Οδυσσέας Αγγελής

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Οδυσσέας Αγγελής, Έλληνας εθνικιστής ανώτατος αξιωματικός του Πυροβολικού [Α.Μ.19386], ο οποίος υπηρέτησε με το βαθμό του Στρατηγού -τεσσάρων άστρων- Πυροβολικού και υπήρξε ένας από τους πρωταγωνιστές της επιβολής του επαναστατικού καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967, ενώ διετέλεσε Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων καθώς και Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, στενός φίλος και συνεργάτης του Γεωργίου Παπαδόπουλου, γεννήθηκε στις 2 Ιανουαρίου 1912 στην κωμόπολη Στενή Δίρφυος του νομού Ευβοίας και αυτοκτόνησε δι' απαγχονισμού στις 22 Μαρτίου 1987, στις Φυλακές Κορυδαλλού στο Νομό Αττικής, όπου κρατείτο. Η κηδεία του έγινε στο νεκροταφείο Αγίων Θεοδώρων στην Άνω Στενή του Νομού Ευβοίας, όπου και τάφηκε σε ένα λιτό και απέριττο τάφο.

Ήταν άγαμος και δεν είχε αποκτήσει απογόνους.

Στρατηγός Οδυσσέας Αγγελής

Βιογραφία

Πατέρας του ήταν ο σιδηρουργός Μιλτιάδης Αγγελής. Ο Οδυσσέας που είχε άλλα εννέα αδέλφια, ολοκλήρωσε τα μαθήματα του Δημοτικού στη γενέτειρα του, ενώ τελείωσε το Γυμνάσιο Χαλκίδας με άριστα και ο Δήμος Χαλκίδας τον επιβράβευσε με χρηματικό βραβείο 2.000 δραχμών. Την ίδια χρονιά εισήλθε 2ος μεταξύ 887 υποψηφίων, στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, [Σ.Σ.Ε.], από την οποία αποφοίτησε πρώτος στις 4 Αυγούστου 1934 και με διάταγμα ονομάστηκε Ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού. Συμμαθητής του στο ίδιο έτος της Σχολής ήταν ο Δημήτριος Πατίλης [1].

Ο Αγγελής, που μιλούσε αγγλικά και γαλλικά, μετά την εκπαίδευση του στη Σχολή Πυροβολικού τοποθετήθηκε στο Α' Σύνταγμα Πυροβολικού. Συμμετείχε στην καταστολή του κινήματος της 1ης Μαρτίου 1935, το οποίο διοργανώθηκε από Βενιζελικούς αξιωματικούς. Το 1937 προήχθη σε Υπολοχαγό, το 1940 σε Λοχαγό και πήρε μέρος στον Πόλεμο της Πίνδου εναντίον των Ιταλών, ως Διοικητής Πυροβολαρχίας Ορειβατικού Πυροβολικού. Μετείχε και στις μάχες των οχυρών μετά την εισβολή των Γερμανών, ενώ στη διάρκεια της κατοχής της Ελλάδος από τις δυνάμεις του Άξονα οργανώθηκε στην αντιστασιακή οργάνωση «Στρατιωτική Ιεραρχία» που είχε ως αρχηγό, τον Στρατηγό Αλέξανδρο Παπάγο. Την Άνοιξη του 1942, επιχείρησε να διαφύγει με καράβι από τη νότια Εύβοια, με προορισμό τις ακτές της Τουρκίας, όμως συνελήφθη από τους Γερμανούς και φυλακίστηκε. Απέδρασε στη μεταφορά του προς τη Λάρισα και κατάφερε να διαφύγει, φτάνοντας στην Κρήνη, [Τσεσμές] της Μικράς Ασίας, απ' όπου έφτασε στην Αίγυπτο και κατατάχθηκε στις Ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις, ως Διοικητής Πυροβολαρχίας Αντιαεροπορικού Πυροβολικού. Φυλακίστηκε στη διάρκεια της ανταρσίας των κομμουνιστών στρατιωτικών στην Αίγυπτο και απελευθερώθηκε μετά την καταστολή της εξεγέρσεως. Συμμετείχε στη μάχη του Ελ Αλαμέιν και στις 12 Οκτωβρίου 1944, επανήλθε στην Ελλάδα.

Το 1946 προήχθη στο βαθμό του Ταγματάρχη και έλαβε μέρος στα «Δεκεμβριανά» και στην καταστολή της ένοπλης ανταρσίας των μελών του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος [Κ.Κ.Ε.], ως Διοικητής Μοίρας Πυροβολικού, ενώ το 1950 προήχθη σε Αντισυνταγματάρχη, το 1958 σε Συνταγματάρχη, το 1960 σε Ταξίαρχο, το 1965 σε Υποστράτηγο, το 1967 σε Αντιστράτηγο και το 1970 σε Στρατηγό. Υπηρέτησε σε διάφορες επιτελικές θέσεις και μονάδες του Πυροβολικού και συμπλήρωσε τη στρατιωτική του εκπαίδευση στη Σχολή Πυροβολικού, ενώ αποφοίτησε από την Ανωτέρα Σχολή Πολέμου και την Σχολή Εθνικής Άμυνας. Τον Ιανουάριο του 1951, προχώρησε σε μυήσεις νέων αξιωματικών στην οργάνωση Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών, [Ι.Δ.Ε.Α.], την συμμετοχή του είχε αποδεχθεί και ο ίδιος, και σε εκείνα τα χρόνια ανάγεται η συνεργασία του με το Γεώργιο Παπαδόπουλο. Υπηρέτησε και στο Στρατηγείο του NATO στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας κι αργότερα διατέλεσε υπασπιστής του Βασιλιά Παύλου υπηρετώντας στον Βασιλικό Στρατιωτικό Οίκο. Δίδαξε ως καθηγητής στην Ανωτέρα Σχολή Πολέμου και διατέλεσε Επιτελάρχης της IX Μεραρχίας, Διοικητής της Σχολής Πυροβολικού, Διευθυντής του 2ου ΕΓ/ΓΕΣ, Επιτελάρχης της ΑΣΔΕΝ, Υποδιοικητής και Διοικητής της V Μεραρχίας και Υπαρχηγός του ΓΕΕΘΑ.

21η Απριλίου 1967

Στις 2 τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου 1967, όταν τέθηκε σε εφαρμογή το σχέδιο «Προμηθεύς» και κινήθηκαν οι στρατιωτικές μονάδες, οι οποίες κατάργησαν την κυβέρνηση του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, τον τότε πρωθυπουργό συνέλαβε εικοσαμελής ομάδα στρατιωτών, υπό τις διαταγές του λοχαγού Ηρακλή Θωμά, συγχωριανού και στενού συνεργάτη του, ενώ ο Αγγελής συνεργάστηκε με τους συναδέλφους του και διέταξε το Γ' Σώμα Στρατού στη Θεσσαλονίκη να εφαρμόσει το σχέδιο «Προμηθεύς» σε όλη τη χώρα. Στις 22 Απριλίου 1967, κατείχε τη θέση του υπαρχηγού ΓΕΕΘΑ και ανέλαβε Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, [Γ.Ε.Σ.], ενώ από τις 14 Δεκεμβρίου 1967 έως τις 18 Δεκεμβρίου 1968 ήταν ταυτόχρονα και Αρχηγός Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας [2]. Από τις 19 Δεκεμβρίου 1968 ανέλαβε Αρχηγός του νεοσυστάτου Αρχηγείου Ένοπλων Δυνάμεων, του ΓΕΕΘΑ. Η άμυνα της Κύπρου αποδυναμώθηκε, όταν η Ελληνική Μεραρχία αποσύρθηκε τμηματικά τους μήνες Δεκέμβριο 1867 και Ιανουάριο 1968, ενώ η αφορμή για την απόσυρση δόθηκε με τη συμμετοχή μονάδων της σε συγκρούσεις με Τουρκοκύπριους στους θύλακες Κοφινού και Αγίων Θεοδώρων, που προκάλεσε την έντονη αντίδραση της Τουρκίας, των Τουρκοκυπρίων και της Κυπριακής κυβερνήσεως. Σε ρόλο μεσολαβητή, από τον τότε Αμερικανό Πρόεδρο Λύντον Μπ. Τζόνσον, είχε ορισθεί ο Σάϋρους Βανς, μετέπειτα μεσολαβητής στο Γιουγκοσλαβικό.

Με Συντακτική Πράξη την 1η Ιουνίου 1973, είχε καταργηθεί η μοναρχία και εγκαθιδρύθηκε πολίτευμα Προεδρικής Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, με προσωρινό πρόεδρο το Γεώργιο Παπαδόπουλο, ενώ την Κυριακή 29 Ιουλίου 1973, διεξήχθη δημοψήφισμα με σκοπό, να εγκριθεί από το εκλογικό σώμα σχέδιο ψηφίσματος με τον τίτλο «Περί τροποποιήσεως του από 15ης Νοεμβρίου 1968 Συντάγματος» και να γίνει η εκλογή προέδρου και αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, θέσεις για τις οποίες ήταν υποψήφιοι οι Γεώργιος Παπαδόπουλος και Οδυσσέας Αγγελής, για θητεία 8 ετών. Εγγεγραμμένοι ήταν 5.840.941 πολίτες και συμμετείχαν 4.934.424, από τους οποίους 3.870.124 ποσοστό 78,43% ψήφισαν «Ναι» στην πολιτειακή μεταβολή και 1064300 ποσοστό 21,57% ψήφισαν «Όχι». Ο Αγγελής αποστρατεύθηκε στις 16 Αυγούστου 1973, όταν ανέλαβε Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας με Πρόεδρο το Γεώργιο Παπαδόπουλο και η έως τότε κυβέρνηση αντικαταστάθηκε από εκείνη του Σπύρου Μαρκεζίνη με σκοπό να διενεργήσει εκλογές.

Ανατροπή Παπαδόπουλου

Η διεξαγωγή εκλογών αποτράπηκε από το στρατιωτικό κίνημα υπό το Δημήτριο Ιωαννίδη και την ανατροπή του καθεστώτος. Τις παραμονές του κινήματος Ιωαννίδη, ο Στυλιανός Παττακός είδε τον Μαρκεζίνη και τον πίεσε να επισπεύσει τις εκλογές. Πήγε μάλιστα και είδε και τον Παπαδόπουλο στον οποίο είπε «Γιώργο, πρόσεχε τον Μίμη. Κάτι ετοιμάζει!», όμως ο Παπαδόπουλος του επισήμανε ότι «Ο Μίμης είναι πιστός φίλος. Αρσακειάδα!» και ο Παττακός του απάντησε «Μου το είπες και πέρυσι, αλλά… πρόσεχε… Άκουσε με! Θυμήσου την Αρσακειάδα που ο φίλος μας την έπιασε σε ξένη αγκαλιά…». Το βράδυ της ίδιας μέρας ο Μαρκεζίνης επισκέφτηκε τον Παπαδόπουλο στο Λαγονήσι και του έθεσε το θέμα άρσεως του στρατιωτικού νόμου και ορισμού ημέρας διεξαγωγής των εκλογών. Ο Παπαδόπουλος θεωρούσε ως πρόσφορη ημερομηνία την 10η Μαρτίου 1974, ενώ ο Μαρκεζίνης επέμενε για τη 10 Φεβρουαρίου 1974 και παρόντος του στρατηγού Αγγελή μετέφερε στον Παπαδόπουλο και άλλες πληροφορίες, αλλά από τη σιγή του αποκόμισε την άποψη ότι τα γνώριζε. Ο Παπαδόπουλος στράφηκε στον Αγγελή λέγοντας, «Νομίζω ότι πρέπει να είπωμεν εις τον Ιωαννίδην να παρουσιασθεί εις τον πρωθυπουργόν ώστε να μορφώσει ο ίδιος γνώμην, αν πρόκειται περί ανθρώπου ικανού να διαπράξει όσα διαδίδουν». Φεύγοντας ο Μαρκεζίνης είπε στον Παπαδόπουλο, «Περιμένω απάντησιν ημερομηνίας των εκλογών» και ο Παπαδόπουλος απάντησε, «Α, ναι, έχετε δίκαιον…».

Την παραμονή του κινήματος Ιωαννίδη, ο Νικόλαος Μακαρέζος συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό Σπύρο Μαρκεζίνη στον οποίο είπε «Το καθήκον μου επιβάλλει να πω τη σκληρή αλήθεια. Μόνος τρόπος εξόδου από το αδιέξοδο είναι άρση του στρατιωτικού νόμου, παραίτηση του Παπαδόπουλου, ανάληψη της προεδρίας από τον αντιπρόεδρο Αγγελή και εκλογές». Πρόσθεσε ότι από δημοσκόπηση που έκανε στην Αθήνα, διαπίστωσε πως το 93% εκφραζόταν κατά του Παπαδόπουλου, το 7% ήταν αδιάφορο, ενώ στους στρατιωτικούς διαπιστώθηκε άρνηση εκδηλώσεως γνώμης. Με τον Μαρκεζίνη συναντήθηκε και ο καθηγητής Ιωάννης Γεωργάκης, που τον προειδοποίησε ότι «θα σας ανατρέψει ο Ιωαννίδης» και τον προέτρεψε να ενημερώσει τον Παπαδόπουλο. Ο Αγγελής παρέμεινε σε κατ' οίκον περιορισμό μέχρι τις 23 Ιουλίου 1974, ημέρα της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο. Ακολούθησε η απόσυρση των στρατιωτικών, η ορκωμοσία και η παράδοση της διακυβερνήσεως σε πολιτική κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.

Δίκη & Καταδίκη

Την 26η Ιουλίου 1974 δημοσιεύθηκε Προεδρικό Διάταγμα Γενικής Αμνηστείας με αριθμό 519, το οποίο όριζε, «...Αμνηστεύονται τα καθ' οιονδήποτε τρόπον τελεσθέντα μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος εγκλήματα, τα προβλεπόμενα και τιμωρούμενα υπό των διατάξεων του Ποινικού Κώδικος, του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικος κ.λπ. και αυτόθι αναφερομένων νόμων, ως επίσης και τα προς αυτά συναπτόμενα ή συναφή, εφ' όσον ταύτα έχουν σχέσιν προς την κατάστασιν την δημιουργηθείσαν από της 21/4/1967. Ομοίως αμνηστεύονται τα αυτά ως άνω εγκλήματα, τελεσθέντα προ της 21/4/1967 και τα προς αυτά συναπτόμενα ή συναφή, εφ' όσον οπωσδήποτε απέβλεπον προς την ανατροπήν της καθεστηκυίας τάξεως...».

Τι προηγήθηκε

Στις 9 Σεπτεμβρίου 1974, οι δικηγόροι Αλέξανδρος Λυκουρέζος, ο οποίος λίγα χρόνια αργότερα τάχθηκε δημόσια και ξεκάθαρα υπέρ της αποφυλακίσεως του [3], και Δημήτριος Χαρισιάδης, υπέβαλλαν μήνυση -με βάση το Αστικό Δίκαιο- εναντίον των πρωταιτίων του στρατιωτικού καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967, επειδή υπέστησαν αστική ζημία, καθώς από την ενέργεια του παρεμποδίστηκε η επαγγελματική τους ανέλιξη. Στις 24 Σεπτεμβρίου 1974, ο συνταγματάρχης της Χωροφυλακής Νικόλαος Πορρικός με εντολή του Υπουργού Δημοσίας Τάξεως Σόλωνα Γκίκα και του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή, επισκέφθηκε τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, στον οποίο μετέφερε τη θέληση του Καραμανλή, να μείνει μακριά από οποιαδήποτε πολιτική ανάμειξη, όμως εισέπραξε αρνητική απάντηση του Παπαδόπουλου, που είχε ήδη αποφασίσει την πολιτική εμπλοκή του. Στις 3 Οκτωβρίου 1974, η Βουλή των Ελλήνων με πρωτοβουλία των βουλευτών του κόμματος «Νέα Δημοκρατία», εξέδωσε Συντακτική Πράξη με την οποία εξαίρεσε από την αμνηστία που είχε χορηγηθεί τους πρωταγωνιστές του επαναστατικού καθεστώτος της 21ης Απριλίου.

Άσκηση διώξεως

Την 5η Νοεμβρίου 1974, ασκήθηκε δίωξη εναντίον του Αγγελή από τον προϊστάμενο της εισαγγελίας Εφετών Αθηνών Μενέλαο Κουτσάκο, καθώς και των Γεωργίου Παπαδόπουλου, Νικολάου Μακαρέζου, και 62 ακόμη συνεργατών τους, ενώ στις 29 Δεκεμβρίου 1974 ο ανακριτής Γεώργιος Βολτής απάγγειλε τις κατηγορίες της στάσεως, εσχάτης προδοσίας και προπαρασκευαστικών ενεργειών εσχάτης προδοσίας. Στις 18 Ιανουαρίου 1975 εκδόθηκε το «Δ' Ψήφισμα» της Βουλής των Ελλήνων, που καθόρισε τη μορφή του κινήματος της 21ης Απριλίου 1967 ως «πραξικόπημα» και θέσπισε την αναδρομικότητα σε Ποινικά αδικήματα, πρωτοφανές γεγονός για τα νομικά χρονικά της Ελλάδος, το οποίο εφάρμοσε αργότερα το Ειδικό Δικαστήριο. Στις 3 Φεβρουαρίου 1975, ο Αγγελής τέθηκε σε κατ' οίκον περιορισμό με βάση το «Δ' Ψήφισμα» της Βουλής των Ελλήνων. Στις 22 Μαΐου 1975 δημοσιεύθηκε το υπ' αριθμό 414/75 βούλευμα του Πενταμελούς Συμβουλίου Εφετών, με το οποίο παραπέμφθηκε σε δίκη με τις κατηγορίες της «εσχάτης προδοσίας» και της «στάσεως» και στις 2 Ιουλίου 1975 η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου απέρριψε, με την υπ' αριθμόν 683 απόφαση, την αναίρεση που είχε ασκήσει κατά του βουλεύματος της παραπομπής του. Παράλληλα η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου αποφάνθηκε, με την απόφαση 684, ότι το δήθεν αδίκημα της «εσχάτης προδοσίας» της 21ης Απριλίου 1967, ήταν «στιγμιαίον».

Στις 28 Ιουλίου 1975 ξεκίνησε η δίκη των πρωταιτίων της 21ης Απριλίου, με την κατηγορία της «στάσεως» και της «εσχάτης προδοσίας» και έγινε δίχως την παράσταση Πολιτικής αγωγής, κατόπιν αιτήματος της υπερασπίσεως, ενώ οι δικηγόροι των κατηγορουμένων αποχώρησαν, δηλώνοντας ότι η καταδίκη των πελατών τους είναι προαποφασισμένη. Ο Αγγελής πραγματοποίησε δήλωση αναλήψεως ευθυνών και δήλωσε: «Γνωρίζω την κατηγορία, αλλά δεν την αποδέχομαι». Λίγα λεπτά μετά την έναρξη της διαδικασίας, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος δήλωσε προς το δικαστήριο: «...Υπήρξα αρχηγός της επαναστάσεως (...). Ως εκ τούτου αναλαμβάνω την ευθύνη πλήρως, δι' όλους όσοι συμμετέσχον εις την εκδήλωσίν της και δι' όσα έπραξαν εντός του πνεύματος των διαταγών. Δε θα με ξανακούσητε εις το Δικαστήριόν σας. Θα αναμένω την απόφασίν σας (...)».

Φυλάκιση

Το Σάββατο 23 Αυγούστου 1975 στις 13.10 το μεσημέρι, εκδόθηκε η απόφαση υπ' αριθμόν 477 και καταδικάστηκε σε είκοσι χρόνια φυλακίσεως, με τη κατηγορία ότι συμμετείχε στο Στρατιωτικό καθεστώς, από το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών [4] με πρόεδρο τον Ιωάννη Ντεγιάννη, έκπτωτο δικαστή πριν την 21η Απριλίου 1967, για τη συμμετοχή του στο στρατιωτικό καθεστώς, με τις κατηγορίες της στάσεως και της εσχάτης προδοσίας, ενώ η άσκηση της εξουσίας από τις 21 Απριλίου 1967 έως τις 24 Ιουλίου 1973 χαρακτηρίστηκε «στιγμιαίο αδίκημα». Το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό περί άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, καθώς και ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια. Στις 25 Αυγούστου το Υπουργικό Συμβούλιο επικύρωσε ομόφωνα την απόφαση, ενώ φυλακίστηκε σε ειδική πτέρυγα των Φυλακών Κορυδαλλού.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου αποκάλυψε στον Εβραιοαμερικανό συμφοιτητή του και καθηγητή Τζέημς Σβάρτς, ότι «....Έστειλα στον κύριο Παττακό μία επιστολή και τον παρακάλεσα να μου ζητήσει να βγει από την φυλακή. Και προς τιμήν του μου απήντησε ο Παττακός ότι θεωρεί τον εαυτόν του ως μόνο υπεύθυνο για την 21η Απριλίου. Και ότι συνεπώς, θα πρέπει να βγουν νωρίτερα από την φυλακή οι μη υπεύθυνοι ως αυτός». Το 1982 ο Παπανδρέου, τότε Πρωθυπουργός της Ελλάδος, έστειλε στην φυλακή τον Σβάρτς, που έδωσε στον Παττακό, ένα ραδιοφωνάκι κι ένα κουτί γλυκά, ενώ το Φθινόπωρο του ίδιου έτους, ο καθηγητής Σβάρτς έγραψε στον Παττακό, ότι μετέφερε στον Ανδρέα Παπανδρέου την συζήτησή τους. Την Μεγάλη Τετάρτη του 1988, η Δήμητρα Νικολαΐδου-Παττακού, επισκέφθηκε το Καστρί, μετά από πρόσκληση του Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος της υποσχέθηκε ότι θα αποφυλακίσει τους στρατιωτικούς κρατουμένους για την 21η Απριλίου, δύο μήνες πριν τις εκλογές, που σχεδίαζε να πραγματοποιήσει στο τέλος του 1988, όμως τα σχέδια ανατράπηκαν από την ασθένεια του και τη μετάβαση του στο νοσοκομείο του Χέρφιλντ [5].

Ο θάνατος του

Το 1981 ο Αγγελής, ασθενής και με σοβαρά προβλήματα οράσεως, αρνήθηκε να υποβάλλει αίτηση αποφυλακίσεως για λόγους υγείας και δεν υπέγραψε τα σχετικά έγγραφα, υποστηρίζοντας ότι θα αποφυλακιστεί, μόνο όταν θα κρατά την πόρτα για να εξέλθει και ο τελευταίος συγκρατούμενος του. Πριν από το 1985, το Πλημμελειοδικείο Πειραιώς είχε διατάξει τρεις φορές την αυτεπάγγελτη διακοπή της ποινής του, λόγω σοβαρής παθήσεως των οφθαλμών του και ελαττωματικής κυκλοφορίας του άνω αριστερού μέρους του σώματός του (σχετικής παραλύσεως). Ήδη από το 1985 αν και ο Στρατηγός Αγγελής πληρούσε τις απαραίτητες προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο 105 του Ποινικού Κώδικος για την αποφυλάκιση κρατουμένου δίχως αίτηση, καθώς είχε ήδη εκτίσει το ήμισυ της ποινής που του είχε επιβληθεί και ταυτόχρονα είχε υπερβεί το 70ό έτος της ηλικίας του, το καθεστώς συνέχισε να τον κρατά φυλακισμένο απαιτώντας την υποβολή αιτήσεως από μέρους του. Εν’ τούτοις, αρνήθηκε να υπογράψει την τυπική αίτηση για να κινηθεί η διαδικασία αποφυλακίσεώς του. Τον λόγο, τον εξηγούσε στον Στυλιανό Παττακό, στον οποίο είπε χαρακτηριστικά: «Εδώ είμεθα εν ενεργεία μαχηταί της ελευθερίας. Δεν αναγνωρίζομεν την κατηγορίαν δία την οποίαν μας κατεδίκασαν. Περιφρονούμεν αυτούς που μας κατηγορούν και δεν καταδεχόμεθα ούτε να τους πτύσωμεν» [6].

Την τρίτη φορά που συζητήθηκε το θέμα του στο δικαστήριο ο Στρατηγός Αγγελής απευθυνόμενος προς το Τριμελές Πλημμελιοδικείο Πειραιώς έγραφε:
«Κύριε πρόεδρε,
Είναι η τρίτη φορά εις το διάστημα των τελευταίων 18 μηνών, που προσάγομαι εις μίαν δίκην, η οποία ενώ υποτίθεται ότι αποβλέπει εις το καλόν μου, γίνεται παρά την θέλησίν μου, δεδομένου ότι η διαδικασία δια την προσωρινήν διακοπήν της ποινής μου προς αποτροπήν ανηκέστου βλάβης της υγείας μου, εκινήθη αυτεπαγγέλτως, κατόπιν αιτήσεως του κ. Εισαγγελέως.
Εις τας δύο προηγούμενος δίκας εξήγησα τους λόγους διά τους οποίους δεν αποδέχομαι το μέτρον αυτό. Διότι το μέτρον αυτό -του να διακόπτεται δηλαδή, προσωρινώς και δι’ ωρισμένον χρόνον, η έκτισις της ποινής όταν υπάρχει κίνδυνος να πάθη η υγεία βλάβην ανίατον -είναι εν μέτρον ευσπλαχνίας και οίκτου, προβλεπόμενον δια τους καταδίκους εγκληματίας. Εγώ όμως, όχι μόνον δεν διέπραξα κανέν έγκλημα, αλλά απεναντίας είμαι θύμα αδικίας και παρανομίας διαπραχθείσης εις βάρος μου -και φυσικά και των άλλων συνεγκλείστων συναδέλφων μου της ίδιας κατηγορίας- βάσει ενός ψηφίσματος, το οποίον κατά γενικήν ομολογίαν, παρεβίασε τας πλέον στοιχειώδεις αρχάς της δικαιοσύνης.
Υπό τας συνθήκας αυτάς, θεωρώ αναξιοπρεπές, όχι μόνον να ζητήσω τον οίκτον, αλλά και να τον αποδεχθώ προσφερόμενον! Διότι μια τοιαύτη ενέργειά μου, θα εσήμαινεν ότι αναγνωρίζω ως νόμιμον τον εγκλεισμόν μου εις τας φυλακάς και επί πλέον, με την αποδοχήν του οίκτου, αναγνωρίζω και κάποιον στοιχείον γενναιοψυχίας εις τους παρανομήσαντας εις βάρος μου, πράγμα το οποίον δεν προτίθεμαι να κάνω!
Η υγεία βεβαίως είναι αγαθόν πολυτιμότατον. Υπάρχουν όμως ορισμένα αγαθά τα οποία είναι πολυτιμότερα από την υγεία, ακόμη δε και από την ζωήν. Και ένα τέτοιο αγαθόν είναι η αξιοπρέπεια! Για τους λόγους αυτούς, κύριε Πρόεδρε και κύριοι δικασταί, ζητώ την απόρριψιν της αυτεπαγγέλτως και παρά την θέλησίν μου, υποβληθείσης αιτήσεως. Νομίζω ότι μπορώ να ζητήσω να μου αναγνωρισθή το στοιχειώδες δικαίωμα να κρίνω εγώ τι είναι ηθικώς καλόν δι’ εμέ».

Ο Στρατηγός Αγγελής παρέμεινε έγκλειστος μέχρι τις εννέα το πρωί της 22ας Μαρτίου 1987, όταν κρεμάστηκε στην ισόπεδη τουαλέτα του κελιού αριθμός 48, στις φυλακές Κορυδαλλού όπου κρατούνταν. Το πρωί του θανάτου του ο Αγγελής μετά την βόλτα του, παρέα µε τov Στυλιανό Παττακό, επέστρεψε στο κελί του και πήγε στηv τουαλέτα. Εκεί αφού πέρασε το καλώδιο της ηλεκτρικής του θερμάστρας σε σωλήνα, έδεσε τη θηλιά στο λαιμό του και λυγίζοντας τα πόδια του κατάφερε vα αυτοχειριαστεί. Στις 8:45 ο Στυλιανός Παττακός [7] παρατήρησε ότι από το κάτω μέρος της πόρτας του δωματίου του Αγγελή έτρεχαν νερά, ενώ μπαίνοντας στο χώρο αντίκρισε τo συνάδελφο και συνεργάτη του κρεμασμένο και κάλεσε σε βοήθεια. Στο χώρο έφτασαν ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, ο Γεώργιος Ζωιτάκης και ο φύλακας βάρδιας, οι οποίοι βρήκαν ένα φάκελλο στο τραπέζι του κελιού, ο οποίος είχε ως παραλήπτη την ανιψιά του και έγραφε, «Η διαθήκη μου, προς Αγγελή Ελέvη, 72.27.587». Ο Αγγελής παρέμεινε συνεπής στη δημόσια δέσμευσή του ότι «Εγώ με δύο τρόπους είναι δυνατόν να βγω απ’ τις φυλακές. Είτε κρατώντας την πόρτα του Κορυδαλλού μέχρι να βγει και ο τελευταίος από τους συγκρατουμένους μου, ή νεκρός».

Εξόδιος ακολουθία

Στην κηδεία του η οποία έγινε στη γενέτειρα του, παραβρέθηκαν η Δέσποινα Παπαδοπούλου και ο Χρύσανθος Δημητριάδης, Ευρωβουλευτής του κόμματος «Εθνική Πολιτική Ένωσις», [«Ε.Π.ΕΝ.»]. Λίγες ημέρες αργότερα, ο Ζαν Μαρί Λεπέν, αρχηγός του Γαλλικού «Εθνικού Μετώπου» με δηλώσεις του ζήτησε την αποφυλάκιση των πολιτικών κρατουμένων αξιωματικών της 21ης Απριλίου και απευθύνθηκε στον τότε πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου λέγοντας, «..Δώστε αμνηστία, κ. Παπανδρέου. Βαθύτατα αναστατωμένος από την αυτοκτονία του Στρατηγού Αγγελή, σας απευθύνω, καθώς και στην οικογένειά του, στους κρατούμενους συντρόφους του και όλους τους φίλους στην Ελλάδα, τόσον προσωπικά, όσον και εξ ονόματος των συναδέλφων μου της Ομάδος της Ευρωπαϊκής Δεξιάς και του Εθνικού Μετώπου της Γαλλίας, τα ειλικρινή μας συλλυπητήρια. Εκφράζω στην Ελληνική Κυβέρνηση τη θλίψη μου δι' αυτήν τη δραματική κατάληξη και κάνω έκκληση για άμεσο αμνηστία των κρατουμένων Αξιωματικών.»

Διακρίσεις

Ο Αγγελής τιμήθηκε δύο φορές με Αριστείο Ανδρείας με Πολεμικό Σταυρό και με Μετάλλιο Εξαιρέτων Πράξεων, καθώς και πολλά άλλα Ελληνικά και ξένα παράσημα και μετάλλια, αντίστοιχα του βαθμού του και των θέσεων που κατείχε. Είχε ιδιαίτερη μόρφωση και στους στρατιωτικούς κύκλους ήταν γνωστός με το όνομα «Ακαδημαϊκός» [8]. Σύμφωνα με τα λεγόμενα των συναδέλφων του, ήταν ο πλέον μορφωμένος Αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού και συνήθιζε να διορθώνει τα υπηρεσιακά έγγραφα με πράσινο στυλό, ζητώντας να αναμορφωθούν πριν την τελική τους καταχώρηση.

Θεωρείται ως ο εμπνευστής, αν όχι και ο συντάκτης, της εργασίας 60 σελίδων με τίτλο «Εθνική γλώσσα», που εκδόθηκε τον Ιούλιο του 1972 από το Αρχηγείο των Ενόπλων Δυνάμεων [9] και επανεκδόθηκε το 1973 από την «Εταιρεία των Φίλων του Λαού», εμπλουτισμένο σε έκδοση 160 σελίδων [10]. Έδινε το μεγαλύτερο μέρος του μισθού του για φιλανθρωπικούς σκοπούς, ενώ σεβαστό ποσό χρησιμοποιούσε για την αγορά τσιγάρων, καθώς ήταν μανιώδης καπνιστής. Το σύνολο της περιουσίας του αποτελούσε ένα διαμέρισμα δυο δωματίων στην Αθήνα, το οποίο άφησε κληρονομιά στη μοναδική ανιψιά του, την οποία συντηρούσε.

Μνήμη Στρατηγού Αγγελή

Ο Στρατηγός Αγγελής θεωρείτο «στρατιωτική ἰδιοφυΐα», [military genius], και είχε το προσωνύμιο «Ο Στρατηγός των Στρατηγών», [General of Generals]. Ο Στρατηγός Αχιλλέας Τάγαρης γράφει ότι, «....Ὁ Ἀγγελῆς ἦταν ὁ πρῶτος Ἀρχηγός τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων, δηλ. Ἀρχιστράτηγος. (Ὁ Παπάγος ἦταν Ἀρχιστράτηγος ἀλλά μόνο τοῦ Στρατοῦ Ξηρᾶς)» [11]. Ο δημοσιογράφος Βαγγέλης Παπαδόπουλος γράφει: «....Ὁ Στρατηγός Ἀγγελῆς ἀποδεικνύεται ἡ πιό ἰσχυρή φυσιογνωμία καί διακρίνεται διεθνῶς. Ἀπό τίς Ἡμερησίες Διαταγές του, ὁ νεοέλληνας διακρίνει μία ὁλοκληρωμένη προσωπικότητα μέ βαθειά μόρφωση. Οἱ Ἔνοπλες Δυνάμεις τῆς Ἑλλάδος ἐπιβραβεύονται σέ διεθνεῖς ἀσκήσεις καί προβάλλονται σάν ὑπόδειγμα....» [12]. Ο ιστορικός και πολιτικός Σπυρίδων Μαρκεζίνης γράφει: «....Διατηρῶ ἐκ τῆς προσωπικῆς μου συνεργασίας λαμπράν ἀνάμνησιν τῆς γενικῆς μορφώσεως, καταρτίσεως, ἀκεραιότητος καί λιτότητος τοῦ Στρατηγοῦ...» [13].

Το βράδυ του θανάτου του Στρατηγού, το κόμμα Εθνική Πολιτική Ένωσις, [Ε.Π.ΕΝ.] οργάνωσε πορεία στην οικία του τότε πρωθυπουργού. Μία εβδομάδα μετά την εξόδιο ακολουθία του Στρατηγού Αγγελή τελέστηκε επιμνημόσυνη δέηση για την ανάπαυση τηςψυχής του στη Μητρόπολη Αθηνών και στη συνέχεια πλήθος 10.000 ατόμων κατέκλυσε σε πορεία την Πλατεία Συντάγματος με κατάθεση στεφάνου στον Άγνωστο Στρατιώτη και Ψήφισμα διαμαρτυρίας στη Βουλή. Ο Στυλιανός Παττακός αναφέρει για τον Στρατηγό Αγγελή: «...Τα σχέδιά του περιεστρέφοντο συνεχώς γύρω από την ατομικήν αυτοθυσίαν, πιστεύων ότι τούτο θα συνεκλόνιζε τους κυβερνώντας και θα τους ηνάγκαζε να προβούν εις την αποφυλάκισίν μας» [14], ενώ ο Άγγελος Παπαθάνου γράφει: «...Δύο-τρεις μήνες πριν, είχα ακούσει από το στόμα του Στρατηγού -σε επισκεπτήριο του Κορυδαλλού- την φράσι: “μόνον εγώ μπορώ να σας βγάλω από εδώ μέσα”...» [15]. Την παραμονή του θανάτου του, ο Αγγελής καθόταν με τους Στυλιανό Παττακό και Γεώργιο Ζωιτάκη. Ο Παττακός γράφει: «....Επλησίαζε η ώρα του κλειδώματος των κελιών, όταν η σιωπή του αμνού, η γλώσσα του Οδυσσέως Αγγελή, με την γνωστήν μας ήρεμη και αποφασιστική προφορά του, συνεπέρανε: “Θα τελειώση το θέμα μας και σύντομα”... Ιδιαιτέρως η σκέψις μου εκόλλησεν εις την φράσιν του Στρατηγού μας... Και φυσικά ο άνθρωπος είχε πάρει την φρικτήν απόφασίν του...» [16].

Στις 3 Απριλίου του 1988, ο Σπυρίδων Ζουρνατζής γράφει στην εφημερίδα «Ελληνικός Κόσμος»: «Το ύψος των βουνών ορίζεται από την υψηλότερη κορυφή τους. Και οι μεγάλοι άνδρες μετριούνται με το ύψος της εξοχωτέρας πράξεώς τους. Ο Στρατηγός Οδυσσεύς Αγγελής ανέτρεψε τον κανόνα. Ο θάνατος του υπερακόντισε όλες μαζί τις πράξεις της έξοχης ζωής του... Ο στρατηγός Αγγελής... θυσιάστηκε μόνος, χάριν της απελευθερώσεως των συμπολεμιστών του. Τέτοιο παράδειγμα αυτοθυσίας δεν υπάρχει ούτε στην αρχαία Ιστορία μας!... Εδιάλεξε να εξέλθει νεκρός στις 22 Μαρτίου 1987. Η στιγμή της θυσίας ήταν διπλά συμβολική. Διότι τον περσινό Μάρτιο είχε κορυφωθεί η δημόσια συγκίνηση για τους εγκλείστους του Κορυδαλλού, ύστερα από τη μεταστροφή του μηνυτού τους Αλέξ. Λυκουρέζου. Αλλά και διότι την ίδια εποχή είχε παράλληλα κορυφωθεί ο δημόσιος εξευτελισμός των στρατηγών του φακέλου της Κύπρου, που εμφανιζόταν να καταθέτουν στην Επιτροπή, για να καρφώνει ο ένας τον άλλον. Με το εγχείρημά του ο Στρατηγός Οδυσσέας Αγγελής έστειλε διπλό μήνυμα:
-Πρώτον, στους ίδιους του Κρέοντες της Πολιτείας, ότι ήλθε η ώρα της Καθάρσεως από το άγος του Κορυδαλλού. Στην αρχαία τραγωδία, για να επέλθει η Κάθαρση, προαπαιτείται η θυσία του αθώου (της Αντιγόνης, της Ιφιγένειας κ.λπ.).
-Δεύτερον, μήνυμα στην υγιά κοινή γνώμη του τόπου, που αισχυνόταν για το κατάντημα των ελλήνων στρατηγών. Όχι, δεν πέθανε η τιμή του έλληνος Στρατηγού. Ο Οδ. Αγγελής, αφού επί 40 χρόνια έδειξε με το παράδειγμά του πως πρέπει να ζεί ο Αξιωματικός, τώρα έδειχνε και πάλι με το παράδειγμά του, πως πρέπει να πεθαίνει, για να εξυψώσει την τιμή των συναδέλφων του...».

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

Βιβλιογραφία

  • «Οδυσσεύς Μιλτ. Αγγελής Ο στρατηγός των στρατηγών», το 1995, Στυλιανός Παττακός, εκδόσεις «Art Hellas»

Διαβάστε τα λήμματα

Παραπομπές

  1. [Εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα», φύλλο 4ης Αυγούστου 1934.]
  2. ΓΕΕΘΑ-Διατελέσαντες Αρχηγοί
  3. [Άρθρο του Αλέξανδρου Λυκουρέζου, Εφημερίδα «Ακρόπολις» 4 Ιανουαρίου 1987.]
  4. [Τη σύνθεση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών αποτελούσαν, Πρόεδρος ο Γιάννης Ντεγιάννης, σύνεδροι οι εφέτες Παναγιώτης Λογοθέτης, Παναγιώτης Κωνσταντινόπουλος, Ιωάννης Γρίβας και Γεώργιος Πλαγιαννάκος, εισαγγελέας ο Κωνσταντίνος Σταμάτης και αναπληρωματικά μέλη οι Ηλίας Γιαννόπουλος και Δημήτριος Τζούμας.]
  5. [Πηγή: Συνέντευξη Στυλιανού Παττακού, εφημερίδα «Ελεύθερος Κόσμος», Απρίλιος 2007]
  6. [«Διαξιφισμοί» σελίδα 273.]
  7. [Στυλιανός Παττακός, «Οδυσσεύς Μιλτ. Αγγελής: ο Στρατηγός των Στρατηγών», σελίδες 19-33
  8. [Μαρία Μποντίλα, καθηγήτρια Φιλόλογος, «Γλώσσα και Ιδεολογία: Οι γλωσσικές απόψεις των Συνταγματαρχών της δικτατορίας του 1967», σελίδα 7]
  9. [Μαρία Μποντίλα, καθηγήτρια Φιλόλογος, «Γλώσσα και Ιδεολογία: Οι γλωσσικές απόψεις των Συνταγματαρχών της δικτατορίας του 1967», σελίδες 1 & 10]
  10. [Μαρία Μποντίλα, καθηγήτρια Φιλόλογος, «Γλώσσα και Ιδεολογία: Οι γλωσσικές απόψεις των Συνταγματαρχών της δικτατορίας του 1967», σελίδες 1 & 10]
  11. [Αχιλλέας Τάγαρης, άρθρο 28ης Αυγούστου 1989.]
  12. [«Τό Πορτραῖτο ἑνός Ἡγέτη ἡ 5 Χρόνια Ἐπανάστασης» σελίδα 15.]
  13. [«Αναμνήσεις 1972 - 1974» σελίδα 115.]
  14. [Στυλιανός Παττακός, «Οδυσσεύς Μιλτ. Αγγελής: ο Στρατηγός των Στρατηγών», σελίδα 47.]
  15. [«Συνταγματάρχης αντί Λοχία», Άγγελος Παπαθάνου, σελίδα 126.]
  16. [Στυλιανός Παττακός, «Οδυσσεύς Μιλτ. Αγγελής: ο Στρατηγός των Στρατηγών», σελίδες 43-44.]