει έγκλημα ούτε ποινή, χωρίς να υπάρχει προηγουμένως νόμος που να το προβλέπει], καθώς και το Ελληνικό Σύνταγμα που ρητώς αναφέρει: «Νομοθέτημα αναδρομικής ισχύος απαγορεύεται απολύτως».
β) Ανακάλεσε αμνηστία, παραβιάζοντας το διεθνές αξίωμα «Αμνηστία δοθείσα, ουδέποτε ανακαλείται». Η Συντακτική Πράξη της 3ης Οκτωβρίου 1974 ανακάλεσε τρεις αμνηστίες: Την αμνηστία της 26ης Ιουλίου 1974 [9] την οποία έδωσε ο Καραμανλής ως Πρωθυπουργός. Την αμνηστία της 20ης Αυγούστου 1973 [10] που είχε δώσει ως Πρόεδρος ο Παπαδόπουλος και αμνήστευε και αυτό όλα τα πολιτικά αδικήματα που είχαν σχέση με την 21η Απριλίου κι έπειτα, καθώς και την επικύρωση την αμνηστίας της 20ης Αυγούστου 1973 με την Συντακτική Πράξη της 5ης Αυγούστου 1974 [11] και πάλι από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.
γ) Στέρησε το δικαίωμα του «φυσικού δικαστού»: Η Συντακτική Πράξη όριζε ότι οι διωκόμενοι «υπάγονται εις την αρμοδιότητα του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών». Όμως για το αδίκημα της «στάσεως» αρμόδιο ήταν το Στρατοδικείο, ενώ γι’ αυτό της «εσχάτης προδοσίας» ήταν το ορκωτό Κακουργιοδικείο. Αντιθέτως, ορίστηκε, εντελώς παράνομα, «Ειδικό Δικαστήριο», ενώ η Συντακτική Πράξη δέσμευε την Δικαιοσύνη, προσδιορίζοντας την πράξη ως «πολιτικό έγκλημα», πριν εκδικασθεί.

Εναντίον των στελεχών και του επικεφαλής του καθεστώτος της 21ης Απριλίου στήθηκε μια πραγματική βιομηχανία μηνύσεων. Με απόφαση της Βουλής καθορίστηκε προθεσμία για την υποβολή μηνύσεων κατά των στελεχών του καθεστώτος, τρεις μήνες και για εγκλήματα από τα οποία είχε ζημιωθεί το Δημόσιο, έξι μήνες. Η Δικαστική Αρχή κινήθηκε αυτεπαγγέλτως από τα τέλη του 1974, μόνο για τις υποθέσεις του Πολυτεχνείου, κατά την εξέγερση του Νοέμβρη 1973 και για τα υποτιθέμενα βασανιστήρια των πολιτικών κρατουμένων και η Εισαγγελία Αθηνών διέταξε την διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως, για τις δυο αυτές περιπτώσεις των «ομαδικών» εγκλημάτων. Έτσι ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθήνας Κωνσταντίνος Φαφούτης διέταξε την διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως, από τους Εισαγγελείς Δημήτριο Τσεβά, για την υπόθεση του «Πολυτεχνείου», και Βασίλειο Παππά, για τις υποθέσεις των «βασανισμών», «...ίνα κρίνη αν συντρέχη περίπτωσις ποινικής διώξεως..». Η προθεσμία για την υποβολή μηνύσεων που είχε οριστεί ήταν από τις 18 Ιανουαρίου μέχρι τις 18 Απριλίου 1975. Γεννήθηκε το ερώτημα αν η 18η Απριλίου είναι μέρα, μέσα στην προθεσμία ή έξω από αυτή και από την Εισαγγελία ανακοινώθηκε επίσημα, ότι η 18 Απριλίου είναι μέσα στην προθεσμία και ο αρμόδιος Εισαγγελέας, δέχτηκε τη μέρα αυτή, μόνο στην Αθήνα, περίπου 150 μηνύσεις με εκατοντάδες κατηγορούμενους. Τελικά όσοι μηνύθηκαν στις 18 Απριλίου και παραπέμφθηκαν σε δίκες, τα δικαστήρια αποφάσισαν ότι η εν λόγω ημέρα είναι έξω από την προθεσμία, οι μηνύσεις εκπρόθεσμες και έπαψε η δίωξη των κατηγορουμένων.

Άσκηση διώξεως

Την 1η Νοεμβρίου 1974, ασκήθηκε δίωξη εναντίον του με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, κατά παράβαση των άρθρων 134 και 135, άρθρα 8α και 8β του Ποινικού Κώδικα, καθώς και 63 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα. Η μήνυση δυο μέρες αργότερα, διαβιβάστηκε από την Εισαγγελία Αθήνας στην Στρατιωτική Δικαιοσύνη, επειδή όταν τελέστηκαν τα αδικήματα ήταν στρατιωτικός. Η δίωξη ασκήθηκε από τον Μενέλαο Κουτσάκο, προϊστάμενο της Εισαγγελίας Εφετών, καθώς και εναντίον των Γεωργίου Παπαδόπουλου, Νικολάου Μακαρέζου, Στυλιανού Παττακού, και 62 ακόμη συνεργατών τους. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής σε συνέντευξη του στην Ελληνική κρατική τηλεόραση, στις 13 Νοεμβρίου 1974, υποστήριξε ότι «..παρέλαβε χάος και καμμένη γην», ενώ είπε ακόμη πως «..η κυβέρνησή μου αντικατέστησε άνω των 100.000 ατόμων, από τον τελευταίο κοινοτάρχη μέχρι τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, άνοιξε το δρόμο για την δικαστική δίωξη των πρωταιτίων της τυραννίας και για να διευκολύνει το έργο της Δικαιοσύνης, έλαβε μέτρα ασφαλείας κατά των υπευθύνων, τους δε κορυφαίους εξ αυτών, τους εξετόπισε σε νήσο του Αιγαίου»...». Στις 8 Φεβρουαρίου 1975, συνελήφθη και φυλακίστηκε για τη συμμετοχή του στην επιβολή του καθεστώτος της 21ης Απριλίου.

Καταδίκη για την 21η Απριλίου

Ο Γκαντώνας, όπως ο Παπαδόπουλος και οι συνεργάτες του, ουδέποτε αναγνώρισε την νομιμότητα της δίκης και την αρμοδιότητα του δικαστηρίου που τους δίκασε και καταδίκασε. Δεν δέχτηκαν διορισμό δικηγόρου, δεν απολογήθηκαν και θεωρούσαν εαυτούς ως «οιονεί απόντες». Το Σάββατο 23 Αυγούστου 1975 στη 1.10 το μεσημέρι, εκδόθηκε η απόφαση υπ' αριθμόν 477 από το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών [12] με πρόεδρο τον Ιωάννη Ντεγιάννη, έκπτωτο δικαστή της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης πριν την 21η Απριλίου 1967, με την οποία ο Γκαντώνας καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά για στάση και εσχάτη προδοσία και πέντε χρόνια στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του [13] για τη συμμετοχή του στην επικράτηση του καθεστώτος της 21ης Απριλίου. Το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό περί άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, καθώς και ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια [14].

Φυλάκιση

Ο Γακντώνας καθαιρέθηκε με Προεδρικό διάταγμα και υποβιβάστηκε στο βαθμό του στρατιώτη στις 21 Ιουνίου 1976, μετά την επικύρωση από τον Άρειο Πάγο της αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου. Στις 29 Αυγούστου 1975 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, έπειτα από την ολοκλήρωση της ασκήσεως «Πτολεμαίος», είπε σε ομιλία του προς εν ενεργεία αξιωματικούς, «Όταν ομιλούμε για ισόβια δεσμά, εννοούμε ισόβια δεσμά». Τέλος στις 16 Οκτωβρίου 1975, μιλώντας στην Ολομέλεια της Βουλής, ο Καραμανλής, ομολόγησε την πολιτική παρέμβαση στο έργο της δικαιοσύνης είπε ότι, «….Τας ποινικάς κυρώσεις η Κυβέρνησις ενεπιστεύθη, όπως επεβάλετο, εις την Δικαιοσύνην, αφού προηγουμένως την διευκόλυνεν εις τον έργον της με συγκεκριμένα νομοθετικά μέτρα, όπως η γνωστή Συντακτική Πράξη και το γνωστόν Ψήφισμα. Και δεν πρέπει να πλανώμεθα. Εάν δεν είχον γίνει αυτά, αυτήν την στιγμήν ουδείς θα ήτο δυνατόν να δικάζεται και ουδείς θα ευρίσκετο εις την φυλακήν….» [15]. Εξέτισε την ποινή του κρατούμενος στην ειδικά διαμορφωμένη πτέρυγα των Φυλακών Κορυδαλλού στον Πειραιά και αποφυλακίστηκε για λόγους υγείας και με περιοριστικούς όρους μετά τη συμπλήρωση της εκτίσεως των 2/3 της συνολικής ποινής, στις 11 Ιανουαρίου 1990 και αφού εξέτισε ποινή 15 περίπου ετών. Ο Καραμπέρης διαγράφτηκε από τους καταλόγους των στελεχών της εφεδρείας, στερήθηκε την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ενώ μετά το θάνατο του η οικογένεια του εισέπραξε σύνταξη στρατιώτη.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Διαβάστε τα λήμματα

21η ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1967

Αξιωματικοί (επαναστάτες)

21η Απριλίου 1967

25η Νοεμβρίου 1973

Θύματα τρομοκρατίας

Πολιτικά πρόσωπα

Πρωθυπουργοί

Υπουργοί

Υποστηρικτές

25η Νοεμβρίου 1973

Ορθόδοξοι Ιερωμένοι
  • Επίσκοποι
  • Μητροπολίτες
  • Θεολόγοι

Παραπομπές

  1. [Το χωριό Γαλατινή, η Δημοτική Κοινότητα Γαλατινής της Δημοτικής Ενότητας Ασκίου, ανήκει στον δήμο Βοΐου της Περιφερειακής Ενότητας Κοζάνης. Βρίσκεται στην Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας, σύμφωνα με τη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας όπως διαμορφώθηκε με το πρόγραμμα «Καλλικράτης». Έδρα του δήμου είναι η Σιάτιστα και ανήκει στο γεωγραφικό διαμέρισμα Μακεδονίας. Κατά τη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας με το σχέδιο «Καποδίστριας», μέχρι το 2010, η Γαλατινή ανήκε στο Τοπικό Διαμέρισμα Γαλατινής, του πρώην Δήμου Ασκίου του Νομού Κοζάνης. Έχει υψόμετρο 999 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας, σε γεωγραφικό πλάτος 40,3161234026 και γεωγραφικό μήκος 21,5507929536.]
  2. [Ιδρυτές της ομάδος ήταν οι ταγματάρχες Ιωάννης Παπαθανασίου, Ε. Δόρτας, Θ. Μπάρμπας και ο λοχαγός Α.Σακελαρίδης. Τα μέλη της ήταν αποκλειστικά αξιωματικοί του Ελληνικού Στρατού, μεταξύ τους ο Στέφανος Καραμπέρης, από το μικρό ορεινό χωριό Κλεισώρεια της επαρχίας Βοΐου του νομού Κοζάνης και ο Νίκος Γκαντώνας. Στόχος της ομάδος ήταν η δράση εναντίον της Βουλγαρικής και Ρουμάνικης προπαγάνδας καθώς και η υπεράσπιση της Μακεδονίας.]
  3. [Στην κίνηση «Εθνική Ένωση Νέων Αξιωματικών» συμμετείχαν 25 περίπου αξιωματικοί, από το βαθμό του αντισυνταγματάρχου μέχρι του λοχαγού. Οι περισσότεροι υπηρετούσαν στο Γενικό Επιτελείο και την Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών [Κ.Υ.Π.]. Ανάμεσα τους, πλην του Γκαντώνα, ήταν οι Δημήτριος Πατίλης, Γεώργιος Παπαδόπουλος, Κωνσταντίνος Χρ. Παπαδόπουλος, Δημήτριος Ιωαννίδης, Ιωάννης Λαδάς, Πέτρος Κωτσέλης, Ιωάννης Λάζαρης, Στέφανος Καραμπέρης, Αντώνιος Λέκκας, Μιχαήλ Μπαλόπουλος, Αντώνιος Μέξης, Μιχαήλ Ρουφογάλης, Νικόλαος Ντερτιλής, Νικόλαος Πετάνης, με την εξαίρεση των Στυλιανού Παττακού και Νικόλαου Μακαρέζου, των οποίων η ενεργή ένταξη στην ομάδα δεν τεκ­μηριώνεται με επάρκεια.]
  4. Απεστρατεύθησαν τη αιτήσει των γενικοί γραμματείς. Εφημερίδα «Μακεδονία», 17 Φεβρουαρίου 1968, σελίδα 1.
  5. ΚΥΒΕΡΝΗΣΙΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης
  6. [«...Tο Συμβούλιον της Επικρατείας, υπό την προεδρίαν του μετά την αποχώρησιν της Επαναστάσεως Προέδρου της Δημοκρατίας Μιχαήλ Στασινοπούλου, εδέχθη διά των υπ’ αριθμ. 2468/1968 και 503/1969 αποφάσεών του, ότι «... η παρούσα Κυβέρνησις διωρίσθη από τον κατά το Σύνταγμα Ανώτατον Άρχοντα και ωρκίσθη ενώπιόν του προσλαβούσα τον τύπον συνταγματικώς νομίμου Κυβερνήσεως, ίδρυσε νέαν νομιμότητα και δι’ αυτής ετέθη η Χώρα υπό καθεστώς Κράτους νόμου δικαίου ...».] Στυλιανός Παττακός, «21η Απριλίου 1967-Διατί; Ποιοί; Πως;», Αθήνα 1999, σελίδα 225, Εκδόσεις «ΒΙΟΒΙΛ».]
  7. [Άρθρο του Αλέξανδρου Λυκουρέζου, Εφημερίδα «Ακρόπολις» 4 Ιανουαρίου 1987. Επιχειρήματα υπέρ της αποφυλακίσεως του είχαν διατυπωθεί από τον Ανδρέα Λεντάκη, που σε άρθρο του στις 13 Απριλίου 1995 στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» διατύπωσε την άποψη ότι «η έξωθεν απειλή κατά του εθνικού μας χώρου, οπότε απαιτείται η μέγιστη ομοψυχία και ενότητα πέρα από τις κομματικές πολιτικές μας διαφορές».]
  8. [Φ.Ε.Κ. 277, 3 Οκτωβρίου 1974]
  9. [Προεδρικό Διάταγμα 519–Φ.Ε.Κ. 211]
  10. [Προεδρικό Διάταγμα 168–Φ.Ε.Κ. 186]
  11. [Φ.Ε.Κ. 217]
  12. [Τη σύνθεση του Πανταμελούς Εφετείου Αθηνών αποτελούσαν, Πρόεδρος ο Γιάννης Ντεγιάννης, σύνεδροι οι εφέτες Παναγιώτης Λογοθέτης, Παναγιώτης Κωνσταντινόπουλος, Ιωάννης Γρίβας και Γεώργιος Πλαγιαννάκος, εισαγγελέας ο Κωνσταντίνος Σταμάτης και αναπληρωματικά μέλη οι Ηλίας Γιαννόπουλος και Δημήτριος Τζούμας.]
  13. «Εις θάνατον» οι πρωταίτιοι της χούντας Εφημερίδα «Ριζοσπάστης», Σάββατο 24 Αυγούστου 2002.
  14. [Οι ποινές που επέβαλλε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών: Γεώργιος Παπαδόπουλος, Στυλιανός Παττακός και Νικόλαος Μακαρέζος, εις θάνατον. Γρηγόρης Σπαντιδάκης, Γεώργιος Ζωιτάκης, Μιχαήλ Μπαλόπουλος, Δημήτριος Ιωαννίδης, Μιχαήλ Ρουφογάλης, Κωνσταντίνος Χρ. Παπαδόπουλος, Ιωάννης Λαδάς και Αντώνιος Λέκκας, σε ισόβια κάθειρξη. Οδυσσέας Αγγελής, εις 20ετή κάθειρξη, ενώ οι Πέτρος Κωτσέλης, Κωνσταντίνος Ασλανίδης και Ιωάννης Παλαιολόγος, δικάστηκαν ερήμην. Έξι αξιωματικοί μεταξύ τους και ο Νικόλαος Γκαντώνας καταδικάστηκαν σε ποινές από 20ετή κάθειρξη μέχρι 5ετή φυλάκιση και έξι αθωώθηκαν.]
  15. [Επίσημα Πρακτικά της Βουλής των Ελλήνων, συνεδρίαση της 16ης Οκτωβρίου 1975, σελίδα 113.]