Κωνσταντίνος Ασλανίδης

Από Metapedia
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Κώστας Ασλανίδης Έλληνας εθνικιστής, ανώτερος αξιωματικός του Ελληνικού στρατού με το βαθμό του Συνταγματάρχη ε.α. των Ειδικών Δυνάμεων στον Ελληνικό Στρατό Ξηράς, ένας από τους πρωταγωνιστές της επιβολής του καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967, στενός φίλος και συνεργάτης του Γεωργίου Παπαδόπουλου στις κυβερνήσεις του οποίου κατέλαβε θέσεις Γενικού Γραμματέα και Υφυπουργού, που αποκλήθηκε «αναμορφωτής του ελληνικού αθλητισμού» και «πρωταθλητής έργων», γεννήθηκε το 1917 ή το 1918 [1] στην Κωνσταντινούπολη, όπου εργάζονταν ως υπηρέτρια η μητέρα του, και πέθανε από καθολικό καρκίνο στις 28 Νοεμβρίου 1984 στο σπίτι του στην Αθήνα. Η κηδεία του έγινε στο Β' Νεκροταφείο Αθηνών.

Ήταν παντρεμένος δύο φορές και η πρώτη σύζυγος του, από την οποία έγινε πατέρας δύο παιδιών, της Δέσποινας και του μετέπειτα αξιωματικού των Καταδρομών Γιώργου Ασλανίδη, ήταν εργάτρια της εταιρείας «ΥΦΑΝΕΤ» στη Θεσσαλονίκη. Παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο με τη Λούλα Φραντζή-Ασλανίδη, κόρη γνωστής οικογένειας των Αθηνών, με την οποία δεν απέκτησε απογόνους.

Κων/νος Ασλανίδης
Συνοπτικές πληροφορίες
Γέννηση: 1917 ή 1918
Τόπος: Κωνσταντινούπολη (Τουρκία)
Θάνατος: 28 Νοεμβρίου 1984
Τόπος: Αθήνα (Ελλάδα)
Υπηκοότητα: Ελληνική
Ασχολία: Αξιωματικός (ΠΖ), Γ.Γ. Αθλητισμού,
Υφυπουργός.

Βιογραφία

Βιολογικός πατέρας του Κωνσταντίνου ήταν ο Αλέξανδρος Σφέτσιος [2], εργοδηγός στα μεταλλεία Γερακινής στο νομό Χαλκιδικής και μητέρα του η Δέσποινα Γαλάνη. Μετά το διαζύγιο των γονέων του η μητέρα του παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο και ο Κωνσταντίνος που υιοθετήθηκε από το σύζυγο της μητέρας του έλαβε το επώνυμο Ασλανίδης. Ο Κωνσταντίνος μεγάλωσε στον Πολύγυρο του νομού Χαλκιδικής, όπου παρακολούθησε τα μαθήματα της Εγκύκλιας και Μέσης εκπαιδεύσεως. Στα χρόνια του Γυμνασίου μυήθηκε από το Γυμνασιάρχη του κι έγινε μέλος της «Ο.Κ.Ν.Ε.», [«Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδος»], όμως συνελήφθη από την ασφάλεια για συνωμοτική δράση, στο σπίτι της Λούλας Φραντζή μαζί με τους Κώστα Παπαργύρη, Αντώνη Μπέλλο και Μιχάλη Αικατερινάρη. Στην ανάκριση επέδειξε πνεύμα συνεργασίας και σύντομα, με τη βοήθεια του συνταγματάρχη Τζικάκη τότε Νομάρχη Χαλκιδικής, αποστασιοποιήθηκε από τις κομμουνιστικές ιδέες και πρακτικές. Φοίτησε κι αποφοίτησε από τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων με το βαθμό του Ανθυπολοχαγού του Πεζικού. Πήρε μέρος στην εθνική αντίσταση μέσα από τις τάξεις των εθνικών οργανώσεων και το Νοέμβριο του 1943 διέφυγε στη Μέση Ανατολή. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1945 με το βαθμό του Λοχαγού.

Διατέλεσε υποδιοικητής της Διοικήσεως Ειδικών Δυνάμεων [Καταδρομών] του Γενικού Επιτελείου Στρατού [Γ.Ε.Σ.]. Στις 10 Φεβρουαρίου 1968, μετά από αίτηση του, τέθηκε σε αποστρατεία λαμβάνοντας το βαθμό του Συνταγματάρχη [3] με Βασιλικό Διάταγμα [4]. Στις αρχές του 1970, ο Ασλανίδης είχε πει σε συνομιλία του με τον Ευάγγελο Αβέρωφ ότι «...ο σκληρότερος των σκληρών .... είναι ο Ιωαννίδης, ο οποίος αναμειγνύεται στα πάντα, ακόμη και στην εξωτερική πολιτική. Ο Ιωαννίδης δύο φορές θέλησε να παραπέμψει τον Αβέρωφ σε στρατοδικείο αλλά εμποδίστηκε από τον Παπαδόπουλο....». Ο Ασλανίδης τιμήθηκε με όλα τα προβλεπόμενα στρατιωτικά μετάλλια και παράσημα. Αρχικά κατοικούσε σε σπίτι στα Σεπόλια στην Αθήνα και αργότερα σε ιδιόκτητη κατοικία στην οδό Μπλέσσα 64 στο Παγκράτι του δήμου Αθήνας.

21η Απριλίου 1967

Ο Ασλανίδης μυήθηκε και εντάχθηκε στην ομάδα των αξιωματικών που σχεδίαζαν το καθεστώς της 21ης Απριλίου, από τον Ιωάννη Λαδά. Τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου 1967 με το βαθμό του Αντισυνταγματάρχη, πρωταγωνίστησε στην επιβολή του καθεστώτος κινητοποιώντας τις μονάδες Λόχων Ορεινών Καταδρομών [Λ.Ο.Κ.]. Μαζί με τον Ιωάννη Λαδά περίμεναν τον Γεώργιο Παπαδόπουλο στο Ελληνικό Πεντάγωνο και κατέλαβαν το κτίριο. Τις πρώτες πρωινές ώρες της ίδιας μέρας ο Ασλανίδης και ο Μιχάλης Ρουφογάλης, με εντολή του Παπαδόπουλου βρέθηκαν στο στρατόπεδο του Μπογιατίου, όπου είχε μεταφερθεί κρατούμενος ο Ανδρέας Παπανδρέου, με την εντολή να φροντίσουν να μην κινδυνέψει η ζωή και η υγεία του. Ο Παπαδόπουλος επέδειξε προσωπικό ενδιαφέρον για την κατάσταση του Ανδρέα Παπανδρέου και φρόντισε να διασφαλίσει ότι δεν θα υποστεί το παραμικρό κακό. Φθάνοντας στο Μπογιάτι ο Ασλανίδης τον αναζήτησε μεταξύ των κρατουμένων. Ο Παπανδρέου απάντησε «Παρών» στην ονομαστική πρόσκληση του Ασλανίδη, για να εισπράξει την απάντηση «Κύριε Παπανδρέου αυτό είναι το πρώτο παρών που δίνετε στον Ελληνικό Στρατό». Στις 13 Δεκεμβρίου 1967, εκδηλώθηκε το αποτυχημένο Βασιλικό κίνημα. Τότε τέθηκε από το επιτελείο των στελεχών της 21ης Απριλίου θέμα πολιτειακού, καθώς οι χαμηλόβαθμοι αξιωματικοί ήταν έντονα αντιβασιλικοί και μεταξύ τους ο Ασλανίδης ο οποίος φέρεται να είπε «Εάν επανέλθει ο Κωνσταντίνος θα τον σκοτώσω». Αν και αντιβασιλικός ο Ασλανίδης δέχθηκε να συναντηθεί το 1968, με τον βασιλιά Κωνσταντίνο στη Ρώμη, στον οποίο μετέφερε μήνυμα του Γεωργίου Παπαδόπουλου, με το οποίο ο τότε πρωθυπουργός του ζητούσε να επιστρέψει στην Ελλάδα, όμως ο Βασιλιάς δεν πίστεψε στις προθέσεις του καθεστώτος.

Κυβερνητικές θέσεις

Γενικός Γραμματέας Αθλητισμού

Ο Ασλανίδης, από τις 12 Μαΐου του 1967, χρημάτισε Γενικός Γραμματέας Αθλητισμού [5] [6], για διάστημα σχεδόν πέντε ετών. Βάσει του νόμου «Περί αναδιοργανώσεως του Εξωσχολικού Αθλητισμού», «....άπασαι αι αναγνωρισμέναι αθλητικαί οργανώσεις τίθενται υπό την εποπτείαν της παρά τω Υπουργείω Προεδρίας της Κυβερνήσεως, Γενικής Διευθύνσεως Αθλητισμού...» [7]. Μία από τις πρώτες ενέργειες του Ασλανίδη ήταν η διάλυση δύο οργάνων αθλητισμού, του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Αθλητισμού, καθώς και του Επταμελούς Συμβουλίου Αθλητισμού, ενώ στις 29 Ιουνίου του 1968, φρόντισε για την στελέχωση των ποδοσφαιρικών ενώσεων και σωματείων, αλλά και της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας, με κυβερνητικούς επιτρόπους [8]. Στις 29 Ιανουαρίου του 1968, στη διάρκεια ομιλίας του στο «Αλεξάνδρειο Μέλαθρο» στη Θεσσαλονίκη, ο Ασλανίδης ισχυρίστηκε ότι η διαφθορά αποτελούσε συνηθισμένο φαινόμενο στον αθλητικό χώρο της Ελλάδος, ενώ στην ίδια ομιλία, αλλά και σε συνεντεύξεις του στον Τύπο, δήλωνε ότι ήταν οπαδός της ομάδος του συλλόγου «Ηρακλής» Θεσσαλονίκης.

Ως Γενικός Γραμματέας Αθλητισμού είχε την αρχή να επισκέπτεται τα εκτελούμενα έργα για την επιτήρηση τους. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της επισκέψεως του στο στάδιο «Γεώργιος Καραϊσκάκης» στο Φάληρο, με τη συνοδεία αθλητικών παραγόντων και στελεχών του και Υπουργείου Δημοσίων Έργων για την επιθεώρηση των έργων, καθώς στο στάδιο επρόκειτο να πραγματοποιηθούν οι πανευρωπαϊκοί αγώνες στίβου. Η διοργάνωση μια Ολυμπιάδος στην Ελλάδα αποτελούσε όνειρο του Ασλανίδη, που είχε διατρανώσει την πεποίθηση του ότι στα μέσα της δεκαετίας του 1980 η χώρα θα ήταν έτοιμη να αναλάβει τη διοργάνωση της. O Ασλανίδης ήταν που συντέλεσε καθοριστικά στην ανάπτυξη του σκάκι στην Ελλάδα καθώς θεσμοθέτησε την επιχορήγηση της «Ελληνικής Σκακιστικής Ομοσπονδίας» με το αστρονομικό ποσό των 22.000.000 δραχμών. Η επιχορήγηση συνέβαλε στην κυκλοφορία του περιοδικού «Σκακιστικά Χρονικά», που περιλάμβανε συνεργασίες όλων διάσημων ξένων γκρανμέτρ της εποχής. Με τη δική του επίβλεψη και με πιστώσεις που εξασφάλισε από τη λειτουργία του οργανισμού ΠΡΟ.ΠΟ. [Προγνωστικά Ποδοσφαίρου], συνέβαλε στην τελική διαμόρφωση (μάντρες, πάρκινγκ κ.λπ.) του χώρου της Πηγάδας στο Μελιγαλά. Σύμφωνα με δηλώσεις του Ασλανίδη, «από της δημιουργίας του ελληνικού κράτους το 1830 μέχρι της 21ης Απριλίου 1967, η Κυβέρνησις διέθεσε διά τον αθλητισμόν 595.000.000 δρχ.» ενώ από την 21η Απριλίου 1967 μέχρι τον Ιούλιο του 1969, «διετέθησαν διά τον ελληνικόν αθλητισμόν 725.000.000 δρχ» [9].

Ο Ασλανίδης φρόντισε για τη θέσπιση ετήσιου διπλού αγώνα μεταξύ του κυπελλούχου συλλόγου Ελλάδος και του αντίστοιχου της Κύπρου, διοργάνωση που έγινε γνωστή ως «Κύπελλο της Μεγάλης Ελλάδος». Ο πρώτος αγώνας λάμβανε χώρα στην Κύπρο, συνήθως αρχές Απριλίου, ώστε να συμπίπτει με την επέτειο της ενάρξεως της δράσεως της Ε.Ο.Κ.Α. [Εθνική Οργάνωσις Κυπρίων Αγωνιστών] το 1955 και ο επαναληπτικός αγώνας διεξάγονταν στην Ελλάδα, είτε ανήμερα της επετείου της 21ης Απριλίου, είτε σε ημερομηνία όσο το δυνατόν πιο κοντά στην επέτειο. Τον Μάιο του 1971, ο Ασλανίδης, σε δηλώσεις του, υποστήριξε πως δεν υπάρχει αίτημα του Π.Α.Ο. για επέκταση των εξεδρών του σταδίου στην Λεωφόρο Αλεξάνδρας καθώς «από καιρού ο αθηναϊκός σύλλογος έχει στρέψει την προσοχήν του δια την ανεύρεσιν νέου σταδίου». Στην ίδια ανακοίνωση ο Ασλανίδης τόνιζε ότι «ευθύς ως ο χώρος ευρεθή, θα παραχωρηθή υπό του κράτους και θα αρχίσουν τα έργα επί της μελέτης που έχει εκπονήσει αφιλοκερδώς ο σύμβουλος του συλλόγου κ. Τσίπρας», αδελφός του πατέρα του μετέπειτα πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα. Το 1971 ο Ασλανίδης ταξίδεψε ως αρχηγός της αποστολής του Παναθηναϊκού στο Γουέμπλεϊ για τον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών με τον Άγιαξ.

Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου

Ο Ασλανίδης, τον Νοέμβριο του 1968, πρωταγωνίστησε στην επέκταση του «Οργανισμού Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου» [Ο.Π.Α.Π] στην Κύπρο, υπογράφοντας μια σύμβαση εξαιρετικά συμφέρουσα έως χαριστική για την Κυπριακή Δημοκρατία και τον Κυπριακό Αθλητισμό [10]. Η σημασία του Οργανισμού ήταν τεράστια όπως προκύπτει από μία σειρά καινοτομιών που εισήχθησαν, όπως η κυκλοφορία εβδομαδιαίας εφημερίδος αφιερωμένης εξ ολοκλήρου στα Προγνωστικά αγώνων ποδοσφαίρου, η διάθεση της ξεκίνησε στις αρχές του 1969, ή οι συχνές συναντήσεις-σεμινάρια που είχε ο Ασλανίδης με ιδιοκτήτες πρακτορείων, στους οποίους επέτρεψε, την διάθεση εισιτηρίων για τους αγώνες της Α' και της Β' Κατηγορίας, καθώς και την είσπραξη λογαριασμών του Ο.Τ.Ε. και της Δ.Ε.Η. [11], θεσμός που διατηρείται ως τις μέρες μας. Η επέκταση του ΠΡΟ-ΠΟ στην Κύπρο, δεν ήταν η μόνη την οποία επιχείρησε ο Ασλανίδης, καθώς ανάλογες προσπάθειες κατέβαλε και για την επέκταση του στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και στην Αυστραλία.

Μέσω του Ο.Π.Α.Π. ο Ασλανίδης χρηματοδότησε με μεγάλα ποσά κυπριακά αθλητικά σωματεία, όπως την Ομόνοια Λευκωσίας, οι παράγοντες της οποίας είχαν για πολλά χρόνια αναρτημένη τη φωτογραφία του Ασλανίδη στα γραφεία του συλλόγου. Η σχέση του Ασλανίδη με τους ανθρώπους της Ομόνοιας Κύπρου τελείωσαν το φθινόπωρο του 1972, όταν στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας ο Θεσσαλονικεύς Νίκος Ζλατάνος, σφαγίασε την Ομόνοια, που είχε αρχικά προηγηθεί του Παναθηναϊκού του Πούσκας με 0-2. Δύο πέναλτι εις βάρος της Ομόνοιας και ο διαφαινόμενος θρίαμβος μετατράπηκε σε τελικό σκορ 4-2 υπέρ του Παναθηναϊκού [12]. Ο Ασλανίδης με κάθε ευκαιρία ξεκαθάριζε πως οι επιχορηγήσεις «προέρχονται από τα έσοδα του ΠΡΟ-ΠΟ τα οποία έχουν αυξηθεί σημαντικώς λόγω της εμπιστοσύνης των φιλάθλων, του τρόπου διεξαγωγής των αγώνων και την συνετήν και τίμιαν διαχείρισιν». Με την παράλληλη ιδιότητά του ως πρόεδρος του ΟΠΑΠ [13] τα έσοδα από το ΠΡΟ-ΠΟ είχαν πολλαπλασιαστεί σημαντικά, καθώς με κάθε δήλωση του προπαγάνδιζε την ανάγκη τού να στοιχηματίζει ο κόσμος στο παιχνίδι. Όπως δήλωνε χαρακτηριστικά και σε συνομιλίες με απλούς φιλάθλους, «βοηθήστε με παίζοντας ΠΡΟ-ΠΟ ώστε κάθε εβδομάδα να φτιάχνουμε και ένα επαρχιακό στάδιο ή μίαν ανοικτήν πισίνα» [14].

Υφυπουργός

Ο Ασλανίδης συμμετείχε ως υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ, από τις 31 Ιουλίου 1972 έως τις 5 Οκτωβρίου 1972, καθώς και υφυπουργός Παιδείας, από τις 12 Οκτωβρίου 1972 έως τις 28 Σεπτεμβρίου 1973, στις κυβερνήσεις του Γεωργίου Παπαδόπουλου [15]. Στις 13 Ιουλίου 1973 ο Επαμεινώνδας Πετραλιάς εξέφρασε τις ευχαριστίες του στον Ασλανίδη λέγοντας, ότι «...Χάρις εις την πρόθυμον συμπαράστασιν προς την Επιτροπήν Ολυμπιακών Αγώνων της Εθνικής Κυβερνήσεως, ήτις διά της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού και του προσωπικού ενδιαφέροντος του Γενικού Γραμματέως κ. Κ. Ασλανίδη, ανέλαβε τας μεγάλας όντως δαπάνας, εις την Ολυμπίαν σήμερον λειτουργεί μεγαλοπρεπές αληθώς εις εγκαταστάσεις Πνευματικόν Κέντρον, το ιδεολογικόν Κέντρον του Παγκοσμίου Αθλητισμού...». Ο Ασλανίδης απομακρύνθηκε από την κυβερνητική θέση που κατείχε όταν σχηματίστηκε η κυβέρνηση του Σπύρου Μαρκεζίνη και εξέφρασε τη δυσαρέσκεια του για το συμβάν, ενώ έκανε δήλωση «Περί προδοσίας των αρχών και των σκοπών της Επαναστάσεως», όπως και οι Νικόλαος Μακαρέζος και Μιχαήλ Μπαλόπουλος. Τον Νοέμβριο του 1973 ανέλαβε τη θέση του Προέδρου και Γενικού Διευθυντή στις επιχειρήσεις του Γεωργίου Κωνσταντόπουλου, που περιλάμβαναν τα ναυπηγεία Σαλαμίνος, καθώς και οικοδομικές, τουριστικές και ξενοδοχειακές επιχειρήσεις.

Μεταπολίτευση

Στις 24 Σεπτεμβρίου 1968 το Συμβούλιον της Επικρατείας, υπό την προεδρία του Μιχάλη Στασινόπουλου, είχε αποφανθεί για την 21η Απριλίου 1967 ότι αποτέλεσε Επανάσταση [16]. Επίσης στις 26 Ιουλίου 1974, δημοσιεύθηκε το Προεδρικό Διάταγμα Γενικής Αμνηστίας με αριθμό 519, το οποίο όριζε, «...Αμνηστεύονται τα καθ' οιονδήποτε τρόπον τελεσθέντα μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος εγκλήματα, τα προβλεπόμενα και τιμωρούμενα υπό των διατάξεων του Ποινικού Κώδικος, του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικος κ.λπ. και αυτόθι αναφερομένων νόμων, ως επίσης και τα προς αυτά συναπτόμενα ή συναφή, εφ' όσον ταύτα έχουν σχέσιν προς την κατάστασιν την δημιουργηθείσαν από της 21/4/1967. Ομοίως αμνηστεύονται τα αυτά ως άνω εγκλήματα, τελεσθέντα προ της 21/4/1967 και τα προς αυτά συναπτόμενα ή συναφή, εφ' όσον οπωσδήποτε απέβλεπον προς την ανατροπήν της καθεστηκυίας τάξεως...».

Μηνυτήρια αναφορά

Με μια κίνηση μεθοδευμένη και με ξεκάθαρο πολιτικό στόχο, στις 9 Σεπτεμβρίου 1974, υποβλήθηκαν μηνύσεις εναντίον και του Ασλανίδη, από το δικηγόρο Αλέξανδρο Λυκουρέζο που δεκατρία χρόνια αργότερα τάχθηκε εγγράφως, δημόσια και απολύτως ξεκάθαρα υπέρ της αποφυλακίσεως του [17], καθώς υποστήριξε ότι η καταδίκη του Παπαδόπουλου και των συνεργατών του υπήρξε παράνομη. Μαζί του συντάχθηκαν ο δικηγόρος Ανδρέας Αναγνωστάκης, από τον Κίσσαμο Χανίων, ως εκπρόσωπος της «Ένωσης Δημοκρατικών Δικηγόρων Ελλάδας», οι Φοίβος Κούτσικας, Γρηγόριος Κασιμάτης, με την μήνυση των οποίων κινήθηκε δίωξη κατά 49 φυσικών προσώπων για Εσχάτη προδοσία, Στάση, ενώ οι μηνυτές πρότειναν την εξέταση 40 μαρτύρων κατηγορίας. Ακόμη, υπέβαλλε μήνυση ο δικηγόρος Δημήτριος Χαρισιάδης. Οι κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν -με βάση το Αστικό Δίκαιο- αφορούσαν κατηγορίες για εσχάτη προδοσία, συγκεκριμένα για παραβάσεις των άρθρων 134, 8α και 8β του Ποινικού Κώδικα.

Οι μηνύσεις, δυο μέρες αργότερα, διαβιβάστηκαν από την Εισαγγελία Αθήνας στην Στρατιωτική Δικαιοσύνη, επειδή ο Παπαδόπουλος όταν τελέστηκαν τα αδικήματα είχε την ιδιότητα του στρατιωτικού. Οι μηνυτές υποστήριξαν ότι υπέστησαν αστική ζημία, καθώς από την ενέργεια του παρεμποδίστηκε η επαγγελματική τους ανέλιξη. Στους εν λόγω μηνυτές απαγορεύτηκε από το δικαστήριο να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες και τους απέβαλε της Πολιτικής Αγωγής, όμως τους επέτρεψε να καταθέσουν ως μάρτυρες κατηγορίας. Οι δεκαπέντε εναγόμενοι της αναφοράς Λυκουρέζου ήταν οι Γεώργιος Παπαδόπουλος, Νικόλαος Μακαρέζος, Δημήτριος Ιωαννίδης, Ιωάννης Λαδάς, Κωνσταντίνος Ασλανίδης, Αντώνιος Λέκκας, Κωνσταντίνος Καρύδας, Μιχαήλ Ρουφογάλης, Κωνσταντίνος Χρ. Παπαδόπουλος, Αλέξανδρος Χατζηπέτρος, Μάριος Φραγκίσκος, που υπηρετούσε ως συνταγματάρχης στο Γ.Ε.Σ. στις 21 Απριλίου 1967, Γεώργιος Ζωιτάκης, Γρηγόρης Σπαντιδάκης και Μιχαήλ Μπαλόπουλος. Στις 28 Σεπτεμβρίου έγινε γνωστό από δημοσιεύματα εφημερίδων ότι ο υποστράτηγος της Στρατιωτικής Δικαιοσύνης Εμμανουήλ Πλευράκης διενεργεί προκαταρκτική εξέταση με βάση την μήνυση Λυκουρέζου.

Συντακτική πράξη

Κων/νος Ασλανίδης

Στις 3 Οκτωβρίου 1974, η Βουλή των Ελλήνων με πρωτοβουλία των βουλευτών του κόμματος «Νέα Δημοκρατία», εξέδωσε Συντακτική Πράξη [18] με την οποία βάπτιζε ως «πολιτικό έγκλημα» την 21η Απριλίου και ανακαλούσε την αμνηστία της 26ης Ιουλίου 1974 -την οποία είχε παραχωρήσει ο Καραμανλής- μόνον για τους «πρωταίτιους» της 21ης Απριλίου. Η Συντακτική Πράξη παραβίασε τρεις θεμελιώδεις αρχές του Δικαίου, του Συντάγματος και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων καθώς:

α) Εισήγαγε νομοθέτημα αναδρομικής ισχύος, με το οποίο καθιστούσε την επανάσταση ποινικό αδίκημα και παραγνώρισε το αξίωμα ότι «Επανάσταση επικρατήσασα δημιουργεί δίκαιον». Σύμφωνα με το άρθρο 134 του Ποινικού Κώδικος τιμωρείται μόνον: «Ο αποπειρώμενος να μεταβάλη το πολίτευμα του κράτους», δηλαδή τιμωρείται μόνο τυχόν αποτυχημένη απόπειρα Επαναστάσεως. Η Συντακτική Πράξη παραβίαζε το αξίωμα «Nullum crimen nula paena sine praevia lege» [«Δεν υπάρχει έγκλημα ούτε ποινή, χωρίς να υπάρχει προηγουμένως νόμος που να το προβλέπει], καθώς και το Ελληνικό Σύνταγμα που ρητώς αναφέρει: «Νομοθέτημα αναδρομικής ισχύος απαγορεύεται απολύτως».
β) Ανακάλεσε αμνηστία, παραβιάζοντας το διεθνές αξίωμα «Αμνηστία δοθείσα, ουδέποτε ανακαλείται». Η Συντακτική Πράξη της 3ης Οκτωβρίου 1974 ανακάλεσε τρεις αμνηστίες: Την αμνηστία της 26ης Ιουλίου 1974 [19] την οποία έδωσε ο Καραμανλής ως Πρωθυπουργός. Την αμνηστία της 20ης Αυγούστου 1973 [20] που είχε δώσει ως Πρόεδρος ο Παπαδόπουλος και αμνήστευε και αυτό όλα τα πολιτικά αδικήματα που είχαν σχέση με την 21η Απριλίου κι έπειτα, καθώς και την επικύρωση την αμνηστίας της 20ης Αυγούστου 1973 με την Συντακτική Πράξη της 5ης Αυγούστου 1974 [21] και πάλι από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.
γ) Στέρησε το δικαίωμα του «φυσικού δικαστού»: Η Συντακτική Πράξη όριζε ότι οι διωκόμενοι «υπάγονται εις την αρμοδιότητα του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών». Όμως για το αδίκημα της «στάσεως» αρμόδιο ήταν το Στρατοδικείο, ενώ γι’ αυτό της «εσχάτης προδοσίας» ήταν το ορκωτό Κακουργιοδικείο. Αντιθέτως, ορίστηκε, εντελώς παράνομα, «Ειδικό Δικαστήριο», ενώ η Συντακτική Πράξη δέσμευε την Δικαιοσύνη, προσδιορίζοντας την πράξη ως «πολιτικό έγκλημα», πριν εκδικασθεί.

Εναντίον των στελεχών και του επικεφαλής του καθεστώτος της 21ης Απριλίου στήθηκε μια πραγματική βιομηχανία μηνύσεων. Με απόφαση της Βουλής καθορίστηκε προθεσμία για την υποβολή μηνύσεων κατά των στελεχών του καθεστώτος, τρεις μήνες και για εγκλήματα από τα οποία είχε ζημιωθεί το Δημόσιο, έξι μήνες. Η Δικαστική Αρχή κινήθηκε αυτεπαγγέλτως από τα τέλη του 1974, μόνο για τις υποθέσεις του Πολυτεχνείου, κατά την εξέγερση του Νοέμβρη 1973 και για τα υποτιθέμενα βασανιστήρια των πολιτικών κρατουμένων και η Εισαγγελία Αθηνών διέταξε την διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως, για τις δυο αυτές περιπτώσεις των «ομαδικών» εγκλημάτων. Έτσι ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθήνας Κωνσταντίνος Φαφούτης διέταξε την διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως, από τους Εισαγγελείς Δημήτριο Τσεβά, για την υπόθεση του «Πολυτεχνείου», και Βασίλειο Παππά, για τις υποθέσεις των «βασανισμών», «...ίνα κρίνη αν συντρέχη περίπτωσις ποινικής διώξεως..». Η προθεσμία για την υποβολή μηνύσεων που είχε οριστεί ήταν από τις 18 Ιανουαρίου μέχρι τις 18 Απριλίου 1975. Γεννήθηκε το ερώτημα αν η 18η Απριλίου είναι μέρα, μέσα στην προθεσμία ή έξω από αυτή και από την Εισαγγελία ανακοινώθηκε επίσημα, ότι η 18 Απριλίου είναι μέσα στην προθεσμία και ο αρμόδιος Εισαγγελέας, δέχτηκε τη μέρα αυτή, μόνο στην Αθήνα, περίπου 150 μηνύσεις με εκατοντάδες κατηγορούμενους. Τελικά όσοι μηνύθηκαν στις 18 Απριλίου και παραπέμφθηκαν σε δίκες, τα δικαστήρια αποφάσισαν ότι η εν λόγω ημέρα είναι έξω από την προθεσμία, οι μηνύσεις εκπρόθεσμες και έπαψε η δίωξη των κατηγορουμένων.

Άσκηση διώξεως

Την 1η Νοεμβρίου 1974, ασκήθηκε δίωξη εναντίον του Ασλανίδη με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, κατά παράβαση των άρθρων 134 και 135, άρθρα 8α και 8β του Ποινικού Κώδικα, καθώς και 63 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα. Η μήνυση δυο μέρες αργότερα, διαβιβάστηκε από την Εισαγγελία Αθήνας στην Στρατιωτική Δικαιοσύνη, επειδή όταν τελέστηκαν τα αδικήματα ήταν στρατιωτικός. Η δίωξη ασκήθηκε από τον Μενέλαο Κουτσάκο, προϊστάμενο της Εισαγγελίας Εφετών, καθώς και εναντίον των Γεωργίου Παπαδόπουλου, Νικολάου Μακαρέζου, Στυλιανού Παττακού, και 62 ακόμη συνεργατών τους. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής σε συνέντευξη του στην Ελληνική κρατική τηλεόραση, στις 13 Νοεμβρίου 1974, υποστήριξε ότι «..παρέλαβε χάος και καμμένη γην», ενώ είπε ακόμη πως «..η κυβέρνησή μου αντικατέστησε άνω των 100.000 ατόμων, από τον τελευταίο κοινοτάρχη μέχρι τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, άνοιξε το δρόμο για την δικαστική δίωξη των πρωταιτίων της τυραννίας και για να διευκολύνει το έργο της Δικαιοσύνης, έλαβε μέτρα ασφαλείας κατά των υπευθύνων, τους δε κορυφαίους εξ αυτών, τους εξετόπισε σε νήσο του Αιγαίου...».

Ο Ασλανίδης κλήθηκε για απολογία στις 27 Ιανουαρίου 1975 και παρουσιάστηκε στον ανακριτή Γεώργιο Βολτή, σε αστυνομικό τμήμα των Αθηνών, από τον οποίο ζήτησε ολιγοήμερη προθεσμία προκειμένου να προετοιμάσει την απολογία του. Η εμφάνιση του στον ανακριτή ήταν προγραμματισμένη για τις 6 το απόγευμα της 3ης Φεβρουαρίου 1975, όμως αυτό δεν συνέβη. Σε βάρος του εκδόθηκε στις 2 το μεσημέρι της 8ης Φεβρουαρίου, διεθνές ένταλμα συλλήψεως, για απιστία και υπεξαίρεση, το οποίο διαβιβάστηκε από τις Ελληνικές αρχές στην Ιντερπόλ, καθώς όπως διαπιστώθηκε αργότερα είχε διαφύγει στο εξωτερικό. Το σήμα φέρει την υπογραφή του Νικολάου Γανώση, Εισαγγελέως Εφετών Αθηνών. Ο Ασλανίδης παραπέμφθηκε και δικάστηκε στη δίκη των πρωταιτίων της 21ης Απριλίου κι είναι ένας από τους δύο κατηγορούμενους για τους οποίους εκδόθηκε απαλλακτική απόφαση και κηρύχθηκε αθώος.

Αυτοεξόριστος

Ο Ασλανίδης εγκατέλειψε την Ελλάδα και διέφυγε στην Ιταλία, προκειμένου να αποφύγει το κύμα διώξεων που είχε εξαπολυθεί εναντίον των αξιωματούχων του καθεστώτος. Δημοσιεύματα της εποχής αναφέρουν ότι αρχικά διέφυγε με κότερο και κατέφυγε στην Ελβετία, απ' όπου μετά από παραμονή τριών μηνών, μετακινήθηκε στην Ιταλία. Το βράδυ της 20ης Ιουνίου 1975 ο Ασλανίδης και οι οικοδεσπότες του υπέστησαν αστυνομικό έλεγχο σε δρόμο της πόλεως του Πόρτο Φίνο, γεγονός που ανάγκασε τον Ασλανίδη να προετοιμάσει την αναχώρηση του. Την επόμενη ημέρα, 21 Ιουνίου 1975, συνελήφθη από Ιταλούς καραμπινιέρους στη μισθωμένη βίλα «Σάντα Μαργκερίτα» στο Πόρτο Φίνο της Ιταλικής Ριβιέρας, την ώρα που ετοίμαζε τη βαλίτσα του, προκειμένου να αναχωρήσει. Έφερε διπλωματικό διαβατήριο με αριθμό 172 με ημερομηνία εκδόσεως την 28η Σεπτεμβρίου 1973, το οποίο τον ανέφερε ως Υπουργό Παιδείας. Μαζί του συνελήφθησαν η Ελληνίδα Αφροδίτη Κατώπη και ένας ακόμη Έλληνας πολίτης, ο Ιωάννης Αναγνωστόπουλος, οι οποίοι τον φιλοξενούσαν. Στις 27 Ιουνίου από τις Ελληνικές αρχές, επιδόθηκαν στις αντίστοιχες της Ιταλίας, τα έγγραφα με τα οποία ζητήθηκε η έκδοση του [22].

Φυλακίστηκε στις φυλακές «Μαράσσι» στο Κιάβερι στην περιοχή της Γένοβας και μέσω του συνηγόρου του, δικηγόρου Γένοβας, Ρενάτο Πιτσιμίνο, ζήτησε πολιτικό άσυλο [23]. Το Εφετείο της Γένοβας που εξέτασε το αίτημα της εκδόσεως του, στις 22 Φεβρουαρίου 1976, ανέβαλε την έκδοση αποφάσεως καθώς ο Ασλανίδης προσκόμισε βεβαίωση των ποδοσφαιριστών του Παναθηναϊκού που κατέθεσαν ενυπογράφως ότι ο Ασλανίδης τους έδωσε μετρητά τα χρήματα για τα οποία κατηγορούνταν ότι διέπραξε το αδίκημα της καταχρήσεως. Παράλληλα ο τότε γενικός αρχηγός του συλλόγου, ο Ηρακλής Τσίπρας, αδελφός του πατέρα του μετέπειτα πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, μίλησε σε αθλητική εφημερίδα των Αθηνών και ξεκαθάρισε ότι «..μετά το ματς με τον Ερυθρό Αστέρα (σ.σ. τον ημιτελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών), ήλθε ο κ. Ασλανίδης και έδωσε στον (προπονητή της ομάδας) Πούσκας 450.000 δραχμές, προερχόμενες από κάποιο εφοπλιστή, για να τα μοιράσει επί τόπου στους παίκτες, παρουσία μου ως αρχηγού της ομάδας. Πράγματι ο Πούσκας τα μοίρασε αμέσως και, αν θυμάμαι καλά, κάθε παίκτης πήρε από 35.000...».

Στις 3 Μαρτίου 1976, το Εφετείο της Γένοβας απέρριψε την αίτηση των Ελληνικών αρχών για την έκδοση του Ασλανίδη και συντάχθηκε με την πρόταση του εισαγγελέα Κόκο που αργότερα δολοφονήθηκε από την κομμουνιστική οργάνωση «Ερυθρές Ταξιαρχίες, πως αν και τα αδικήματα για τα οποία ζητείται η έκδοση του Ασλανίδη δεν είναι πολιτικά, «...υπάρχει βάση να πιστεύεται ότι εάν εγκρινόταν το αίτημα εκδόσεώς του, υπάρχει κίνδυνος η θέση του Ασλανίδη να καταστή σοβαρή για πολιτικούς λόγους». Πηγές τού δικαστηρίου δήλωσαν ότι ο Ασλανίδης θα αφεθεί ελεύθερος αν δεν υποβάλλονταν έφεση κατά της αποφάσεως σε τρεις μέρες. Το δικαστήριο απόρριψε την έκδοση με το πρόσθετο επιχείρημα ότι ο Ασλανίδης κατηγορείται επίσης «για διάπραξη πολύ σοβαρών πολιτικών εγκλημάτων, για τα οποία διατρέχει τον κίνδυνο να καταδικασθή στην εσχάτη των ποινών». Στις 20 Ιουλίου 1976 το Ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο της Ιταλίας επικύρωσε την απόφαση του Εφετείου της Γένοβας και την επόμενη ημέρα, στις 21 Ιουλίου 1976, ο Ασλανίδης αφέθηκε ελεύθερος. Μετά την απελευθέρωση του στην Ιταλία, κατέφυγε στη Βραζιλία, όπου έζησε για αρκετά χρόνια σε έσχατη ένδοια και εργάστηκε σε διάφορες εργασίες, ακόμη και ως μικροπωλητής, για να εξασφαλίσει τα προς το ζην.

Το τέλος του

Στις αρχές του 1984, ο Ασλανίδης, ασθενής από μεταστατικό κακοήθη καρκίνο στομάχου, υπέβαλλε αίτημα να λάβει ταξιδιωτικά έγγραφα και να επιστρέψει στην Ελλάδα. Το αίτημα του έγινε δεκτό και με Ελληνικά έγγραφα ταξίδεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, όπου στα τέλη του Μαΐου 1984, νοσηλεύτηκε σε νοσοκομείο, πάσχοντας από καθολικό καρκίνο. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα συνελήφθη στο Ανατολικό αεροδρόμιο του Ελληνικού και στη συνέχεια μεταφέρθηκε και κρατήθηκε στις Φυλακές Κορυδαλλού σε σοβαρή κατάσταση. Η γενική κλινική του εικόνα επέβαλε την μεταφορά και εισαγωγή του σε μονάδα υγείας για ιατρική παρακολούθηση. Ετοιμοθάνατος μεταφέρθηκε και νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο Ν.Ι.Μ.Τ.Σ., [Νοσηλευτικό Ίδρυμα Μετοχικού Ταμείου Στρατού], και λίγο καιρό αργότερα επέστρεψε στο σπίτι του όπου και απεβίωσε.

Διαβάστε τα λήμματα

21η ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1967

Αξιωματικοί (επαναστάτες)

21η Απριλίου 1967

25η Νοεμβρίου 1973

Θύματα τρομοκρατίας

Πολιτικά πρόσωπα

Πρωθυπουργοί

Υπουργοί

Υποστηρικτές

25η Νοεμβρίου 1973

Ορθόδοξοι Ιερωμένοι
  • Επίσκοποι
  • Μητροπολίτες
  • Θεολόγοι

Παραπομπές

  1. [Τον Ιούνιο του 1976 ο Ασλανίδης συνελήφθη στην Ιταλία, καθώς σε βάρος του εκκρεμούσε διεθνές ένταλμα συλλήψεως που είχε εκδοθεί από τις Ελληνικές αρχές. Στην ταυτότητα που έφερε μαζί του αναφέρονταν το 1917, ως έτος της γεννήσεως του, ενώ στο διπλωματικό διαβατήριο, που βρέθηκε στην κατοχή του αναφέρονταν το 1918, ως έτος της γεννήσεως του.]
  2. [Εφημερίδα «Τα Νέα», Πέμπτη 31 Ιουλίου 1975]
  3. Απεστρατεύθησαν τη αιτήσει των γενικοί γραμματείς. Εφημερίδα «Μακεδονία», 17 Φεβρουαρίου 1968, σελίδα 1.
  4. [Το Βασιλικό Διάταγμα δημοσιεύθηκε στο Φύλλο Εφημερίδος της Κυβερνήσεως υπ' αριθμόν 59 τεύχος Γ'.]
  5. [Στις 5-4-1968, η Γενική Διεύθυνση Αθλητισμού μετονομάστηκε επισήμως σε Γενική Γραμματεία Αθλητισμού και υπαγόταν πλέον απευθείας στον Υπουργό Προεδρίας της Κυβερνήσεως, δηλαδή στον Γεώργιο Παπαδόπουλο.]
  6. Κυβέρνησις ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης]
  7. [Αναγκαστικός Νόμος 127/1967.]
  8. [Κυβερνητικός επίτροπος στην Ε.Π.Ο. ορίστηκε ο παλαίμαχος πρωταθλητής του άλματος επί κοντώ Γιώργος Ρουμπάνης, στην ΑΕΚ ο Γεώργιος Χρυσαφίδης, παλαιός πρόεδρος του συλλόγου, στον Παναθηναϊκό ο λοχαγός και αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας Αθλητισμού Μιχάλης Κίτσιος, και στον Ολυμπιακό ο ταγματάρχης Πότης Ηλιόπουλος.] Εφημερίδα «Αθλητική Ηχώ», φύλλο της 29ης Ιουνίου 1967.
  9. [Εφημερίδα «Αθλητική Ηχώ», φύλλο της 18ης Ιουλίου 1969.]
  10. [«...Ο Γενικός Γραμματεύς Αθλητισμού κ.Ασλανίδης εδήλωσε χθες ότι [...] συνεφώνησε μετά των αρμοδίων κυβερνητικών και αθλητικών παραγόντων την επέκτασιν του ΠΡΟ-ΠΟ εις την Κύπρον, από του προσεχούς Σεπτεμβρίου».] Εφημερίδα «Αθλητική Ηχώ», φύλλο της 10ης Απριλίου 1969.
  11. [Εφημερίδα «Αθλητική Ηχώ», φύλλο της 15ης Φεβρουαρίου 1968.]
  12. Ιστορίες του ΟΠΑΠ. Περιοδική έκδοση «Ένωσις», Τεύχος 12, 22 Δεκεμβρίου 2012, σελίδα 7.
  13. [Αναγκαστικός Νόμος 127/1967, άρθρο 3ο.]
  14. [Εφημερίδα «Αθλητική Ηχώ», φύλλο της 4ης Μαρτίου 1969.]
  15. Κυβέρνησις ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ Γενική Γραμματεία της Κυβέρνησης
  16. [«...Tο Συμβούλιον της Επικρατείας, υπό την προεδρίαν του μετά την αποχώρησιν της Επαναστάσεως Προέδρου της Δημοκρατίας Μιχαήλ Στασινοπούλου, εδέχθη διά των υπ’ αριθμ. 2468/1968 και 503/1969 αποφάσεών του, ότι «... η παρούσα Κυβέρνησις διωρίσθη από τον κατά το Σύνταγμα Ανώτατον Άρχοντα και ωρκίσθη ενώπιόν του προσλαβούσα τον τύπον συνταγματικώς νομίμου Κυβερνήσεως, ίδρυσε νέαν νομιμότητα και δι’ αυτής ετέθη η Χώρα υπό καθεστώς Κράτους νόμου δικαίου ...».] Στυλιανός Παττακός, «21η Απριλίου 1967-Διατί; Ποιοί; Πως;», Αθήνα 1999, σελίδα 225, Εκδόσεις «ΒΙΟΒΙΛ».]
  17. [Άρθρο του Αλέξανδρου Λυκουρέζου, Εφημερίδα «Ακρόπολις» 4 Ιανουαρίου 1987. Επιχειρήματα υπέρ της αποφυλακίσεως του είχαν διατυπωθεί από τον Ανδρέα Λεντάκη, που σε άρθρο του στις 13 Απριλίου 1995 στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» διατύπωσε την άποψη ότι «η έξωθεν απειλή κατά του εθνικού μας χώρου, οπότε απαιτείται η μέγιστη ομοψυχία και ενότητα πέρα από τις κομματικές πολιτικές μας διαφορές».]
  18. [Φ.Ε.Κ. 277, 3 Οκτωβρίου 1974]
  19. [Προεδρικό Διάταγμα 519–Φ.Ε.Κ. 211]
  20. [Προεδρικό Διάταγμα 168–Φ.Ε.Κ. 186]
  21. [Φ.Ε.Κ. 217]
  22. Ο Ασλανίδης εφυγαδεύθη από δίκτυο της χούντας Εφημερίδα «Μακεδονία», 26 Ιουνίου 1975, σελίδες 1 & 9.
  23. Και οι Ιταλοί θα δικάσουν τον Ασλανίδη Εφημερίδα «Μακεδονία», 26 Ιουνίου 1975, σελίδες 1 & 9.